ΕΡΜΙΟΝΗ ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΝΕΟΚΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4429/2005, 29/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4429/2005 ΕΡΜΙΟΝΗ ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσας - και - ΕΛΕΝΗ ΝΕΟΚΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 29/05/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Κ. Χρ. Μούσκος για Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Χ. Κυπρίζογλου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Ενάγουσα με την υπό κρίση Αίτηση επιζητεί ουσιαστικά την έκδοση εντάλματος δέσμευσης το οποίο να διατάζει την επιβολή προστίμου και/ή τη σύλληψη και φυλάκιση της Εναγομένης, λόγω του ότι αυτή παράλειψε να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/02/2010 ή του εκδοθέντος μ' αυτήν, προστακτικού Διατάγματος. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Ερμιόνης Μιχαήλ Αντωνίου, που είναι η Ενάγουσα σ' αυτή την υπόθεση, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Την 05/02/2010 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα όπως η Εναγομένη, οι αντιπρόσωποι, οι υπάλληλοι, οι εκδοχείς και οι εις τον τίτλο διάδοχοι αυτών, να παύσουν άμεσα και να μην επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε συγκεκριμένο ακίνητο της, - το οποίο προσδιορίζει λεπτομερώς -, που βρίσκεται στο χωριό Αγίους Βαβατσινιάς της Επαρχίας Λάρνακας, και όπως η Εναγομένη, οι αντιπρόσωποι, οι υπάλληλοι, οι εκδοχείς και οι εις τον τίτλο διάδοχοι αυτών, κατεδαφίσουν ή/και αφαιρέσουν ή/και απομακρύνουν οιαδήποτε κτίσματα ή/και οικοδομές τις οποίες διατηρεί ή/και κατέχει ή/και οικοδόμησε παράνομα ή/και άνευ νομίμου δικαιώματος ή/και αιτίας ή/και άνευ συγκαταθέσεως ή/και αδείας της στο εν λόγω ακίνητο. Επίσημο Αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου επισύναψε στην ένορκο δήλωση της ως Τεκμήριο Α. Επισύναψε, περαιτέρω, σ' αυτήν, ως Τεκμήριο Β, πιστό φωτοαντίγραφο σχεδίου από το χωρομετρικό βιβλίο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στο οποίο φαίνονται, ανέφερε, όλα τα κτίσματα που θ' έπρεπε να κατεδαφιστούν ή/και αφαιρεθούν ή/και απομακρυνθούν από το Ακίνητο της. Το Τεκμήριο Β αποτέλεσε, σημείωσε, και τεκμήριο στην ακροαματική διαδικασία. II. Αντίγραφο της απόφασης ή/και διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/02/2010 και του χωρομετρικού σχεδίου, ήτοι τα Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα, επιδόθηκαν στην Εναγομένη την 21/08/
- Η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης τους, βρίσκεται ήδη, ανέφερε, στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού είχε προηγηθεί και άλλη αίτηση εναντίον της Εναγομένης για παρακοή Διατάγματος. III. Καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της επίδικης απόφασης του Δικαστηρίου και η εκτέλεση της απόφασης αναστάληκε με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Η έφεση όμως αυτή απορρίφθηκε, γεγονός που επανέφερε το δικαίωμα της σε άμεση εκτέλεση της απόφασης. IV. Μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης αυτής την 15/06/2012, η Εναγομένη δεν είχε συμμορφωθεί με την απόφαση ή/και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/02/
- V. Η εναγομένη, λέει, «αρνείται ή/και αμελεί ή/και παραλείπει να κατεδαφίσει ή/και αφαιρέσει τα παράνομα οικοδομήματα», τα οποία η Εναγομένη «γνωρίζει και/ή οφείλει να γνωρίζει», γεγονός που καθιστά το Διάταγμα του Δικαστηρίου και την υποχρέωση της Εναγομένης σαφή και ξεκάθαρη αναφορικά με τα παράνομα οικοδομήματα που δεν έχει αφαιρέσει και/ή κατεδαφίσει μέχρι σήμερα. VI. Ζητά από το Δικαστήριο να εξαναγκάσει την Εναγομένη σε υπακοή και/ή συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, στις Δ.42Α, κ. κ. 1, 2, 3, 6, 7 και 12, Δ.39, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, βασιζόμενη στους ακόλουθους λόγους: I. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων. II. Η Ενάγουσα δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο δικαστήριο (without clean hands), για το λόγο ότι ενώ η ίδια καταχώρισε την Αίτηση αυτή για παρακοή Διατάγματος εναντίον της, η ίδια ή και οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της, προβαίνουν αυτόβουλα, ενεργώντας αυτοδικαίως, σε διαβήματα καταστροφής του επίδικου τοίχου, καταφρονώντας η ίδια τις νόμιμες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως, δεν δικαιούται να ζητά την τιμωρία της για δήθεν παρακοή του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 05/02/
- III. Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση, εμπεριέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί της υποτιθέμενης παρακοής εκ μέρους της του δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 05/02/2010, χωρίς ν' αναφέρονται σε συγκεκριμένους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς περί τούτου. Γι' αυτό το λόγο, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η ένσταση της Εναγομένης βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.35, κ. κ. 1 έως 32, Δ.42Α, κ. κ. 1, 2, 3, 6, 7, 12, Δ.39, κ. κ. 1, 2, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, Άρθρα 29, 30 και 42, επί των γενικών αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Ελένης Νεοκλή Χαραλάμπους, που είναι η Εναγομένη σ' αυτή την Αγωγή, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να λεχθεί πως αυτή ενεργεί κατά τρόπο, από τον οποίον να καταδεικνύεται ότι περιφρονεί το διάταγμα του δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 05/02/
- II. Επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης της. III. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για να επιτύχει η Αίτηση, γιατί, ενώ από την μια δεν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της παρακοής ενός διατάγματος, ήτοι η ένοχη διάνοια δεν υφίσταται και η ένοχη πράξη του παραβάτη του διατάγματος, αφού ένοχη διάνοια δεν υφίσταται υπό τις περιστάσεις, ενώ και να υφίσταται, τούτο συμβαίνει από καθαρά τεχνικής φύσης και μόνο και όχι σαν πραγματικό γεγονός ή και ηθελημένα, δηλαδή εκούσια. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μετά πάροδο δύο περίπου ετών. Η καθυστέρηση έχει την σημασία της, για λόγους στους οποίους αναφέρομαι στην συνέχεια. Η υπόθεση της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε με μαρτυρία που δόθηκε μόνο από την ίδια. Αυτή, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν αναφέρθηκε στα Τεκμήρια Α και Β στην Αίτηση, τα οποία, όταν της υποδείχθηκαν, τα αναγνώρισε. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι, ως έχει πληροφορηθεί, ο υιός της Εναγομένης, έχει διοριστεί προσωπικός αντιπρόσωπος της δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Ούτε όμως αυτός συμμορφώθηκε, υποστήριξε, με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της, αν γνωρίζει για ποιο λόγο διορίστηκε από το Δικαστήριο ο υιός της Ενάγουσας ως προσωπικός της αντιπρόσωπος, ανέφερε, για λόγους που αφορούν την υγεία της Εναγομένης. Συμφώνησε μάλιστα με την θέση ότι, ο λόγος υγείας στον οποίο αναφέρθηκε, αφορά την διανοητική κατάσταση της Εναγομένης, η οποία είναι πλέον, λόγω αυτής, ανίκανο πρόσωπο. Συμφώνησε περαιτέρω ότι η Αίτηση της στρέφεται εναντίον της Εναγομένης και όχι άλλου προσώπου, καθώς επίσης και ότι επιδιώκει την «τιμωρία» μόνο της Εναγομένης και κανενός άλλου. Επιπρόσθετα, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, γιατί στην ένορκο δήλωση της που καταχώρισε προς υποστήριξη της Αίτησης της χρησιμοποιεί διαζευκτικούς ισχυρισμούς «αρνείται ή/και παραλείπει ή/και αμελεί», απάντησε ότι ο λόγος είναι γιατί δεν γνώριζε για ποιο λόγο η Εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα. Από πλευράς Εναγομένης δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχει νομολογηθεί ότι η υπακοή στα Διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου (Krashias Shoes v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 750). Σχετικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 CLR 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «An order of the Court is no less a command of the law than the provisions of a statute, more direct still in that it specifies what ought to be done or what ought not to be done. Invariably disobedience of the order of the Court undermines the effectiveness of the judicial process, a defiance of far reaching social repercussions. Obedience to orders of the Court constitutes one of the foundations of civilized life» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αστική Καταφρόνηση Στο Κυπριακό Δίκαιο έχουμε δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή Διατάγματος Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, την ποινική καταφρόνηση και την αστική καταφρόνηση. Η πρώτη διέπεται από το Άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ότι όποιος απειθεί σε Διάταγμα, Ένταλμα ή Διαταγή δεόντως εκδοθείσα από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο ετών, εκτός όταν ρητά καθορίζεται άλλη ποινή ή διαδικασία συναφώς με την απείθεια αυτή. Η αστική καταφρόνηση διέπεται από το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.80(I)/2002 το οποίο παρέχει δικαιοδοσία σε κάθε Δικαστήριο, στα πλαίσια της άσκησης της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να εξαναγκάζει σε υπακοή στα Διατάγματα που εκδίδει, τα οποία Διατάγματα διατάσσουν ή απαγορεύουν την εκτέλεση οιασδήποτε πράξης, διά προστίμου ή φυλάκισης, ή μεσεγγύησης αγαθών. Σύμφωνα με την υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ 634, η μεν διαδικασία του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και έχει σκοπό την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου, ενώ του Άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει σκοπό την αποκατάσταση και γίνεται προς όφελος του παραπονούμενου με σκοπό τη συμμόρφωση του αδικοπραγούντος. Συνεπώς, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της πολιτικής του δικαιοδοσίας, είναι εφοδιασμένο με την εξουσία ενός ποινικού Δικαστηρίου και έχει την δικαιοδοσία να εκδικάσει την αιτήσεις του είδους, η οποίες αφορούν την αστική καταφρόνηση, λόγω της ανυπακοής του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται, με μόνο σκοπό την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής διαδικασίας (Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and Others
(1983)1 C.L.R. 348) και την αποκατάσταση του αιτητή, εκεί και όπου τα γεγονότα το επιβάλλουν. Το Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας Η εξουσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας να διατάζουν την φυλάκιση οποιουδήποτε προσώπου που δεν υπακούει σε Απόφαση ή Διάταγμα Δικαστηρίου, παρέχεται από το Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και παν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δέδωκα μήνας. Παρά ας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60 Το Άρθρο 42 του Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.80(I)/2002, προνοεί ως ακολούθως: «Τηρουμένου οιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, έκαστον Δικαστήριον θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει εις υπακοήν προς οιονδήποτε Διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το Δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το Διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφή αποζημιώσεως, ως το Δικαστήριον δύναται να θεωρήσει πρέπον. Νοείται ότι έκαστο Δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιονδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό της τροποποίησης του Ν. 14/60, το νέο στοιχείο που προστέθηκε στο Άρθρο 42 με τον τροποποιητικό Ν. 80(I)/02, είναι ότι κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή Διατάγματος και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο (που δεν είναι διάδικος σε δικαστική διαδικασία), νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό έλαβε γνώση του Διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα, είχε παροτρύνει, ή συνεργήσει, στην παρακοή του Διατάγματος. Από το κείμενο του Άρθρου 42 του Ν. 14/60, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό («enforceable») ένα Διάταγμα του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι, είτε αναγκαστικό («coercive order»), είτε διατακτικό («mandatory»), είτε απαγορευτικό («prohibitory»). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του Άρθρου 41 του Ν. 14/60, δεν είναι επιβλητά («enforceable») δυνάμει του Άρθρου 42 του Ν. 14/60. Παρατηρώ ότι η διαδικασία/ο τρόπος επίκλησης και το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τιμωρία προσώπου λόγω παρακοής διατάγματος δικαστηρίου, δεν ρυθμίζονται από το Άρθρο 42 του Ν. 14/60. Όπως αναφέρεται ρητά στο εισαγωγικό μέρος του Άρθρου 42 του Ν. 14/60, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο απ' αυτό, ασκείται «Τηρουμένου οιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού». Συνεπώς, ενώ η εξουσία και/ή η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή και/ή τιμωρία σε περιπτώσεις του είδους, απορρέει από το Άρθρο 42 του Ν. 14/60, το οποίο είναι δικαιοδοτικό Άρθρο, είναι η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.») που προνοεί την διαδικασία για την επιβολή ποινής και/ή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο, σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σε περίπτωση παρακοής Διατάγματος. Σχετική επί του προκείμενου, είναι η απόφαση Krashias Shoe Factory v. Addidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)
- Όπως ελέχθη και από την έντιμη κα Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κατερίνας Κκολού κ. α. του Ε. Δ. Αμμοχώστου, Αγωγή υπ' αρ. 1079/2005 ημερομηνίας 09/07/2008, οι πρόνοιες της Δ.42Α των Θ. Π. Δ. «συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όπως αυτή παρέχεται και οριοθετείται με το άρθρο 42 του Ν.14/60 το οποίο ικανοποιεί την αυτόδηλη αναγκαιότητα συμμόρφωσης με τα Δικαστικά διατάγματα και αποφάσεις, στα πλαίσια μιας ευνομούμενης πολιτείας και ενός κράτος δικαίου». Διαταγή 42Α των Θ. Π. Δ. Οι σχετικοί Κανόνες της Δ.42Α των Θ. Π. Δ. προνοούν ως ακολούθως: «
- Όπου οιονδήποτε Διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι, θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σε αυτό με μία σημείωση ως εξής: - Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο Διάταγμα αυτό εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη (προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου) και η περιουσία σας σε κατάσχεση. .......................................... «
- Επίσημο αντίγραφο του Διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει το Διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. .......................................... «
- Αν ο καθ' ου η αίτηση δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιαστεί και δεν δείξει καλή βάση που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μη τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον καταδικάσει σε τέτοιο πρόστιμο ή σε φυλάκιση για τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει .». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Διαταγή 40 των Θ. Π. Δ. Η Δ.40, κ. 1 των Θ. Π. Δ. προνοεί ως ακολούθως: «Όπου οποιονδήποτε πρόσωπο δια οποιασδήποτε Απόφασης ή Διατάγματος, διατάττεται να πληρώσει οποιαδήποτε χρήματα ή παραδώσει ή μεταβιβάσει οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία σε άλλο, δεν θα είναι αναγκαίο να του απαιτηθεί αυτό, αλλά το πρόσωπο που διατάττεται έτσι, θα δεσμεύεται να υπακούσει τέτοια Απόφαση ή Διάταγμα κατόπιν κανονικής επίδοσης σ' αυτόν χωρίς απαίτηση». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αναφορά στην σημασία που έχουν οι πρόνοιες της Δ.40, κ. 1 των Θ. Π. Δ. σε αιτήσεις του είδους, έγινε από τον έντιμο κ. Αλ. Παναγιώτου, Ε. Δ. (ως ήταν τότε) στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Michael Haggipavlou & Sons Ltd κ.α., του Ε. Δ. Λεμεσού, Αγωγή υπ' αρ. 3012/1996, ημερομηνίας 04/05/
- Ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Δυνάμει της Δ.40 Θ.1, σε Αποφάσεις ή Διατάγματα που διατάσσουν την πληρωμή χρημάτων ή την παράδοση ή την μεταβίβαση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, δεν είναι απαραίτητο να καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου πρέπει να εκτελεστεί η διατασσόμενη πράξη, εφόσον η απόφαση είναι δεσμευτική και εκτελεστή από την στιγμή της επίδοσης, αλλά αν η Απόφαση ή το Διάταγμα πρόκειται να εκτελεστούν (to be enforced) με Αίτηση φυλάκισης ή μεσεγγύησης (commital of sequestration) τότε πριν διαταχθεί η φυλάκιση ή μεσεγγύηση, το Δικαστήριο πρέπει να καθορίσει τον χρόνο εντός του οποίου οφείλει να εκτελεστεί η διατασσόμενη πράξη (βλ. Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 9, παρ. 60, σελ. 36 & 37)» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συστατικά Στοιχεία του Αδικήματος και Νομικές Προϋποθέσεις Όπως προκύπτει από την ισχύουσα Νομολογία, η διαδικασία της Αστικής Παρακοής προσομοιάζει με την Ποινική διαδικασία και ως εκ τούτου, όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιηθούν από τον Αιτητή ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περαιτέρω για να στοιχειοθετηθεί καταφρόνηση σε Διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να ικανοποιείται η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») του αδικήματος, η οποία συνιστάται σε πράξη ή παράληψη η οποία παραβιάζει το Διάταγμα, καθώς επίσης πρέπει να ικανοποιείται και η υποκειμενική του υπόσταση («mens rea»), η οποία συνίσταται σε ηθελημένη ανυπακοή ή σε πρόθεση καταστρατήγησης του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν πληρούνται και εάν έχουν ικανοποιηθεί τυπικά ζητήματα που αφορούν την διαδικασία της παρακοής Διατάγματος όπως τα ακόλουθα: i. Η ύπαρξη του Διατάγματος. ii. Η αναγκαία οπισθογράφηση. iii. Να έχει γίνει προσωπική επίδοση του Διατάγματος και της Αιτήσεως. iv. Η απόδειξη της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει, πριν προχωρήσει σε καταδίκη, να ικανοποιηθεί με σαφή μαρτυρία ότι: i. Οι όροι του Διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι. ii. Ο Εναγόμενος έχει λάβει γνώση των όρων του Διατάγματος. Ως ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του Διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου η αίτηση. iii. Ότι ο Εναγόμενος έχει παραβιάσει τους όρους του Διατάγματος. Σχετική επ' αυτού είναι και η υπόθεση Masri v. Consolidated Contractors International [2011] EWHC 2579 (Comm), στην παράγραφο 150 της οποίας αναφέρεται: «In order to establish that someone is in contempt it is necessary to show that (i) he knew of the terms of the Order; (ii) he acted (or failed to act) in a manner which involved a breach of the Order; and (iii) he knew of the facts which made his conduct a breach». Προσωπική Επίδοση Στις υποθέσεις Antonis Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Krashias Shoe Factory v. Addidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750 και Imdad Haque v. Federal Bank of the Middle East Ltd, του Ε. Δ. Λευκωσίας, Αγωγή υπ' αρ. 205/09, ημερομηνίας 09/03/2010 (ενώπιον του έντιμου κ. Χ. I. Πογιατζή, Π. Ε. Δ.), λέχθηκε ότι η προσωπική επίδοση του οπισθογραφημένου Διατάγματος, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας που θεσμοθετείται με την Δ.42Α των Θ. Π. Δ. Η επίδοση και η απόδειξη τέτοιας επίδοσης βαραίνει πάντοτε τον αιτητή. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Krashias Shoe Factory (ανωτέρω) όπου στην σελίδα 758, το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «(α) οι πρόνοιες της Δ.42Α για προσωπική επίδοση είναι επιτακτικές, (β) η σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων επιβάλλεται λόγω της φύσης της διαδικασίας και των κυρώσεων που μπορεί να προκύψουν, (γ) όταν επιδιώκεται η φυλάκιση των διευθυντών της Εταιρείας, η επίδοση της Αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Δέσμευσης (Writ of Attachment) στην Εταιρεία, αποτελεί προϋπόθεση για την τιμωρία τους, (δ) η Δ.42Α καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου Διατάγματος όσο και της Αίτησης απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για Παρακοή του Διατάγματος». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Οπισθογράφηση Σύμφωνα με τον κ. 1 της Δ.42Α των Θ. Π. Δ., το Διάταγμα το οποίο παράκουσε ο παραβάτης πρέπει να φέρει και την απαιτούμενη οπισθογράφηση. Αναφορικά με τον τύπο της οπισθογράφησης, όπως προκύπτει από την διαταγή Δ.42Α κ. 1, που τοποθετείται/περιλαμβάνεται στο δηλωτικό του Διατάγματος από τον Πρωτοκολλητή, αυτός έχει ως ακολούθως: «1. Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: if you, the within named A.B. neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered.». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επ' αυτού του θέματος, είναι η υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Έφεση υπ' αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24/02/2011 όπου στην σελίδα 13 της απόφασης το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Σκοπός της οπισθογράφησης όπως αναφέρθηκε και στην Iberian TrusLtd v. Founders Trust and Investment Co Ltd - [πιο πάνω] - είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.». Και στους Borrie & Lowe´s: Law of Contempt - [ανωτέρω] - σελ. 397, αναφέρεται ότι: .......................................... . although there are authoritative forms of indorsements it has been held that the actual form of the indorsement does not matter provided its effect substantially accords with the substance of the rule. ...........................................Μάλιστα, στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions - ανωτέρω -, αναφέρεται στη σελ.88, ότι υπάρχει και διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εφαρμόσει ένα διάταγμα ακόμη και αν υπάρχει παράλειψη οπισθογράφησης. (Sofroniou v. Szigetti
(1991)F.C.R 332) .................................................................................................................... Οι συνήγοροι του εφεσείοντος παρέπεμψαν το Εφετείο στην παλαιά υπόθεση Treherne v. Dale
(1883)T. 2169, όπου λέχθηκε ότι: «His second objection was that the indorsement was not in a proper form, not being in the words given by Order XLI, rule 5, but in the old Chancery form. The rule, however, does not provide that the indorsement must be in the words there mentioned but "in the words or to the effect following" and in my opinion this indorsement is to the effect mentioned in the rule.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αντικειμενική και Υποκειμενική Υπόσταση (Actus Reus και Mens Rea) Η διαδικασία για την επιβολή ποινής σε πρόσωπο λόγω παρακοής Διατάγματος Δικαστηρίου εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αλλά η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται, λόγω του ότι, πιθανή καταδίκη του καθ' ου η αίτηση, επιφέρει συνέπειες που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, σε αιτήσεις του είδους, ο αιτητής πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ποινική ευθύνη του καθ' ου η αίτηση. Αυτό το κατορθώνει όταν αποδείξει την ύπαρξη της πράξης παρακοής (actus reus) αλλά και το γεγονός ότι η εν λόγω παρακοή ήταν ηθελημένη και όχι τυχαία ή κατά λάθος ή ακούσια (mens rea). Σχετική επί του προκείμενου, είναι η υπόθεση Μαύρος ν Στυλιανού κ.α.
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2389, στην σελίδα 2396 της οποίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η καταδίκη του εφεσείοντα στηρίχθηκε στο Άρθρο 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων. Το Άρθρο αυτό έχει ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκημα που διαγράφει δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability) αλλά αδίκημα που έχει όχι μόνο αντικειμενική αλλά και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή, ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τα ανωτέρω υιοθετήθηκαν μεταγενέστερα και σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Έφεση υπ' αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24/02/2011, όπου στην σελίδα 8 της απόφασης αναφέρονται τα εξής: «Για να καταδειχθεί παρακοή όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος v. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1.Α.Α.ΑΔ. 2389 πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus») αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea») του αδικήματος της καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42. Ν14/60». Actus Reus - Πράξη Παρακοής Όπως φαίνεται και από την υπόθεση Μαύρος ν Στυλιανού κ.α. (ανωτέρω), ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντελέστηκε πράξη παρακοής Διατάγματος Δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με το εν λόγω Διάταγμα. Mens Rea - Ηθελημένη Ανυπακοή Όπως επισημαίνεται στη Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Επεξηγηματικά, - όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή -, η παρακοή πρέπει να είναι εκούσια με την έννοια της ηθελημένης, σε αντίθεση με μία πράξη που έγινε κατά λάθος ή τυχαία («.the disobedience complained of being willful in the sense of voluntary as opposed to accidental conduct» σελίδα 299). Τι αποτελεί ηθελημένη παρακοή Διατάγματος Δικαστηρίου καθορίστηκε στην υπόθεση Fairclough & Sons v Manchester Ship Canal Co (No 2) [1897] WN 7, 21 Digest (Repl) 686, 1813 (ως αυτή αναφέρεται στην υπόθεση Steiner Products Ltd v Willy Steiner Ltd [1966] 2 All ER 387, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The principles on which the court acts when it is asked to sequestrate the property of a company upon the ground of disobedience to one of its orders are the same as those applicable where it is sought to commit a private individual to prison for contempt. In these cases, casual, or accidental and unintentional disobedience to an order of the court is not enough to justify either sequestration or committal; the court must be satisfied that a contempt of court has been committed—in other words, that its order has been contumaciously disregarded». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετικά με τα ανωτέρω, το Chancery Division του High Court της Αγγλίας στην υπόθεση Steiner Products Ltd v Willy Steiner Ltd (ανωτέρω) προσδιόρισε ότι στην υπόθεση Fairclough & Sons (ανωτέρω), το Court of Appeal της Αγγλίας με την λέξη «contumaciously» (απειθάρχητα) εννοούσε «willful» (ηθελημένα) και ότι η παρακοή η οποία δεν είναι απλά τυχαία («casual»), ή κατά λάθος («accidental»), ή ακούσια («unintentional»), πρέπει να θεωρείται ηθελημένη. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Steiner Products Ltd (ανωτέρω) to Chancery Division του High Court της Αγγλίας, δεν θεώρησε ως απλά τυχαίες («casual»), ή κατά λάθος («accidental»), ή ακούσιες («unintentional») τις πράξεις των εναγομένων να ασκούν τις δραστηριότητές τους ως κομμωτές με όνομα άλλο από το όνομα «Willy Steiner», ή να χρησιμοποιούν το όνομα «Steiner» σε συνάρτηση με τα διακριτικά χρώματα της ενάγουσας ή να περιγράφουν την επιχείρηση τους με τρόπο άλλο παρά ως «Willy Steiner» απαντώντας στις τηλεφωνικές τους κλήσεις, οι οποίες πράξεις γίνονταν κατά παράβαση σχετικής δέσμευσης που δόθηκε σε Δικαστήριο («undertaking») και σαν αποτέλεσμα καταδίκασε σε πρόστιμο τους εν λόγω εναγομένους. Τα κίνητρα των εναγομένων για την παράβαση της δέσμευσης («undertaking») δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα αφού το Δικαστήριο εξέτασε μόνο αν η πράξη ήταν ηθελημένη. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος και τι αυτό διαλαμβάνει, διαφωτιστικό ήταν το Δικαστήριο και πάλι στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Έφεση υπ' αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24/02/2011 όπου στην σελίδα 15 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όσον αφορά το «mens rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί, εφόσον η πρωτόδικη Απόφαση δεν προέβηκε σε σχετικό εύρημα, ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Η κλασική τοποθέτηση εμπεριέχεται στην υπόθεση Stancombe v. Trowbridge UDC
(1910)2 Ch 190 ότι όπου Διάταγμα απαγορεύει κάποια πράξη, η ίδια εκτέλεση της πράξης αποτελεί την αναγκαία ένοχη διάνοια και «. it is no answer to say that the act was not contumacious in the sense that, in doing it, there was no direct intention to disobey the order.» Στην γνωστή υπόθεση Attorney-General v. Newspaper Publishing Plc
(1987)W.L.R 942 (υπόθεση του βιβλίου «Spycatcher), o Sir John Donaldon M.R. στην σελ. 976 είπε: «Mens rea in the law of contempt is something of a minefield. The reason is that it is wholly the creature of the common law and has developed on a case by case basis and no doubt it will continue to do so.» Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από τα όλα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύλογα καταλογίζεται η ένοχη διάνοια.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί, ότι στην περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση σε διαδικασία παρακοής εγείρει ως υπεράσπιση του τυχόν αδυναμία συμμόρφωσης του με το διάταγμα Δικαστηρίου, τότε το βάρος απόδειξης είναι στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει αυτή την αδυναμία. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Έφεση υπ' αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24/02/2011 στην σελίδα 11 αυτής αναφέρονται τα εξής σχετικά: «. Αναφέρεται μάλιστα στους Borrie & Lowe's Law of Contempt - ανωτέρω σελίδα 401 ότι όταν εγείρεται θέμα παρακοής σε θετική διαταγή τότε: . it is the duty of the Defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defense to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants (A-G v. Walthamstow UDC
(1985)11 TLR 533». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επί του προκείμενου, πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Yugos Finance BV κ. α. ν. Halebay Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 180/2009, ημερομηνίας 08/03/2013, ανέφερε τα εξής σχετικά: «Το μαρτυρικό υλικό, το οποίο είχε στη διάθεσή του το Δικαστήριο, δεν του επέτρεπε να προβεί σε τέτοια κατάληξη. Το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού, το έφεραν οι καθ΄ ων η αίτηση, εταιρεία και εφεσίβλητος. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση η οποία να κριθεί και να αξιολογηθεί, αλλά ούτε και υφίστατο αυτοτελώς ως λόγος ένστασης. Στην απουσία μαρτυρίας εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, που να υποστηρίζει την αδυναμία συμμόρφωσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε λανθασμένα και εξ ιδίας πρωτοβουλίας, να εξετάσει ως υπεράσπιση, την εξ αντικειμένου δυνατότητα συμμόρφωσης». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο στις περιπτώσεις παρακοής Διατάγματος Το Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει εξουσία να επιβάλει ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες σε οποιοδήποτε πρόσωπο απειθεί σε Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η φυλάκιση όμως του παραβάτη, δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν του χρόνου που αυτός συνεχίζει να απειθεί στο Διάταγμα του Δικαστηρίου. Σχετική επί του προκείμενου είναι η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. 13/2003 για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος φύσεως Habeas Corpus του Νίκου Σιελη
(2003)1 Α.Α.Δ. 149 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υπόλοιπες πρόνοιες του άρθρου 162 αφορούν στη δικαιοδοσία που χορηγείται στα κατώτερα Δικαστήριο για εξαναγκασμό σε υπακοή προς τις αποφάσεις και διατάγματα τους. Η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής, κατά τη γνώμη μου, δεν ενέχει την έννοια της τιμωρίας για διαπραχθέν αδίκημα. Η μη συμμόρφωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου δεν είναι ποινικό αδίκημα, εκτός αν νόμος έτσι ορίζει οπόταν και εφαρμόζεται η ποινική διαδικασία με όλα τα εχέγγυα που διασφαλίζει το άρθρο 12 του Συντάγματος. Η υπακοή στις αποφάσεις και διατάγματα του δικαστηρίου αποτελεί αστική υποχρέωση. Είναι απαραίτητο, και παραδεκτό, πως τα δικαστήρια όμως πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για την εκτέλεση των αποφάσεων τους, διαφορετικά η κρίση της δικαιοσύνης θα παρέμενε κενός λόγος στο χαρτί. Έτσι, το άρθρο 162 παρέχει δικαιοδοσία στα κατώτερα δικαστήρια να εξαναγκάζουν σε υπακοή στις αποφάσεις ή διατάγμα τους με τη φυλάκιση του υπόχρεου σε συμμόρφωση, αλλά για το σκοπό μόνο που ρητά ορίζει το άρθρο, δηλαδή μέχρι της υπακοής του. Καίρια για την ορθή ερμηνεία, του άρθρου είναι και η καταληκτική του φράση «εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκιση δεν δύναται να υπερβεί τους 12 μήνες». Αν δηλαδή ο διάδικος πεισμώσει και δε συμμορφώνεται η φυλάκιση του θα τερματιστεί εν πάση περιπτώσει στο τέλος των 12 μηνών». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επί του θέματος των κυρώσεων τις οποίες μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο σε περίπτωση παρακοής διατάγματος του, είναι η υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (ανωτέρω) η οποία αναφέρει (στη σελ. 762): «Το ένταλμα δέσμευσης αποβλέπει κυρίως στον περιορισμό του ατόμου. Διασαφηνίζεται όμως στον κ. 6 της Δ.42Α ότι αυτή δεν είναι η μόνη κύρωση που μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια για την τιμωρία του παραβάτη με πρόστιμο αντί της καταδίκης του σε φυλάκιση. Συνεπώς η εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η διαδικασία για την έκδοση εντάλματος δέσμευσης συναρτάται κυρίως με τις περιπτώσεις εκείνες που επιδιώκεται η φυλάκιση φυσικού προσώπου, είναι εσφαλμένη. Το ένταλμα δέσμευσης αποτελεί το διαδικαστικό μέσο για την τιμωρία φυσικών και νομικών προσώπων που παραβαίνουν διατάγματα του δικαστηρίου με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος δέσμευσης (δια της φυλακίσεως ή της επιβολής προστίμου στον παραβάτη) δεν μπορεί, δυνάμει των προνοιών της Δ.42Α, κ. 10 των Θ. Π. Δ., να εκδώσει ένταλμα μεσεγγύησης της περιουσίας του παραβάτη. Σχετική επ' αυτού, είναι η υπόθεση Τασούλλα Φ. Οικονόμου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 1145. Η επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον του παραβάτη προς όφελος του προσώπου υπέρ του οποίου το διάταγμα του Δικαστηρίου εκδόθηκε είναι επίσης δυνατή. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ.
- ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Η προσκομισθείσα μαρτυρία Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory ν. Adidas ανωτέρω, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, ελλείψει διαδικαστικού κανονισμού που να καθορίζει τη διαδικασία για την παροχή θεραπείας βάσει του άρθρου 42 του Ν. 14/60[i], η διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων αυτού του είδους, ανάγεται στις γενικές αρχές των δικονομικών κανόνων σύμφωνα με τις οποίες η διαδικασία είναι έγκυρη, οποτεδήποτε το θέμα προσδιορίζεται επαρκώς ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου και παρέχεται η ευκαιρία υπεράσπισης στους καθ' ων η αίτηση. Εν προκειμένω, λέχθηκε ότι, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και δη, η διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ως αυτή καθορίζεται απ' την Δ.48 των εν λόγω κανονισμών, διασφαλίζουν το έγκυρο της εξέτασης αιτήσεων αυτού του είδους, από την στιγμή που με βάση το Άρθρο 188 του Συντάγματος αυτοί διατηρήθηκαν σε ισχύ και συνεχίζουν να αποτελούν τους διαδικαστικούς θεσμούς βάσει των οποίων ασκείται η πολιτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Η δε πρόνοιες της Δ.42Α, ρυθμίζουν, λέχθηκε, τη διαδικασία σε όλες τις αιτήσεις για ανυπακοή διατάγματος[ii]. Σ' αυτό το σημείο, πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα, σε αντίθεση με τα γεγονότα στην υπόθεση Krashias Shoe Factory ν. Adidas ανωτέρω, είναι πρωτογενής αίτηση και όχι ενδιάμεση/παρεμπίπτουσα[iii], στα πλαίσια της οποίας, οι ένορκες δηλώσεις, αποτελούν τις έγγραφες προτάσεις στην υπόθεση. Σύγκρουση γεγονότων σ' αυτές, μεταξύ των γεγονότων που ισχυρίζεται η Αιτήτρια και των γεγονότων που ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, επιβάλλουν στην Αιτήτρια το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία βασίζεται, στο βαθμό κατά τον οποίο το βάρος απόδειξης εμπίπτει στους δικούς της ώμους, με την παρουσίαση συμπληρωματικής ένορκης μαρτυρίας, ή την αντεξέταση του προσώπου που παρουσίασε μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης, δια σχετικής ένορκης δήλωσης, στην βάση των προνοιών της Δ.48, κ. 4 των Θ. Π. Δ., ή ακόμη και με την παρουσίαση πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας[iv]. Υποστηρικτική των προαναφερθέντων φαίνεται να είναι και η υπόθεση Yugos Finance BV κ. α. ν. Halebay Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 180/2009, ημερομηνίας 08/03/2013, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι η διαδικασία της αίτησης για παρακοή διατάγματος, λόγω της ιδιομορφίας της, επιτρέπει ελαστικότητα σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.4, «έτσι που κάθε ζήτημα που άμεσα ή έμμεσα εγείρεται», να μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Οι λόγοι ένστασης όπως καταγράφονταν στο σώμα της αίτησης, η ουσιαστική απουσία γεγονότων στην ένορκη δήλωση περί αδυναμίας συμμόρφωσης και η απουσία μαρτυρίας εκ μέρους της εταιρείας και του εφεσίβλητου, δεν επέτρεπαν τέτοια προσέγγιση. Η μόνη μαρτυρία όμως που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η μόνη που μπορούσε να ληφθεί υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο ήταν εκ μέρους των εφεσειόντων. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε λανθασμένα κρίνοντας ότι το αποδεικτικό υλικό δεν περιοριζόταν στη μαρτυρία των εφεσειόντων και μόνο. Η αντίθετη εκδοχή των εφεσιβλήτων δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για να κριθεί. Ορθώς λοιπόν παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι το Δικαστήριο τους αποστέρησε του δικαιώματος να τοποθετηθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επί του ζητήματος, και να παρουσιάσουν, εάν ήθελαν, σχετική προφορική μαρτυρία, γεγονός που κρίνεται ότι οδήγησε σε δυσμενή επηρεασμό τους. Βάσει αυτών, ορθά διαπιστώνω ακολουθήθηκε η διαδικασία προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση της υπό εξέταση Αίτησης». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και ευρήματα Στρέφομαι τώρα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, απ' την, έστω και σύντομη, μαρτυρία της Ενάγουσας στο Δικαστήριο, έχω ικανοποιηθεί ότι αυτή ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και θετική. Αυτή κατέθεσε με άνεση σε σχέση με τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, πτυχές των οποίων και επεξήγησε περαιτέρω κατά την αντεξέταση της, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Ως εκ τούτου, το τι θ' απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η μαρτυρία αυτή της Ενάγουσας, είναι υπό τις περιστάσεις αρκετή, ώστε να αποδειχθεί απείθεια της Εναγομένης στο επίδικο Διάταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της όποιας αμφισβήτησης αυτή έτυχε από πλευράς Εναγομένης. Σ' αυτήν, στρέφομαι αμέσως τώρα. Έχοντας εξετάσει την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένης προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση, αντιλαμβάνομαι ότι η Εναγομένη, την 23/11/2012, όταν ορκιζόταν σ' αυτήν, δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη του Διατάγματος, την αναγκαία σ' αυτό οπισθογράφηση, το γεγονός ότι της έγινε προσωπική επίδοση του Διατάγματος, ότι έλαβε γνώση των όρων αυτού και ότι οι όροι του Διατάγματος ήταν, προς αυτήν, ξεκάθαροι. Γεγονός που καθιστά τα προαναφερόμενα γεγονότα, παραδεκτά. Άλλωστε πρέπει να αναφερθεί ότι, περί του αντιθέτου θέσεις, δεν υποβλήθηκαν στην Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της. Σε κάθε περίπτωση, τα προαναφερόμενα γεγονότα διαπιστώνονται εύκολα και απ' το Δικαστήριο. Και εξηγώ. Το Διάταγμα του Δικαστηρίου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του, διαπιστώνω ότι υπάρχει η αναγκαία και προβλεπόμενη από την Δ.42Α κ. 1 των Θ. Π. Δ. οπισθογράφηση και ότι οι όροι του Διατάγματος είναι ξεκάθαροι. Περαιτέρω, προκύπτει απ' τον φάκελο του Δικαστηρίου[v] ότι, την 28/06/2010, ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης, κ. Σοφοκλής Μενελάου, προέβη σε ένορκο δήλωση - την οποία και κατέθεσε στον φάκελο του Δικαστηρίου -, ως προς τα της προσωπικής επίδοσης Επίσημου αντιγράφου του Διατάγματος του Δικαστηρίου στην Εναγομένη την 26/06/2010 (η εν προκειμένω λανθασμένη αναφορά της Ενάγουσας σε ότι αφορά την ημερομηνία επίδοσης του Διατάγματος, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, από την στιγμή που σχετική διαπίστωση μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο με βάση το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης). Περαιτέρω, διαπιστώνω απ' το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, ότι ο ίδιος ιδιώτης δικαστικός επιδότης, την 25/06/2012, προέβη σε ένορκο δήλωση - την οποία και κατέθεσε στον φάκελο του Δικαστηρίου -, με την οποία βεβαιώνει τα της προσωπικής επιδόσεως της υπό κρίση Αίτησης και της σχετικής κλήσης μάρτυρος στην Εναγομένη, την 23/06/
- Επιπρόσθετα και σε συνέχεια των προαναφερομένων, διαπιστώνω ότι η Εναγομένη δεν είχε, μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Προς τούτο, η Ενάγουσα έδωσε σχετική μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη από πλευράς Εναγομένης (σχετικές είναι οι παράγραφοι 10 έως 13 της ένορκης της δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, όπως και τα αναφερόμενα της κατά την εξέταση της στο Δικαστήριο). Με την ένορκη δήλωση της που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της, η Εναγομένη προβαίνει απλά σε μία γενική και αόριστη άρνηση σχετικά με την καταλογιζόμενη σ' αυτήν παρακοή του Διατάγματος. Χαρακτηριστικές είναι οι παράγραφοι 5 και 8 της ένορκης δήωσης της, στις οποίες η Εναγομένη αναφέρει: «
- Επίσης δέον όπως αναφερθεί πως, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να λεχθεί πως εγώ, ενεργώ σε καμία περίπτωση υπό τις περιστάσεις, κατά τρόπον, που να καταδεικνύεται ότι περιφρονώ το διάταγμα του δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 05/02/
- ..........................................
- Εν όψει των πιο πάνω, προκύπτει πως δεν, πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, για την επιτυχία της Αίτησης Παρακοής, γιατί ενώ από τη μια δεν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της παρακοής ενός διατάγματος, ήτοι η ένοχη διάνοια και η ένοχη πράξη του παραβάτη του διατάγματος, αφού ένοχη διάνοια δεν υφίσταται υπό τις περιστάσεις, ενώ και να υφίσταται, τούτο συμβαίνει από καθαρά τεχνικής φύσης και μόνο και όχι σαν πραγματικό γεγονός ή και ηθελημένα, δηλαδή εκούσια». Ποια είναι όμως η αξία αυτής της γενικής και αόριστης τοποθέτησης της Εναγομένης; Κατά την άποψη μου, καμία απολύτως, από την στιγμή που αυτή δεν παρουσίασε κανένα θετικό ισχυρισμό προς υποστήριξη των λεχθέντων της ή/και προς αμφισβήτηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Αφενός μεν στην ένορκο δήλωση της που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της, δεν τεκμηριώνεται καθόλου γιατί δεν υφίσταται «ένοχη διάνοια» ή διαζευκτικά, ως το θέτει, το γιατί «και να υφίσταται, τούτο συμβαίνει από καθαρά τεχνικής φύσης και μόνο και όχι σαν πραγματικό γεγονός ή και ηθελημένα, δηλαδή εκούσια», και αφετέρου, από την στιγμή που δεν παρουσίασε μαρτυρία στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών της. Είναι δε χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι η Εναγομένη, δεν αρνείται καν ρητά στην εν λόγω ένορκο της δήλωση, ότι δεν παρέβηκε το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Masri ανωτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε την θέση που είχε υποστηριχθεί σ' αυτήν από την υπεράσπιση ότι, - πέραν των τριών αναγκαίων προϋποθέσεων για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παρακοής Διατάγματος, ήτοι (i) ότι ο Καθ' ου η Αίτηση γνώριζε τους όρους του Διατάγματος, (ii) ότι αυτός ενήργησε (ή απέτυχε να ενεργήσει) κατά τρόπον που συνεπάγεται παράβαση του Διατάγματος, και (iii) ότι αυτός ήξερε τα γεγονότα που καθιστούσαν την συμπεριφορά του και ενέργειες, παράβαση του Διατάγματος -, ήταν επίσης αναγκαίο να διακριβωθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας («to the criminal standard»), ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, ενήργησε με την πεποίθηση («in the belief») ότι, το τι έκανε, συνιστούσε παράβαση του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Σχετική επί του προκείμενου είναι η αναφορά του Λόρδου Wilberforce στην υπόθεση Heatons Transport v. TGWU [1973] AC15, ο οποίος αναφέρθηκε σε ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου η οποία πρέπει να είναι «more than casual or accidental and unintentional». Αυτή η φράση, επανεμφανίστηκε με κάποια συχνότητα σε μεταγενέστερες αποφάσεις, στο πλαίσιο συζητήσεων που αφορούσαν την εξέταση του στοιχείου της αναγκαίας ένοχης διάνοιας του κατ' ισχυρισμό καταφρονητή του Διατάγματος του Δικαστηρίου σε αστικές διαδικασίες παρακοής διατάγματος. Ουσιαστικά, το θέμα, ως έχει εγερθεί κατά περιόδους, είναι κατά πόσο είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, εκ προθέσεως και εν γνώσει του παραβίασε το επίδικο Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Re Supply of Ready Mixed Concrete (Number 2) [1995] 1 AC 456 ξεκαθαρίζει ως προς το θέμα αυτό ότι, ευθύνη για παρακοή, δεν χρειάζεται οποιαδήποτε άμεση πρόθεση («direct intention») από πλευράς του κατ' ισχυρισμό καταφρονητή. Σύμφωνα με τον Λόρδο Nolan (με τον οποίον τα υπόλοιπα μέλη της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων συμφώνησαν), στην σελίδα 481: «Given that liability for contempt does not require any direct intention on the part of the employer to disobey the Order, there is nothing to prevent an employing company from being found to have disobeyed an Order by its servant as a result of a deliberate act by the servant on its behalf». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σ΄ αυτή την υπόθεση, η προαναφερθείσα διατύπωση από τον Λόρδο Wilberforce στην υπόθεση Heatons Transport ανωτέρω, ότι η ένοχη διάνοια ενός Καθ' ου η Αίτηση συνίσταται σε συμπεριφορά «not merely casual or accidental and unintentional», επιβεβαιώθηκε. Κατά την άποψη μου, η λέξη «unintentional» ανωτέρω, στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου, δηλώνει συμπεριφορά που δεν μπορεί να περιγραφεί ως σκόπιμη. Ένα παράδειγμα θα ήταν μια πράξη καθαρής απροσεξίας ή άλλης ακούσιας ή χωρίς θέληση συμπεριφοράς. Ένα άλλο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι συμπεριφορά εκδηλωθείσα υπό εξαναγκασμό ή απειλή. Παραπέμπω ως προς τα της εξέτασης του θέματος αυτού και στο σύγγραμμα των Arlidge, Eady και Smith, «Contempt», 4η Έκδοση, παραγράφους 12 έως 823 και μετέπειτα. Σε συντομία, αυτό που προκύπτει από την νομολογία και τα αναφερόμενα στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, είναι ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πρόθεση ηθελημένης ή εσκεμμένης παρακοής του επίδικου διατάγματος. Ως εκ τούτου, μπορεί να λεχθεί, πιστεύω, ότι σε αιτήσεις παρακοής, υπάρχει μια κάπως μεγαλύτερη έμφαση στην συμπεριφορά και τις ενέργειες του Καθ' ου η Αίτηση, παρά στην συνοδεύουσα νοητική του κατάσταση. Η τελευταία, είναι σαφώς σχετική, αλλά μόνο για να αποδειχθεί γνώση του κατ' ισχυρισμών καταφρονητή: (i) του σχετικού Διατάγματος και (ii) των γεγονότων που καθιστούν την συμπεριφορά και τις ενέργειες του παράβαση των όρων αυτού. Δεν απαιτείται περαιτέρω ή άλλη πρόθεση ή γνώση ή νοητική κατάσταση. Αυτό, αντικατοπτρίζεται και στην εισήγηση ότι, η περιφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου, μπορεί να διαπραχθεί και στην απουσία εσκεμμένης παρακοής εκ μέρους του καταφρονητή. Δέστε σχετικά επ' αυτού στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η Έκδοση (Επανέκδοση), Τόμος 9
(1), τα αναφερόμενα στην παράγραφο 459. Ενώ το θέμα της νοητικής κατάστασης του κατ' ισχυρισμό καταφρονητή είναι, αυταπόδεικτα, σημαντικό θέμα, έχω προσδώσει ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτό, γιατί η τελική αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης βασίστηκε αποκλειστικά και μόνον σ' αυτή την πτυχή του θέματος. Θεωρώ ότι σε υποθέσεις αυτού του είδους, το Δικαστήριο πρέπει να είναι έτοιμο να θέσει ένα όριο, «μια γραμμή». Στην μια πλευρά αυτής της γραμμής, ανήκουν θέματα που αφορούν την νοητική κατάσταση του κατ' ισχυρισμό καταφρονητή, σε ότι αφορά τα δύο είδη γνώσης που αυτός χρειάζεται να έχει για να αποδειχθεί το αδίκημα της παρακοής Διατάγματος Δικαστηρίου, - ως έχουν προαναφερθεί. Στην άλλη πλευρά αυτής της γραμμής, είναι θέματα που αφορούν την νοητική κατάσταση του καταφρονητή, τα οποία δεν έχουν καμία επίπτωση επί της νομικής του ευθύνης και τα οποία δεν μπορούν παρά, στην καλύτερη περίπτωση, να ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής του. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης του στοιχείου της ένοχης διάνοιας ενός Καθ' ου η Αίτηση σε αιτήσεις του είδους, ασχολείται με την πρώτη περίπτωση και όχι την τελευταία. Η ανάλυση αυτή είναι σε κάθε περίπτωση σύμφωνη με το όλο σκεπτικό που διέπει την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου σε θέματα παρακοής. Αυτό εκφράστηκε ξεκάθαρα από τον Λόρδο Oliver στην υπόθεση Attorney General - v - Times Newspapers [1991] 2 All ER 398,. Στην σελίδα 413 αυτής, αναφέρει: «My Lords, the inherent jurisdiction of the superior Courts of record to ensure the effective administration of justice by punishing contempt of Court has been developed by the common law over centuries. It is as essential as it is ancient, for unless litigants can be assured that the rights which it is the duty of the Courts to protect can be fairly determined and effectively protected and enforced, the system of justice necessarily ceases to command confidence and an essential foundation of the structure of civilized society is undermined». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, είναι μία υπενθύμιση ότι σε όλες τις διαδικασίες παρακοής, το κυρίαρχο στοιχείο είναι το ίδιο το κράτος δικαίου («the rule of law»). Θέτοντας το λακωνικά, παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου είναι, ουσιαστικά, ασυμβίβαστη με το κράτος δικαίου το οποίο αποτελεί το θεμέλιο της κοινωνίας. Ασέβεια και παρακοή Διαταγμάτων δεόντως συγκροτημένων Δικαστηρίων είναι, προφανώς, μία αναστάτωση και ένα κακό, με τις σοβαρότερες των διαστάσεων. Η όλη λογική του πράγματος, είναι να διασφαλιστεί ότι το κράτος δικαίου επικρατεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις λεπτομέρειες της παρακοής που η Ενάγουσα απέδωσε στην Εναγομένη με την μαρτυρία της (παράγραφοι 10, 11 και 12 της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 15/06/2012), προκύπτει ότι, η Εναγομένη, γνώριζε τους όρους του Διατάγματος, ότι παρ' αυτά απέτυχε να ενεργήσει βάσει των προνοιών του κατά τρόπον που συνεπάγεται παράβαση του Διατάγματος και τέλος, ότι αυτή ήξερε τα γεγονότα που καθιστούσαν την συμπεριφορά της και ενέργειες, παράβαση του. Στα προαναφερόμενα, πρέπει να προστεθεί ότι, ως ελέχθη και στην υπόθεση Yugos Finance BV ανωτέρω, το βάρος απόδειξης ότι υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο εξ αντικειμένου αδυναμία συμμόρφωσης της Εναγομένης με το Διάταγμα, - με την απόδειξη των προαναφερομένων γεγονότων από πλευράς Ενάγουσας -, μεταφέρθηκε στους ώμους της Εναγομένης, η οποία και δεν το απέσεισε. Επί μέρους ζητήματα Σ' αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, στην οποία με παρέπεμψε ο δικηγόρος της Ενάγουσας (αφορούσε επίσης αίτηση για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου), το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία βάσει της Δ.48 των Θ. Π. Δ. και ο Αιτητής παρουσιάζει προφορική μαρτυρία κατά την δίκη για να αποδείξει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, η προβολή οποιωνδήποτε γεγονότων που αντίκεινται προς την εν λόγω προφορική μαρτυρία από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, πρέπει επίσης να γίνεται με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Κρίθηκε συναφώς ότι υπ' αυτές τις περιστάσεις, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που είχε καταχωρηθεί προς υποστήριξη της ένστασης. Με βάση αυτή την υπόθεση, εισηγήθηκε ο δικηγόρος της Ενάγουσας, η ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από την Εναγομένη στην υπό κρίση Αίτηση, θ' έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να αγνοηθεί από το Δικαστήριο εντελώς, ακόμη και στην περίπτωση που μ' αυτήν, κατ' αντίθεση των προαναφερθέντων διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, προέβαλλε επαρκείς και θετικούς ισχυρισμούς προς αμφισβήτηση των ισχυριζόμενων από πλευράς Ενάγουσας γεγονότων. Λόγω της προαναφερθείσας κατάληξης μου στην Αίτηση, δεν θα προστρέξω να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μ' αυτή την θέση. Θα παρατηρήσω όμως ότι η προαναφερθείσα απόφαση δόθηκε με δεδομένη την Δ.48, κ. 4 των Θ. Π. Δ. πριν την τροποποίηση της την 23/12/1999, καθώς επίσης και το ότι από τα λεχθέντα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Yugos Finance BV ανωτέρω, είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο, το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται στα πλαίσια αιτήσεων παρακοής διατάγματος προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση σ' αυτήν, να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ακόμη και στην περίπτωση που η πλευρά του Ενάγοντα επιλέξει, αν το επιθυμεί, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και προφορική μαρτυρία, πέραν της ήδη κατατεθείσας προς υποστήριξη της Αίτησης του, ένορκης ομολογίας. Τέλος, θα διαφωνήσω με την εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, ο υιός της Εναγομένης, κ. Αργύρης Χαραλάμπους, θ' έπρεπε επίσης να καταδικαστεί για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου επειδή έχει, στο μεταξύ της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης και της εκδίκασης της, καταστεί, δυνάμει σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου, διαχειριστής της περιουσίας της Εναγομένης και των προσωπικών της υποθέσεων, λόγω του ότι αυτή είναι πλέον, ανίκανο πρόσωπο. Και εξηγώ. Η αίτηση της Ενάγουσας στρέφεται εναντίον της Εναγομένης και όχι του υιού της, ο οποίος δεν υποκαταστάθηκε στην θέση της Εναγομένης δυνάμει των προνοιών της Δ.12, κ. 4 των Θ. Π. Δ. ώστε αυτός, ως διάδικος στην διαδικασία να μπορεί, λόγω της μεταβίβασης σ' αυτόν της ευθύνης της Εναγομένης να ενεργήσει προς συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου, να διωχθεί ή καταδικαστεί ο ίδιος προσωπικά, για παρακοή διατάγματος. Σίγουρα ευθύνη για τα της προσθήκης του υιού της Εναγομένης ως διαδίκου, είχε η Ενάγουσα, ευθύς μόλις αυτή έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού, η οποία όμως, δεν έδρασε καθ' αυτόν τον τρόπο. Και αυτό, άσχετα από το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, ο υιός της Εναγομένης είχε επιχειρήσει ο ίδιος να υποκαταστήσει την μητέρα του και να καταστήσει τον εαυτό του διάδικο, χωρίς όμως κάτι τέτοιο εν τέλει να πραγματοποιηθεί. Το γεγονός ότι αυτός παρίστατο στις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ή ότι αυτός κλήθηκε από την Ενάγουσα να προσέλθει στο Δικαστήριο σε κάποια δεδομένη στιγμή, υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης, αλλά όχι σαν διάδικος, δεν διαφοροποιεί την προαναφερθείσα κατάληξη του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι πρέπει να επαναληφθεί και να σημειωθεί καταληκτικά, είναι ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέταση Αίτησης, η Εναγομένη ήταν καλά στην υγεία της, ορκίστηκε στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της εις αυτήν ένστασης της και το Δικαστήριο εξέτασε, αν κατά τον χρόνο αυτό, η Εναγομένη ήταν σε παρακοή Διατάγματος. Το εάν στο μεταξύ, ήτοι από της καταχώρισης της υπό εξέταση Αίτησης και της εκδίκασης της, η Εναγομένη είχε καταστεί ανίκανο πρόσωπο, ή και το γεγονός ότι η παρακοή διατάγματος από πλευράς της συνεχίστηκε, ενδεχομένως να είναι θέματα που θα απασχολήσουν και θα εξεταστούν από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής στην Εναγομένης. Ο χρόνος συμμόρφωσης με το Διάταγμα Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο Διάταγμα του Δικαστηρίου, δεν καθορίστηκε χρόνος εντός του οποίου η Εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να δράσει προς συμμόρφωση της με τις πρόνοιες του. Η νομικά αποδεχτή διαδικασία σ' αυτή την περίπτωση, ώστε η Ενάγουσα να νομιμοποιείται να καταχωρήσει Αίτηση για πειθαναγκασμό ή/και τιμωρία της Εναγομένης με το Διάταγμα, θα ήταν η έκδοση συμπληρωματικού Διατάγματος από το Δικαστήριο - κατ' αίτηση της Ενάγουσας - που να καθορίζει τον χρόνο υπακοής της Εναγομένης στην Απόφαση του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε, ως εκ τούτου η Αίτηση θα μπορούσε να κριθεί ότι πρόωρα ή/και αντικανονικά καταχωρήθηκε. Ο λόγος όμως αυτός, δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης από την Εναγομένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση της. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Yugos Finance BV ανωτέρω. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι έχω ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία ότι, κατά τον δεδομένο χρόνο της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, η Ενάγουσα ήτο ηθελημένα σε παράβαση των όρων του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Ένοχη δηλαδή, παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση κρίνεται ένοχη παρακοής λόγω μη συμμόρφωσης της προς το σημείο 2 της 1ης παραγράφου του Διατάγματος του Δικαστηρίου που περιέχεται στην Απόφαση του ημερομηνίας 05/02/
- Η πλευρά της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση καλείται την 28/06/2014 και ώρα 08:30 π.μ. που η υπόθεση ορίζεται γι' αυτό τον σκοπό, να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί προς μετριασμό, προτού επιβληθεί ποινή στην Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση. Μ' αυτό τον τρόπο, θα δοθεί σ' αυτήν, έστω και την υστάτη, χρόνος, ώστε ο διαχειριστής της περιουσίας της και των προσωπικών της υποθέσεων, να προβεί σε διαβήματα για συμμόρφωση της με τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Διατάγματος, ώστε ένα τέτοιο γεγονός να μπορεί να ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κατά την επιμέτρηση της ποινής της. Ξεκαθαρίζεται ότι μ' αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, δεν επιχειρεί να εναποθέσει και δεν εναποθέτει στον κ. Αργύρη Χαραλάμπους, διαχειριστή της περιουσίας και των προσωπικών υποθέσεων της Εναγομένης, οποιαδήποτε θετική υποχρέωση ή καθιστά αυτόν διάδικο στην παρούσα υπόθεση, και ότι η προαναφερθείσα πρόνοια και αναφορά του Δικαστηρίου, γίνεται με αναφορά σε αυτόν και μόνον τον περιορισμένο σκοπό. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της εκδίκασης της Αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας / Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Όπως αναφέρεται ρητά στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου 42 του Ν. 14/60, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται ασκείται «τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού .». [ii] Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση Krashias Shoe Factory ν. Adidas ανωτέρω: «Η αίτησή τους βασίστηκε αποκλειστικά στις διατάξεις του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν 14/60). Ελλείψει διαδικαστικού κανονισμού που να καθορίζει τη διαδικασία για την παροχή θεραπείας βάσει του άρθρου 42, το θέμα αφέθηκε δικονομικά χωρίς ρύθμιση. Το κενό προέκυψε· ωτό την παράλειψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδώσει διαδικαστικό κανονισμό βάσει των προνοιών του άρθρου 69 του Ν 14/
- Συνεπώς η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται ανάγεται στις γενικές αρχές των δικονομικών κανόνων σύμφωνα με τις οποίες η διαδικασία είναι έγκυρη οποτεδήποτε το θέμα προσδιορίζεται επαρκώς ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου και παρέχεται η ευκαιρία υπεράσπισης στους καθ' ων η αίτηση. ................................................... Καμιά από τις δυο πλευρές δεν έκαμε αναφορά ούτε στο πρωτόδικο Δικαστήριο ούτε ενώπιόν μας στις πρόνοιες της Δ.48 κ4 που επιβάλλουν, στο μέρος που φέρει το αποδεικτικό βάρος, την απόδειξη των γεγονότων που αμφισβητούνται. .................................................. Το άρθρο 42 του Ν 14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη 'δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Πρόσθετα παρέχεται δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ούτε ο τρόπος επίκλησης ούτε το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας για τιμωρία για ανυπακοή ρυθμίζονται από το άρθρο
- Όπως αναφέρεται ρητά στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου 42 η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται ασκείται "τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού ............ ". Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 25 του ίδιου νόμου που προβλέπει για την άσκηση έφεσης εναντίον απόφασης πρωτόδικου δικαστηρίου, έτσι και, στην περίπτωση του άρθρου 42 η άσκηση της δικαιοδοσίας αφήνεται να ρυθμιστεί με διαδικαστικό κανονισμό από την Εξουσία που έχει αρμοδιότητα στο θέμα - τη Δικαστική Εξουσία (Άρθρο 163 του Συντάγματος). Η εισήγηση των εφεσίβλητων ότι δεν ισχύει οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός για την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42, παραγνωρίζει τις διατάξεις του Άρθρου 188 του Συντάγματος βάσει των οποίων διατηρήθηκαν σε ισχύ προϋπάρχοντες νόμοι και κανονισμοί που δε συγκρούονται με το Σύνταγμα. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας διατηρήθηκαν σε ισχύ βάσει του Άρθρου 188 και συνεχίζουν να αποτελούν, εκτός στο βαθμό και έκταση που έχουν τροποποιηθεί, τους διαδικαστικούς θεσμούς βάσει των οποίων ασκείται η πολιτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Άλλωστε οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι τους έχουν επικαλεσθεί, βασίζοντας την αίτησή τους για ανυπακοή στις πρόνοιες της Δ.48κ
- Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσίβλητων ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δε διέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τότε το θέμα της παρακοής διατάγματος θα μπορούσε να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο με κλητήριο ένταλμα που αποτελεί τον καθιερωμένο τρόπο για την έναρξη αστικής διαδικασίας ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου (βλέπε άρθρο 2 - Ν 14/60). Πρόβλεψη για την έγερση θέματος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αίτηση γίνεται στους θεσμούς, στο μέρος εκείνο που επικαλέστηκαν οι εφεσίβλητοι στη Δ.48». Καταλήγουμε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής .» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Εφόσον με το τυχόν διάταγμα που θα εκδοθεί μετά την εκδίκαση της, δεν διαγιγνώσκεται η ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς σ' αυτή την Αγωγή. Αυτή η Αγωγή έχει ήδη αποφασιστεί και τα δικαιώματα των διαδίκων έχουν διαγνωστεί τελικώς. Υποβάλλεται μεν η παρούσα Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, είναι όμως αποκομμένη απ' αυτή και ανεξάρτητη δικονομικά με την αυτοτέλεια της. Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Μιχαλάκης Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ. και άλλοι
(2000)1 Α. Α. Δ. 1759 και Άντρη Ιωακείμ και άλλης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 198. Σε ότι αφορά το ποιες αιτήσεις συνιστούν εναρκτήριες/πρωτογενής αιτήσεις, δέστε την υπόθεση Undruzena Beogradska Banka v. Westarce Investment Inc
(1999)1 A.A.Δ. 124. [iv] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση την υπόθεση Krashias Shoe Factory ν. Adidas, ανωτέρω. [v] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Pantrans Navigation Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 900. Περαιτέρω, στην υπόθεση Yugos Finance BV κ. α. ν. Halebay Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 180/2009, ημερομηνίας 08/03/2013 ανωτέρω, επ' αυτού του σημείου, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48, κ. 4
(1), όπως τροποποιήθηκε, 23.12.1999, οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται και κάθε ειδοποίηση ένστασης πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47. Δεν είναι απαραίτητο όμως μια ένσταση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εκεί όμως όπου καταχωρίζεται ένορκη δήλωση, παρατίθενται τα γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Όμως είναι άλλο πράγμα οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα πάνω στα οποία αυτοί στηρίζονται. Αυτή καθ΄ αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπ΄ όψιν κατ΄ ένσταση μόνο όσα γεγονότα είναι εμφανή από το φάκελο της αγωγής (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Π.Ε. 50/2010, ημερ. 11.5.2011)». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο