← Κύπρος

Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους ν. PHAR LAP ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2231/09, 5/6/2014

Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους ν. PHAR LAP ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2231/09, 5/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2231/09 Μεταξύ: Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους Ενάγοντας και PHAR LAP ESTATES LTD Εναγόμενη ---------------------------- 5 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Πετρίδης (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Ιφ. Μιχαήλ). Για την Εναγόμενη: κ. Α. Παστός με κ. Α. Κίζη (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Α. Κίζης με τον κ. Μ. Σοφοκλέους). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι έγγραφες προτάσεις Η αξίωση του ενάγοντος είναι για ειδική εκτέλεση ενός πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 11.2.2005, βάσει του οποίου, αγόρασε από την εναγόμενη την κατοικία αρ.78 στο κτηριακό συγκρότημα AMMOS BEACH VILLAGE στα Περβόλια. Κατά τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς, εκπλήρωσε όλες του τις υποχρεώσεις έναντι της εναγόμενης, κατέβαλε πλήρως το τίμημα αγοράς και δικαιούται, ως εκ τούτου, όπως η κατοικία, του μεταβιβασθεί και εκδοθεί επ' ονόματι του ξεχωριστός τίτλος. Προς την κατεύθυνση αυτή, ζητά την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, έχοντας συμπεριλάβει στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και αξίωση για γενικές αποζημιώσεις που απορρέουν από την κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης. Στον αντίποδα, η εναγόμενη, ξεκινά την Υπεράσπιση της προβάλλοντας προδικαστική ένσταση (δεν ζητήθηκε η προδίκαση της), ότι υπάρχει δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι προηγήθηκε άλλη αγωγή μεταξύ των ιδίων μερών (285/2007), η οποία αφορούσε διαφορές που ανέκυψαν από το ίδιο πωλητήριο έγγραφο και θα έπρεπε επομένως, ο ενάγοντας, να προβάλει την εδώ αξίωση του στα πλαίσια της προηγηθείσας αγωγής. Πέραν τούτου, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας εκχώρησε τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, στην Marfin Laiki (τότε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα) με βάση εκχωρητήριο έγγραφο ημερ. 15.2.2005 και συνεπώς είναι η εν λόγω τράπεζα που είναι δικαιούχος της κατοικίας. Κατ' επέκταση, ο ενάγοντας δεν εδικαιούτο ή δεν εδικαιούτο μόνος του, να εγείρει την παρούσα αγωγή. Συναφώς, η εναγόμενη ισχυρίζεται, ότι σε σχέση με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, ειδοποίησε την τράπεζα τον Απρίλιο του 2008, δηλώνοντας την ετοιμότητα της να προβεί σε μεταβιβάσεις, νοουμένου ότι και αυτή θα προέβαινε στις αναγκαίες διευθετήσεις. Η τράπεζα ειδοποίησε τον ενάγοντα αναφορικά με τα ανωτέρω, αλλά, αυτός, δεν προέβη στα δέοντα με αποτέλεσμα η εκχώρηση να παραμένει σε ισχύ και η εναγόμενη να μην έχει απαλλαγεί από την εγγύηση του δανείου που αρχικά έλαβε ο ενάγοντας από την τράπεζα. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν της έκαμε καμιά προσφορά για την πληρωμή του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, των κοινοχρήστων, ασφαλίστρων κτλ που ανέρχονται σε ποσό πέραν των €4000.- Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί ειδική εκτέλεση, αλλά ακόμα και αν πληρούνται είναι "ανεπιεικές" να διαταχθεί κάτι τέτοιο. Στην Απάντηση που καταχώρησε, ο ενάγοντας, εμμένει στις θέσεις και αξιώσεις του. Απορρίπτει τα περί δεδικασμένου, αναφέροντας ότι η προηγηθείσα αγωγή είχε εντελώς διαφορετικό αντικείμενο (κακοτεχνίες) και, εν πάση περιπτώσει, δεν έμαθε περί της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων, παρά μόνο στα τελευταία στάδια εκδίκασης της εν λόγω αγωγής. Σε σχέση με τα περί εκχώρησης, λέγει, ότι, τούτο, ουδόλως επηρεάζει την παρούσα διαδικασία, αφού αν η εναγόμενη παρέδιδε στον ενάγοντα τον ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας του, η κατοικία θα υποθηκευόταν και η τράπεζα δεν θα έμενε εκτεθειμένη. Παράλληλα, η εναγόμενη θα απαλλασσόταν από την εταιρική της εγγύηση. Είναι η δική της εκδικητική άρνηση που δεν επέτρεψε να γίνει τούτο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό για οφειλές για φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, κοινόχρηστα και άλλα έξοδα, τον χαρακτηρίζει εκ των υστέρων σκέψη. Ουδέποτε τέθηκε τέτοιο θέμα από την εναγόμενη, ούτε και του κοινοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό οφείλει να πληρώσει. Εν πάση περιπτώσει, όποιο ποσό οφείλει βάσει του Νόμου, είναι έτοιμος να το καταβάλει. Η ακροαματική διαδικασία Αυτή είναι η ουσία της διαφοράς μεταξύ των μερών ως αναδύεται μέσα από τις έγγραφες προτάσεις τους. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε έδωσαν μαρτυρία οκτώ πρόσωπα - από τη μια, ο ενάγοντας, Χαράλαμπος Ηρακλέους και από την άλλη, οι Μερόπη Πιτσιλλίδου (Μ.Υ.1), Κωνσταντίνος Δεσπότης (Μ.Υ.2), Νίτσα Σταυρινού (Μ.Υ.3), Δημήτρης Γρούτας (Μ.Υ.4), Γιώργος Κορφιώτης (Μ.Υ.5), Ανδρέας Παπαδημήτρης (Μ.Υ.6) και Χρυστάλλα Κίζη (Μ.Υ.7). Από πλευράς γραπτής μαρτυρίας κατατέθηκε σωρεία εγγράφων. Πρόκειται για τα εξής: Τεκμήριο 1 - Αντίγραφο Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 11.2.
  2. Τεκμήριο 2 - Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. Τεκμήριο 3 - Επιστολή ημερ. 25.2.2009 προς την εναγομένη εταιρεία. Τεκμήρια 4Α - Κλητήριο ένταλμα, γενικώς οπισθογραφημένο και Έκθεση Απαίτησης της αγωγής 285/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Τεκμήριο 4Β - Έκθεση Υπεράσπισης της αγωγής 285/
  3. Τεκμήριο 4Γ- Απάντηση στην Υπεράσπιση της αγωγής 285/
  4. Τεκμήριο 5 - Επιστολή που τιτλοφορείται «συγκατάθεση» της Λαϊκής Τράπεζας, χωρίς ημερομηνία. Τεκμήριο 6 - Κατάσταση λογαριασμού του ενάγοντος ημερ. 31.1.
  5. Τεκμήριο 7 - Απόφαση στην αγωγής 285/07, ημερ. 30.6.
  6. Τεκμήριο 8- Πρωτότυπο πωλητήριο έγγραφο ημερ. 11.2.2005, μαζί με τα παραρτήματα. Τεκμήριο 9 - Δέσμη εγγράφων (εγγυητήριο έγγραφο, πρακτικά εταιρείας και εκχωρητήριο). Τεκμήριο 10 - Αντίγραφο αποσπάσματος από τα πρακτικά της αγωγής 285/07 (συγκεκριμένα οι σελίδες 1 και 13). Τεκμήριο 11 - Πιστοποιητικό Εγγραφής. Τεκμήριο 12 - Επιστολή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερ. 31.10.
  7. Τεκμήριο 13 - Κατάσταση νέων τίτλων. Τεκμήριο 14 - Άλλη κατάσταση νέων τίτλων. Τεκμήριο 15 - Καταστάσεις - ειδοποίησης επιβολής φορολογίας ακίνητης ιδιοκτησίας Phar Lap Estates Limited. Τεκμήριο 16 - Αναλυτικός πίνακας που ετοιμάστηκε από τον Μ.Υ.
  8. Τεκμήριο 17 - Έντυπο του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων με τίτλο «Αίτηση για επιστροφή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας». Τεκμήριο 18 - Κατάσταση πληρωμών ακίνητης περιουσίας Phar Lap Estates Ltd. Τεκμήριο 19 - Κατάσταση φόρου ακίνητης περιουσίας 2005-
  9. Τεκμήριο 20 - Κατάσταση κοινοχρήστων εξόδων. Τεκμήριο 21 - Επιστολή ημερομηνίας 29.10.2013 με συνημμένους πίνακες. Τεκμήριο 22 - Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, ήτοι αντίγραφο απόδειξης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερομηνίας 23.3.
  10. Τεκμήριο 23 - Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση, ήτοι βεβαίωση ημερ.1.11.2013 από το Κοινοτικό Συμβούλιο Περβολιών. Τεκμήριο 24 - Τεκμήριο 4 προς αναγνώριση, ήτοι έντυπο Ν. 313 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Τεκμήριο 25 Α, Β, Γ, Δ, Ε και Στ - Διάφορες αποδείξεις για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, αντίστοιχα. Τεκμήριο 26 - Δέσμη εγγράφων που αφορούν ασφάλιστρα. -------------------- Τεκμήριο 3 προς αναγνώριση (που τελικώς δεν αναγνωρίστηκε) - Επιστολή ημερ. 25.7.
  11. -------------------- Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε μεγάλη έκταση την προφορική μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν, καθ' ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αχρείαστο, αντιπαραγωγικό και θα αποπροσανατόλιζε από τα επίδικα θέματα αυτής της υπόθεσης - τα οποία στην πραγματικότητα είναι πολύ απλά. Θα αναφερθώ απλώς περιγραφικά στο περιεχόμενο/τομέα της μαρτυρίας τους, τονίζοντας όμως συνάμα το αυτονόητο - ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει με τη δέουσα ενδελέχεια και προσοχή (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ο Ενάγοντας υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που αναδύονται μέσα από τα δικόγραφα του. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατατέθηκαν τα τεκμήρια 1-
  1. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι από μέρους του, έπραξε ότι του αναλογούσε, για να δικαιούται σε μεταβίβαση και επ' ονόματι εγγραφή της κατοικίας που αγόρασε από την εναγόμενη εταιρεία. Πλήρωσε στο ακέραιο το τίμημα συμφώνως του πωλητηρίου εγγράφου ημερ.11.2.2005 και όταν πληροφορήθηκε για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, δήλωσε εγγράφως ετοιμότητα να του γίνει η σχετική μεταβίβαση. Συγκεκριμένα απέστειλε (με απλό ταχυδρομείο) την επιστολή ημερ.25.2.2009, καλώντας την εναγόμενη, να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο στις 10.3.2009 για σκοπούς μεταβίβασης (τεκμήριο 3). Τελικώς δεν εμφανίστηκε ούτε και ο ίδιος, αφού ήταν ξεκάθαρο, από τον χλευασμό που έτυχε από την εκπρόσωπο της εναγόμενης, ότι, ουδείς από μέρους της θα εμφανιζόταν. Η επιλογή του να αποστείλει την επιστολή με απλό ταχυδρομείο, εδραζόταν στην πρόνοια του πωλητηρίου εγγράφου που επέτρεπε κάτι τέτοιο, σε σχέση με ειδοποιήσεις που θα απέστελλε η εναγόμενη. Συναφώς, αρνήθηκε ότι ενημερώθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα για την έκδοση του τίτλου περί τον Δεκέμβρη του
  2. Αντίθετα, το έμαθε στα πλαίσια της αγωγής 285/07 περί το τέλος του 2008, αρχές του
  3. Συγκεκριμένα, το έμαθε, όταν έδιδε μαρτυρία εκπρόσωπος της εναγόμενης. Η αγωγή αυτή, συμπλήρωσε, αφορούσε δική του αξίωση για κακοτεχνίες και δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον τίτλο ιδιοκτησίας, κάτι που καταρρίπτει τον ισχυρισμό της εναγόμενης για δεδικασμένο. Αναφορικά με το θέμα της εκχώρησης, ισχυρίστηκε ότι ουδόλως επηρεάζονται τα δικαιώματα της τράπεζας από τη μεταβίβαση. Η τράπεζα του έδωσε μάλιστα συγκατάθεση (τεκμήριο 5). Είναι ακριβώς στη βάση αυτής της συγκατάθεσης, αλλά και των διαβεβαιώσεων των εκπροσώπων της τράπεζας, που καταχώρησε την εν λόγω αγωγή. Τα περί οφειλής ύψους €4000, τα χαρακτήρισε κατασκευασμένα και ψευδή, λέγοντας ότι ουδέποτε πληροφορήθηκε για κάτι τέτοιο, ούτε και οφείλεται τέτοιο ποσό. Σε σχέση με οφειλόμενα τέλη στην κοινότητα Περβολιών, ο ίδιος τα καταβάλλει. Τα ασφάλιστρα για την κατοικία, επίσης τα πλήρωνε ο ίδιος, αφού ήταν όρος του δανείου που σύναψε με την Λαϊκή. Φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αναλογούσε στην κατοικία του, αφού με αξίες του 1980, η κατοικία ήταν £30.000 και ενέπιπτε στην κατηγορία του αφορολόγητου. Τέλος, τα κοινόχρηστα ουδεμία σχέση έχουν με τη μεταβίβαση της κατοικίας και, εν πάση περιπτώσει, και οφειλόμενα να υπάρχουν, δικαιούχος είναι η Διαχειριστική Επιτροπή και όχι η εναγόμενη. Όσον αφορά την εγγύηση της εναγόμενης προς τη Λαϊκή τράπεζα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια η εναγόμενη υπέδειξε την εν λόγω τράπεζα για χρηματοδότηση και, εν πάση περιπτώσει, η εγγύηση δόθηκε ακριβώς λόγω της απουσίας τίτλων ιδιοκτησίας, κάτι που ήταν αποκλειστική ευθύνη της εναγόμενης. Το δάνειο αυτό έχει εξοφληθεί (τεκμήριο 6) και, συνεπώς, εγγύηση ουσιαστικά δεν υφίσταται. Εν πάση περιπτώσει, η Λαϊκή συγκατατίθεται στην εγγραφή της κατοικίας επ' ονόματι του (τεκμήριο 5). Η άρνηση της εναγόμενης να του μεταβιβάσει την κατοικία είναι πράξη κακόπιστη και εκδικητική. Η Μ.Υ.1, υπάλληλος κατά τον ουσιώδη χρόνο της Λαϊκής Τράπεζας, ανέφερε ότι ενημερώθηκε από την εναγόμενη για την έκδοση (και) του τίτλου της οικίας του ενάγοντος τον Απρίλιο του 2008 (τεκμήριο 13) και έστειλε σχετικό e-mail στους αρμοδίους συναδέλφους της για να ενημερώσουν, με τη σειρά τους, τους πελάτες (τεκμήριο 14). Δεν ξέρει όμως, αν, κατόπιν τούτου, ενημερώθηκε και ο ενάγοντας. Ο Μ.Υ.2, επίσης υπάλληλος της τότε Λαϊκής, ισχυρίστηκε ότι ενημέρωσε προφορικά τον εναγόμενο για την έκδοση του τίτλου της κατοικίας του μεταξύ 15 Απριλίου και τέλος Δεκεμβρίου
  4. Αν και αρνήθηκε ότι ο ενάγοντας ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την έκδοση του τίτλου περί τα τέλη του 2008, αρχές του 2009 στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας, παραδέχτηκε πως δεν γνωρίζει αν ήταν ο πρώτος που ενημέρωσε τον ενάγοντα για την έκδοση του τίτλου. Η Μ.Υ.3, και αυτή υπάλληλος της τότε Λαϊκής, ανέφερε ότι ετοίμασε τη συγκατάθεση (τεκμήριο 5) εκ μέρους της τράπεζας. Η επιστολή αυτή ετοιμάστηκε στις 3.5.2012, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του ενάγοντος, κύριου Άδωνη Πετρίδη. Υπογράφεται από την ίδια και τον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος, Μάμα Σκουρουμούνη. Δεν αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της τράπεζας η εν λόγω επιστολή. Ήταν βασικά μια επιβεβαίωση, ότι η τράπεζα, δεν έφερε ένσταση στη μεταβίβαση, νοουμένου, ότι, θα παραχωρείτο υποθήκη ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. Πέραν τούτου, εξ όσων γνωρίζει, η τράπεζα δεν έκαμε οτιδήποτε άλλο. Σε σχέση με τον Μ.Υ.4, το μόνο που μπορεί να αναφερθεί είναι ότι μετά την επιτυχή υποβολή ένστασης από πλευράς Υπεράσπισης, ότι, η μαρτυρία ήταν εκτός δικογράφων, δεν ανέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό για την υπόθεση. Ο δικηγόρος Μ.Υ.5 αγόρασε κατοικία στο συγκρότημα το 1994, η οποία του μεταβιβάστηκε τον Νοέμβριο του
  5. Στις 3.10.2010, εξελέγη ως ένα από τα τρία μέλη της νεοσυσταθείσας Διαχειριστικής Επιτροπής, υπεύθυνης, μεταξύ άλλων, για την είσπραξη κοινοχρήστων από τους ιδιοκτήτες κατοικιών του συγκροτήματος. Προηγουμένως τα κοινόχρηστα ή εν πάση περιπτώσει τα έξοδα λειτουργίας φώτων, αποχέτευσης, περιποίησης κήπων, πληρώνονταν από την εναγόμενη. Η πληρωμή των εξόδων αυτών δεν ήταν δώρο από την εναγόμενη. Της καταβλήθηκαν από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες κατά τη μεταβίβαση της κατοικίας. Πληρώνονταν βέβαια και κάποια ποσά ενδιάμεσα. Δεν είδε λογαριασμούς, αλλά θεωρεί ότι το ποσό των £10 που αναλογούσε στις μικρές κατοικίες και £15 στις μεγάλες, ήταν λογικό - ως συμβολή - στα πραγματικά έξοδα της εναγόμενης. Ο ίδιος πλήρωσε ότι του αναλογούσε. Ο λογιστής Μ.Υ.6 αναφέρθηκε εκτενώς στα έξοδα που φέρεται να πλήρωσε η εναγόμενη σε σχέση με το συγκρότημα γενικά, περιλαμβανομένης και της κατοικίας 78 ειδικά. Σε σχέση με τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, ανέφερε ότι από το 2005 μέχρι το 2013, αναλογούσε στην κατοικία 78, ποσό €1576,75, το οποίο με τους τόκους ανεβαίνει στο ποσό των €1978,
  6. Το ποσό αυτό, θα μπορούσε να το πάρει πίσω ο νέος ιδιοκτήτης, αν δεν είχε άλλη περιουσία, υποβάλλοντας το έντυπο (τεκμήριο 17). Σε ό,τι αφορά τα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας που καταβάλλονται στην τοπική αρχή, με βάση τους υπολογισμούς του - τους οποίους εξήγησε - αναλογεί στην κατοικία 78 ποσό €864,90 (τεκμήριο 19). Τα κοινόχρηστα για την κατοικία 78, από 1.5.2005 μέχρι 31.10.2010 τα υπολογίζει σε €2512 (συμπεριλαμβανομένου και 9% τόκο). Το ποσό αυτό το χαρακτήρισε "ασφαλές", αν και δεν είχε αποδείξεις να παρουσιάσει. Αναφορικά με τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, δέχτηκε πως αν η κατοικία 78 ήταν επ' ονόματι του ενάγοντος - και αν δεν είχε άλλη ακίνητη περιουσία - δεν θα πλήρωνε οποιοδήποτε ποσό, διότι με βάση τις αξίες του 1980, οι πρώτες €120.000 είναι αφορολόγητες. Η τελευταία μάρτυρας - Μ.Υ.7 , μια εκ των διευθυντών της εναγόμενης, αναφέρθηκε σε πλειάδα ζητημάτων, υιοθετώντας αρχικά και γραπτή δήλωση (έγγραφο 2). Εκτενή αναφορά έκαμε στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η εναγόμενη, καταθέτοντας και αριθμών αποδείξεων και άλλων εγγράφων. Σε σχέση με την επιστολή του ενάγοντος (τεκμήριο 3), την χαρακτήρισε "ψεύτικη", υποστηρίζοντας ότι τέτοια επιστολή ουδέποτε τους εστάλη. Στο ίδιο πλαίσιο αρνήθηκε έντονα, ότι, στην πραγματικότητα, έλαβαν την επιστολή και κατόπιν τούτου χλεύασαν μάλιστα τον ενάγοντα. Είναι ο ενάγοντας που τους βρίζει και συνεχώς συμπεριφέρεται προσβλητικά έναντι τους. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Μ.Υ.7, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία και γενικότερα τα επίδικα θέματα αυτής της υπόθεσης. Μελέτησα με προσοχή τις εν λόγω αγορεύσεις και με ικανοποίηση, επισημαίνω, ότι, αμφότερες ήταν εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές. Θέμα Δεδικασμένου Ως προανέφερα το ενδεχόμενο δεδικασμένου, τίθεται στην Υπεράσπιση υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Αν και δεν ζητήθηκε η προδίκαση του, θα πρέπει να εξεταστεί έστω και τώρα, στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Μάλιστα - ενόψει της καθοριστικής επίδρασης που θα έχει για την επίδικη διαφορά αν υπάρχει όντως δεδικασμένο - θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο, πριν από κάθε άλλο θέμα. Ξεκινώ με τις γενικές αρχές. Από πολύ παλαιά η νομολογία αναγνώρισε την ανάγκη τελεσιδικίας διατυπώνοντας την επιτακτική υποχρέωση των διαδίκων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, μαζί όλες τις πτυχές της διαφοράς τους, μια και μόνον φορά. Στη θεμελιακή υπόθεση Henderson v. Henderson [1843 - 60] All E.R. Rep. 378, αναφέρονται σχετικά, στις σελ.381 - 382, τα εξής: ². I believe I state the rule of the Court correctly, when I say, that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of a matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the Court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time². Η νομική διάσταση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα και το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 που επικροτήθηκε και υιοθετήθηκε σε πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις αναφέρθηκαν, στη σελ.677, τα εξής: ²....δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί............² Στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 Α.Α.Δ. 309 τονίσθηκε η σπουδαιότητα της αρχής και καθορίσθηκαν τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 312 είναι αποκαλυπτικό: ²Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. ΄Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα². Δέστε και Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120 και Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου. Κατ' αρχάς, οι δύο αιτίες αγωγής δεν συμπίπτουν χρονικά. Η αγωγή 285/07 για τις κακοτεχνίες καταχωρήθηκε στις 7.2.
  2. Την ημερομηνία εκείνη, δεν είχε καν εκδοθεί ο σχετικός τίτλος και με βάση το τότε ισχύων νομοθετικό πλαίσιο, ο ενάγοντας δεν θα μπορούσε να ζητήσει ειδική εκτέλεση. Ούτε, πιστεύω, είναι λογικό να έπρεπε να προβλέψει, ότι, ο τίτλος θα εκδιδόταν περί τα τέλη του 2007 - ότι θα προέκυπτε και επ' αυτού διαφορά με την εναγόμενη - και όφειλε έτσι να επιφυλάξει τα δικαιώματα του. Ομοίως, δεν το θεωρώ λογικό, όταν έμαθε για τη έκδοση του τίτλου - ανεξαρτήτως του ακριβούς χρονικού σημείου που έγινε τούτο - να έπρεπε να επιχειρήσει να εντάξει και την επ' αυτού αξίωση του στην υφιστάμενη δικαστική διαφορά, προξενώντας, αν το έπραττε, μεγάλη εκτροπή και αναστάτωση σε μια δικαστική διαδικασία που ήδη βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο. Και αλλιώς όμως να ήταν τα πράγματα, δεν θεωρώ ότι τα δύο θέματα είναι τόσο στενά συνυφασμένα και άμεσα συνδεδεμένα (βλ. Χαραλάμπους (ανωτέρω)), έτσι ώστε να είναι δίκαιο, ο ενάγοντας να αποστερείτο, για αυτό και μόνο τον λόγο, του δικαιώματος να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Η εισήγηση, συνεπώς, της εναγόμενης για δεδικασμένο απορρίπτεται. Θέμα εκχώρησης Εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα της εκχώρησης. Πιστεύω ότι το θέμα αυτό, θα έπρεπε να τεθεί ως προδικαστική ένσταση και να ζητείτο η προδίκαση του. Εν πάση περιπτώσει, θα εξεταστεί τώρα. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός - αν και χρειάστηκε η αντεξέταση για να κατατεθεί η σχετική συμφωνία ημερ. 15.2.2005 (τεκμήριο 9) - ότι ο ενάγοντας εκχώρησε προς την τράπεζα, τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 8). Η εκχώρηση ήταν καθ' όλα νόμιμη αφού ήταν απόλυτη, έγγραφη και δόθηκε στον ενάγοντα γραπτή ειδοποίηση. Παραχωρήθηκε δε, ως εξασφάλιση για το δάνειο που έλαβε για αγορά της κατοικίας και ο λόγος που απαιτήθηκε ήταν ακριβώς διότι, τότε, δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας. Αν υπήρχε τίτλος, η κατοικία θα υποθηκευόταν. Στην παράγραφο 2 του τεκμηρίου 9, η οποία εύστοχα επισημαίνεται στην αγόρευση του συνηγόρου της εναγόμενης, αναφέρονται τα εξής: "Ο Εκχωρητής (ο ενάγοντας) σε καλύτερη και περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με το έγγραφο αυτό εκχωρεί σε όφελος της Τράπεζας (ο εκδοχέας) όλα τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και ειδικότερα το δικαίωμα του για ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφή του κτήματος στο όνομά του καθώς και στην περίπτωση που η σύμβαση δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της το δικαίωμα του για αγωγή λόγω παράβασης της σύμβασης και αξίωση αποζημιώσεων. Νοείται ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κινήσει δικαστικές διαδικασίες χωρίς την προηγούμενη έγκριση του εκχωρητή ο οποίος και υποχρεούται να συμμετέχει στις διαδικασίες και να παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων της Τράπεζας." (η υπογράμμιση είναι δική μου) Από τα γεγονότα προκύπτει ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής (24.7.2009), το δάνειο υφίστατο και, κατ' επέκταση, σίγουρα ήταν σε ισχύ και η εκχώρηση. Επ' αυτού υπενθυμίζω ότι το δάνειο εξοφλήθηκε μόλις στις 29.1.2013 (κατάσταση λογαριασμού-τεκμήριο 6). Το ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο ο ενάγοντας νομιμοποιείτο μόνος του, να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Το ερώτημα αυτό θα εξετασθεί υπό το φως και της συγκατάθεσης - τεκμήριο
  3. Πρώτα, όμως, κάποιες γενικές αρχές. Στην Κύπρο, σε αντίθεση με την Αγγλία, δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση σε σχέση με το θέμα της εκχώρησης. Ωστόσο, αναγνωρίζεται από το δίκαιο της Επιείκειας, το οποίο, ως γνωστό, ισχύει στην Κύπρο με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ξεκινώντας την εξέταση του θέματος από την ανάποδη, προκύπτει από την υπόθεση Γ. Ε. v. Φεραίου Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, ότι, ο εκδοχέας (assignee) νομιμοποιείται να καταχωρήσει αγωγή στο όνομά του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματά του από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή (assignor). Στην υπόθεση Weddell v. J.A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, κρίθηκε, ότι, ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και μολονότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση, δεν καθιστά την αγωγή άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά όμως την αντίθετη περίπτωση, αυτή του εκχωρητή - ενάγοντα δηλαδή, σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέας Λουκά v. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1524. Εκεί, ο εφεσείων (ενάγοντας -εκχωρητής), είχε εκχωρήσει απόλυτα τα ωφελήματα του που προέκυπταν από ασφαλιστικό συμβόλαιο σε τράπεζα που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο. Μετά την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσας της οφειλής του εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, αυτός υπέστη ατύχημα και κίνησε προσωπικά αγωγή εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς να συνενώσει και την τράπεζα (εκδοχέα). Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εκχωρητής δεν είχε δικαίωμα να κινήσει προσωπικά αγωγή παρά μόνο αν συνένωνε και τον εκδοχέα ως διάδικο, ο οποίος, φυσιολογικά και νομικά, είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης ή αν ο εκχωρητής ενεργούσε κατ' εντολή του εκδοχέα, ως καταπιστευματοδόχος. Τέτοια εξουσιοδότηση δεν είχε δοθεί και έτσι η αγωγή απερρίφθη. Καταλήγοντας στα πιο πάνω, το Εφετείο αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council and others v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, παραθέτοντας το εξής απόσπασμα: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor wished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity .» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις (του Staughton L.J. διαφωνούντος), όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως καταπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως τα εξέθεσα στην αρχή αυτή της ενότητας, η αγωγή του ενάγοντος (εκχωρητή) είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Κατ' αρχάς, ξεκαθαρίζω ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής και όχι ο οποιοσδήποτε μεταγενέστερος χρόνος. Είναι με αναφορά σ' αυτή την ημερομηνία που εξετάζεται το θέμα. Τότε, το δάνειο υφίστατο και η εκχώρηση ήταν σε πλήρη ισχύ, με αποτέλεσμα τον πρώτο και κατ' ουσία μοναδικό λόγο σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής - την ειδική εκτέλεση δηλαδή - να τον είχε η τράπεζα (ο εκδοχέας). Αυτή είχε το απόλυτο δικαίωμα από μόνη της ή σε συνάρτηση με τον εκχωρητή, να κινήσει τη δικαστική διαδικασία. Τούτο προκύπτει και από το ίδιο το εκχωρητήριο έγγραφο (τεκμήριο 9) και από τις προαναφερθείσες νομικές αρχές. Η μόνη περίπτωση να μπορούσε ο ενάγοντας να κινήσει ο ίδιος αγωγή, ήταν, να συνένωνε και τον εκδοχέα - κάτι που δεν έχει πράξει ή να εξασφάλιζε την συγκατάθεση του εκδοχέα να κινήσει την αγωγή εκ μέρους του ως καταπιστευματοδόχος. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε απαρέγκλιτα, να φανερώσει την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί ο εκδοχέας να συναινέσει απλώς στην καταχώριση αγωγής από τον εκχωρητή. Πόσο μάλλον - όπως εδώ - να συγκατατεθεί απλά στη μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι του ενάγοντος υπό την προϋπόθεση ότι, ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση, το ακίνητο θα υποθηκευόταν προς όφελος της. Αυτό προκύπτει από το τεκμήριο 5 και τίποτε πέραν τούτου. Το τεκμήριο αυτό δεν προσθέτει οτιδήποτε στα όσα ήδη προβλέπονται στο εκχωρητήριο έγγραφο (τεκμήριο 9) και στην πραγματικότητα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παρούσα αγωγή ή την όποια δικαστική διαδικασία. Έτσι και αλλιώς, το εν λόγω τεκμήριο συντάχθηκε στις 3.5.2012, τρία και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ουδόλως θα μπορούσε να έχει αναδρομική - διορθωτική εφαρμογή. Ούτε βεβαίως και η όποια προφορική, απροσδιόριστη και πρόχειρη συναίνεση του όποιου υπαλλήλου της τράπεζας, θα μπορούσε, κατ' απόκλιση των νομικών αρχών και του ίδιου του εγγράφου, να νομιμοποιήσει την καταχώρηση της αγωγής. Οι καθ' ύλη αρμόδιοι υπάλληλοι Μ.Υ.1, 2 και 3 ποσώς συναίνεσαν, ούτε ήξεραν οτιδήποτε επί τούτου. Επί του προκειμένου, είμαι υποχρεωμένος, να στηλιτεύσω την αναφορά του ενάγοντος στην παράγραφο 18 (δ) της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο 1), με την οποία ισχυρίζεται, ότι, βάσει (και) αυτής της συγκατάθεσης (τεκμήριο 5) καταχώρησε την αγωγή. Η ανυπαρξία, όμως, του τεκμηρίου κατά τη χρονική στιγμή στην οποία αναφέρεται, τον διαψεύδει. Δοθέντος και του γεγονότος ότι το τεκμήριο 5 δεν φέρει ημερομηνία, η αναφορά δεν μπορεί παρά να εκληφθεί, ως προσπάθεια να παραπλανηθεί το Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι η προαναφερθείσα νομική αρχή της απαγόρευσης, δεν υποχωρεί λόγω του ότι τα δικαιώματα του εκδοχέα, κατά υποκειμενική ή αντικειμενική αντίκριση, δεν επηρεάζονται ή ακόμα ενισχύονται, από την επιτυχία της αγωγής του εκχωρητή. Τα δικαιώματα του εκδοχέα είναι αναπαλλοτρίωτα και δεν είναι δυνατό να υπόκεινται στην καλή διάθεση του εκχωρητή να τα διασφαλίσει, έστω και αν προδεσμεύεται συμβατικά να το πράξει. Συνεπώς, η επ΄ αυτού θέση του ενάγοντος δεν περισώζει την κατάσταση. Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ενάγοντας δεν είχε το νομικό δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και έτσι αυτή απορρίπτεται. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο θα πρέπει, παρά την πιο πάνω κατάληξη, να προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων και στην εξαγωγή συμπερασμάτων, ωσάν το θέμα της εκχώρησης να μην υπήρχε. Καταλήγω, ότι κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να γίνει, όχι μόνο διότι είναι άγονο, αλλά και για να μην προδεσμεύσει ή εν πάση περιπτώσει, επηρεάσει μελλοντική δικαστική διαδικασία που ενδεχομένως να προκύψει μεταξύ των μερών και να διεξαχθεί στη βάση της νέας διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων. Εύχομαι, βέβαια, τούτο να μη χρειαστεί και οι διάδικοι, να μπορέσουν να βρουν μόνοι τους, αμοιβαία επωφελές τρόπο, να δώσουν τέλος στις χρονίζουσες διαφορές τους. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................... Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.