ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ LEONID IVANOV SPIRIEV, Αρ. αίτησης: 5/2014, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. αίτησης: 5/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(I)/2004 KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ LEONID IVANOV SPIRIEV 2 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κ. Α. Αριστείδης Για τον Εκζητούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.3.2014 το Δικαστήριο του Μιλάνου της Ιταλίας εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για τον εκζητούμενο (στο εξής το «ΕΕΣ»). Το ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου για δύο αδικήματα που αφορούν εισαγωγή ναρκωτικών από την Νότια Αμερική στην Ιταλία. Μετά τη διαβίβαση του ΕΕΣ στις Κυπριακές Αρχές, ο εκζητούμενος συνελήφθη δυνάμει του άρθρου 16
(1)του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(I)/
- Σημειώνω ότι μετά την τελευταία τροποποίηση του Ν.133(Ι)/2004, από τον Ν.30(Ι)/2014 που τέθηκε σε ισχύ στις 7.3.2014, δεν απαιτείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης από τις Κυπριακές Αρχές για τη σύλληψη του εκζητούμενου. Μετά τη σύλληψη του, ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26.3.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι ο συλληφθείς είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο, καθώς και το δικαίωμα του να λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων της διαδικασίας. Το Δικαστήριο ενημέρωσε επίσης τον εκζητούμενο ότι, αν δεν έχει συνήγορο της επιλογής του, δικαιούται να ζητήσει να διοριστεί δικηγόρος από το Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20
(2)του Νόμου. Ο εκζητούμενος εξάσκησε το δικαίωμα του αυτό, υποβάλλοντας αίτημα όπως του παρασχεθεί νομική αρωγή. Ετοιμάστηκε Κοινωνικοοικονομική Έκθεση αναφορικά με τον εκζητούμενο από λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών το περιεχόμενο της οποίας μελέτησε το Δικαστήριο. Με βάση το περιεχόμενο της Κοινωνικοοικονομικής Έκθεσης και με δεδομένη τη συγκατάθεση της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του εκζητούμενου για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, ο δε εκζητούμενος διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια και αρκετά απ' αυτά κατατέθηκαν από κοινού από τις δύο πλευρές. Ειδική αναφορά στα Τεκμήρια, στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο, γίνεται κατωτέρω. Επιπρόσθετα δηλώθηκαν στο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα τα οποία συνοψίζω ως εξής: (α) Εναντίον του εκζητούμενου είχε εκδοθεί προηγούμενο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στα πλαίσια του οποίου καταχωρήθηκε η αίτηση 2/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε απόφαση στις 13.3.2014 η οποία διέτασσε την εκτέλεση του εντάλματος και παράδοση του εκζητούμενου. Αντίγραφο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που ήταν το αντικείμενο της αίτησης 2/14 κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 11 και αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση 2/14 κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- (β) Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, Τεκμήριο 9 εφεσιβλήθηκε από τον εκζητούμενο με την Πολιτική Έφεση 64/
- Στα πλαίσια της έφεσης, η τότε εκπρόσωπος της Δημοκρατίας είχε καταχωρήσει περίγραμμα αγόρευσης. Αντίγραφο του περιγράμματος αγόρευσης ημερομηνίας 19.3.2014 κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- (γ) Στις 24.3.2014, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης η έφεση, η τότε εκπρόσωπος της Δημοκρατίας, με δήλωση της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποδέχτηκε την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης λόγω μη δίκαιης εκπροσώπησης του εκζητούμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο που συνίστατο στη μη παροχή δωρεάν νομικής αρωγής στον εκζητούμενο. (δ) Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση χωρίς ωστόσο να εξετάσει άλλους λόγους έφεσης, ούτε την ουσία της υπόθεσης. (ε) Μέχρι και τις 24.3.2014, οπόταν και η τότε εκπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής αποδέχτηκε την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, η Γενική Εισαγγελία προωθούσε ενώπιον του Εφετείου την υπόθεση ως εφεσίβλητη, δηλαδή εισηγείτο ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν καθ' όλα ορθή. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων, έδωσε μαρτυρία ο κ. Χίντικος, αρμόδιος λειτουργός της Κεντρικής Αρχής. Ο κ. Χίντικος κατέθεσε ως μάρτυρας στα πλαίσια του συγκεκριμένου ρόλου της Κεντρικής Αρχής σε διαδικασίες αυτής της φύσεως, όπως καθορίζεται από το άρθρο 5 του Ν.133(Ι)/
- Η μαρτυρία του περιορίστηκε ουσιαστικά στην παρουσίαση αριθμού εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στο ιστορικό της διαβίβασης εγγράφων και ανταλλαγής σχετικής αλληλογραφίας με τις Ιταλικές αρχές. Αναφέρω ότι η πλευρά του εκζητούμενου δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη μαρτυρία του. Έχω λάβει υπόψη τα όσα κατέθεσε ο κ. Χίντικος, την μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Έχω επίσης λάβει υπόψη το περιεχόμενο όλων των Τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξέταση της μαρτυρίας γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Σκοπός της αξιολόγησης είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο όταν αποφασίζει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν.133(Ι)/2004 και της νομολογίας ώστε να επιτρέπεται η ικανοποίηση του αιτήματος των Ιταλικών αρχών για παράδοση του εκζητούμενου. Στην βάση όλης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κ. Αριστείδης εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε να επιτρέπεται η ικανοποίηση του αιτήματος των Ιταλικών Αρχών. Η πλευρά του εκζητούμενου διαφώνησε με τη θέση αυτή και ήγειρε αριθμό ζητημάτων τα οποία εισηγήθηκε ότι δεν επέτρεπαν την εκτέλεση του ΕΕΣ. Θα εξετάσω τα ζητήματα αυτά στην πορεία. Προσεγγίζοντας τις νομικές αρχές που διέπουν τα υπό κρίση θέματα, αναφέρω εν συντομία ότι τα Ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης προέκυψαν από την Απόφαση Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τις 13.6.
- Ο Ν.133(Ι)/2004, ως τροποποιήθηκε, θεσπίστηκε προς υλοποίηση της Απόφασης Πλαίσιο. Ο σκοπός δε του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η απλοποίηση της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1]. Ο Νόμος ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2
(2)που προνοεί ότι: «Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση...» Ο δε τύπος και το περιεχόμενο ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης καθορίζονται από το άρθρο 4 του Ν.133(Ι)/
- Στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου παρατίθενται λόγοι υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αντίστοιχα. Δεν θα τα παραθέσω αυτούσια αλλά κάνω αναφορές σε συγκεκριμένες πρόνοιες στο βαθμό που είναι σχετικές με τα ζητήματα που έχουν εγερθεί στην παρούσα υπόθεση. Έρχομαι τώρα να εξετάσω τους λόγους που προέβαλλε η πλευρά του εκζητούμενου και που θεωρεί ότι μπορεί να αποτελέσουν ερείσματα για τη μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Κατά την διάρκεια της ακρόασης, η πλευρά του εκζητούμενου εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ΕΕΣ γιατί ο εκζητούμενος έχει ήδη καταδικαστεί και εκτίσει ποινή αναφορικά με τα αδικήματα του ΕΕΣ. Όπως έχω ήδη αναφέρει, στο άρθρο 13 του Ν.133(Ι)/2004 παρατίθενται λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η παράγραφος (β) του συγκεκριμένου άρθρου, που είναι σχετική, προνοεί τα ακόλουθα: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: .(β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση». Σχετικό είναι επίσης και το άρθρο 14 του Ν.133(Ι)/2004 το οποίο καθορίζει λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Θα παραθέσω μόνο την παράγραφο (δ) του άρθρου 14 που είναι σχετική: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: .(δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξη». Όταν ηγέρθη το ζήτημα αυτό, η Κεντρική Αρχή ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές διευκρινίσεις. Το σχετικό αίτημα μαζί με την απάντηση των Ιταλικών Αρχών κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την απάντηση των Ιταλικών Αρχών, Τεκμήριο 1, ο εκζητούμενος καταδικάστηκε από το Ιταλικό Δικαστήριο του Busto Arsizio στις 13.3.2007 για εισαγωγή 4.100 γραμμαρίων κοκαΐνης στην Ιταλία στις 7.4.2006 δια της κατάποσης «καψούλων» κοκαΐνης καθώς και για κατοχή πλαστού Λιθουανικού διαβατηρίου. Τα αδικήματα του παρόντος ΕΕΣ και για τα οποία επιζητείται η παράδοση του εκζητούμενου έχουν διαπραχθεί μεταξύ 18-28.2.2006 το πρώτο και μεταξύ 25-27.3.2006 το δεύτερο. Το Τεκμήριο 1 περιλαμβάνει λεπτομερή και εκτενή παράθεση των γεγονότων που περιέβαλλαν τόσο τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ο εκζητούμενος καταδικάστηκε στο παρελθόν όσο και των αδικημάτων για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ. Σχετικά είναι επίσης και τα Τεκμήρια 2 και
- Στη βάση του περιεχομένου των Τεκμηρίων 1, 2 και 3, έχω ικανοποιηθεί ότι τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε το 2007 ο εκζητούμενος και τα αδικήματα για τα οποία επιζητείται η παράδοση του με την παρούσα διαδικασία, δεν είναι τα ίδια. Πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν σε διαφορετικό χρόνο και τόπο. Η προηγούμενη καταδίκη του εκζητούμενου για αδικήματα άλλα από αυτά για τα οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ δεν συνιστά λόγο υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Κατά την διάρκεια της ακρόασης επίσης, ο συνήγορος του εκζητούμενου παρέπεμψε το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του Τεκμήριου 8, το οποίο κατατέθηκε από κοινού. Παρενθετικά σημειώνω ότι, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 4 χρόνων και 4 μηνών στον εκζητούμενο για το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί στο παρελθόν. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Ποινικού Μητρώου που περιλαμβάνεται στη δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 8, φαίνεται ότι μετά την προηγούμενη καταδίκη του, με απόφαση του Ιταλικού Δικαστηρίου «έγινε απονομή χάριτος σύμφωνα με τη νομοθεσία 31/07/2006 αρ. 241» στον εκζητούμενο και στις 21.6.2007 ο εκζητούμενος αποφυλακίστηκε πρόωρα και απελάθηκε από την Ιταλία. Ο συνήγορος του εκζητούμενου ήγειρε θέμα σε σχέση με το τι συνίστατο η «απονομή χάριτος» και συγκεκριμένα κατά πόσο η χάρη αυτή ήταν ειδική και αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη καταδίκη ή αν ήταν γενική και αφορούσε όλα τα αδικήματα για τα οποία είχε διωχθεί ή δυνατό να διώκετο στο μέλλον ο εκζητούμενος. Η Κεντρική Αρχή ζήτησε και έλαβε διευκρινίσεις αναφορικά με το θέμα αυτό από την Ιταλία (Τεκμήρια 12Α και 12Β). Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 12Α και 12Β, θεωρώ ότι η χάρη η οποία απονεμήθηκε στον εκζητούμενο σε σχέση με την προηγούμενη αυτή καταδίκη αφορά τα αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί τότε και τίποτε πέραν αυτών. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο εκζητούμενος ήγειρε θέμα κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας. Όπως εξήγησε ο συνήγορος του εκζητούμενου και όπως φαίνεται και από τα παραδεκτά γεγονότα, το παρόν ΕΕΣ είναι το δεύτερο το οποίο έχει εκδοθεί για τον εκζητούμενο σε σχέση με τη δίωξη του για τα ίδια αδικήματα ενώ η έκδοση αυτού του ΕΕΣ έγινε παράλληλα με την προώθηση της έφεσης 64/
- Ο κ. Πολυχρόνης, εισηγήθηκε ότι η κατάχρηση προκύπτει τόσο από τη διπλότητα αφού ενυπήρχαν ταυτόχρονα δύο ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο και για τα ίδια αδικήματα αλλά και από τη συμπεριφορά του εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής προς τον εκζητούμενο στα πλαίσια της έφεσης 64/14 όπως αποτυπώνεται στα παραδεκτά γεγονότα. Σύμφωνα με την αλληλογραφία ημερομηνίας 21.3.2014, Τεκμήριο 4, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η ακρόαση της έφεσης 64/14, η Κεντρική Αρχή επικοινωνούσε με τις Ιταλικές Αρχές και τις ενημέρωνε για το ενδεχόμενο ο εκζητούμενος να αφηνόταν ελεύθερος από το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικάσιμο 24.3.2014 και για το λόγο αυτό τους ζητούσε να εκδώσουν νέο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ώστε ο εκζητούμενος να επανασυλληφθεί δυνάμει του νέου εντάλματος. Την ίδια ημέρα, 21.3.2014 (Τεκμήριο 5 και 6) εκδόθηκε και διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές το ΕΕΣ που είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο επιστολή από το Αρχηγείο Αστυνομίας ημερομηνίας 24.3.2014 (Τεκμήριο 7) με την οποία ενημερωνόταν ο αστυνομικός διευθυντής της Επαρχίας Λευκωσίας ότι ο εκζητούμενος θα βρισκόταν την ημέρα εκείνη στο Ανώτατο Δικαστήριο για σκοπούς εκδίκασης της έφεσης 64/14 και ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θα αφήνετο ελεύθερος. Στην επιστολή αυτή, ο Αστυνομικός Διευθυντής Επαρχίας Λευκωσίας ενημερώνεται ότι για τον εκζητούμενο έχει εκδοθεί νέο ΕΕΣ αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται και παρακαλείται να μεριμνήσει όπως κατά την ακρόαση βρίσκεται στο Δικαστήριο αστυνομικός για να τον συλλάβει εκ νέου. Το Δικαστηρίου έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρηση της[2]. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για την διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους της Δικαστικής διαδικασίας αλλά και του κράτους δικαίου[3]. Το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να έχει εξουσία και καθήκον να παρέμβει. Το κατά πόσο διαδοχικές διαδικασίες παράδοσης εκζητουμένων προσώπων συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Scattergood v Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ. 142. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση για έκδοση προσώπου δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που υποβλήθηκε στα πλαίσια του Ν.133(Ι)/2004 και η οποία ακολούθησε απόρριψη αίτησης που υποβλήθηκε στα πλαίσια του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 1970 (Ν.97/1970)για έκδοση του ιδίου προσώπου δυνάμει διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Θεωρώ όμως ότι η προσέγγιση του Εφετείου τυγχάνει εφαρμογής, κατ' αναλογία, και σε περιπτώσεις διαδοχικών αιτήσεων που υποβάλλονται για σκοπούς εκτέλεσης ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης. Στην συγκεκριμένη υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Μελάς ν Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, η διαδικασία η οποία διέπει την έκδοση φυγοδίκου είναι ειδική και ο νόμος δεν απαγορεύει την επανάληψη της, παρ' όλο ότι αυτή ελέγχεται, προς αποτροπή κατάχρησης της διαδικασίας του δικαστηρίου. Το αντικείμενο της διαδικασίας έκδοσης, όπως και της παρούσας, έχει ως λόγο τη διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την κίνηση του διεθνούς μηχανισμού για τη μεταφορά του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγήσαντος σε άλλη χώρα, για να δικαστεί ή να εκτίσει την ποινή του». Παραπέμπω επίσης στην Αγγλική υπόθεση Rees v Secretary of State for the Home Department and another
(1986)All E.R. 321, όπου κρίθηκε ότι η απόφαση δικαστηρίου να μην ικανοποιήσει αίτημα για έκδοση φυγοδίκου δεν αποκλείει την έκδοση του ιδίου προσώπου στο μέλλον σε σχέση με το θέμα για το οποίο έγινε η πρώτη διαδικασία. Επανέρχομαι στην Scattergood v Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) όπου το Εφετείο κατέληξε ότι: «.η ύπαρξη προγενέστερης διαδικασίας δεν συνιστά δεδικασμένο, αλλά ούτε καν κώλυμα για την έναρξη άλλης. Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική. Τίποτε από όλα αυτά δεν παρατηρούνται στην παρούσα υπόθεση.» Η προγενέστερη νομολογία επί του θέματος επιβεβαιώθηκε και στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 221/2013, ημερ. 2.9.2013, όπου το Εφετείο αφού παρέπεμψε στις Παναγιώτης Λιάκου Μελά
(1998)1 ΑΑΔ 2261, Τζεννάρο Περέλλα (Αρ. 2)
(1996)1 ΑΑΔ 1009, Luchian Marina Tudor, Πολ. Εφ. αρ. 342/10 ημερ. 1.7.2011) και Office of the Prosecutor General of Turin v Franco Barone
(2010)EWHC 3004 (Admin) καταλήγει ότι: «Δεν δημιουργείται, με άλλα λόγια, δεδικασμένο, εφόσον, υπενθυμίζεται και πάλι, ότι η ιδιότυπη διαδικασία της έκδοσης στη βάση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι περιοριστικής φύσεως και δεν καθορίζει ή ρυθμίζει εξαντλητικά τα τελικά δικαιώματα του εκζητούμενου. Δεν είναι, άλλωστε, αρμοδιότητα της Δημοκρατίας να καθορίζει τον τρόπο ενέργειας και το χρόνο που επιλέγει άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προωθήσει διαδικασία έκδοσης.» Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο πήχης για την απόδειξη κατάχρησης σε διαδικασίες αυτής της φύσεως έχει τεθεί πολύ ψηλά και τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης, κατά την άποψη μου, δεν στοιχειοθετούν κατάχρηση. Συμφωνώ με τη θέση του εκζητούμενου ότι η συμπεριφορά της Κεντρικής Αρχής αλλά και της Κυπριακής αστυνομίας, όπως αποτυπώνεται ιδιαίτερα στα Τεκμήρια 4 και 7, αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα, απέχει από την επιθυμητή. Κάθε πρόσωπο δικαιούται, θεωρώ, να αναμένει ότι η αντιμετώπιση του από οποιαδήποτε κρατική αρχή θα διέπεται από ειλικρινείς προθέσεις. Παρά το ότι η διαγωγή της Κεντρικής Αρχής προς τον εκζητούμενο υστερούσε από αυτή που είχε το δικαίωμα να αναμένει, ταυτόχρονα, δεν θεωρώ ότι ήταν τέτοια που να συνιστά καταστρατήγηση της καλής πίστης, να είναι εκδικητική ή καταπιεστική. Παραλληλίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τα όσα προηγήθηκαν της Έβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος και έκδοσης δεύτερου διαδοχικού ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο, όπως αποτυπώθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Το Δικαστήριο, κάνοντας αναφορά στα γεγονότα και τη συμπεριφορά των εκπροσώπων του Γενικού Εισαγγελέα καθώς και στις ενέργειες της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας, κατέληξε ως εξής: «Και πάλι πρέπει να λεχθεί ότι δεν περιποιεί τιμή στη Δημοκρατία ο τρόπος ενέργειας, ώστε να δοθεί η εντύπωση στοχοποίησης του Εφεσείοντος. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων, όμως, ουδόλως ισοδυναμεί με λόγο νομικής ακύρωσης του νέου Εντάλματος που, όπως ευθαρσώς το δέχθηκε και η δικηγόρος της Δημοκρατίας, σκοπό είχε την έκδοση του Εφεσείοντος στην Ελλάδα.» Για την κατάληξη μου αυτή λαμβάνω επίσης υπόψη και τον ρόλο της Κεντρικής Αρχής σε διαδικασίες αυτής της φύσεως όπως καθορίζεται από τον ίδιο το Ν.133(Ι)/2004. Σε τέτοιες διαδικασίες η πρωτοβουλία βρίσκεται πάντα στην πλευρά της αιτήτριας χώρας. Η απόφαση για έκδοση και διαβίβαση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επαφίεται στις αρχές της αιτήτριας χώρας. Το ίδιο και η απόφαση για την έκδοση οποιουδήποτε διαδοχικού εντάλματος σύλληψης. Από την πλευρά της, η Κεντρική Αρχή, εφόσον της διαβιβαστεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκ του νόμου υποχρέωση να προωθήσει την εκτέλεση του. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε διαδοχικό ένταλμα που δυνατό να εκδοθεί. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, είναι η θέση του εκζητούμενου ότι έχει παρέλθει η προθεσμία των 60 ημερών που προνοεί ο Ν.133(Ι)/2004με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να πάσχει. Σύμφωνα με το άρθρο 23
(2)του Ν.133(Ι)/2004, το οποίο αναπαράγει ουσιαστικά την αντίστοιχη πρόνοια της Συμφωνίας Πλαίσιο: «Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην παράδοση του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος λαμβάνεται εντός εξήντα
(60)ημερών από τη σύλληψη του εκζητούμενου.» Ο εκζητούμενος εισηγείται ότι στην περίπτωση του και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, η χρονική περίοδος των 60 ημερών ξεκινά από τη σύλληψη του για το πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του. Ο συνήγορος του τόνισε ότι ο χρόνος που ο εκζητούμενος τέλεσε υπό κράτηση για τους σκοπούς της αίτησης 2/14, δεν διακόπηκε αλλά συνεχίζει με τον χρόνο που τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Η θέση του αυτή, όπως επιχειρηματολόγησε ο κ. Πολυχρόνης, ενισχύεται διότι η σύλληψη του δυνάμει του παρόντος ΕΕΣ έγινε μόλις αυτός αφέθηκε ελεύθερος μετά την απόσυρση του πρώτου. Κατά την άποψη μου η προθεσμία του άρθρο 23
(2)του Ν.133(Ι)/2004 και της αντίστοιχης πρόνοιας της Συμφωνίας Πλαίσιο αφορά το εκάστοτε υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Στην παρούσα περίπτωση, η προθεσμία των 60 ημερών ξεκίνησε από τη σύλληψη του εκζητούμενου δυνάμει του παρόντος ΕΕΣ και, συνεπώς, δεν έχει παρέλθει. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο συνήγορος του εκζητούμενου εισηγήθηκε ότι η σύλληψη του χωρίς να προηγηθεί η έκδοση Κυπριακού εντάλματος σύλληψης είναι αντισυνταγματική. Υπενθυμίζω ότι μετά την τελευταία τροποποίηση του Ν.133(Ι)/2004, δεν απαιτείται πλέον η έκδοση ημεδαπού εντάλματος σύλληψης για την σύλληψη του εκζητούμενου αλλά αυτός συλλαμβάνεται μόνο δυνάμει του ευρωπαϊκού εντάλματος[4]. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή του συνηγόρου του εκζητούμενου. Συνεπεία της 7ης τροποποίησης του Συντάγματος με το Νόμο 68(Ι)/2013, το άρθρο 11
(3)του Συντάγματος προνοεί ότι: «3. Εξαιρουμένου του δια θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τιμωρουμένου αυτοφώρου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους, ή με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Προκύπτει επομένως από το τροποποιημένο λεκτικό του άρθρου 11
(3)του Συντάγματος ότι η σύλληψη εκζητούμενου χωρίς την έκδοση ημεδαπού εντάλματος σύλληψης αλλά μόνο στη βάση ευρωπαϊκού εντάλματος δεν προσκρούει στο Σύνταγμα. Ο συνήγορος του εκζητούμενου εισηγήθηκε επίσης ότι οι Ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου ώστε να τον διώξουν για τα υπό αναφορά αδικήματα αλλά για να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων. Είναι εκτός του πλαισίου και του σκοπού της παρούσας διαδικασίας αλλά και εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει ή να λάβει υπόψη το χειρισμό των Ιταλικών Αρχών. Είναι επίσης εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει, να κρίνει ή να αποφασίσει το τι συνιστά «δίωξη» για τους σκοπούς της αιτήτριας χώρας. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την επέκταση της εξέτασης του παρόντος Δικαστηρίου πέραν και πίσω από το ίδιο το ΕΕΣ για να ερευνήσει και αξιολογήσει το ανακριτικό έργο, τη διερεύνηση των αδικημάτων του ΕΕΣ και το στάδιο στο οποίο αυτή βρίσκεται και ενδεχομένως την πληρότητα και αποδεικτική αξία της μαρτυρίας που έχουν στα χέρια τους οι Ιταλικές Αρχές καθώς και την εμπλοκή του εκζητούμενου. Η παρούσα διαδικασία δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Τέλος, η πλευρά του εκζητούμενου εισηγήθηκε ότι η καθυστέρηση με την οποία έδρασαν οι Ιταλικές Αρχές είναι τέτοια που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι το ΕΕΣ αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2006 και ότι ο εκζητούμενος έχει ήδη καταδικαστεί και εκτίσει ποινή φυλάκισης στην Ιταλία για αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταγενέστερα από εκείνα που αφορά το ΕΕΣ. Ακολούθησε η απονομή σε αυτόν χάρης και η πρόωρη αποφυλάκιση και απέλαση του από την χώρα. Θεωρεί ο συνήγορος του εκζητούμενου, ιδιαίτερα σημαντικό το ότι η μαρτυρία για την εμπλοκή του εκζητούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων του ΕΕΣ είναι προγενέστερη της απονομής σε αυτόν χάρης και της απέλασης του από την Ιταλία. Αυτά, σε συνάρτηση με το ότι οι Ιταλικές αρχές δεν δικαιολογούν ικανοποιητικά, όπως λέει, την καθυστέρηση που μεσολαβεί είναι, κατά την άποψη του συνήγορου του εκζητούμενου, λόγοι που θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος. Ο Ν.133(Ι)/2004δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες πρόνοιες για παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου[5] ούτε και κυρώσεις στην περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών της αιτήτριας χώρας να προωθήσουν το αίτημα τους για παράδοση εκζητούμενου προσώπου. Όμως το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που συνιστά το υπόβαθρο του Νόμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(2)που έχω ήδη παραθέσει[6]. Προσεγγίζοντας το θέμα της καθυστέρησης καθοδηγούμαι από πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου[7] σύμφωνα με τις οποίες, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερη από ότι στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ότι δεν αποτελεί λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος. Επομένως, ούτε αυτό το επιχείρημα του εκζητούμενου μπορεί να επιτύχει. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω και εξετάζοντας το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ διαπιστώνω ότι αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας, τυπικές και ουσιαστικές, και δεν συντρέχει οποιοδήποτε λόγος υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης του. Διατάσσεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και η παράδοση του εκζητούμενου στις Ιταλικές Αρχές εντός 10 ημερών από σήμερα, ως το άρθρο 29
(1)του Ν.133(Ι)/
- Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοση του. Τα έξοδα της διερμηνέως να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί αμελλητί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δια της Κεντρικής Αρχής της Δημοκρατίας, στη Δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.133(Ι)/
- (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Hadjiametovic v Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519, Office of the King´s Prosecutor, Brussels v Cando Armas
(2006)2 A.C. 1, Dabas v High Court of Justice, Madrid
(2007)UKHL 6. [2] Ενδεικτικά Διευθυντής Φυλακών ν Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Hunter v Chief Constable of West Midlands and another [1981]3 All E.R. 727. [3] Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 [4] Άρθρο 17, Ν.133(Ι)/2004 [5] Νικόλας Κυριάκου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 196/2013, ημερ. 19.7.13 [6] Σχετικές οι Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) και Μιχάλη Μιχαηλίδη ν Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφεση 248/2013, ημερ. 17.9.2013 [7] Ενδεικτικά Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) και Μιχάλη Μιχαηλίδη ν Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω), και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Misolaw Mrukwa, Πολ. Εφ. 41/14, ημερ. 5.3.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο