A & V VAVATSINIOTIS PETROL STATION LIMITED ν. PAGONI TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3582/2010, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3582/2010 Μεταξύ: A & V VAVATSINIOTIS PETROL STATION LIMITED Εναγόντων και PAGONI TRADING LIMITED Εναγομένων 2 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ανδρέας Χριστοφόρου Για Εναγόμενους: κ. Δημητρίου και κα Μιχαήλ για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν, από τους Εναγόμενους ποσό €1.493,10 ως «υπόλοιπο λογαριασμού ή και τιμολογίων ή και καταστάσεων λογαριασμού για πωληθέντα και παραδοθέντα καύσιμα ή δυνάμει συμφωνίας ή και άλλως πως», πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με έδρα την Λάρνακα και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία και πώληση καυσίμων, τη συντήρηση και πλύσιμο αυτοκινήτων και με άλλες συναφείς δραστηριότητες. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τον Ιούλιο και Αύγουστο 2010 ή προγενέστερα, στη Λάρνακα, δυνάμει συμφωνίας ή κατ' εντολή των Εναγομένων, πώλησαν και ή προμήθευσαν τους Εναγόμενους με καύσιμα και τους προσέφεραν υπηρεσίες σε σχέση με το πλύσιμο αυτοκινήτων τους, που οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι διατηρούσαν αναλυτικές μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, «κάρτες» ή «καρτέλες» με διακριτικούς αριθμούς 0455 και 2540 για τους επίδικους μήνες, όπου καταχωρούνταν οι σχετικές χρεώσεις. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι ή οι υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι τους, έθεταν την υπογραφή τους επί της κάθε καταχώρησης αποδεχόμενοι την αντίστοιχη χρέωση. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι, παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις τους, οι Εναγόμενοι παραλείπουν, αμελούν ή αρνούνται αν εξοφλήσουν το προαναφερθέν οφειλόμενο, όπως λένε, ποσό. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή. Σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι την αρνούνται και λένε ότι ήταν πάντα συνεπείς στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και αρνούνται ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν ποτέ τιμολόγια για τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά. Παράλληλα εγείρουν ανταπαίτηση ισχυριζόμενοι ότι κατά ή περί τις 24.8.2010 υπάλληλος των Εναγομένων επισκέφτηκε το πρατήριο των Εναγόντων «για να βάλει πετρέλαιο και νερό» σε αυτοκίνητο των Εναγομένων. Συνεχίζουν λέγοντας ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν αμελώς προκαλώντας τους ζημιές και απώλειες. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας, οι Ενάγοντες παρέλειψαν να «βιδώσουν» ή «σφραγίσουν» το πώμα του ραδιατέρ του οχήματος των Εναγομένων ή να ελέγξουν ότι αυτό ήταν σφραγισμένο πριν την αναχώρηση του οχήματος από το πρατήριο με αποτέλεσμα να απολέσει νερό το ραδιατέρ και να προκληθεί η καταστροφή της μηχανής του αυτοκινήτου. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνεπεία της αμέλειας των Εναγόντων και της καταστροφής της μηχανής του οχήματος υπέστησαν ειδικές ζημίες €3.300 που συνίστανται σε €3.000 για το κόστος αντικατάστασης της μηχανής και €300 για την απώλεια χρήσης του οχήματος για 10 ημέρες, τις οποίες ανταπαιτούν, πλέον τόκο και έξοδα. Στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων, οι Ενάγοντες αρνούνται ότι κατά την επίσκεψη του αυτοκινήτου των Εναγομένων στο πρατήριο στις 24.8.2010 οι Ενάγοντες ή υπάλληλος τους έβαλε νερό στο αυτοκίνητο ενεργώντας με τρόπο αμελή και αρνούνται ότι είναι υπεύθυνοι για τη ζημιά στο αυτοκίνητο των Εναγομένων. Η δική τους θέση είναι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί των Εναγομένων είναι ψευδείς και εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό την εκδίκηση των Εναγόντων για την καταχώρηση της αγωγής. Μαρτυρία Δεν θα καταγράψω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες των δύο πλευρών αλλά θα αναφερθώ μόνο επιγραμματικά στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Νοείται βέβαια ότι έχω εξετάσει με προσοχή όλη την προφορική μαρτυρία, όπως και όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και ότι έχω αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της ακόμα και αν δεν κάνω συγκεκριμένη αναφορά σε αυτήν[1]. Να αναφέρω επίσης παρενθετικά ότι έχω μελετήσει τις εισηγήσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς στην τελική τους αγόρευση και θα επανέλθω κατωτέρω σε κάποια από τα επιχειρήματα τους. Κατά την ακρόαση της αγωγής, και προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων, κατέθεσε στο δικαστήριο ο Ανδρέας Βαβατσινιώτης, διευθυντής των Εναγόντων (στο εξής ο «ΜΕ1»). Ανέφερε ότι οι Ενάγοντες διατηρούν πρατήριο καυσίμων και σε σχέση με τακτικούς τους πελάτες διατηρούν «κάρτες» για να τους προμηθεύουν με καύσιμα επί πιστώσει. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο μάρτυρας, προμηθεύουν με καύσιμα τον πελάτη, η σχετική χρέωση καταγράφεται στην κάρτα του, ο πελάτης υπογράφει την σχετική καταχώρηση σαν ένδειξη αποδοχής της και αποχωρεί. Η εξόφληση του λογαριασμού γίνεται από τον πελάτη μεταγενέστερα, αφού στο τέλος κάθε μήνα γίνει το άθροισμα των ποσών της κάθε καταχώρησης και προκύψει το οφειλόμενο υπόλοιπο της συγκεκριμένης περιόδου. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων για αρκετό καιρό και η πληρωμή των καυσίμων που αγόραζαν γινόταν με το σύστημα της «καρτέλας». Δηλαδή, οι Ενάγοντες προμήθευαν με καύσιμα τα αυτοκίνητα των Εναγομένων, γινόταν η σχετική καταχώρηση και χρέωση στην «κάρτα» τους και υπογραφόταν η καταχώρηση από τον υπάλληλο των Εναγομένων. Στο τέλος κάθε μήνα υπολογιζόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο και οι Εναγόμενοι το εξοφλούσαν. Με εξαίρεση τους επίδικους μήνες οι Εναγόμενοι, είπε, ήταν πάντα τυπικοί στις υποχρεώσεις τους. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι είχε ο ίδιος την προσωπική ευθύνη διαχείρισης των «καρτών» κάθε πελάτη καθώς και την ευθύνη υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού στο τέλος κάθε μήνα. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι είχαν δύο αυτοκίνητα τα οποία ανεφοδίαζαν με καύσιμα από το πρατήριο των Εναγόντων, συγκεκριμένα ένα αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KQG088 και ένα CITROEN με αριθμό εγγραφής ΗΜΥ
- Σε σχέση με την αξίωση των Εναγόντων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων για καύσιμα τα οποία προμηθεύτηκαν από τους Ενάγοντες τον Ιούλιο και Αύγουστο
- Πρόσθεσε ότι παρά τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα του ιδίου προς τον Φίλιππο Κυριακίδη (ΜΥ1), αυτός δεν ερχόταν να πληρώσει. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Φίλιππος Κυριακίδης (ΜΥ1) ήρθε στο πρατήριο μετά από 15-20 μέρες και τους ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα με ένα από τα αυτοκίνητα των Εναγομένων και δεν θα τους ξοφλούσαν. Οι Ενάγοντες απαίτησαν τελικά το αξιούμενο ποσό και γραπτώς με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 3.12.2010, Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως τεκμήριο τις «κάρτες» που διατηρούσαν οι Ενάγοντες για την προμήθεια των Εναγομένων με καύσιμα για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2010 με διακριτικούς αριθμούς 0455 και 2540 αντίστοιχα (Τεκμήρια 1 και 2). Εξηγώντας το περιεχόμενο της κάθε «κάρτας» ανέφερε ότι κάθε φορά που προμήθευαν με καύσιμα ένα από τα αυτοκίνητα των Εναγομένων γινόταν σχετική καταχώρηση στην «κάρτα». Συγκεκριμένα σημειωνόταν η ημερομηνία, το ποσό της χρέωσης και ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου. Ο υπάλληλος των Εναγομένων που οδηγούσε το κάθε αυτοκίνητο υπέγραφε δίπλα από την κάθε καταχώρηση. Ανέφερε ότι οι καταχωρήσεις που έγιναν στις κάρτες, Τεκμήρια 1 και 2, αφορούν τα δύο προαναφερόμενα αυτοκίνητα των Εναγομένων και οι υπογραφές που φαίνονται δίπλα από την κάθε καταχώρηση ανήκουν σε δύο υπαλλήλους των Εναγομένων. Αναφερόμενος στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, είπε ότι στις 24.8.2010 ήρθε στο πρατήριο ο υπάλληλος των Εναγομένων με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΜΥ350, και ένας υπάλληλος των Εναγόντων (ο ΜΕ2) έβαλε καύσιμα στο αυτοκίνητο, έλεγξε το νερό και το λάδι. Ακολούθως ο υπάλληλος των Εναγομένων υπέγραψε την «καρτέλα» (Τεκμήριο 2) και αποχώρησε από το πρατήριο. Άλλη υπάλληλος των Εναγομένων ήρθε στο πρατήριο στις 25.8.2010 και στις 31.8.2010 με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KQG088 και δεν ανέφερε οτιδήποτε για πρόβλημα με το άλλο αυτοκίνητο των Εναγομένων. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την απαίτηση των Εναγομένων όταν αναζήτησε τον Φίλιππο Κυριακίδη (ΜΥ1) για να τον ρωτήσει σε σχέση με τις ανεξόφλητες οφειλές των Εναγομένων. Μετά από 15 ημέρες ενημερώθηκε για το πρόβλημα με το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 όταν ο Φίλιππος Κυριακίδης (ΜΥ1) ήρθε στο πρατήριο και τους είπε ότι δεν θα τους πλήρωνε εξαιτίας της ζημίας που προκάλεσαν στο αυτοκίνητο. Όταν ερωτήθηκε από τον δικηγόρο των Εναγόντων σε σχέση με μια χειρόγραφη σημείωση που υπήρχε δίπλα από την καταχώρηση με ημερομηνία 24.8.2014 στο Τεκμήριο 2 εξήγησε ότι ήταν του ιδίου. Όπως είπε, μετά που επικοινώνησε μαζί του ο Φίλιππος Κυριακίδης (ΜΥ1) και του ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα με το ένα από τα αυτοκίνητα τους, συγκεκριμένα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΜΥ350, σημείωσε την ώρα που είχε επισκεφτεί το πρατήριο ο υπάλληλος των Εναγομένων εκείνη την ημέρα όπως είχε φανεί από το ηλεκτρονικό κύκλωμα παρακολούθησης του πρατηρίου. Ανέφερε ότι από το σχετικό βίντεο φαίνεται πως το αυτοκίνητο ήρθε, προμηθεύτηκε με βενζίνη και νερό και ο οδηγός του (ΜΥ1) υπέγραψε την «κάρτα» και έφυγε. Ανέφερε επίσης ότι η ασφάλεια του πρατηρίου δεν καλύπτει την απαίτηση των Εναγομένων γιατί δεν ενημερώθηκε έγκαιρα για το περιστατικό που προκάλεσε τη ζημιά. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 σε σχετική παρατήρηση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι το άθροισμα των ποσών που αναγράφονται στις καρτέλες, Τεκμήρια 1 και 2, δεν υπογράφεται από τους Εναγόμενους απάντησε ότι δεν ήταν η πρακτική να γίνεται αυτό. Αφού, όπως είπε, ο πελάτης υπόγραφε την κάθε καταχώρηση ξεχωριστά αυτό ήταν αρκετή απόδειξη ότι αποδεχόταν την σχετική χρέωση χωρίς να χρειάζεται να υπογράφει και το άθροισμα. Ο δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Maxim Ionel (στο εξής ο «ΜΕ2»), ο υπάλληλος των Εναγόντων ο οποίος στις 24.8.2010 είχε προμηθεύσει με καύσιμα το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 και είχε βάλει το νερό στο ραδιατέρ. Ερωτώμενος για τα γεγονότα που επισυνέβησαν την συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή στις 24.8.2010, ανέφερε ότι ήρθε ο Φίλιππος Κυριακίδης (ΜΥ1) για να βάλει καύσιμα στο αυτοκίνητο ΗΜΥ350 και του ζήτησε να ελέγξει και το νερό. Ανέφερε ότι αφού έβαλε βενζίνη στο αυτοκίνητο, πρόσθεσε νερό στο ραδιατέρ και μετά πήγε να εξυπηρετήσει τον επόμενο πελάτη αφήνοντας το καπό ανοιχτό. Αντεξεταζόμενος είπε ότι το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 ήρθε στο πρατήριο μεταξύ 6π.μ.- 6:45π.μ. Ανέφερε ότι ο ίδιος άνοιξε το καπό και έβαλε νερό στο ραδιατέρ αλλά επέμενε ότι δεν έκλεισε εκείνος το καπό. Ο ίδιος, είπε, άφησε το καπό ανοικτό και πήγε να εξυπηρετήσει το επόμενο αυτοκίνητο και δεν ξέρει ποιος το έκλεισε. Θυμάται μόνο, όπως είπε, ότι όταν τέλειωσε με το δεύτερο αυτοκίνητο και θα επέστρεφε στο αυτοκίνητο ΗΜΥ350 για να το «κλείσει» αυτό είχε ήδη φύγει από το πρατήριο. Ερωτώμενος από τον δικηγόρο των Εναγομένων, ανέφερε ότι είδε τη μαγνητοσκόπηση της σκηνής από το βίντεο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Είπε ότι στο βίντεο φαίνεται ο ίδιος να ανοίγει το καπό και να φέρνει ένα δοχείο με νερό για να εφοδιάσει το ραδιατέρ. Ερωτήθηκε τότε από τον δικηγόρο των Εναγομένων ποιος φαινόταν στο βίντεο να κλείνει το καπό του αυτοκινήτου και απάντησε ότι «δεν είδα ποιος το έκλεισε. Εγώ ήθελα να δω αν είμαι εκείνος που το άνοιξε». Για τους Εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο κ. Φίλιππος Κυριακίδης, γραμματέας και υπάλληλος (στο εξής ο «ΜΥ1»). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι συνεργάζονταν με τους Ενάγοντες για αρκετά χρόνια και ότι από εκείνους εφοδίαζαν με καύσιμα τα δύο αυτοκίνητα των Εναγομένων με αριθμούς εγγραφής ΗΜΥ350 και KQG
- Αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος ΗΜΥ350 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι στις 24.8.2014 πήγε στο πρατήριο των Εναγόντων νωρίς το πρωί για να εφοδιάσει το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 με καύσιμα και μετά θα πήγαινε στην Λεμεσό για δουλειά. Συνέχισε λέγοντας ότι ζήτησε από τον υπάλληλο στο πρατήριο να ελέγξει το λάδι και το νερό του αυτοκινήτου και ότι ο υπάλληλος έβαλε καύσιμα στο αυτοκίνητο και μετά άνοιξε το καπό με σκοπό να ελέγξει το νερό και το λάδι, όπως του ζήτησε. Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι ο ίδιος περίμενε στο αυτοκίνητο μέχρι που του φώναξε ο Βαλεντίνος Βαβατσινιώτης, υιός του πρατηριούχου, με τον οποίο πήγε και συνομίλησε. Όταν επέστρεψε το καπό του αυτοκινήτου ήταν κλειστό και ο υπάλληλος του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο δεν χρειαζόταν λάδι αλλά μόνο λίγο νερό το οποίο είχε συμπληρώσει. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, έφυγε από το πρατήριο και ξεκίνησε για τη Λεμεσό όπου στη διαδρομή είδε το δείκτη της θερμοκρασίας του αυτοκινήτου να ανεβαίνει πολύ γρήγορα. Έστριψε αριστερά προς την πλησιέστερη έξοδο και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο. Βγαίνοντας έξω είδε παντού καπνούς οι οποίοι προέρχονταν από τη μηχανή. Ελέγχοντας είδε ότι το καπάκι του ραδιατέρ δεν υπήρχε. Αμέσως, είπε, κατάλαβε ότι ο υπάλληλος του πρατηρίου αμέλησε να βιδώσει το καπάκι όταν έβαλε νερό με αποτέλεσμα η μηχανή να απολέσει όλο το νερό, να υπερθερμανθεί και να καταστραφεί ολοσχερώς. Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι ειδοποίησε την Οδική Βοήθεια και, ενώ τους περίμενε, τηλεφώνησε στο πρατήριο για να αναφέρει το συμβάν. Μίλησε, είπε, με τον Βαλεντίνο Βαβατσινιώτη ο οποίος του είπε να έρθει στη Λάρνακα για να δουν το αυτοκίνητο. Όταν η Οδική Βοήθεια ρυμούλκησε το αυτοκίνητο στη Λάρνακα, ο ΜΥ1 έδωσε οδηγίες να τους μεταφέρουν στο μηχανικό Κυριάκο Κωστέα (ΜΥ3). Παρουσίασε στο Δικαστήριο τη βεβαίωση μεταφοράς του οχήματος με ρυμουλκό η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1 παρουσίασε επίσης αντίγραφο επιστολής από τον εν λόγω μηχανικό ημερομηνίας 24.8.2014 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην επιστολή Τεκμήριο 5, ο μηχανικός (ΜΥ3) αναφέρει ότι εξέτασε το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 και κατόπιν εξέτασης του διαπίστωσε καταστροφή της μηχανής λόγω έλλειψης νερού. Αναγράφεται επίσης ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το πώμα του ψυγείου και ότι σίγουρα αυτό ήταν η αιτία της απώλειας του νερού και της καταστροφής της μηχανής. Στην επιστολή, αναφέρεται επίσης ότι προτείνονται δύο λύσεις για το πρόβλημα. Η μία είναι η επιδιόρθωση της μηχανής και το σχετικό κόστος θα είναι €3000 σε εξαρτήματα πλέον €500 σε εργατικά. Η δεύτερη είναι η αγορά νέας μηχανής από τον εισαγωγέα με κόστος €3000 περίπου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, στις 25.8.2010 μετέβη στο πρατήριο των Εναγόντων και παρέδωσε την επιστολή, Τεκμήριο 5, στον Βαλεντίνο Βαβατσινιώτη ο οποίος του είπε να αποταθεί στη Γενική Διεύθυνση της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια για να αποζημιωθεί από αυτούς αφού η ζημιά καλυπτόταν από την ασφάλεια της εταιρείας. Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κ. Αντώνη Σεμελίδη και τον κ. Κύρο Κωνσταντίνου, της εταιρείας ΕΚΟ, που του ζήτησαν να στείλει με φαξ όλα τα σχετικά στοιχεία και να τους ενημερώσει πλήρως για τα γεγονότα, το οποίο και έπραξε. Του είπαν τότε ότι θα εξέταζαν το θέμα με τους ασφαλιστές της εταιρείας ΕΚΟ. Σε κατοπινό στάδιο, όπως είπε, ενημερώθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία της ΕΚΟ δεν καλύπτει ζημιές για τέτοια περιστατικά και ότι ήταν ευθύνη των πρατηριούχων να την καλύψουν. Ο ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή του ιδίου άνευ ημερομηνίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και την οποία, όπως ανέφερε, συνέταξε και απέστειλε μετά τη λήψη της επιστολής Τεκμήριου
- Στην εν λόγω επιστολή καταγράφει την έκπληξη τους για την απαίτηση του ποσού των €1.493,10 ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι αναμένουν ακόμα την απάντηση της εταιρείας ΕΚΟ αναφορικά με το κατά πόσο η ασφάλεια τους θα καλύψει τη ζημία του αυτοκινήτου ΗΜΥ
- Εκφράζουν επίσης την πρόθεση τους να διεκδικήσουν τη ζημιά αυτή. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν το ποσό των €3.000 ως αποζημιώσεις για τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα πλέον €3.400 ως αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του οχήματος των Εναγομένων και ενοικίασης αυτοκινήτου. Σημειώνω παρενθετικά ότι τα ποσά που ανέφερε ο μάρτυρας δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες αξιώσεις των Εναγομένων και ότι θα επανέλθω επ΄ αυτού στη συνέχεια. Να αναφέρω εδώ ότι αρκετός χρόνος, τόσο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 όσο και κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του ΜΥ1 αναλώθηκε στο πότε οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες για το επίδικο περιστατικό. Θεωρώ ότι ο χρόνος που ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι δεν είναι σχετικός με τα επίδικα θέματα και συγκεκριμένα με το αν τα γεγονότα θεμελιώνουν ευθύνη των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων για τη ζημία της μηχανής. Ο δεύτερος μάρτυράς των Εναγομένων ήταν ο κ. Ιωάννης Γεωργιάδης (στο εξής ο «ΜΥ2») ο οποίος είναι υπάλληλος στην εταιρεία GEO Pavlides & Araouzos που είναι εισαγωγέας και επίσημος αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων CITROEN στην Κύπρο. Όπως ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, για ένα αυτοκίνητο όπως το αυτοκίνητο των Εναγομένων με αριθμούς εγγραφής ΗΜΥ350, το κόστος αγοράς καινούργιας μηχανής ανέρχεται σε €2.945 πλέον ΦΠΑ και το κόστος για επισκευή της μηχανής από τον επίσημο αντιπρόσωπο ανέρχεται σε €2.449 πλέον ΦΠΑ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 ανέφερε ότι τα πιο πάνω ποσά αφορούν τα σχετικά κόστη για αγορά ή επισκευή της μηχανής από τον εισαγωγέα και επίσημο αντιπρόσωπο. Ανέφερε δε ότι αντίστοιχη μηχανή σε λειτουργήσιμη κατάσταση μπορεί να βρεθεί εκτός από τον επίσημο αντιπρόσωπο και εισαγωγέα και από την εγχώρια αγορά. Δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές κόστος διότι αυτό θα εξαρτάτο από πολλούς παράγοντες όπως τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης, τη χρήση της συγκεκριμένης μηχανής, τα χιλιόμετρα που είχε διανύσει και τη γενική της κατάσταση. Ο ίδιος υπολόγιζε το κόστος μεταξύ €1.500-€2.000 πλέον εργατικά χωρίς όμως να είναι σε θέση να το προσδιορίσει με ακρίβεια. Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι σε περίπτωση υπερθέρμανσης της μηχανής υπάρχει σχετική ένδειξη στον δείκτη του αυτοκινήτου προσθέτοντας ότι σε αυτοκίνητα αυτού του τύπου που συντηρούνται σωστά δεν είναι συνήθης η συγκεκριμένη ζημιά. Για τους Εναγόμενους έδωσε επίσης μαρτυρία ο κ. Κυριάκος Κώστα (στο εξής ο «ΜΥ3») ο οποίος είναι ιδιοκτήτης συνεργείου επισκευής αυτοκινήτων και το πρόσωπο που συνέταξε την επιστολή, Τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου συνεργείου εδώ και 27-28 χρόνια και ότι ήταν το πρόσωπο που εξέτασε το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 όταν ήρθε στο συνεργείο. Πρόσθεσε ότι οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες του για αρκετά χρόνια και ότι ο ίδιος είχε την ευθύνη της συντήρησης των αυτοκινήτων τους. Το δε συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως είπε αντεξεταζόμενος, ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και συντηρείτο τακτικά. Ανέφερε ότι όταν άνοιξε το καπό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και είδε ότι έλειπε το πώμα του ραδιατέρ κατάλαβε ότι η μηχανή είχε «καεί» λόγω έλλειψης νερού και ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της μη εφαρμογής του πώματος που επέτρεψε την σταδιακή απώλεια του νερού. Όταν επιχείρησε να ξεκινήσει το αυτοκίνητο επιβεβαίωσε την αρχική του διάγνωση. Συνέταξε δε, όπως είπε, ο ίδιος την επιστολή Τεκμήριο 5 την οποία και παρέδωσε στους Εναγόμενους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η ένδειξη υπερθέρμανσης στον εσωτερικό δείχτη του αυτοκινήτου μπορεί να ανεβεί πολύ απότομα και ότι αφού ανεβεί και μετά είναι συνήθως αργά και η ζημιά στη μηχανή έχει ήδη συμβεί. Πρόσθεσε ότι πέραν από το δείχτη δεν υπάρχουν άλλα εμφανή συμπτώματα που να μπορεί να αντιληφθεί ένας οδηγός για την υπερθέρμανση της μηχανής πριν να είναι ήδη πολύ αργά. Πρέπει να είναι «πάρα πολύ έμπειρος», όπως είπε, ο οδηγός για να καταφέρει να αντιληφθεί τα συμπτώματα της υπερθέρμανσης εκ των προτέρων και να αποτραπεί η ζημιά. Κατά την αντεξέταση του, του υποβλήθηκε ότι διαρροή νερού μπορεί να είναι αποτέλεσμα ρωγμής στο ραδιατέρ ή άλλων αιτιών πέραν από τη μη εφαρμογή του πώματος. Απαντώντας εξήγησε ότι αυτό είναι μεν δυνατό όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η ζημιά προκλήθηκε διότι δεν είχε τοποθετηθεί το πώμα στο ραδιατέρ του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να απολεστεί το νερό από το ραδιατέρ και να «καεί» μηχανή. Αξιολόγηση και ευρήματα Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά. Δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά. Όλα αυτά σε συνάρτηση βέβαια με τη δικογραφία[3]. Εξετάζοντας τα όσα ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΥ1, που είναι και οι κύριοι μάρτυρες σε σχέση με τη θεμελίωση της βάσης αγωγής και της ανταπαίτησης αντίστοιχα, διαπιστώνω ότι οι εκδοχή τους αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα δεν συγκρούεται ουσιαστικά. Σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων, ο ΜΕ1 εξήγησε πως τηρείτο το σύστημα των «καρτών» και το περιεχόμενο των Τεκμήριων 1 και 2 και επιβεβαίωσε την απαίτηση. Ο δε ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε την οφειλή των Εναγομένων. Αναγνώρισε μάλιστα τις υπογραφές επί των Τεκμήριων 1 και 2 ως τη δική του και μιας άλλης υπαλλήλου των Εναγομένων ενώ ο λόγος που προέβαλλε για τη μη εξόφληση της οφειλής ήταν το ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν αποστείλει τιμολόγια. Σε σχέση δε με την ανταπαίτηση, ο ΜΕ1 δεν είχε άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της ανταπαίτησης. Πέραν αυτού, πρέπει να πω ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΥ1 μου έκαναν καλή εντύπωση αφού κατέθεσαν στο Δικαστήριο με τρόπο ευθύ και πειστικό ενώ υποστήριξαν την εκδοχή τους με πειστικότητα και συνέπεια και κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Επομένως θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τα όσα κατέθεσαν στο βαθμό βέβαια που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ2, να αναφέρω πρώτα ότι η εμπλοκή του με τα γεγονότα που συνθέτουν την ανταπαίτηση ήταν άμεση και ουσιώδης αφού ήταν το πρόσωπο το οποίο έβαλε νερό στο ραδιατέρ του αυτοκινήτου ΗΜΥ350 την επίδικη ημέρα. Κάποια στοιχεία της μαρτυρίας του δείχνουν ότι δεν πρόκειτο για μάρτυρα ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο με την πρόθεση να πει όλη την αλήθεια. Αντίθετα, θεωρώ ότι εσκεμμένα απέκρυψε ή παρέλειψε να αναφερθεί σε γεγονότα τα οποία γνώριζε. Δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να δεχτώ τον ισχυρισμό του ότι ναι μεν άνοιξε το πώμα του ραδιατέρ και έβαλε σε αυτό νερό αλλά δεν το έκλεισε αυτός, έφυγε αφήνοντας το πώμα και το καπό ανοικτά για να εξυπηρετήσει άλλο πελάτη με σκοπό να επιστρέψει και να τα κλείσει αργότερα. Τη δε θέση του ότι είδε το βίντεο της σκηνής από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης τους πρατηρίου αλλά δεν θεώρησε σημαντικό να δει ποιος ήταν αυτός ο οποίος έκλεισε τελικά το πώμα και το καπό επίσης δημιουργεί σκιές επί της ειλικρίνειας και πληρότητας της μαρτυρίας του. Το ίδιο και ο ισχυρισμός του ότι είδε το βίντεο του περιστατικού γιατί τον ενδιέφερε μόνο να διαπιστώσει αν αυτός είχε ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου. Αναφέρω όμως ότι ακόμα και αυτή η πρόθεση του ΜΕ2 να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα ή, τουλάχιστον, η επιλεκτική αναφορά του σε γεγονότα, ουδόλως βοήθησε την υπεράσπιση των Εναγόντων στην ανταπαίτηση. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, αυτός ήταν το πρόσωπο που άνοιξε το καπό και εφοδίασε το ραδιατέρ με νερό. Πέραν από την μαρτυρία του ΜΕ2, αυτό το επιβεβαιώνει και ο ΜΕ1 αφού κατέθεσε ότι το είδε στο βίντεο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Το ανέφερε επίσης και ο ΜΥ
- Το ποιος έκλεισε το πώμα του ραδιατέρ θα ήταν σχετικό μόνο στην περίπτωση που οι Ενάγοντες προωθούσαν την θέση ότι το πώμα ή το καπό το είχε κλείσει ο ΜΥ1, Φίλιππος Κυριακίδης. Αν το έκλεισε ή δεν το έκλεισε οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον Φίλιππο Κυριακίδη, ΜΥ1 αυτό δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης. Καταλυτικής σημασίας είναι το γεγονός ότι το καπάκι του ραδιατέρ το άνοιξε ο ΜΕ2, υπάλληλος των Εναγόντων. Αναφορικά με το ΜΥ2, θεωρώ ότι δεν είχε κανέναν λόγο ή συμφέρον να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Απαντούσε με ειλικρίνεια και ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης όσο και κατά την αντεξέταση και δεν διστάζω να αποδεχτώ τα όσα κατέθεσε. Τέλος, ο ΜΥ3 ήταν ο μηχανικός ο οποίος διέγνωσε την καταστροφή της μηχανής του αυτοκινήτου ΗΜΥ350 και το τι την προκάλεσε. Όπως ανέφερε ο ίδιος, έχει 27 περίπου χρόνια εμπειρίας σαν μηχανικός αυτοκινήτων και οι γνώσεις και εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από την άλλη πλευρά. Η θέση του για το τι προκάλεσε τη ζημιά στη μηχανή του αυτοκινήτου ΗΜΥ350 ήταν ξεκάθαρη και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Οι εξηγήσεις του παρέμειναν σταθερές και πειστικές και ως τέτοιες γίνονται αποδεκτές και από το Δικαστήριο. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Οι διάδικοι διατηρούσαν μακροχρόνια συνεργασία και στα πλαίσια αυτής οι Εναγόμενοι προμηθεύονταν με καύσιμα για τα αυτοκίνητα τους και άλλες συναφείς υπηρεσίες από τους Ενάγοντες, επί πιστώσει. (β) Για τα καύσιμα και άλλες υπηρεσίες που προσέφεραν στους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού όπου καταγραφόταν η κάθε χρέωση, η ημερομηνία κατά την οποία προέκυψε και το αυτοκίνητο των Εναγομένων που αφορούσε. Η κάθε σχετική καταχώρηση προσυπογραφόταν από τον οδηγό του αυτοκινήτου των Εναγομένων προς αποδοχή της. Στο τέλος κάθε μήνα, οι σχετικές χρεώσεις αθροίζονταν και οι Εναγόμενοι εξοφλούσαν το οφειλόμενο από αυτούς ποσό. (γ) Οι «κάρτες», Τεκμήρια 1 και 2, καταγράφουν τις σχετικές χρεώσεις για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2010 και η αποδοχή της κάθε χρέωσης από τους Εναγόμενους φαίνεται από την προσυπογραφή της κάθε σχετικής καταχώρησης. Για τους αντίστοιχους μήνες το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €1.493,10 το οποίο οι Εναγόμενοι δεν έχουν εξοφλήσει παρά το ότι αυτό έχει απαιτηθεί από τους Ενάγοντες. (δ) Οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου μάρκας CITROEN με αριθμούς εγγραφής ΗΜΥ
- (ε) Στις 24.8.2010, οι Ενάγοντες ανεφοδίασαν το εν λόγω αυτοκίνητο με καύσιμα και νερό στο ραδιατέρ. Ο υπάλληλος των Εναγόντων, δεν επανατοποθέτησε το καπάκι του ραδιατέρ μετά που εφοδίασε αυτό με νερό. (στ) Ένεκα αυτού, την ίδια μέρα και ενώ το αυτοκίνητο βρισκόταν εν κινήσει, το ραδιατέρ απώλεσε όλο το νερό με αποτέλεσμα να καταστραφεί η μηχανή του αυτοκινήτου. Νομικές αρχές και ανάλυση Η βάση της αγωγής αφορά οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού για καύσιμα με τα οποία οι Ενάγοντες προμήθευσαν τους Εναγόμενους στη βάση των καταστάσεων, ή «καρτών» που τηρούσαν οι Ενάγοντες, Τεκμήρια 1 και
- Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons ν Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση: «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους.» Δηλαδή, οι Ενάγοντες πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη της οφειλής από πρόσωπο το οποίο έχει ίδια γνώση των συναλλαγών που καταγράφονται στους λογαριασμούς. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την καθοδήγηση που δίδεται στην D and G Products Ltd ν Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 όπου αναφέρθηκε ότι: «Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας». Στην παρούσα περίπτωση, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι ήταν το πρόσωπο που είχε την ευθύνη τήρησης και διαχείρισης των «καρτών» των Εναγομένων, Τεκμήρια 1 και 2. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο εξήγησε επαρκώς, θεωρώ, τις εγγραφές που εμφαίνονται στις εν λόγω «κάρτες». Υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, η κάθε χρέωση που φαίνεται στις «κάρτες» έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους αφού έθεταν επ' αυτής την υπογραφή τους. Ο δε ΜΥ1, όταν του υπεδείχθησαν κατά την αντεξέταση οι υπογραφές δίπλα από την κάθε καταχώρηση των Τεκμηρίων 1 και 2 αναγνώρισε τη μια υπογραφή ως τη δική του και την δεύτερη ως την υπογραφή άλλου υπαλλήλου της εταιρείας των Εναγομένων ενώ δεν αρνήθηκε την οφειλή αλλά περιορίστηκε να πει σε σχέση με το αξιούμενο ποσό, ότι «δεν πήρα ποτέ μου statement. Δεν μου έδωσαν τίποτε να δω». Θεωρώ ότι η υπογραφή του οδηγού του αυτοκινήτου των Εναγομένων δίπλα από κάθε καταχώρηση είναι επαρκής απόδειξη του ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα εφοδιάστηκαν στις εν λόγω ημερομηνίες με καύσιμα ή δέχθηκαν τις καταγραφείσες υπηρεσίες, ότι η αντίστοιχη χρέωση είναι αυτή η οποία αναγράφεται, καθώς και ότι το ποσό της κάθε χρέωσης έγινε αποδεκτό από τους Εναγόμενους. Διαφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι πέραν από την προσυπογραφή της κάθε καταχώρησης ξεχωριστά απαιτείται και η προσυπογραφή του αθροίσματος τους από τους Εναγόμενους. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Έχουν συνεπώς τεκμηριωθεί με τη θετικότητα που απαιτεί η νομολογία, οι σχετικές χρεώσεις που αναγράφονται στα Τεκμήρια 1 και 2 και το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό το οποίο αξιώνουν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους. Στρέφομαι τώρα στην ανταπαίτηση των Εναγομένων οι οποίοι, όπως έχω ήδη αναφέρει διεκδικούν αποζημιώσεις για ζημίες που υπέστησαν συνεπεία της αμέλειας των Εναγόντων. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης η οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Στη Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453 διευκρινίζονται τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας ως ακολούθως: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». Βεβαία το βάρος απόδειξης της αμέλειας στην παρούσα περίπτωση βρίσκεται στους ώμους των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων οι οποίοι, για να το αποσείσουν πρέπει να προχωρήσουν πέραν από την απλή πιθανολόγηση και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να κριθεί ικανή να οδηγήσει σε νομικά συμπεράσματα[4]. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αλλά και τη δικογραφημένη τους θέση, οι Ενάγοντες ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τη πώληση καυσίμων αλλά και με τη συντήρηση αυτοκινήτων. Ο έλεγχος και συμπλήρωση του νερού της μηχανής του αυτοκινήτου των Εναγομένων εμπίπτει στα πλαίσια των εργασιών τους, σημειώνω δε ότι αυτό είναι κάτι που δεν έχουν αμφισβητήσει ούτε οι ίδιοι. Επομένως, είχαν την υποχρέωση να επιδείξουν την δεξιότητα και επιμέλεια που ένα λογικό συνετό πρόσωπο με τα προσόντα για την ενασχόληση με τις συγκεκριμένες εργασίες όφειλε να επιδείξει. Θεωρώ ότι οι Ενάγοντες, παραλείποντας να επανατοποθετήσουν το καπάκι του ραδιατέρ μετά που γέμισαν αυτό με νερό, δεν ενήργησαν με τη δεξιότητα ή επιμέλεια που όφειλαν να επιδείξουν. Πέραν τούτου, για να θεμελιωθεί ευθύνη από μέρους των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως αναγομένων απαιτείται απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της από μέρους τους αμελούς πράξης και της ζημιάς που υπέστηκαν οι Εναγόμενοι και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες. Και πάλιν το βάρος απόδειξης βαραίνει τους Εναγόμενους και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες. Στη βάση της μαρτυρίας που έχει γίνει αποδεκτή και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί επαρκώς η αιτιώδης αυτή συνάφεια και οι Ενάγοντες επομένως ευθύνονται για τις συνακόλουθες ζημιές στο αυτοκίνητο των Εναγομένων. Για τις ζημίες αυτές, οι Εναγόμενοι δικαιούνται να τύχουν αποζημίωσης. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τις αξιούμενες από τους Εναγόμενους και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες ειδικές ζημιές. Είναι δεδομένο ότι οι αξιώσεις αυτές πρέπει να εκτίθενται με ακρίβεια στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[5]. Έχω ήδη επισημάνει την ασυμφωνία μεταξύ των δικογραφημένων τους αξιώσεων και των διεκδικήσεων που προώθησε ο ΜΥ
- Με αυτό το δεδομένο, η αναφορά του ΜΥ1 σε σχέση με απαίτηση ποσού €3.400 ως αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του οχήματος των Εναγομένων, δεν είναι δικογραφημένη, είναι εκτός των επιδίκων θεμάτων και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο συνήγορος των Εναγόντων δεν αντεξέτασε επί της απαίτησης των Εναγομένων για το επιπρόσθετο αυτό ποσό διότι, όπως δήλωσε, δεν καλύπτεται από τη δικογραφία και επομένως οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να το διεκδικούν. Πρέπει να αναφέρω επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση τους στην ανταπαίτηση για ποσό €300 αναφορικά με ζημιές για την απώλεια χρήσης του οχήματος τους για 10 μέρες. Επομένως θεωρώ ότι η αξίωση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Παραμένει η αξίωση των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων για ποσό €3.000 σε σχέση με την καταστροφή της μηχανής του οχήματος τους. Προς απόδειξη της ζημιάς αυτής οι Εναγόμενοι παραπέμπουν στη μαρτυρία του ΜΥ2 στην οποία επίσης ανατρέχω. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι το κόστος αγοράς καινούργιας μηχανής ανέρχεται σε €2.945 πλέον ΦΠΑ και το κόστος για επισκευή της μηχανής από τον επίσημο αντιπρόσωπο ανέρχεται σε €2.449 πλέον ΦΠΑ. Πέραν των ποσών αυτών, εάν υπάρχει οποιοδήποτε επιπρόσθετο κόστος σε σχέση με εργατικά, δεν μπορώ να το λάβω υπόψη αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον μου θετική μαρτυρία αναφορικά με το κόστος αυτό[6]. Τα πιο πάνω προκρίνουν την έκβαση της ανταπαίτησης όμως, παρενθετικά θα αναφερθώ και στο εξής. Αρκετές από τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγομένων περιστρέφονταν γύρω από το ότι οι Εναγόμενοι είναι οι ίδιοι αποκλειστικά ή, τουλάχιστον, επίσης υπεύθυνοι για την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητο ΗΜΥ350 διότι δεν ο ΜΥ1 δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τα προειδοποιητικά σημάδια για την υπερθέρμανση της μηχανής του αυτοκινήτου, δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή και δεν αντέδρασε άμεσα ώστε να αποτρέψει ή να μετριάσει την ζημιά αυτή. Οι Ενάγοντες δεν δικογραφούν ισχυρισμούς για αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια των Εναγομένων σε σχέση με τη ζημιά του αυτοκινήτου ΗΜΥ
- Όπως είναι νομολογημένο, μια δίκη διεξάγεται στο πλαίσιο που καθορίζουν τα δικόγραφα και τα επίδικα θέματα επί των οποίων καλείται να βασίσει την απόφασή του το Δικαστήριο καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων[7]. Επομένως, εάν οι Ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ήθελαν να έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν ισχυρισμούς για συντρέχουσα αμέλεια των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων όφειλαν να καταστήσουν το θέμα αυτό επίδικο δικογραφώντας τους σχετικούς ισχυρισμούς τους. Τα επίδικα θέματα, όπως καθορίζονται από τα δικόγραφα δεν μου επιτρέπουν να εξετάσω οποιοδήποτε ισχυρισμό για συντρέχουσα αμέλεια σε αυτό το στάδιο χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να βρίσκει έρεισμα στη δικογραφία[8]. Κατάληξη Με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η απαίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων για το ποσόν των €1.493,10, πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της απαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Καταλήγω επίσης ότι η ανταπαίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων και εναντίον των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων για το ποσό των €2.449 πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων και εναντίον των Εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Al Watani κ.α v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [3] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [4] Σοφοκλέους v Καλογήρου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 369 [5] Ηρακλέους v Ταχύπλοου Σκάφους Νίκη
(1994)1 ΑΑΔ 510, Ηρακλέους v Πέτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Σπύρου ν Χ"Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 298 [6] Σχετικές οι Κούνουνα κ.α. ν Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126, Bonhman-Carter v Hyde Park Hotle Ltd
(1948)64 T.L.R. 178 κ.α. [7] Πουρίκκος ν Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ στη σελ. 517 [8] Kakou v Adriatica
(1980)1 C.L.R. 357 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο