Μαρίας Μιχαήλ ν. Κώστα Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 2099/2010, 16/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2099/2010 Μεταξύ: Μαρίας Μιχαήλ Ενάγουσας και Κώστα Ανδρέου Εναγόμενου 16 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Για Εναγόμενο: κα Τταουξιή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει €2.392,05 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημίες που ισχυρίζεται ότι υπέστη το αυτοκίνητο της «συνεπεία της αμελούς ή και κατά παράβαση των εκ του Νόμου ή και των Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου οδηγήσεως υπ' αυτού του αυτοκινήτου υπ' αριθμό KJW417 στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς - Δεκέλειας, εντός της επαρχίας Λάρνακας και ενώ το αυτοκίνητο της ενάγουσας οδηγείτο νομίμως επί του εν λόγω αυτοκινητόδρομου», πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, η Ενάγουσα είναι και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΕΧ
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί την 1.2.2006 το αυτοκίνητο ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένες ζημίες ή και να καταστραφεί ολοσχερώς. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω τροχαίο δυστύχημα και συνακόλουθες ειδικές ζημίες οφείλονταν στην αμελή οδήγηση του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η προ του ατυχήματος αξία του οχήματος της ήταν £1.500 (€2.562,90) και μετά το ατύχημα ήταν £100 (€170,86). Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα διεκδικεί τη διαφορά, ήτοι €2.392,04, ως ειδικές ζημιές. Η ευθύνη του Εναγόμενου για το ατύχημα και οι ειδικές ζημιές που διεκδικεί η Ενάγουσα είναι ουσιαστικά παραδεκτές αφού, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος «χωρίς παραδοχή των δικογραφούμενων γεγονότων, εν πάση περιπτώσει παραδέχεται την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και επίσης την δικογραφούμενη αξία του οχήματος ΕΕΧ975 προ και μετά του δυστυχήματος.» Πέραν αυτού, ο Εναγόμενος προβάλλει ως υπεράσπιση το ότι η Ενάγουσα έχει αποποιηθεί και/ή παραιτηθεί από οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της και εμποδίζεται (estopped) από το να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω προηγούμενων δηλώσεων της στα πλαίσια της αγωγής 1650/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας επί των οποίων βασίστηκε ο Εναγόμενος μεταβάλλοντας την οικονομική και νομική του θέση. Θα επανέλθω στους ισχυρισμούς αυτούς του Εναγόμενου στην πορεία. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η επίδικη αξίωση έχει παραγραφεί. Εξετάζοντας πρώτα τη θέση του Εναγόμενου για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας, να αναφέρω, σαν γενικό σχόλιο, ότι η επιβολή χρονικών περιορισμών, με την έννοια της παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, είναι θεμιτή και απαραίτητη, ως εργαλείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης[1]. Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος είχε εγείρει το διαδικαστικό εμπόδιο της παραγραφής δικογραφώντας το ρητά στην Υπεράσπιση του, ως όφειλε[2]. Περαιτέρω, δεν παραιτήθηκε από του δικαιώματος του να το επικαλεστεί και προώθησε τη θέση του αυτή και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Στην παρούσα περίπτωση, το επίδικο τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη την 1.2.
- Επομένως, για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής, το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε την 1.2.
- Η βασική νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής στο κυπριακό δίκαιο ήταν ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, μέχρι την κατάργηση του με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 15, εκτός όπου καθορίζετο διαφορετικά, οι περίοδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα που προβλέπονταν σε άλλους νόμους, δεν επηρεάζονται. Η βάση αγωγής της Ενάγουσας είναι η ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγόμενου και επομένως ο χρόνος παραγραφής καθορίζεται στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που τέθηκε σε ισχύ το
- Με την ψήφιση του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν.57/64ουσιαστικά αναστάληκαν όλοι οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο Ν.57/64τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από τις 30.10.1964[3]. Συνεπεία αυτού, η ισχύς της περιόδου παραγραφής του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 αναστάληκε τότε με τον Ν.57/
- Ο Ν.57/64καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν.110(Ι)/2002που τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
- Συνεπώς, από 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.110(Ι)/2002, τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος εκτός αυτών που περιέσωσε ρητά ο Ν.110(Ι)/
- Οι προθεσμίες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες που ο Ν.110(Ι)/2002διατήρησε την αναστολή τους και επομένως ενεργοποιήθηκαν. Οι διαδοχικές αναστολές προνοιών του Ν.110(Ι)/2002 που θεσπίστηκαν με τους τροποποιητικούς Ν.60(Ι)/2007, Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16
(1)/2009, Ν.20(Ι)/2010και Ν.111(Ι)/2010δεν επηρεάζουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148 αφού ρητά προβλέπουν ότι αναστέλλουν την εφαρμογή μόνο του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.
- Ούτε και η μετέπειτα κατάργηση του Ν.110(Ι)/2002 δυνάμει του άρθρου 29 του περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/2012είναι σχετική αφού είναι μεταγενέστερη της έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 68(α) του Κεφ. 148, όπως αυτό ήταν διατυπωμένο την 1.2.2006 οπόταν και εγέρθηκε το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή προνοούσε ότι: «Καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή.» Η παράγραφος (α) του άρθρου 68, τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2006, Ν.171(Ι)/2006ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.12.2006, μετά δηλαδή από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή. Με την τροποποίηση αυτή, η αναφορά στο άρθρο 68(α) σε «δύο» χρόνια αντικαταστάθηκε με αναφορά σε «τρία» χρόνια. Όμως η τροποποίηση αυτή είναι μεταγενέστερη του ουσιώδους χρόνου στην παρούσα αγωγή και δεν εφαρμόζεται. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012δεν λαμβάνεται υπόψη αφού θεσπίστηκε μετά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Παρά το ότι το άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012 καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 148, εντούτοις η κατάργηση εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 1.7.
- Εφόσον λοιπόν το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή προέκυψε την 1.2.2006, και με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 (όπως ήταν τότε σε ισχύ), το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα παραγράφηκε στις 1.2.2008, δηλαδή μετά την παρέλευση δύο ετών από την έγερση του. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.7.2010, ήτοι μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής που καθορίζετο από το άρθρο 68(α) του Κεφ.
- Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι η αγωγή είναι εκπρόθεσμη αφού καταχωρήθηκε ενώ το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει ήδη παραγραφεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη η οποία καθορίζει και το αποτέλεσμα, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης του Δικαστηρίου, θα εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που έχουν εγερθεί. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας κατέθεσε στο Δικαστήριο η ίδια ενώ για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατά την ακρόαση δεν υπήρξε αμφισβήτηση σε σχέση με τα γεγονότα που κατέθεσαν οι μάρτυρες αφού η υπεράσπιση που εγείρεται από τον Εναγόμενο είναι ουσιαστικά νομικής φύσεως. Από την πλευρά μου, δεν έχω διαπιστώσει ότι συντρέχει οποιοδήποτε λόγος να αμφισβητήσω τα όσα κατέθεσε η Ενάγουσα ή ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ώστε να μην τα αποδεχτώ. Τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση θα αποφασιστούν ουσιαστικά από τις νομικές αρχές που τα διέπουν, την αξιολόγηση του περιεχομένου των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και τις έγγραφες προτάσεις των μερών. Να αναφέρω ότι έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή όλα τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της ανάλυσης που ακολουθεί γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα Τεκμήρια στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα λοιπόν με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο, κατά τον επίδικο χρόνο η Ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου Nissan Micra με αριθμούς εγγραφής ΕΕΧ 975 (Τεκμήριο 1). Την 1.2.2006 το αυτοκίνητο της ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα το αυτοκίνητο της οδηγείτο από τον σύζυγο της. Για το ίδιο επίδικο ατύχημα, ο σύζυγος της Ενάγουσας είχε εγείρει την αγωγή 1650/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εναντίον του ιδίου Εναγόμενου και με αυτή διεκδικούσε αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος καθώς και αποζημιώσεις για τις ζημιές στο αυτοκίνητο ΕΕΧ 975 (Τεκμήρια 2 και 3). Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αγωγής 1650/2007, έγινε παραδεκτό από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι η ζημιά του οχήματος ΕΕΧ 975 ήταν £1.
- Στην πορεία, διεφάνη από τη μαρτυρία ότι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος ήταν η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και όχι ο σύζυγος της. Ο Εναγόμενος τότε καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 26.10.2009 (Τεκμήριο 5) με την οποία ζητούσε την απόσυρση και/ή διαγραφή και/ή ανάκληση της πιο πάνω παραδοχής διότι, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση εκείνη, υπήρχε ο κίνδυνος «να προκληθεί αδικία στον εναγόμενον ο οποίος ενδεχομένως να κληθεί να καταβάλει δύο φορές το επίδικο ποσό, αν εγερθεί και νέα αγωγή από τον πραγματικό δικαιούχο της ζημιάς». Η πλευρά του ενάγοντα στην αγωγή 1650/2007 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση εκείνη που υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή (Τεκμήριο 6). Στην ένορκη αυτή δήλωση, η Ενάγουσα ανέφερε ότι «Ο λόγος που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν μπορεί να γίνει δεκτός διότι εγώ αποδέχομαι ότι δεν έχω οποιαδήποτε απαίτηση, εφ΄ όσον προωθείται η παρούσα υπόθεση εκ μέρους του συζύγου μου». Με σχετική ενδιάμεση απόφαση (Τεκμήριο 7), το εκδικάζον Δικαστήριο επέτρεψε την αίτηση και τη συνακόλουθη διαγραφή της παραδοχής. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή 1650/2007, το εκδικάζον Δικαστήριο με την τελική του απόφαση (Τεκμήριο 8) αποφάσισε ότι ο ενάγων δεν δικαιούτο στις ειδικές ζημιές του αυτοκινήτου ΕΕΧ 975 για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, προς υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα κωλύεται από το να προωθεί τις αξιώσεις της παρούσας αγωγής λόγω των προηγούμενων δηλώσεων και/ή ισχυρισμών της που έγιναν στα πλαίσια της αγωγής 1650/
- Σε σχέση με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς ή δηλώσεων (estoppel by conduct ή estoppel by representation) στο σύγγραμμά Odgers on Pleading and Practice, 20η έκδοση, σελ 203[4] αναφέρονται τα ακόλουθα: «If A by word or conduct induces B to believe that a certain state of things exists, and B in that belief acts in a way in which he would not have acted unless he so believed and is thereby prejudiced, the A cannot in any subsequent proceeding between himself and B or anyone claiming under B be heard to deny that that state of things existed.» Σύμφωνα δε με το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 11η έκδοση, σελ. 2040, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί ένα μέρος να επικαλεστεί επιτυχώς κώλυμα λόγω συμπεριφοράς ή δηλώσεων, είναι οι ακόλουθες: «In order to raise such an estoppel the following conditions are necessary:
(1)There must be a representation of fact...
(2)The representation must be precise and unambiguous...
(3)There must have been an intention or conduct raising a reasonable presumption thereon, that the injured party was meant to act upon the representation as true.
(4)The party relying on the representation must have acted on it to his own detriment.
(5)The misstatement or negligence must have been the proximate cause of the detriment...» Η Κυπριακή νομολογία, αντικατοπτρίζοντας τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα, καθορίζει ότι όταν ένα πρόσωπο με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία διαβεβαίωση για ένα γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει ένα άλλο να διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του δυσμενώς, τότε το πρώτο πρόσωπο εμποδίζεται από του να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει[5]. Εκ των προϋποθέσεων που καθορίζονται από τη νομολογία μας και απαριθμούνται στο πιο πάνω απόσπασμα που έχω παραθέσει από το σύγγραμμα Phipson on Evidence, στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι συντρέχουν οι πρώτες τρεις από αυτές. Παραπέμπω σχετικά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 όπου η Ενάγουσα δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με το επίδικο ατύχημα εφόσον ο σύζυγος της συνεχίζει να προωθεί την αγωγή 1650/
- Η δήλωση αυτή της Ενάγουσας συνιστά θετική παράσταση αναφορικά με συγκεκριμένο γεγονός, είναι ξεκάθαρη και ακριβής και έγινε με σκοπό ο Εναγόμενος να ενεργήσει επ' αυτής ώστε να μην συνεχίσει να προωθεί την αίτηση Τεκμήριο 5 στην αγωγή 1650/
- Επιπρόσθετα αυτών των προϋποθέσεων όμως, για να μπορέσει ο Εναγόμενος να επικαλεστεί επιτυχώς κώλυμα της Ενάγουσας, πρέπει να δείξει ότι ως αποτέλεσμα της δήλωσης ή παράστασης της είχε μεταβάλλει τη θέση του δυσμενώς. Η συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος, στα πλαίσια της αγωγής 1650/2007 στηρίχθηκε πάνω στις δηλώσεις της Ενάγουσας στην αγωγή εκείνη (Τεκμήριο 6) και θεώρησε ως δεδομένο ότι η επίδικη αξίωση είχε εκδικαστεί τελεσιδίκως στα πλαίσια εκείνης της αγωγής, «μεταβάλλοντας την οικονομική και/ή νομική του θέση». Έχω την άποψη ότι οι οποιεσδήποτε δηλώσεις της Ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής 1650/2007 δεν προκάλεσαν ούτε και είχαν σαν αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταβολή της θέσης του Εναγόμενου. Αντίθετα, ο Εναγόμενος φαίνεται να έχει επωφεληθεί από τις προηγούμενες αυτές δηλώσεις της Ενάγουσας αφού το εκδικάζον Δικαστήριο της αγωγής 1650/2007 βασίστηκε στις δηλώσεις αυτές και ενώ αποφάσισε ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βάραινε αποκλειστικά τον Εναγόμενο, δεν επιδίκασε εναντίον του αποζημιώσεις για τις ειδικές ζημίες του οχήματος ΕΕΧ
- Εφόσον ο Εναγόμενος δεν επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία των δηλώσεων ή παραστάσεων της Ενάγουσας, δεν πληρείται, κατά την άποψη μου, η αντίστοιχη προϋπόθεση για την επίκληση κωλύματος της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή. Οι προϋποθέσεις που θέλει η νομολογία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και αφού αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση, τότε δεν εμποδίζεται (estopped) η Ενάγουσα να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω των προγενέστερων δηλώσεων της. Πέραν των πιο πάνω, στην τελική της αγόρευση η συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε, παραπέμποντας στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης, ότι η Ενάγουσα κωλύεται να εγείρει τις επίδικες αξιώσεις διότι αυτές προσκρούουν στην αρχή του δεδικασμένου (res judicata) ένεκα της ύπαρξης της προγενέστερης αγωγής 1650/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 20η έκδοση. σελ. 201, η υπεράσπιση του δεδικασμένου δεν μπορεί να εγερθεί, εκτός αν δικογραφείται ειδικά. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The defence of res judicata cannot be raised, unless it is specially pleaded in the defence. The cause of action must be the same in both actions and both actions must be brought against the same defendant or against persons jointly liable on the same cause of action.» Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε και από την Κυπριακή νομολογία[6], σύμφωνα όμως με την οποία, όταν από τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα προκύπτει αυτόματα και αναπόφευκτα η επίκληση κωλύματος λόγω δεδικασμένου, η ρητή αναφορά σε αυτό στις γραπτές προτάσεις δεν είναι απαραίτητη[7]. Έχω μελετήσει με προσοχή την Υπεράσπιση του Εναγόμενου και διαπιστώνω ότι η υπεράσπιση του δεδικασμένου δεν εγείρεται ειδικά σε κανένα σημείο του δικογράφου. Ταυτόχρονα, δεν παρατίθενται στο δικόγραφο γεγονότα τα οποία να αποκαλύπτουν ή από τα οποία να προκύπτει το κώλυμα του δεδικασμένου. Η μόνη αναφορά την αγωγή 1650/2007 γίνεται σε σχέση με τον ισχυρισμό περί κωλύματος της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω προγενέστερων δηλώσεων της. Όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στα επίδικα θέματα, το αγώγιμο δικαίωμα ή τους διαδίκους της αγωγής εκείνης. Επομένως, ελλείψει δικογράφησης, η επίκληση του δεδικασμένου δεν είναι επίδικο θέμα για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και δεν μπορώ να το εξετάσω[8]. Συγκεφαλαιώνοντας, η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου ΕΕΧ 975 (Τεκμήριο 1). Είναι παραδεκτό ότι το εν λόγω αυτοκίνητο υπέστη ζημιές συνεπεία τροχαίου ατυχήματος για το οποίο ο Εναγόμενος παραδέχεται την αποκλειστική ευθύνη. Η δικογραφημένη ζημία στο αυτοκίνητο ΕΕΧ 975 είναι επίσης παραδεκτή από τον Εναγόμενο. Επομένως, επί της ουσίας της αγωγής καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει τη βάση αγωγής της και τις δικογραφημένες της αξιώσεις. Όμως, παρά το συμπέρασμα αυτό, θεωρώ ότι δεσμεύομαι από την κατάληξη μου αναφορικά με την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. Αυτή καθορίζει και το τελικό αποτέλεσμα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί[9], η αγωγή αναστέλλεται. Σε σχέση με τα έξοδα, παρά την απόδειξη της βάσης αγωγής και των δικογραφημένων αξιώσεων, η ευθύνη για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της αγωγής βαραίνει μόνο την πλευρά της Ενάγουσας. Επομένως τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Γ. Φοινικαρίδου ν Γ. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1745, Φεσσά κ.α. ν Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, Γεωργαλλά ν Χ'Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 [2] Φεσσά (ανωτέρω), Ketternam and others v Hamel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38 [3] Μυλωνάς ν Μυλωνά (Αρ. 2)
(2003)1 Α.Α.Δ.688 και Φεσσά (ανωτέρω). [4] Επίσης σχετική η ανάλυση στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Edition p.912 [5] Τ.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 108, Ιωάννου v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1522, Χατζηγιάννης v Γενικός Εισαγγελέας
(1970)1 C.L.R. 32, Mahmoud vs Christou
(1947)17 C.L.R. 139 [6] Ενδεικτικά Λάμπρου και άλλης v. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516 [7] Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Δημήτρη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 551 [8] Ενδεικτικά Πουρίκκος ν Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ στη σελ. 517 [9] Φεσσά (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο