ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4123/2013, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 4123/2013 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ Ενάγοντας - και - ΜΑΡΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 30/05/2014 Αίτηση Για Λήψη Άδειας Από Το Δικαστήριο Για Καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 14/02/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Ιωάννου Σ. για Γιώργος Βασιλείου & Σια Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοδουλίδης για κ. Ν. Νικηφόρου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, την 11/04/
- Ακολούθως της εμφάνισης της Εναγομένης στην διαδικασία την 28/11/2013, ο Ενάγοντας, την 14/02/2014, καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αυτή ορίστηκε για Ακρόαση για πρώτη φορά την 21/03/
- Η επίδοση της προαναφερθείσας αίτησης συντελέστηκε την 18/02/2014 στην διεύθυνση επίδοσης της Εναγομένης, ήτοι του δικηγόρου που την εκπροσωπεί σ' αυτή την Αγωγή. Στο μεσοδιάστημα της καταχώρισης της προαναφερθείσας αίτησης για συνοπτική απόφαση, την 17/03/2014 (και αφού είχε ήδη διενεργηθεί η επίδοση της αιτήσεως για συνοπτική απόφαση του Ενάγοντα), η Εναγομένη καταχώρησε το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της. Ο Ενάγοντας, την 15/04/2014, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, για να απαντήσει ή να εξηγήσει θέματα που, ως οι σχετικοί ισχυρισμοί του, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης ημερομηνίας 11/04/2014 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της, στην αίτηση του Ενάγοντα για έκδοση συνοπτικά απόφασης εναντίον της ημερομηνίας 11/04/
- Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.39, Δ.48 κ. κ. 1 έως 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τη σχετική νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Δημήτρη Χατζηματθαίου, που είναι ο Ενάγοντας στην παρούσα Αγωγή, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Σκοπός της αίτησης είναι να απαντηθούν και/ή αντικρουστούν ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης που συνοδεύουν την ένσταση της στην αίτηση του για συνοπτική απόφαση, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, είναι παραπλανητικοί και αβάσιμοι και σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και να επηρεάσουν αρνητικά την κρίση του. II. Στην εν λόγο ένορκη δήλωση της Εναγομένης, αναφέρονται νέα γεγονότα που δεν έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση Υπεράσπιση της και τα οποία έρχονται σε πλήρη αντίθεση και αντίφαση μ' αυτήν, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν. III. Η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε ευθύς μόλις διαπιστώθηκε αυτό το γεγονός όταν είχε μελετηθεί η προαναφερθείσα ένσταση της Εναγομένης. IV. Το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο ώστε να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλα και δη τα ορθά τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης του για συνοπτική απόφαση και είναι ύψιστης σημασίας προς την εκδίκαση αυτής και ανάπτυξης των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, καθώς και για σκοπούς αντίκρουσης της μαρτυρίας της Εναγομένης. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση εγείροντας 17 συνολικά λόγους ένστασης αρκετοί από τους οποίους αλληλεπικαλύπτονται. Αναφορά σε κάθε ένα απ' αυτούς κρίνω ότι δεν είναι απαραίτητη στο παρόν στάδιο. Εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο θ' αναφερθώ σ' αυτούς στην συνέχεια της απόφαση μου. Η Ένσταση, βασίζεται στην Δ.18, κ. κ. 1, 2 και 9, Δ.39, Δ.48, κ. κ. 1 έως 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και της πρακτικής, ως επίσης και στην συμφυή νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την Ένσταση της Εναγομένης στην υπό κρίση Αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγομένης, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα εξής: I. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην προαναφερθείσα ένορκο δήλωση του. II. Το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι αληθές, πλήρες τεκμηριωμένο και αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση. III. Το γεγονός αυτό, εμφαίνεται και από τα αναφερόμενα του ιδίου του Ενάγοντα στην Αίτηση του, στην οποία αναφέρεται ότι αυτή γίνεται για να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την ένσταση της και ως εκ τούτου ότι υπάρχει ουσιώδες θέμα προς εκδίκαση. Έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας της στα πλαίσια της αίτησης του Ενάγοντα για συνοπτική απόφαση. IV. Η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι με την καταχώριση της, συνεπάγεται ότι η υπόθεση του Αιτητή δεν είναι καθαρή ώστε να εκδοθεί συνοπτικά απόφαση εναντίον της. Σκοπό έχει να διορθώσει ατέλειες, παρατυπίες και ελλείψεις οι οποίες υπάρχουν στην ένορκο δήλωση του που υποστηρίζει το αίτημα του για έκδοση απόφασης συνοπτικά. V. Τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση της προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση του Ενάγοντα για συνοπτική απόφαση είναι δεόντως δικογραφημένα στην Έκθεση Υπεράσπισης της. Το τι λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση είναι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται στα πλαίσια της διαδικασίας που της αφορούν και μόνο. Ως εκ τούτου η Έκθεση Υπεράσπισης δεν λαμβάνεται υπόψη. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση της που υποστηρίζει την ένσταση της στην αίτηση για συνοπτική απόφαση του Ενάγοντα, δεν έρχονται σ' αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται κάτι τέτοιο για να παραπλανήσει και να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Καθώς επίσης και να επιτύχει διεξαγωγή δίκης επί της ουσίας της αγωγής στα πλαίσια της Αίτησης του για συνοπτική απόφαση κατά παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων και το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη. VI. Η Αίτηση του Ενάγοντα είναι γενική και αόριστη. Δεν αποκαλύπτει τα γεγονότα και το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτε και τα γεγονότα τα οποία αυτός σκοπεύει ν' αντικρούσει. VII. Οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων αναφορικά με την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης του Ενάγοντα, βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. VIII. Η αίτηση του Ενάγοντα είναι κακόπιστη και αυτό υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι μ' αυτήν δεν αποκαλύφτηκε στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. IX. Επαναλαμβάνει του λόγους ένστασης της ως αυτοί εκτίθενται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πώς αντικρίζεται από το Δικαστήριο αίτημα για λήψη άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με αίτηση που υποβάλλεται από οποιονδήποτε διάδικο για ενδιάμεση θεραπεία ή και σε σχέση με ενδιάμεση αίτηση που αποσκοπεί απλά στην ρύθμιση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τα Δικαστήρια (πρωτοδίκως αλλά και κατ' έφεση) τα τελευταία χρόνια και ως εκ τούτου, είναι χρήσιμη μια ανασκόπηση στην δικονομία και νομολογία που διέπουν το θέμα, πριν από την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης επί της ουσίας της. Στην υπόθεση KRASHIAS SHOE FACTORY LTD -ν- ADIDAS SPORTSCHUHFABRIKEN ADI DASSIER KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ») πριν την τροποποίηση της με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/1999, απεφάνθη ότι οι πρόνοιες της Δ.48, κ.4 των Θ. Π. Δ. ως είχαν τότε[1] επέβαλλαν στο μέρος που έφερε το αποδεικτικό βάρος μίας αίτησης, δηλαδή στον Αιτητή, την απόδειξη των γεγονότων που αμφισβητούνταν από τον Καθ' ου η Αίτηση (βάση των όσων προέκυπταν με την καταχώριση ένορκης ή ένορκων δηλώσεων προς υποστήριξη της προβαλλόμενης ένστασης του) με επιπρόσθετη προφορική μαρτυρία. H έλλειψη μιας τέτοιας μαρτυρίας, δηλαδή που να αποδείκνυε τα αμφισβητούμενα γεγονότα, οδηγούσε σε απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Η ανωτέρω αρχή είχε υιοθετηθεί και επαναληφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LOUIS VUITTON -ν- ΔΕΡΜΟΣΑΚ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΗΣ
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, στην απόφαση του οποίου, στην σελίδα 1465, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξή τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ. 4. Το αποδεικτικό μέσο, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που δε γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, είναι η προφορική μαρτυρία, όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750. Η μαρτυρία η οποία προσάγεται, πρέπει να είναι αποδεκτή βάσει του δικαίου της απόδειξης. Δεν περιορίζονται όμως οι μάρτυρες οι οποίοι μπορεί να κληθούν για να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα σ' εκείνο ή εκείνους που κατέθεσαν ένορκη δήλωση. Μόνο μαρτυρία παραδεκτή κατά τους κανόνες της απόδειξης μπορεί να θεμελιώσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας [η απόφαση στη Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 κατατείνει προς την ίδια κατεύθυνση όπως και η Krashias ως προς την ερμηνεία της Δ.48 θ. 4]. Υπό το πρίσμα ανωτέρω, το αίτημα των εφεσειόντων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, παρέμεινε μετέωρο ενόψει της απουσίας παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, διαπίστωση που καθιστά την έφεση απορριπτέα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Θα υπομνήσω απλώς εδώ και την υπόθεση FASHION BOX S.P.A. -ν- FERRO FASHIONS LTD
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 στην οποία επίσης αποφασίστηκε στην βάση της ανωτέρω αρχής και των προνοιών της Δ.48, κ. 4 Θ. Π. Δ., ότι, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ του αιτητή και του καταθέτοντος την ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος, θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στον βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει. Μετά την γενόμενη τροποποίηση της Δ.48, κ. 4
(1)των Θ. Π. Δ. με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/1999, και σύμφωνα με τη προκύπτουσα Δ.48, κ. 4
(2)[2] των Θ. Π. Δ., το Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, δύναται για «καλό λόγο», να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της ίδιας Διαταγής, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης όπως προνοείται από την Δ.39 των Θ. Π. Δ. (Βλέπε τις υποθέσεις IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD -ν- FASHIONWISE LTD
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377 και A. MESSIOS & SONS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ -ν- ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2007, ημερομηνίας 18/02/2010). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω τροποποίηση αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης μιας υπόθεσης από το Δικαστήριο επί της ουσίας της, κατά την διάρκεια εξέτασης μιας οποιαδήποτε ενδιάμεσης αίτησης για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, ή έκδοσης ενδιάμεσων, ρυθμιστικών της διαδικασίας, διαταγμάτων. Στόχος δηλαδή της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είναι, η ολοκληρωμένη παρουσίαση μιας αίτησης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί πλήρους φάσματος της διαφοράς. Διατήρησε όμως, θεωρώ, αναλλοίωτη την αρχή ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του Αιτητή αμφισβητούνται, ο Αιτητής πρέπει να προσκομίζει μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Πλέον, σύμφωνα και με την Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ. αυτό μπορεί να γίνει με την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, το περιεχόμενο των οποίων πρέπει να αποσκοπεί στην αντίκρουση ισχυρισμών του Καθ' ου η Αίτηση, οι οποίοι αν παραμείνουν αναντίλεκτοι, θα οδηγήσουν σε απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Σχετικό επί του θέματος είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 61/2007, ημερομηνίας 25/01/2008, Μεταξύ: ROMIR MONITORING ν. MB ROMIR HOLDINGS LTD,
(2008)1Α Α. Α. Δ σελ. 106: «Οι εφεσίβλητοι δεν ζήτησαν δυνάμει της Δ.48, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας άδεια, είτε για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είτε για να αντεξετάσουν το πρόσωπο που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση, επί της οποίας επισυναπτόταν ως τεκμήριο το σχετικό Πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων, που αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την άποψή μας, λανθασμένα θεώρησε ότι το Πιστοποιητικό κατοπτρίζει μόνο τη γνώμη του συντάκτη του ή έστω τη γνώμη του συγκεκριμένου Υπουργείου, αναφορικά με την ισχύ της εν λόγω Συνθήκης. Το σχετικό πιστοποιητικό, ως μέρος των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ή μαχητό τεκμήριο για το περιεχόμενό του και δεν ήταν απλώς θέμα γνώμης του αρμοδίου Λειτουργού. Εφόσον το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε, το Δικαστήριο όφειλε να το είχε δεχθεί για σκοπούς της αίτησης για ασφάλεια εξόδων. Πλην της υπόθεσης Studland, ανωτέρω, η οποία όπως έχουμε επισημάνει διαφοροποιείται από την παρούσα, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε πολλές άλλες υποθέσεις, θεώρησε ότι η Συνθήκη συνεχίζει να ισχύει. Αναφερόμαστε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 362, Vladimir Petrov
(1996)1 A.A.Δ. 535 και Ivanov Igor Borisovich
(2000)1 A.A.Δ. 1899». (η υπογράμμιση και η έμφαση ανωτέρω είναι δική μου) Ως προς την προαναφερόμενη πτυχή του θέματος, θα υπομνήσω απλά και τις υποθέσεις Πολιτική Έφεση Αρ. 10945, ημερομηνίας 19/12/2002, ΜΑΙΡΗ ΝΙΚΟΥ ΣΕΒΑΣΤΟΥ ν. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΝΙΚΟΥ ΣΕΒΑΣΤΟΥ,
(2002)1Γ Α. Α. Δ. σελ. 1980, Πολιτική Έφεση Αρ. 11049, ημερομηνίας 21/12/2001, ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΤΟΥΡΗΣ ν. HELLENIC BANK LTD, 1 Α. Α. Δ. σελ. 2118 και Πολιτική Έφεση Αρ. 131/2009, ημερομηνίας 29/01/2010, DMITRY RYBOLOVLEV ν. ELENA RYBOLOVLEVA στις οποίες φαίνεται να υιοθετείται το ίδιο σκεπτικό. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της σχετικής δικονομικής πρόνοιας, απαιτείται η στοιχειοθέτηση «καλού λόγου» ώστε να εγκριθεί από το Δικαστήριο το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην Πολιτική Έφεση αρ. 277/2007, A. MESSIOS & SONS LTD (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτηση με κλήση για επαναφορά έφεσης και όχι μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας είχε εκδοθεί προσωρινά, ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα κατ' εφαρμογή του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 και του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το Ανώτατο Δικαστήριο, όσων αφορά το θέμα παροχής άδειας για καταχώριση ένορκης δήλωσης, ανέφερε τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Καθοδηγητικά, όσων αφορά το θέμα αυτό, είναι και τα όσα ελέχθησαν επί του θέματος από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ Δ. Α. Δ. στην Πολιτική Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό αναφοράς 8869/05, Μεταξύ: MATHEW SHAW ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ -ν- DEPFA INVESTMENT BANK LTD, ημερομηνίας 28/02/2007 σε απόφαση του μετά από εξέταση σχετικού αιτήματος (την οποία εξέδωσε ενόσω διατελούσε ως Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας). Μεταξύ άλλων, είπε και τα ακόλουθα: «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επίσης, σύμφωνα με την νομολογία, δεν δίδεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία στα πλαίσια εξέτασης μονομερούς αίτησης και ο Αιτητής επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη πληροφόρησης κατά τρόπο πρωθύστερο, με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο. Η εισαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική αίτηση δεν είναι επιτρεπτή, γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων μονομερών διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης του, αντιπαραβάλλοντας τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος. Η θέση αυτή, υποστηρίζεται από τα όσα αναφέρθηκαν στην ΑΓΩΓΗ ΝΑΥΤΟΔΙΚΕΙΟΥ 151/98, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04/12/2010, STAVROS GEORGIOU & SON (SCRAP METALS) LTD -v- ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ LIPA από τον έντιμο κ. Νικήτα Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε): «Ο δικηγόρος του πλοίου διαφωνεί. Εισηγείται πως δεν είναι αυτό το σωστό πλαίσιο της υπόθεσης. Το θέμα είναι αν, όπως εξηγεί, αφού το διάταγμα σύλληψης εκδόθηκε μονομερώς, υπάρχει μεταγενέστερα δικαίωμα για πρόσθετη ή συμπληρωματική μαρτυρία προς αναπλήρωση οποιουδήποτε κενού στη μαρτυρία που θα δικαιολογούσε χορήγηση του διατάγματος. Η μόνη σχετική μαρτυρία είναι εκείνη που παρουσιάζεται για πρώτη φορά και η οποία επηρεάζει την κρίση του δικαστηρίου. Η νομολογία αφορά αιτήσεις για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό. Η αρχή όμως είναι η ίδια. Με παρέπεμψε δε στις ακόλουθες τρεις υποθέσεις: Luis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ. κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 στις σελ. 1455 και 1463, Sons of Afif Yamout κ.α. ν. Schiffahrts Ges Elbe M.B.H. & Co
(1994)1 A.A.Δ. 191 σελ. 193, 194 και στην Αίτηση για Αναθεώρηση στην αγωγή ναυτοδικείου αρ. 157/90 Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α. ημερ. 30/5/
- ............................. Δέχομαι την εισήγηση ότι η αρχή που εφαρμόστηκε στις υποθέσεις στις οποίες βασίστηκε ο δικηγόρος του πλοίου είναι ευρύτερης εμβέλειας. Δεν περιορίζεται σε αιτήσεις για άδεια επίδοσης αγωγής στην αλλοδαπή. Το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των περιπτώσεων είναι η εξασφάλιση προσωρινής προστασίας μονομερώς. Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο. Η θέση που διατύπωσε υποστηρίζεται, πιστεύω, από την απόφαση Luis Vuitton, ανωτέρω. Στη σελ. 1453 αναφέρεται ότι: "Ενδιάμεση αίτηση - Τα γεγονότα που την θεμελιώνουν πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη ή ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση - Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, ή η καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων δηλώσεων." Ομοίως στην υπόθεση Sons of Afif Yamout, ανωτέρω, υπογραμμίστηκε ότι υπό παρόμοιες συνθήκες (σελ. 191): "Δεν μπορεί η μαρτυρία να συμπληρωθεί από μαρτυρία που προσκομίζει ο αντίδικος για υποστήριξη ένστασης του στην έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος." Τέλος, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Demstar Limited, ανωτέρω, στη σελ. 6: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. (Βλέπε Salt Electronic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" & 2 others, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 165/88, ημερομηνίας 29 Ιουνίου
- Amathus Navigation Co Ltd (ανωτέρω)." Η υπό κρίση αίτηση, αν κοιταχθεί υπό το πρίσμα του κανόνα που υιοθέτησε η νομολογία, δεν μπορεί να πετύχει. Δεν παρέχεται η ευχέρεια για την προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας. Αυτό, όπως προειδοποιεί η υπόθεση Demstar, ανωτέρω, θα ήταν σφάλμα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αξιοσημείωτα και καθοδηγητικά επί της συγκεκριμένης πτυχής του θέματος, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από τον έντιμο κ. Μ. Χριστοδούλου Δ. Α. Δ. (την οποία εξέδωσε ενόσω διατελούσε ως Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) στην απόφαση του στην Πολιτική Αγωγή με αριθμό αναφοράς 5307/09, Oleksandr Yaroslavskyy και άλλων ν. Α.Β. Globel Trade Limited και άλλων, απόφαση ημερομηνίας 10/03/
- Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη Νομολογία, εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης, οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους που αμφισβητούνται. Κι αυτό γιατί δεν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για άδεια προσκόμισης πρόσθετης μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή με την αντεξέταση του εναγόμενου 2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Κυρίως σ΄ ότι αφορά το σοβαρό ισχυρισμό του Chornyy ότι η μεταβίβαση της Μετοχής έγινε στη βάση των προφορικών παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του εναγόμενου 2 προς τον ενάγοντα 1 και ενόψει τούτου ο εν λόγω εξ ακοής ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και σ΄ αυτόν δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω εισήγηση, η οποία παραβλέπει ότι η Νομολογία στην οποία βασίζεται αναπτύχθηκε πριν την αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)που έγινε τέλος του 1999. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που είχε δοθεί από τη Νομολογία στον εν λόγω Κανονισμό, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Ακόμη παραβλέπει ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788), αλλά ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Σ΄ ότι δε αφορά την ουσία της για προσκόμιση πρόσθετης μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή με αντεξέταση του εναγόμενου 2 είναι αρκετό να παρατηρήσω τα ακόλουθα:- Η πρόβλεψη της Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις έγινε για να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, αλλά έχω την άποψη ότι όπου αμφισβητούνται γεγονότα αυτό δεν τεκμηριώνει άνευ ετέρου και «καλό λόγο» για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε μέσω της εν λόγω δήλωσης να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσεως δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened"). Όσον αφορά το θέμα της αντεξέτασης είναι αρκετό να επισημανθεί ότι τέτοια άδεια σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) και αυτό λόγω του ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως το Δικαστήριο, όπως έχει σημειωθεί, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους η εισήγηση δεν ευσταθεί και οι ισχυρισμοί του Chornyy που αμφισβητούνται θα προσεγγισθούν όπως θα προσεγγισθούν και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετικές επί του προκείμενου είναι και οι υποθέσεις LOUIS VUITTON που παρατέθηκε πιο πάνω, PERPETTI S.P.A., -ν- LOUNIC CONFECTIONERY LTD
(2000)1Β Α.Α.Δ 960 και INTERPARTEMENTAL CONCERN "URALMETROM" -ν- BESUNO LTD
(2004)1Α Α.Α.Δ 557). Δεν παρέχεται, επίσης, άδεια, όταν επιχειρείται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία αποσκοπεί στο να απαντήσει με το να απορρίψει απλά την εκδοχή του αντιδίκου που κρίνεται ως ανυπόστατη, δεν είναι αποδεκτή, αφού δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και διαπιστωθεί η αποδεικτική της αξία σ' αυτό το στάδιο.[3] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, στα πλαίσια διαδικασίας εξέτασης οριστικοποίησης ή μη, εκδοθέντων μονομερώς, προσωρινών διαταγμάτων, δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς με τελικά ευρήματα ή οριστικά συμπεράσματα σε σχέση μ' αυτή. Ως εκ των ανωτέρω, το εάν θα παρασχεθεί άδεια σε διάδικο για καταχώρηση απαντητικής / αντικρουστικής ή / και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην βάση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ., είναι θέμα που άπτεται αποκλειστικά στην διακριτική ευκαιρία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας πρώτα και κύρια υπόψη, την φύση της ενδιάμεσης θεραπείας ή του διατάγματος που επιδιώκεται, θα κρίνει, - έχοντας ως γνώμονα τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του προς υποστήριξη της αίτησης και το τι πρωτογενές προκύπτει από την προβαλλόμενη ένσταση όσων αφορά τα ισχυριζόμενα γεγονότα -, εάν αυτά καθιστούν αναγκαία την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι συνιστά «καλό λόγο» εξετάζεται υπό το πρίσμα του τι προτίθεται ο αιτών διάδικος να παρουσιάσει, απαντητικά / αντικρουστικά ή/και συμπληρωματικά, ως μαρτυρία και σε κάποιες περιπτώσεις, εάν η εν λόγω μαρτυρία ήταν εφικτό ή / και εάν θα ήταν πιο δίκαιο για τον ενιστάμενο, να παρουσιαζόταν με την αρχική ένορκη δήλωση του αιτητή. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Άλλωστε, κάτι τέτοιο θα ήταν αχρείαστο από την στιγμή που, ως προκύπτει από εξέταση των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων, δεν υπάρχουν σ' αυτές ισχυρισμοί των διαδίκων περί γεγονότων, παρά, ως επί το πλείστον, επιχειρηματολογία και νομικοί ισχυρισμοί. Τούτο φυσικά έχει τη σημασία του, ως διαφαίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί, έχοντας κατά νου ότι η προτιθέμενη προς καταχώριση συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφορά διαδικασία αιτήσεως για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Διαδικασία όπου, το Δικαστήριο, έχει ευχέρεια να εκδώσει συνοπτική απόφαση όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης, που καθίσταται δυνατό για το δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνηση κατά το στάδιο της δίκης. Στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230 το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας έφεση που καταχωρήθηκε εναντίον απόφασης που εκδόθηκε σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, σε ότι αφορά το θέμα της «ανταλλαγής συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων» και της στάθμισης απ' το Δικαστήριο των αντικρουόμενων απ' αυτές ισχυρισμών, παρατήρησε τα ακόλουθα[i]: «Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ' αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817) Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην δε υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed."». ........................................... Η εφεσείουσα με την ένορκη δήλωσή της (βλ. παραγ. 5) είχε ισχυρισθεί, όπως έχουμε ήδη υποδείξει, ότι ο ωμόσας την ένορκη δήλωση δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει. Παρά την προβολή τέτοιου ισχυρισμού η εφεσίβλητη δεν είχε επιδιώξει να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως εκ των ανωτέρω, το εάν θα παρασχεθεί άδεια σε διάδικο για καταχώρηση απαντητικής / αντικρουστικής ή / και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην βάση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των Θ. Π. Δ., σε διαδικασία που αφορά αίτηση για συνοπτική απόφαση, είναι θέμα που άπτεται αποκλειστικά στην διακριτική ευκαιρία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας πρώτα και κύρια υπόψη του το ιδιαίτερο της διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων για συνοπτική απόφαση, θα κρίνει,- έχοντας ως γνώμονα τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του προς υποστήριξη της αίτησης και το τι πρωτογενές προκύπτει από την προβαλλόμενη ένσταση όσων αφορά τα ισχυριζόμενα γεγονότα -, εάν αυτά καθιστούν αναγκαία την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως προκύπτει απ' την υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ανωτέρω, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν αποκλείεται απλά και μόνο επειδή πρόκειται περί διαδικασίας αιτήσεως για συνοπτική απόφαση. Η κάθε υπόθεση κρίνεται πάντοτε από τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Σίγουρα, ως λέχθηκε και στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd ανωτέρω, το τι πρέπει να αποφεύγεται απ' ένα Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτού του είδους, είναι η στάθμιση των αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και η κατάληξης του σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Έχοντας εξετάσει την ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, διαπιστώνω πλήρη έλλειψη αναφοράς σε γεγονότα τα οποία να τείνουν να καταδείξουν την επίδραση που μπορεί να υπάρξει στην προαναφερθείσα πτυχή της κύριας διαδικασίας από την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τα όσα με γενικότητα αναφέρει στην ένορκο δήλωση του ο Ενάγοντας, δεν προσδιορίζουν με την αναγκαία λεπτομέρεια τα συγκεκριμένα θέματα για τα οποία ζητείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ειδικότερα, την μαρτυρία που θα παρουσιαστεί μ' αυτή. Σίγουρα στην απουσία αυτών των στοιχείων, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει τη πραγματική πρόθεση του Ενάγοντα όσων αφορά το υπό κρίση ζήτημα και εάν συντρέχει «καλός λόγος» για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Είναι η άποψη μου ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του υπό εξέταση αιτήματος του Ενάγοντα, δεν είναι αρκετή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που αυτός φέρει σε σχέση με την υπό κρίση Αίτηση. Για παράδειγμα, μήπως η μαρτυρία η οποία θα προσφερθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά το στάδιο της καταχώρισης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, γιατί άπτεται των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση του; Ο Ενάγοντας, στην προαναφερθείσα ένορκο δήλωση του, σχολιάζει γενικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση για συνοπτική απόφαση και υποστηρίζει ότι, κάποιοι ισχυρισμοί της Εναγομένης σ' αυτήν (τους οποίους δεν προσδιορίζει) είναι «αναληθείς» και «παραπλανητικοί». Γι' αυτό τον λόγο, υποστηρίζει, πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα «ορθά γεγονότα». Ποια είναι όμως αυτή η μαρτυρία; Θα είναι συμπλήρωση γεγονότων, ή απλά επιχειρηματολογία; Ποια μορφή θα πάρει - δηλαδή, θα κατατεθούν έγγραφα, ή απλά να γίνει αναφορά σε γεγονότα; Ποια έκταση θα έχει; Τι είναι αυτό που στην ουσία θέλει τώρα να απαντήσει / αντικρούσει / συμπληρώσει ο Ενάγοντας; Είναι πρόδηλο ότι στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει η μαρτυρία την οποία ο Ενάγοντας προτίθεται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, πως μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει εάν αυτή είναι επιτρεπτή ή δεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης! Το όλο θέμα θα ήταν πιο ξεκάθαρο, εάν σύμφωνα με την ορθή πρακτική, ο Ενάγοντας καταχωρούσε ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση της που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, αυτούσια την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Χαρακτηριστική επί του θέματος αυτού, είναι και η εν παρόδω παρατήρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/2011, ημερομηνίας 10/04/2012, στην οποία αναφέρθηκε: «Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε» (η έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά ακολουθία όλων των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της εκδίκασης της Αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «... If there is a conflict between the applicant and any person giving notice of opposition in regard to the facts the applicant or such person must, at the hearing of the application, be prepared to prove the facts he relies upon in so far as the burden of proof lies upon him». [2] «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39». [3] Δέστε επί του προκείμενου την υπόθεση Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 που αναφέρθηκε και πιο πάνω. [i] Σχετικά επί του προκείμενου, είναι και τα όσα ανέφερε ο έντιμος Δ. Α. Δ. κ. Κουρρής στην Αίτηση Αρ. 91/93 για Προνομιακά Εντάλματα της φύσεως Certiorari και Prohibition του Χριστάκη Αυγουστή κ. α.: «Το κύριο επιχείρημα των δικηγόρων του αιτητή, είναι ότι έκδηλα η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να μην επιτρέψει στον αιτητή 1, Χριστάκη Αυγουστή να καταθέσει ενόρκως προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ήταν άκυρη και/ή αντίθετη με την υφιστάμενη νομολογία. Προς υποστήριξη της θέσης τους, βασίστηκαν στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ. και άλλης,{1991) 1 Α.Α.Δ. 1453. Έχω τη γνώμη ότι η πιο πάνω έφεση επιλαμβάνεται μαρτυρίας που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ένορκης δήλωσης για την στήριξη ενδιάμεσης αίτησης για τη παροχή προσωρινής θεραπείας και δεν έχει εφαρμογή στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο βασίζεται στις ενόρκους δηλώσεις, όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Michalakis Christodoulou v. Olympia Erotokritou 21 C.L.R. 175[i]. Εκείνο το οποίο μπορούσαν να κάνουν οι αιτητές, ήταν να δώσουν ειδοποίηση για να αντεξετάσουν τον ενάγοντα και Κώστα Χασάπη, πάνω στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους, πράγμα που δεν είχαν κάνει, όπως δήλωσε ο δικηγόρος των αιτητών στην παρούσα αίτηση». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο