← Κύπρος

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΕΒΑΣΤΟΣ ν. ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΚΑΪΛΟΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 354/2014, 23/5/2014

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΕΒΑΣΤΟΣ ν. ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΚΑΪΛΟΣ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 354/2014, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 354/2014 ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΕΒΑΣΤΟΣ Ενάγοντα - και - ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΚΑΪΛΟΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 23/05/2014 Αίτηση Για Διαγραφή και/ή Παραμερισμό και/ή Ακύρωση Κλητήριου Εντάλματος ημερομηνίας 06/03/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Κ. Ανδρέου Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση του, την 05/02/

  1. Ο Εναγόμενος, αφού έλαβε γνώση της αγωγής, εμφανίστηκε στην διαδικασία, - ως δεικνύει το σχετικό σημείωμα εμφάνισης του ημερομηνίας 06/03/2014 -, υπό διαμαρτυρία και παράλληλα καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση. Μ' αυτήν, ο Εναγόμενος αιτείται από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες: I. Διάταγμα του Δικαστηρίου για απόρριψη και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητήριου εντάλματος και/ή της επίδοσης του κλητήριου εντάλματος εναντίον του. II. Διαγραφή της Αγωγής ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω καταχωρήσεως της υπό ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο. III. Διαγραφή της Αγωγής ως καταχρηστικής λόγω δεδικασμένου και/ή λόγω επανειλημμένης ενόχλησης του Εναγομένου για το ίδιο θέμα. IV. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή και/ή η απόρριψη της αγωγής καθ' ότι καμία καλήν και/ή λογική αιτία αγωγής αποκαλύπτεται και/ή ως επιπόλαιας (frivolous), ενοχλητικής (vexatious) και ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.2, κ. κ. 1, 3, 12, 14, Δ.9, κ. Κ. 1 έως 13, Δ.16, κ. 9, Δ.19, κ. 26, Δ.27, κ. Κ. 1, 2, 3, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4, 7, στο Άρθρο
  2. 2 του Συντάγματος, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, τη γενική πρακτική και επί των αρχών που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να καθορίζει την ενώπιον του Διαδικασία. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Αχιλλέως, που είναι δικηγόρος συνεργαζόμενη με την δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο σ' αυτή την αγωγή, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας Αγωγής, ως έχει διαπιστωθεί από τους δικηγόρους του Εναγομένου, είναι κατά παράβαση ρητών κανονισμών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Ειδικότερα σε ότι αφορά την Διαταγή 2, Κανονισμό
  3. Από το Κλητήριο Ένταλμα απουσιάζει η πλήρης διεύθυνση του Ενάγοντα και του Εναγομένου και η υπογραφή του δικηγόρου του Ενάγοντα σε κάθε σελίδα και στο τέλος της έκθεσης. II. Ο Ενάγοντας δεν παρέθεσε στο Κλητήριο Ένταλμα τα προβλεπόμενα από την Διαταγή 2, Κανονισμό 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του. III. Με την παρούσα Αγωγή, ο Ενάγοντας επαναφέρει προς εκδίκαση μεταξύ των ιδίων διαδίκων τα ίδια θέματα μ' αυτά της πολιτικής Αγωγής 508/12 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την 14/02/
  4. Το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε και εκδόθηκε την 14/02/2012 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Αχιλλέως. IV. Στα πλαίσια της Αγωγής 508/12, το Δικαστήριο την 26/04/2014 διέταξε την ακύρωση της επίδοσης του Κλητήριου Εντάλματος που σφραγίστηκε και εκδόθηκε σε σχέση μ' αυτήν, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης του Εναγομένου με τις πρόνοιες της Διαταγής 2, Κανονισμός 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Το Δηλωτικό Κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2014 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Αχιλλέως. V. Την 11/11/2013, η Αγωγή 508/12 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης της, αφού η ισχύς του Κλητήριου Εντάλματος, για σκοπούς επίδοσης του, είχε εκπνεύσει χωρίς να ανανεωθεί. VI. Την 19/12/2013, ο Ενάγοντας προέβηκε σε εκ νέου επίδοση της ήδη απορριφθείσας Αγωγής 508/12 στον Εναγόμενο. Αντίγραφο του Κλητήριου Εντάλματος που επιδόθηκε στον Εναγόμενο, ως προαναφέρεται, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Αχιλλέως. Μάλιστα, την 14/01/2014, ο Ενάγοντας καταχώρησε και αίτηση για απόφαση εναντίον του Εναγομένου στα πλαίσια της Αγωγής 508/12, λόγω της παράλειψης του να καταχωρήσει Έκθεση Υπερασπίσεως την οποία επίδωσε στον Εναγόμενο την 15/01/
  5. Αντίγραφο της αιτήσεως ημερομηνίας 14/01/2014, ως προαναφέρεται, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Αχιλλέως. VII. Ακολούθως των προαναφερομένων, ο Ενάγοντας καταχώρησε νέα Αγωγή, την παρούσα, με το ίδιο Κλητήριο Ένταλμα και την ίδια Έκθεση Απαιτήσεως, ενοχλώντας τον Εναγόμενο για τετάρτη φορά αναφορικά με το ίδιο θέμα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ο Ενάγοντας καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων ένστασης στους οποίους δεν κρίνω απαραίτητο να γίνει μνεία στο παρόν στάδιο. Σ' αυτούς γίνεται αναφορά στην συνέχεια της απόφασης του Δικαστηρίου εκεί και όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η ένσταση του Ενάγοντα βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.2, κ. Κ. 3, 11, 12, Δ.5, κ. Κ. 1 έως 3, Δ.25, Δ.48 και Δ.64, στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Αρνείται τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ως ανυπόστατα. II. Αρνείται ότι είναι ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο. III. Ο Εναγόμενος αληθώς του οφείλει το ποσό που αξιώνει με την παρούσα Αγωγή. IV. Κατά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, γνώριζε ότι ο Εναγόμενος είναι από το Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας και τον αριθμό τηλεφώνου του. Γνώριζε επίσης ότι ο αυτός είναι υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και ότι εργαζόταν στον Ηλεκτροπαραγωγικό Σταθμό Δεκέλειας στην Επαρχία Λάρνακας. V. Προσπάθησε να βρει περισσότερα στοιχεία για τον τόπο διαμονής του Εναγομένου αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό. Γι' αυτό τον λόγο έκαμε πλήρη αναφορά για τον τόπο εργασίας του Εναγομένου. VI. Το Κλητήριο που καταχωρήθηκε και εκδόθηκε αναφορικά με την παρούσα Αγωγή, είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. VII. Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας Αγωγής, επιδόθηκε στον Εναγόμενο στον χώρο εργασίας του, στα γραφεία της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου στην Λευκωσία, ήτοι στην διεύθυνση που αναγράφεται επί του Κλητήριου Εντάλματος, και ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε την επίδοση και δεν επικαλέστηκε κακή επίδοση ή επίδοση εκτός του χώρου εργασίας ή της οικίας του. VIII. Ο Ενάγοντας έλαβε γνώση ότι η Αγωγή 508/12 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, όταν είχε καταχωρήσει την αίτηση ημερομηνίας 14/01/2014 και έλαβε και σχετική προς τούτο επιστολή των δικηγόρων του Εναγομένου ημερομηνίας 15/01/
  6. IX. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε μετά την απόρριψη της Αγωγής 508/12 την 14/11/2013, η οποία ουδέποτε εκδικάστηκε επί της ουσίας της από το Δικαστήριο. X. Αντίγραφα του Κλητήριου Εντάλματος της Αγωγής 508/12, του Κειμένου της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2013 στην Αγωγή 508/12, της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη δικαστικού επιδότη που επέδωσε την Αγωγή 508/12 μετά την εκπνοή της ισχύς του Κλητήριου Εντάλματος που εκδόθηκε σε σχέση μ' αυτήν την 19/12/2013, της επιστολής των δικηγόρων του Εναγομένου ημερομηνίας 15/01/2014 που εστάλη αναφορικά με την Αγωγή 508/12 και της αιτήσεως για απόφαση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αγωγής 508/12 ημερομηνίας 14/01/2014, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση του Ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Καταχώριση και Έκδοση του Κλητήριου Εντάλματος Η σφράγιση ενός κλητήριου εντάλματος, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καταχώρισης και έκδοσης («issue») του. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.2 κ. 12 των Θ. Π. Δ., το κλητήριο ένταλμα θεωρείται ότι έχει εκδοθεί («issued») και η αγωγή έχει ξεκινήσει, μετά την σφράγιση του κλητήριου με την σφραγίδα του Δικαστηρίου. Οι σχετικές πρόνοιες της Δ.2 κ. 12 των Θ. Π. Δ. έχουν ως ακολούθως: «If the writ is such as may be sealed the registrar shall enter the action in the Civil Cause Book and give the writ a number showing the order in which the action is so entered; he shall mark the writ "Filed and sealed on the day of ..., 19... naming the date on which it is filed; he shall then seal the writ with the seal of the Court, and thereupon the writ shall be deemed to be issued and the action to be commenced.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ενισχυτικό της πιο πάνω θέσης είναι και τα όσα διαλαμβάνονται στη Δ.2 κ. 3 των Θ. Π. Δ. όπου καθορίζονται τα προαπαιτούμενα στο στάδιο που ένα κλητήριο ένταλμα παρουσιάζεται για σκοπούς σφράγισης. Οι σχετικές πρόνοιες της Δ.2 κ. 3 των Θ. Π. Δ., έχουν ως ακολούθως: «When presented for sealing every writ of summons shall contain the name of the Court and the year in which the action is being instituted, the name in full of the plaintiff and the defendant, the address in full and occupation of the plaintiff, so far as they can be ascertained, of the defendant, and the plaintiff's address for service within the municipal limits of the town or village in which is situated the registry in which the writ is being filed. The writ shall be indorsed with a statement of the nature of the claim made, or of the relief or remedy required in the action, but it shall not be essential to set forth in such indorsement the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled. The writ shall be signed by the plaintiff or his advocate at the foot of such statement." (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στους Αγγλικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στην Ο. 5 r. 11 η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «Every writ of summons shall be sealed by the proper officer, and shall thereupon be deemed to be issued.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας εξετάσει το Κλητήριο Ένταλμα που έχει καταχωρηθεί στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου αναφορικά με την παρούσα Αγωγή, διαπιστώνω ότι αυτό έχει σφραγιστεί και εκδοθεί σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες των Θ. Π. Δ. στις οποίες προαναφέρθηκα. Και εξηγώ. Όταν το Κλητήριο Ένταλμα παρουσιάστηκε στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου ως προς το αντίθετο, περιελάμβανε το όνομα του Δικαστηρίου και την χρονολογία καταχώρησης του, το πλήρες όνομα του Ενάγοντα και του Εναγομένου, την πλήρη διεύθυνση του Ενάγοντα, την διεύθυνση του Εναγομένου, στο βαθμό που αυτή μπορούσε να εξακριβωθεί (δόθηκαν πέραν της μίας διεύθυνσης του Εναγομένου και το κινητό του τηλέφωνο) και την διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντα εντός της Επαρχίας Λάρνακας. Ο δε δικηγόρος του Ενάγοντα υπέγραψε αυτό στην κάθε σελίδα του. Το γεγονός ότι, δύο από τις τρείς διευθύνσεις που ο Ενάγοντας περιέλαβε στο Κλητήριο Ένταλμα, ως διευθύνσεις του Εναγομένου, δεν είναι πλήρεις, δεν συνιστά λόγο θεώρησης του εντάλματος ως παράτυπου και αντικανονικού, από την στιγμή που η Δ.2 κ. 3 των Θ. Π. Δ. προνοεί ότι η διεύθυνση και το επάγγελμα του Εναγομένου περιλαμβάνεται στο Κλητήριο Ένταλμα, «στο βαθμό που αυτή μπορεί να εξακριβωθεί». Περαιτέρω, σημειώνω ότι παρατηρώ, - αν και ομολογουμένως με κάποια δυσκολία -, ότι ο Πρωτοκολλητής, αφού έδωσε αριθμό καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος και σημείωσε ότι αυτό καταχωρήθηκε και σφραγίστηκε την 05/02/2014, θέτοντας μάλιστα προς τούτο και την υπογραφή του, σφράγισε το Κλητήριο Ένταλμα με την σφραγίδα του Δικαστηρίου. Το ίδιο διαπιστώνω και σε ότι αφορά το Κλητήριο Ένταλμα που επιδόθηκε στον Εναγόμενο. Στον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι καταχωρημένη η ένορκη δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη, κ. Παναγιώτη Παναγιώτου ημερομηνίας 18/02/2014, που προέβη στην επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος στον Εναγόμενο, στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο του Κλητήριου Εντάλματος που επιδόθηκε στον Εναγόμενο. Αυτό φαίνεται ότι φέρει την σφραγίδα του Δικαστηρίου, ενώ είναι και βεβαιωμένο από τον Πρωτοκολλητή ως πιστό αντίγραφο του εγγράφου που βρίσκεται κατατιθέμενο στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, στον Εναγόμενο επιδόθηκε επίσημο αντίγραφο («office copy») του Κλητήριου Εντάλματος της παρούσας Αγωγής συμφώνως των προνοιών της Δ.1, κ. 2 των Θ. Π. Δ. και της Δ.5, κ. 1 των Θ. Π. Δ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος, δεν ισχυρίστηκε αντικανονικότητα στην επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος της Αγωγής, ήτοι σε ότι αφορά τον τρόπο που διενεργήθηκε η επίδοση της σ' αυτόν, αλλά ότι το Κλητήριο που του επιδόθηκε δεν εκδόθηκε κανονικά και είναι άκυρο. Σε ότι αφορά το θέμα της σφράγισης ενός Κλητήριου Εντάλματος από τον Πρωτοκολλητή βάσει της Δ.2 κ. 12 των Θ. Π. Δ., χρήσιμα και καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον έντιμο Δ. Α. Δ. κ. Α. Ρ. Λιάτσου, όταν διατελούσε Πρόεδρος του Ε. Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή 2110/2009, Orianda Management FZ LLC κ. α. ν. Ναταλίας Πατσαλίδου κ. α. ημερομηνίας 19/11/2009, από την οποία προκύπτει ότι η σφράγιση του Κλητήριου Εντάλματος, αποτελεί υποχρέωση του Πρωτοκολλητή, παράλειψη του οποίου να ενεργήσει συμφώνως των προνοιών της Δ.2 κ. 12 των Θ. Π. Δ. δεν θα πρέπει να αφήνεται να επενεργήσει σε βάρος ενός Ενάγοντα. Θέση την οποία υιοθετώ πλήρως: «Η απόφαση στην υπόθεση Re Pritchard decd.

(1963)1 All E.R. 873, ήταν καθοριστική προκειμένου να αναπτύξει την εξεταζόμενη θέση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών. Στην πιο πάνω απόφαση, το Αγγλικό εφετείο, κατά πλειοψηφία, κατέληξε ότι η εκ παραδρομής τοποθέτηση λανθασμένης σφραγίδας από το Πρωτοκολλητείο ήταν μοιραία για την υπόθεση του προσφεύγοντος, καθότι καθιστούσε άκυρη και χωρίς ισχύ την εναρκτήρια κλήση, με αποτέλεσμα η, τότε, Δ.70 (Ο.70, r.1 of the R.S.C. 1883) να μην εφαρμόζεται και η παρατυπία να μην μπορεί να θεραπευτεί. Η διαδικασία θεωρήθηκε ότι ουδέποτε άρχισε, ως αποτέλεσμα θεμελιώδους ελαττώματος. Παρά το γεγονός ότι στην απόφαση της πλειοψηφίας (Lord Upjohn, Lord Danckwerts), αναλύεται με λεπτομέρεια το σκεπτικό της κατάληξης σε αναφορά με την τότε Αγγλική Δ.70, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο - για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια της παρούσας απόφασης - να παραθέσει το σκεπτικό της μειοψηφίας, όπως αυτό αποτυπώθηκε από το Lord Denning, στις σελ. 877-8: «What is the objection to this simple remedy? It is said that because this originating summons was issued in Pontypridd instead of in London, it was a nullity and nothing can be done with it; it cannot be removed to London; it cannot be amended; it is as though it had never been issued at all—even if the mistake had never been discovered till after the judge had decided the case, his judgment would have been a nullity. I must say that I think that this argument is a flat defiance of the rules of court. True it is that when the originating summons was sealed in the district registry, there was a non-compliance with R.S.C., Ord. 54, r. 4B, which says it is to be sealed in the Central Office. But R.S.C., Ord. 70, r. 1, says, as plainly as it can, that: "Non-compliance with any of these rules. . . shall not render any proceedings void unless the court or a judge shall so direct, but such proceedings may be set aside either wholly or in part as irregular, or amended, or otherwise dealt with in such manner and upon such terms as the court or judge shall think fit." Surely under the saving power of this rule, this originating summons could be removed from the district registry to London. I could understand that if the plaintiff's solicitor had failed to comply with the statute (as distinct from the rules), then it might have been difficult to put it right. He complied, however, with every word of the statute. He had to apply to "the High Court" within six months and he did so. He applied to the office of the High Court at Pontypridd and the proper officer there accepted his application. The only mistake that the solicitor made was to overlook an obscure rule in the "White Book" for which he might well be excused. After all, the solicitors on the other side overlooked it as well. I am sure that most of us would have done so too. We all know that on the technicalities of procedure such as these, we rely on the officers of the Court to keep us straight. If the officer at Pontypridd had himself noticed the error when the summons was presented to him, he would no doubt have warned the solicitor of it and the solicitor would have sent it to London and got it issued in time. As it was, the officer himself did not notice it. He sealed the summons and issued it. He made a mistake himself. Hence all this trouble. When an officer of the court itself makes a mistake, the consequences should not be visited on the unfortunate litigant, but it should be remedied by the court itself. It is not even as if it was a serious error. As counsel for the plaintiff said, it is very like the mistake which you make if you post a letter in the "Country" side of the post box instead of the "London" side. The posting is valid enough. The Post Office accepts it and sends it to the destination. It may be delayed by the irregularity, but it is not a nullity. Nor was this summons a nullity by being taken to the Pontypridd office instead of the Central Office.» Αποτέλεσμα της απόφασης του Αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Re Pritchard (ανωτέρω), ήταν η τροποποίηση της Δ.70, με την κατάργησή της και την αντικατάστασή της με τη νέα Αγγλική Δ.2, (The Supreme Court Practice 1967
(1), p.7), η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.64 (Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου)
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366). Ο διαχρονικός, καθαρός, δικαστικός λόγος του Lord Denning, εφαρμόζεται και στην υπό κρίση περίπτωση, περιβεβλημένος πλέον και με τη νομική κάλυψη της προαναφερθείσας τροποποίησης των θεσμών που ακολούθησε. Οι ενάγοντες προσήλθαν στο Πρωτοκολλητείο παρουσιάζοντας Κλητήριο καθ' όλα κατάλληλο για σφράγιση. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής το παρέλαβε, το υπέγραψε και το καταχώρησε, δίδοντάς του τον ανάλογο αριθμό και ημερομηνία καταχώρησης. Υποχρέωσή του ήταν, εφόσον το Κλητήριο πληρούσε ήδη τις απαραίτητες προϋποθέσεις, να το σφραγίσει με τη σχετική ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου προς ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης του Κλητήριου και έναρξη της αγωγής. Με δεδομένη τη συμπλήρωση του όλου κύκλου των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχώρησης που οδηγούσε πλέον στο τυπικό μέρος της σφράγισης του Κλητήριου, η παράλειψη τελικά του Πρωτοκολλητή να θέσει την ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αγωγής. Αποτελεί απλά και μόνο παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη και καλύπτεται από τη Δ.64. Συνεπώς, το Κλητήριο θα πρέπει να θεωρείται ως δεόντως σφραγισμένο». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Καταχώριση της Αγωγής από Ανύπαρκτο Πρόσωπο Ως έχω προαναφέρει, στην προκείμενη περίπτωση το Κλητήριο Ένταλμα που έχει καταχωρηθεί στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου αναφορικά με την παρούσα Αγωγή, έχει σφραγιστεί και εκδοθεί σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες των Θ. Π. Δ. στις οποίες προαναφέρθηκα. Και επαναλαμβάνω. Όταν το Κλητήριο Ένταλμα παρουσιάστηκε στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου ως προς το αντίθετο, περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, το πλήρες όνομα του Ενάγοντα και την πλήρη διεύθυνση του. Το γεγονός ότι δεν περιελήφθη σ' αυτό και το τι επαγγέλλεται ο Ενάγοντας, δεν συνιστά, κατά την άποψη μου, λόγο θεώρησης του εντάλματος ως παράτυπου και αντικανονικού, από την στιγμή που η ταυτότητα του Ενάγοντα μπορεί να προσδιοριστεί πλήρως και με επάρκεια από το ονοματεπώνυμο και την διεύθυνση που περιελήφθη σ' αυτό. Σε κάθε περίπτωση, αρκεί να σημειωθεί ότι η ειδοποίηση περί της προθέσεως του Ενάγοντα να καταχωρήσει Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, συνοδεύτηκε από ένορκο δήλωση του κ. Εμανουήλ Σεβαστού, ο οποίος μ' αυτήν ορκίζεται, ότι είναι ο Ενάγοντας στην παρούσα Αγωγή. Άρα, πρόσωπο υπαρκτό. Δεδικασμένο ή/και Κατάχρηση της Διαδικασίας του Δικαστηρίου Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός ή/και θέση του Εναγομένου ευσταθεί. Η νομολογία που άπτεται της αρχής του δεδικασμένου, δεικνύει πως δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση γιατί στην άλλη αγωγή, 508/12, το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της απαίτησης του Ενάγοντα, και ως εκ τούτου αυτή, παρέμεινε ζωντανή για να διερευνηθεί από το Δικαστήριο σ' αυτή την Αγωγή. Ο Ενάγοντας, δεν εμποδιζόταν να επανέλθει στο Δικαστήριο με νέα αγωγή, γιατί η προηγούμενη είχε απορριφθεί για καθαρά διαδικαστικούς, τυπικούς λόγους, και όχι λόγους ουσίας. Δεν απώλεσε ο Ενάγοντας τα δικαιώματα που τυχόν έχει σύμφωνα με το νόμο, επειδή δεν τηρήθηκαν πλήρως οι δικονομικές διατάξεις των Θ. Π. Δ. που οδήγησαν, με τον τρόπο που είναι κοινώς παραδεκτός από τους διαδίκους, σε τερματισμό της διαδικασίας της αγωγής 508/12, όταν το εκδοθέν σε σχέση μ' αυτήν Κλητήριο Ένταλμα, έπαυσε να ισχύει πριν καταστεί εφικτή η επίδοση της, γεγονός που οδήγησε σε απόρριψη της από το Δικαστήριο. Η αρχή του δεδικασμένου θα εφαρμοζόταν αν το Δικαστήριο απέρριπτε την αγωγή 508/12, για λόγους ουσίας. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Salaman Christifides Daniel v. Κυριάκος Π. Κυριάκου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1741. Ούτε κρίνω ότι έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για επίκληση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου σε περιπτώσεις κατάχρησης διαδικασίας. Προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας, τα δικαστήρια έχουν εξουσία να την ελέγχουν. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές. Ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Σχετικές επί του προκείμενου είναι οι υποθέσεις Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd κ.α.
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Επιστρέφοντας στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ ότι υπάρχει ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής μετά και την απόρριψη της αγωγής, 508/12, ενώ το μικρό χρονικό διάστημα το οποίο εμφιλοχώρησε μεταξύ της απόρριψης της αγωγής, 508/12, την 14/11/2013 και της καταχώρισης της παρούσας Αγωγής την 05/02/2014, δεν παραπέμπει σε κατάχρηση διαδικασίας. Λαμβανομένου υπόψη των ακόλουθων γεγονότων. Ότι:
(1)η αγωγή 508/12 καταχωρήθηκε την 14/02/2012,
(2)στον Εναγόμενο επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα της αγωγής 508/12, η οποία, για τον λόγο ότι αυτό δεν είχε εκδοθεί κανονικά, ακυρώθηκε/παραμερίστηκε από το Δικαστήριο την 26/04/2013,
(3)το κανονικά εκδομένο κλητήριο της αγωγής 508/12 επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 19/12/2013,
(4)είχε όμως προηγηθεί απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της την 14/11/2013 και
(5)ότι ο Ενάγοντας έμαθε για την απόρριψη της αγωγής 508/12 την 14/01/2014 όταν καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο για απόφαση εναντίον του Εναγομένου λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σ' αυτήν Έκθεση Υπεράσπισης. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Μιχάλης Παπόρη ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1 CLR 1037. Διαγραφή και/ή Απόρριψη της Αγωγής Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος ζητά και την διαγραφή και/ή απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι «καμία καλή και/ή λογική αιτία αγωγής αποκαλύπτεται και/ή ως επιπόλαιας, ενοχλητικής και ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου». Βασίσθηκαν κυρίως επί των Δ.27, κ. 3 και Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ. Κύριος σκοπός των εν λόγων διαταγών των Θ. Π. Δ. είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 κ. 26 των Θ. Π. Δ. δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της αγωγής. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 κ. 3 των Θ. Π. Δ. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 κ. 3 των Θ. Π. Δ. η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Ετήσια Πρακτική του, σελ. 575). Επομένως η αίτηση για διαγραφή του Κλητήριου της Παρούσας Αγωγής πρέπει να προσεγγισθεί με βάση τις πιο πάνω αρχές. Αφού εξέτασα την έκθεση απαίτησης με βάση τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτή αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη. Εγείρει κάποια ζητήματα που είναι κατάλληλα για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Η εξέταση σε βάθος της βάσης της παρούσας Αγωγής θα ήταν εσφαλμένη. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδη κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά ακολουθία όλων των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της εκδίκασης της Αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου / Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.