AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD ν. SUN HALL Ομόρρυθμη Εταιρεία, Αρ. Αγωγής: 909/14, 16/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 909/14 Μεταξύ: AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, από Λάρνακα Ενάγουσα - και - SUN HALL Ομόρρυθμη Εταιρεία, από Λάρνακα Εναγομένη ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4/4/14 ΓΙΑ ΠΑΡEΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4/4/14 Ημερομηνία: 16 Μαϊου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κος Ν. Δαμιανού για Δαμιανού & Λάρκου Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Αιμιλιανίδης για Α. & Α.Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 Κ.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 4/4/14 αξιώνει δηλώσεις ότι η Εναγόμενη και/ή αντιπρόσωποι της και/ή αξιωματούχοι της και/ή υπηρέτες της (α) παράνομα επέμβηκαν την 1/4/14 στο ξενοδοχείο «SUN HALL HOTEL» το οποίο βρίσκεται νόμιμα στην κατοχή της, (β) παράνομα επέμβηκαν στην λειτουργία του ξενοδοχείου και στο προσωπικό της, (γ) ότι παράνομα διαδίδει ή και δημοσιεύει ψευδώς δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι ανέλαβε την διαχείριση του εν λόγω ξενοδοχείου και του προσωπικού του από την 1/4/14 ή και ότι διέπραξε επιζήμια ψευδολογία σε βάρος της, (δ) διάταγμα άρσης κάθε επέμβασης, (ε) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και επιζήμια ψευδολογία, (στ) τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις και (ζ) τόκους και έξοδα. Την ίδια ημέρα, 4/4/14, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα όπως η Εναγομένη ή/και εκπροσώποι της ή/και αξιωματούχοι της ή/και υπηρέτες της μη εισέρχονται ή/και επεμβαίνουν με οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή και λειτουργία του εν λόγω ξενοδοχείου άμεσα από της επίδοσης του διατάγματος μέχρι πλήρους εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερων διαταγών του Δικαστηρίου. Τελικά την ίδια ημέρα εκδόθηκε το ως άνω προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης ύψους €400.000 και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 11/4/14. Κατά την ημέρα αυτή εμφανίστηκε δικηγόρος για την Εναγόμενη και κατόπιν παράκλησης του ορίστηκε για ακρόαση στις 28/4/14, με διαταγή για ισχύ του διατάγματος μέχρι τότε και οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 22/4/14, όπως και έγινε. Στις 28/4/14 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση και το διάταγμα αμφότεροι οι δικηγόροι για υποβοήθηση του Δικαστηρίου παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.48 Θ.1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 12, 13, 34, 39, 43 και 44 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των αρχών του Δικαίου της Επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο εκτίθεται στην ένορκη δήλωση του Γιάννη Παναγή, διευθύνοντα σύμβουλου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας από την οποία είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή. Με την ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο ίδιο νομικό υπόβαθρο με επιπλέον αναφορά στο άρθρο 57 του Ν.14/60, στα άρθρα 6 και 7 του Κεφ. 6 και στους Θ.2, 4, 5, 6 και 7 της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προβάλλονται δεκατρείς λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται πιο κάτω:
(1)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος.
(2)Η Ενάγουσα δεν έχει νόμιμο δικαίωμα χρήσης.
(3)Δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής με βάση των Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο ΚΕΦ. 148.
(4)Το διάταγμα είναι κατά την εκτέλεση του ουσιαστικά προστακτικό.
(5)Η Εναγομένη με την έκδοση του διατάγματος θα τεθεί σε αδυναμία ελέγχου και αξιοποίησης της ιδιοκτησίας και έτσι προξενείται ανεπανόρθωτη ζημιά.
(6)Το διάταγμα είναι αόριστο.
(7)Η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.
(8)Η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι είναι αξιόχρεη και ότι η Εναγόμενη είναι αναξιόχρεη.
(9)Η εγγυητική δεν είναι σύμφωνη με την διαταγή του Δικαστηρίου.
(10)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Εναγομένης.
(11)Η Ενάγουσα δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του οικονομικού διευθυντή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Δήμου Δήμου, η οποία είναι ομόρρυθμος έταιρος της Εναγομένης από την οποία είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή. Με την ένορκη δήλωση επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Να αναφερθεί από τώρα ότι το άρθρο 57 του Ν.14/60 δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο θέμα αφού αναφέρεται ότι οι αγωγές από και εναντίον της Δημοκρατίας εγείρονται εν ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Το άρθρο 6 του Κεφ. 6 καταργήθηκε. Δεν χρειάζεται να αναφερθούν όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Αυτές τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τις οποίες έχει υπόψη του. Είναι αρκετό να καταγραφεί περιληπτικά το ιστορικό της υπόθεσης, και έτσι γίνεται κατωτέρω. Όπου δε καθίσταται αναγκαίο θα γίνεται ειδική αναφορά είτε στη μια είτε στην άλλη ένορκη δήλωση καθώς και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτές. Το ίδιο θα γίνει και με τις αναλυτικές, διαφωτιστικές και επιμελείς αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους δύο ομνύσαντες. Η Εναγόμενη είναι ομόρρυθμη εταιρεία, εγγεγραμμένη δεόντως στις 10/2/1969 με ομόρρυθμους συνεταίρους από το 1977 την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και το Ορφανοτροφείο και Επαγγελματική Σχολή Δ.Γ. Διανέλλου, Σχολή Λάρνακας. Η Διανέλλειος σχολή διοικείται από επιτροπή με πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη Κιτίου και αντιπρόεδρο τον εκάστοτε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στις 20/11/06 η Εναγόμενη εκμίσθωσε το ως άνω ξενοδοχείο αποτελούμενο από 114 δωμάτια και 54 οργανωμένα τουριστικά διαμερίσματα μετά του κινητού και ακινήτου εξοπλισμού αυτού, στην Ενάγουσα, για περίοδο επτά
(7)ετών αρχομένης την 1/4/07 και λήγουσας την 31/3/14 αντί συγκεκριμένου ετησίου αυξανόμενου μισθίου το οποίο θα καταβάλλετο ισόποσα μηνιαίως, Τεκμήριο 2 στην αίτηση. Μεταξύ άλλων, πολλών, όρων της εκ δεκατριών
(13)σελίδων γραπτής συμφωνίας, η Ενάγουσα υποχρεούτο, και έτσι έπραξε, με την υπογραφή της συμφωνίας να δώσει στην Εναγόμενη τραπεζική εγγύηση προς εξασφάλιση της καταβολής του μισθίου, όρος Ε5. Επίσης προβλέπετο, όρος Ε7, μετά την συμπλήρωση της περιόδου εκμίσθωσης εάν η Εναγόμενη επιθυμούσε να επανεκμισθώσει το ξενοδοχείο θα προτιμούσε την Ενάγουσα εφόσον η Ενάγουσα κατά την διάρκεια της εκμίσθωσης αποδείχθηκε απολύτως συνεπής με όλες τις υποχρεώσεις της που απόρρεαν από τη συμφωνία και η προσφορά της για την νέα περίοδο εκμίσθωσης δεν ήταν χαμηλότερη της υψηλότερης προσφοράς άλλου ενδιαφερομένου με τους ίδιους όρους εκμίσθωσης. Προς τούτο η Εναγόμενη υποχρεούτο να ανακοινώσει γραπτώς προς την Ενάγουσα την πρόθεση της αυτή δώδεκα
(12)μήνες πριν τη λήξη της εκμίσθωσης και η Ενάγουσα υποχρεούτο να κοινοποιήσει γραπτώς την απάντηση της εντός τριών
(3)μηνών από την κοινοποίηση της Εναγομένης. Με την ριζική ανακαίνιση του ξενοδοχείου από την Εναγομένη, τα διάδικα μέρη υπέγραψαν στις 24/3/12, Τεκμήριο 3 στην αίτηση, νέα, συμπληρωματική-τροποποιητική συμφωνία της συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/06 σύμφωνα με την οποία μεταξύ άλλων επέρχετο τροποποίηση των ποσών για την περίοδο 1/4/10 έως 31/3/11 και την περίοδο 1/4/11 έως 31/3/12 αφού από τις 23/7/10 έως 31/3/11 και από 1/4/11 έως 22/4/11 η Ενάγουσα δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Επίσης η εκμίσθωση πλέον περιλάμβανε εκατό-δώδεκα
(112)δωμάτια και μία σουϊτα καθώς και τρία
(3)διαμερίσματα ενώ για τα υπόλοιπα πενήντα-τρία
(53)διαμερίσματα η εκμίσθωση λύετο και δηλώνετο ότι γι' αυτά οι σχέσεις τους ήταν εκκαθαρισμένες και ουδεμία απαίτηση ή αξίωση υφίστατο. Η Εναγομένη τον Ιούνιο του 2013 αποφάσισε να επανεκμισθώσει το ξενοδοχείο για περίοδο επτά
(7)ετών, ήτοι από 1/4/14 έως 31/3/21 και κοινοποίησε τούτο στην Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 17/6/13 καθώς και την προκύρηξη προσφοράς προς τούτο, Τεκμήρια 4 και 5 στην αίτηση. Στην επιστολή γινόταν αναφορά σε απλήρωτες οικονομικές υποχρεώσεις της Ενάγουσας. Η επιστολή αυτή έτυχε απάντησης από την Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 27/6/13, Τεκμήριο 6, στην οποία παρατίθενται οι θέσεις της Ενάγουσας και ιδιαίτερα ότι εκπλήρωσε και εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τις διευθετήσεις που έγιναν. Βέβαια, αντίθετη είναι η θέση της Εναγομένης η οποία με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, να καταδείξει ότι η Ενάγουσα δεν ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις της και ότι εξακολουθεί να της οφείλει συγκεκριμένο ποσό. Η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά στις 2/7/13, Τεκμήριο 7 στην αίτηση, στην οποία αναφέρετο ότι σε περίπτωση κατακύρωσης της εκμίσθωσης σε αυτή η τραπεζική εγγύηση που ήδη υπήρχε και ισχύε μέχρι την 31/3/14 θα επεκτείνετο ώστε να καλύψει το ύψος του ποσού της προσφοράς της. Η Εναγόμενη περί τούτου ισχυρίζεται ότι η δήλωση αυτή δεν εκπληρεί τον όρο περί τραπεζικής εγγύησης που αναφέρεται στην ανακύρηξη προσφοράς για τη νέα ενοικίαση του ξενοδοχείου. Η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 15/7/13, Τεκμήριο 8 στην αίτηση, επιβεβαίωνε την πρόθεση της για άσκηση του δικαιώματος προτίμησης, δικαίωμα (option) όπως νοεί και ερμηνεύει τον όρο Ε7 της συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/06, Τεκμήριο
- Αντίθετη είναι η θέση της Εναγομένης ότι κανένα δικαίωμα (option) δεν εκπηγάζει από τον όρο Ε7 της συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/
- Η Εναγομένη μεταξύ της 15/7/13 και 23/7/13 απέστειλε επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία της κοινοποιούσε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην «short list». Η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 23/7/13, Τεκμήριο 9 στην αίτηση, δήλωνε στην Εναγομένη ότι αποδέχετο το υψηλότερο μίσθιο για επανεκμίσθωση του ξενοδοχείου. Η επιστολή αυτή έτυχε απάντησης με επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης, Τεκμήριο 10 στην αίτηση, στην οποία αναφέρετο ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο σε κανένα δικαίωμα στη βάση των όρων Ε6 και 7 του Τεκμηρίου 2, ότι ήταν αυτονόητο ότι η Ενάγουσα έπρεπε να παραδώσει το ξενοδοχείο την 1/4/14 στην Εναγομένη και ότι νέος μισθωτής ήταν η εταιρεία Sunny Seaker Management Ltd. Ακολούθησε σειρά επιστολών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης, Τεκμήρια 11-18 στην αίτηση καθώς και συναντήσεις. Στη συνάντηση ημερομηνίας 11/11/13 η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου στην παρουσία του Μητροπολιτη Κιτίου και του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα του ιδρύματος της Διανέλλειου Σχολής, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι την 1/4/14 θα πήγαινε μόνος του να παραλάβει το ξενοδοχείο. Επειδή η Εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν θα παρέδιδε το ξενοδοχείο, ειδοποίησε την επιτυχούσα προσφοροδότρια ότι δεν μπορούσε να δεσμευτεί συμβατικά ενώ με επιστολή της ημερομηνίας 30/12/13 ζήτησε από την Ενάγουσα να της παραδώσει το ξενοδοχείο για ιδία εκμετάλλευση, Τεκμήριο 14 στην αίτηση. Επειδή στις επιστολές της Εναγομένης γινόταν λόγος για απλήρωτα ενοίκια, η Ενάγουσα με επιστολές ημερομηνίας 26/2/14 και 17/3/14, Τεκμήρια 19 και 20 στην αίτηση, απέστειλε επιταγές για τα ενοίκια των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2014 και στα τέλη Μαρτίου του 2014 κατέβαλε και το ενοίκιο Μαρτίου του
- Η Ενάγουσα θεωρεί ότι ανταποκρίθηκε πλήρως σε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της όπως τις αντιλαμβάνεται με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες ενώ από την άλλη η Εναγομένη θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις όπως η ίδια αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τις δύο ως άνω συμβάσεις. Η Εναγομένη με επιστολή ημερομηνίας 19/3/14, Τεκμήριο 21 στην αίτηση, ζήτησε από την Ενάγουσα να παραπεμφθεί η διαφορά τους σε διαιτησία. Σε αυτή απάντησε η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 3/4/14, Τεκμήριο 22 στην αίτηση, αφού μεσολάβησαν δηλαδή τα γεγονότα της 1/4/14 για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, και μεταξύ άλλων ζήτησε όπως καθοριστούν τα θέματα της διαφοράς. Στις 19/3/14 περιέπεσε στην αντίληψη του Παναγή δημοσίευμα της εφημερίδας In Business, Τεκμήριο 20Α στην αίτηση, ότι την διαχείριση του ξενοδοχείο από την 1/4/14 αναλαμβάνει η Αρχιεπισκοπή. Παρόμοια είδηση μεταδόθηκε και από τον τηλεοπτικό σταθμό Antenna. Ένεκα τούτων η Ενάγουσα απέστειλε στα εν λόγω μέσα ενημέρωσης επιστολές, ιδίας ημερομηνίας, 21/3/14, Τεκμήρια 20Β και 20Γ στην αίτηση, με την οποία διέψευδε τα δημοσιεύματα. Την 1/4/14, και εν αναμονή του προσδιορισμού των θεμάτων της διαφοράς που ζήτησε η Ενάγουσα, και περί ώρα 11:00π.μ., ενώ η Ενάγουσα λειτουργούσε κανονικά το ξενοδοχείο, ο Αρχιεπίσκοπος με την συνοδεία του και ο κ. Λοϊζου ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Κιτίου ακολουθούμενοι από εκπροσώπους μέσων μαζικής ενημέρωσης και τηλεοπτικών σταθμών εισήλθαν στο ξενοδοχείο απαιτώντας την παράδοση του. Μάλιστα εισήλθαν και σε μη ανοικτούς χώρους του ξενοδοχείου προσπαθώντας να παραλάβουν τις αποθήκες, μιλώντας στο προσωπικό ως να ήταν αυτοί οι εργοδότες τους και δηλώνοντας ετσιθελικά ότι το ξενοδοχείο βρίσκεται στην κατοχή και διαχείριση της Εναγομένης, παρά την αντίθεση της συζύγου του κ. Παναγή και του Γενικού Διευθυντή της Ενάγουσας κ. Ευαγγελιδη που τους ανάφεραν ότι επέμβηκαν παράνομα στο ξενοδοχείο. Τις πιο πάνω δηλώσεις ο Αρχιεπίσκοπος και οι συνεργάτες του εξέφρασαν στους εκπροσώπους της Ενάγουσας στην παρουσία και των δικηγόρων της σε γραφείο στο ισόγειο του ξενοδοχείου, οι οποίοι με σεβασμό στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου ζήτησαν την αποχώρηση τους υποδεικνύοντας ότι το θέμα θα επιλύετο από αρμόδιο Δικαστήριο ή σε διαιτησία. Να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος αλλά και άλλοι εκπρόσωποι της Εναγομένης δήλωναν από το χώρο του εστιατορίου και lobby του ξενοδοχείου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, Mega και ΡΙΚ ότι η κατοχή και διαχείριση καθώς και το προσωπικό του ξενοδοχείου ανήκει πλέον στην Εναγομένη. Η κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας παράνομη είσοδος, η επί ώρες παραμονή των ως άνω προσώπων στο ξενοδοχείο μέχρι αργά το απόγευμα, η επιμονή τους να κάνουν καταγραφή του stock των αποθηκών, οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου, η παρουσία και η συμπεριφορά της συνοδείας του Αρχιεπισκόπου και η ετσιθελική διακοπή της ομαλής λειτουργίας του ξενοδοχείου, είχαν ως αποτέλεσμα (α) την αναστάτωση των πελατών και του προσωπικού του ξενοδοχείου και ο διευθυντής του ξενοδοχείου να δηλώσει ότι έπαυσε να εργάζεται για τον Ενάγουσα και ότι εργαζόταν πλέον για την Εναγομένη, η παραίτηση του οποίου έγινε αποδεκτή και ο οποίος την επόμενη προσπάθησε να δημιουργήσει προβλήματα στο ξενοδοχείο αλλά τελικά αποχώρησε. (β) Χρειάστηκε η κλήση της αστυνομίας καθώς η χρήση ιδιωτικής εταιρείας φρούρησης των χώρων των αποθηκών. (γ) Ακόμα τουριστικοί πράκτορες έθεσαν υπό αμφισβήτηση κρατήσεις στο ξενοδοχείο ενώ υπήρξαν και ακυρώσεις κρατήσεων. Επειδή ο κ. Παναγή απουσίαζε στη Ρόδο εσπευσμένα ήρθε στην Κύπρο για να συναντηθεί την επομένη με τον Αρχιεπίσκοπο όπως συμφωνήθηκε. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος επέμενε στην απαίτηση του να του παραδοθεί το ξενοδοχείο ενώ εκφράστηκε με τρόπο που παρέπεμπε σε επανάληψη παρόμοιας ετσιθελικής συμπεριφοράς η οποία εάν πραγματοποιηθεί θα ζημιώσει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Ενάγουσας τα οποία δεν μπορεί να διασωθούν με τελική θεραπεία ούτε και με οιεσδήποτε αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη για τα όσα επεσυνέβησαν την 1/4/14 προβάλλει τη θέση ότι επρόκειτο για μια ειρηνική είσοδο, χωρίς χρήση βίας, με σκοπό την παραλαβή του ξενοδοχείου που δικαιωματικά δικαιούτο με βάση τις δύο ως άνω συμφωνίες αφού η εκμίσθωση έληξε την 31/3/14 και επρόκειτο για προγραμματισμένη επίσκεψη για την οποία είχε ενημερωθεί η Ενάγουσα. Εισερχόμενος ο Αρχιεπίσκοπος στο ξενοδοχείο ζήτησε να μιλήσει με τους υπευθύνους ότε και μετά από ολιγόωρη αναμονή παρουσιάσθηκαν ο διευθυντής του ξενοδοχείου, ο κ. Ευαγγελίδης και η κα Μαρία Παναγή, μαζί με τους δικηγόρους της Ενάγουσας και οι τελευταίοι στο γραφείο του διευθυντή, όπου μετέβησαν όλοι, ζήτησαν από τον Αρχιεπίσκοπο να αποχωρήσει αρνούμενοι να παραδώσουν το ξενοδοχείο. Να σημειωθεί ότι κατά το διάστημα της αναμονής προσήλθαν και χαιρέτησαν τον Αρχιεπίσκοπο μέλη του προσωπικού του ξενοδοχείου, τα οποία γνώριζαν την διαφορά των δύο πλευρών, τους οποίους διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο να χάσουν τη δουλειά τους με την ανάληψη της διαχείρισης του ξενοδοχείου από την Εναγομένη. Στο χώρο βρέθηκαν και εκπρόσωποι των μέσων μαζικής ενημέρωσης που ακολουθούν τον Αρχιεπίσκοπο με βάση το πρόγραμμα εκδηλώσεων του. Ο Αρχιεπίσκοπος προσβεβλημένος, όχι τόσο από όσα λέχθηκαν αλλά από το ύφος και τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε και στεναχωρημένος από την συμπεριφορά των αναφερθέντων προσώπων μετέβη στο χώρο του εστιατορίου όπου συνέφαγε με τους συνεργάτες του. Κατ' αυτή την ώρα κατέφθασε η αστυνομία και πρόσωπα ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας. Μετά το πέρας του φαγητού ο Αρχιεπίσκοπος επανακάθισε στην καφετέρια με τη συνοδεία του, ενώ διευθετήθηκε και έγινε νέα συνάντηση με τον κ. Κώστα Ζερβό, συνοδό του Αρχιεπισκόπου, σε γραφείο του διευθυντή του ξενοδοχείου, με τον κ. Ευαγγελίδη και την κα Παναγή. Αφού ολοκληρώθηκε μετά από ώρα η συζήτηση μεταφέρθηκε στον Αρχιεπίσκοπό ότι η Ενάγουσα ήταν πρόθυμη να συζητήσει αποχώρηση της από το ξενοδοχείο και γι' αυτό το σκοπό θα μετέβαινε ο κ. Παναγή στο γραφείο του Αρχιεπισκόπου στην Αρχιεπισκοπή εντός 24 ωρών. Μετά την εξέλιξη αυτή ο Αρχιεπίσκοπος ικανοποιημένος δήλωσε την ετοιμότητα του για την συνάντηση και αποχώρησε με τη συνοδεία του από το ξενοδοχείο αφού ανάφερε εκ νέου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι η Εναγόμενη θα αναλάμβανε τη διαχείριση του ξενοδοχείου Sun Hall. Χαρακτηριστικό του καλού κλίματος που δημιουργήθηκε ήταν η προσφορά της κας Παναγή να κεράσει τον Αρχιεπίσκοπο και τη συνοδεία του καθώς και το ξεπροβάδισμα του κατά την αποχώρηση του από το ξενοδοχείο. Αντί των όσων συμφωνήθηκαν, την επόμενη ημέρα στη συνάντηση, ο κ. Παναγή αρνήθηκε κάθε συζήτηση για παράδοση του ξενοδοχείου και πρότεινε την επέκταση της συμφωνίας εκμίσθωσης για πολυετή περίοδο, γεγονός που σήμανε την διακοπή της συζήτησης. Καμία αναστάτωση δεν δημιουργήθηκε στους πελάτες του ξενοδοχείου ούτε και παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα ούτε και ακύρωση κρατήσεων. Αντιθέτως σε ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο Ε στην ένσταση, που στάληκε στο κ. Δήμου από τουριστικό πράκτορα, ο οποίος τον ρωτούσε εάν η Εναγόμενη είχε αναλάβει τη διαχείριση του ξενοδοχείου του απάντησε όχι, καλώντας τον να απευθυνθεί στο τμήμα υποδοχής του ξενοδοχείου. Αφού επαναλαμβάνει τις θέσεις της η Εναγομένη για μη ετσιθελική συμπεριφορά και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επανάληψης μιας συμπεριφοράς που ουδέποτε υπήρξε, τονίζεται ότι τούτα δεν σημαίνει ότι πρόκειται να συναινέσουν στις αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες της Ενάγουσας. Ακόμη υπάρχει ο ισχυρισμός, και δίδεται η εξήγηση περί τούτου, ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις, του άρθρου 32 του Ν.14/60, δεν αποδείχθηκε το κατεπείγον στην έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 4/4/14, η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, δεν παρείχε στοιχεία για το αξιόχρεο της και το αναξιόχρεο της Εναγομένης, δεν απέδειξε ότι θα υποστεί ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Από την έκδοση δε του απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 4/4/14, το οποίο χαρακτηρίζεται από την Εναγομένη προστακτικό, προκαλείται στην Εναγομένη ανυπολόγιστη ζημιά καθότι (α) δημιουργείται ο κίνδυνος καταστροφής της περιουσίας της, (β) δεν μπορεί να υπογράψει εκμίσθωση με τρίτο πρόσωπο ή να διαχειριστεί η ίδια το ξενοδοχείο για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, όπως η αποπληρωμή του δανείου για ανακαίνιση του ξενοδοχείου και εξυπηρέτηση του Ορφανοτροφείου, (γ) υπάρχει απώλεια εμπορικής εύνοιας διότι υπάρχει κίνδυνος ενοικίασης σε χαμηλότερη τιμή λόγω της κακής χρήσης του από την Ενάγουσα. Υπάρχει κίνδυνος υποβάθμισης των αστέρων του ξενοδοχείου επειδή δεν θα μπορεί να εισέρχεται σε αυτό η Εναγόμενη για συντήρηση, όπως και η πληρωμή αποζημιώσεων σε πελάτες γι' αυτό το λόγο και ουτε θα μπορεί να ελέγξει την τήρηση των απαιτήσεων της και (δ) επειδή ο μετρητής ρεύματος είναι επ' ονόματι της Εναγομένης αφού δεν το μετέφερε η Ενάγουσα στο όνομα της ως όφειλε, υπάρχει κίνδυνος να κληθεί να καταβάλει αυτή το ρεύμα. Τέλος το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπερ της Εναγομένης και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής, και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 234. Το άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδισθεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση, ταυτόχρονα, στα πλαίσια του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αφού το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του ΚΕΦ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του ΚΕΦ. 6 βλ. S.A. Constantinou Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754, 760. Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιου v Μελάνθιου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2342 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Co Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Βλ. επίσης Όξυνος κ.ά. v. Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066, P & MA. RESTAURANT LTD κ.ά. v ERIC JOHN WAKEHAH, Πολ. ΄Εφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Κωμοδρόμος v. Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Στην υπόθεση Zena Co Ltd 1857, ανωτέρω, με επίκληση της υπόθεσης Κυρίσαββας v. Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(A) A.A.D. 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic Consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Designs Ltd), υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805. Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 528, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13 το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. ΄Ετσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν΄ αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (No.2) v. Σαββίδης
(1979)1 A.A.Δ. 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 W.L.R. 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Rybolovler κ.ά. v. Rybolobleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, 96 γίνεται αναφορά στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 στην οποία αναφέρθηκε ότι εκείνο που πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι «.. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Βλ. επίσης Basilyeva v. Φοβερού κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 και Όξυνος κ.ά. v. Λού (ανωτέρω). Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΟΡΚΩΣ ΔΗΛΟΥΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΗ. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των διάφορων θεμάτων που τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 4 του ΚΕΦ. 6 πρέπει να εξετάσω το θέμα που θίγεται στην αγόρευση του Δικηγόρου της Ενάγουσας, παραθέτοντας συγκεκριμένες αναφορές ως παραδείγματα, ότι ο κ. Δήμου ενώ αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και από μελέτη των φακέλων της υπόθεσης, εντούτοις δεν αναφέρει στη συνέχεια ποια γεγονότα γνωρίζει ο ίδιος όταν κάνει αναφορά σε αυτά και από ποιους φακέλους έλαβε γνώση. Πράγματι ενώ στην παρ. 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Δήμου αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και από τη μελέτη των φακέλων της υπόθεσης και όσον αφορά τα νομικά θέματα από νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της Εναγομένης, στη συνέχεια δεν ξεκαθαρίζει όταν αναφέρεται στην δεκαπεντασέλιδη ένορκη δήλωση σε γεγονότα ή αλληλογραφία ή άλλα θέματα, ποια από αυτά γνωρίζει προσωπικά και πως και ποια από την μελέτη φακέλων της υπόθεσης και ποιων φακέλων. Έτσι π.χ. όταν αναφέρεται στην παρ. 21 γ) της ένορκης δήλωσης του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 1/4/14 στο ξενοδοχείο Sun Hall δεν αναφέρει αν ήταν και αυτός παρών και έλαβε μέρος ή αν του τα ανάφερε κάποιο άλλο άτομο που ήταν παρών ή έλαβε μέρος και ποιος ήταν αυτός. Το ίδιο συμβαίνει και για όσα αναφέρει στην παρ. 21Θ για την συνάντηση του Αρχιεπισκόπου και του κ. Παναγή στην αρχιεπισκοπή στις 2/4/14. Όπως βέβαια και για τα όσα αναφέρονται στην παρ. 22 της ένορκης δήλωσης του. Ότι μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως εκ της θέσης του ως οικονομικός διευθυντής της Αρχιεπισκοπής μπορεί να γνωρίζει τα οικονομικά της Αρχιεπισκοπής. Όμως η Εναγομένη είναι ομόρρυθμος εταιρεία με άλλη νομική οντότητα για την οποία δεν γίνεται αναφορά ότι έχει κάποια σχέση με αυτή. Το γεγονός ότι η Αρχιεπισκοπή είναι ομόρρυθμος έταιρος της Εναγομένης δεν συνεπάγεται ότι ο Οικονομικός διευθυντής της Αρχιεπισκοπής είναι και οικονομικός διευθυντής της Εναγομένης. Παρόλο που φαίνεται να μην συνάδει η ένορκη δήλωση του με την Δ.39 Θ.2 θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη δήλωση του. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Εξετάζοντας πρώτα το θέμα του κατεπείγοντος καταρχάς πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχει σημασία εάν χρησιμοποιείται η λέξη επείγον ή κατεπείγον από την Ενάγουσα. Σημασία έχει αν από τα γεγονότα της υπόθεσης αναδύεται το κατεπείγον έκδοσης του διατάγματος. Από τα γεγονότα της υπόθεσης διαφαίνεται ότι η Εναγομένη την 1/4/14 δια εκπροσώπων της προέβη σε επέμβαση στο ξενοδοχείο με σκοπό την κατάληψη και την κατοχή του κατά την ώρα που ευρίσκετο σε λειτουργία και στην παρουσία πελατών που διέμεναν σε αυτό, του προσωπικού του ξενοδοχείου και εκπροσώπων των μέσων μαζικής ενημέρωσης, επικαλούμενη τη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης στην Ενάγουσα. Την επιχείρηση κατοχής του ξενοδοχείου εκ μέρους της Εναγομένης 1 διαλαλούσε και διατυμπάνιζε προ ημερών ο Αρχιεπίσκοπος ενώ την θέση αυτή εξέφρασε και σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 11/11/13 μεταξύ των μερών στην Ιερά Μητρόπολη Κιτίου. Η εισβολή εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου και της συνοδείας του στο ξενοδοχείο προκάλεσε την αναστάτωση των πελατών, φόβο και αγωνία στο προσωπικό, με συνέπεια ο διευθυντής του ξενοδοχείου να δηλώσει εκείνη τη στιγμή ότι εργαζόταν πλέον για την Εναγομένη, να κληθεί η αστυνομία, ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας για φύλαξη συγκεκριμένων χώρων, να προκληθεί ανησυχία και ερωτηματικά για το ποιος είχε την διαχείριση του ξενοδοχείου, με τρανταχτό παράδειγμα η αναφορά του κ. Δήμου στην ένορκη δήλωση του ότι τουριστικός πράκτορας επικοινώνησε μαζί του για να τον ρωτήσει περί τούτου, καθώς και η ακύρωση κρατήσεων κατά τον κ. Παναγή, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε. Όταν τελικά αποχώρησε από το ξενοδοχείο ο Αρχιεπίσκοπος και η συνοδεία του αργά το απόγευμα και έγινε η συνάντηση την επόμενη ημέρα στις 2/4/14 στην Αρχιεπισκοπή και ο κ. Παναγή πρότεινε την επανενοικίαση του ξενοδοχείου, ο Αρχιεπίσκοπος με τις αναφορές, δηλώσεις και εκφράσεις του παρέπεμπε σαφώς ότι θα το επαναλάμβανε. Ήταν υπό αυτές τις συνθήκες που καταχωρήθηκε η αγωγή στις 4/4/14 και ταυτόχρονα καταχωρήθηκε η υπό εξέταση μονομερής αίτηση και διάταγμα που εκδόθηκε στην αίτηση την ίδια ημέρα. Συνάγεται ευθέως ότι ο Αρχιεπίσκοπός, που ενεργεί για την Εναγομένη, υλοποιεί αυτά που λέγει και η απειλή που εξέφρασε στη συνάντηση στις 2/4/14 για επανάληψη της ίδιας πράξης, δηλαδή της επέμβασης στο ξενοδοχείο με σκοπό την κατοχή, δεν ήταν κενό γράμμα ή αόριστη και ασαφής αλλά επίκειτο ανά πάσα στιγμή η πραγματοποίηση. Γι' αυτό και χρειάζετο άμεσης προστασίας η Ενάγουσα και ήταν κατεπείγον η έκδοση του διατάγματος εναντίον της Εναγομένης για αποτροπή επανάληψης της. Ως εκ των πιο πάνω η εισήγηση για μη ύπαρξη του κατεπείγοντος απορρίπτεται. Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΔΕΝ ΗΛΘΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΧΕΡΙΑ Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα ή/και ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο, στηρίζεται στην θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα (α) όταν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι υπέστη ζημιές από την Εναγόμενη κατά την ανακαίνιση του ξενοδοχείου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια καθότι τούτο έρχεται σε αντίθεση με τους όρους του Τεκμηρίου 3, (β) απέκρυψε το ποσό που δαπάνησε η Εναγόμενη για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και τα γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την υπογραφή του Τεκμηρίου 3, καθώς και μέχρι τη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης (γ) παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι δήθεν είχε μονομερές δικαίωμα εκμίσθωσης με βάση τον όρο Ε7 του Τεκμηρίου 2, ότι δεν ήταν συνεπής με τις συμβατικές υποχρεώσεις της και ότι δεν είχε σταλεί γνωστοποίηση από την Εναγόμενη για την πρόθεση ανανέωσης της εκμίσθωσης του ξενοδοχείου ένα χρόνο πριν τη λήξη ως αναφέρετο στη συμφωνία, Τεκμήριο 2, όπως και ότι οφείλει ενοίκια, (δ) απέκρυψε ότι δεν είχε υποβάλει έγκυρη συμμετοχή στον διαγωνισμό για νέα ενοικίαση του ξενοδοχείου, (ε) παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς την καταβολή των ενοικίων που αναφέρεται στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του Δήμου που συνοδεύει την ένσταση, (στ) παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 1/4/14 και (ζ) παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τη ζημιά που προκλήθηκε ως αναφέρεται στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης του Δήμου. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα προς ένα τους πιο πάνω λόγους που αποτελούν τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, διαπιστώνει ότι δεν ισχύει κανένας από τους πιο πάνω λόγους αφού σύμφωνα με το ενώπιον του υλικό διαφαίνεται ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Παναγή που συνοδεύει την αίτηση, σκοπό έχουν να καταδείξουν ότι από τη μη λειτουργία του ξενοδοχείου κατά το χρονικό διάστημα που γινόταν η ανακαίνιση του ξενοδοχείου, και ως εκ τούτου η μη λειτουργία του εκ μέρους της Ενάγουσας, επέφερε ζημιά η οποία λήφθηκε υπόψη και διακανονίστηκε με την τροποποιημένη συμφωνία, Τεκμήριο 3, και τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για απόκρυψη της δαπάνης ανακαίνισης του ξενοδοχείου εκ μέρους της Εναγόμενης, αυτή είναι ξεκάθαρη από το Τεκμήριο 3 και δεν υπάρχει καμία απόκρυψη ή παραπλάνηση. Σε σχέση με την επίκληση εκ μέρους της Ενάγουσας δικαιώματος επανεκμίσθωσης του ξενοδοχείου με βάση τον όρο Ε7 της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, αυτή ήταν η αντίληψη της Ενάγουσας ερμηνεύοντας τον όρο αυτό, η οποία βέβαια δεν είχε καμία σχέση με την έκδοση του διατάγματος, όπως είναι και η θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας στην αγόρευση του, αλλά η κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση, ως μια από τις βάσεις αγωγής, όπως εξηγείται αυτή κατωτέρω, επί της οποίας μαζί με τα όσα λέχθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπό στις 2/4/14, στηρίχθηκε η αίτηση για έκδοση του διατάγματος. Ούτε βέβαια η μη αποστολή από την Εναγόμενη, δώδεκα
(12)μήνες πριν από την λήξη της συμφωνίας, επιστολής που να κοινοποιεί στην Ενάγουσα τη πρόθεση της για επανεκμίσθωση και η μη έγκυρη συμμετοχή της Ενάγουσας στον διαγωνισμό για νέα ενοικίαση του ξενοδοχείου από την Εναγόμενη καθώς και η μη καταβολή ενοικίων ως αναφέρεται στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του κ. Δήμου που συνοδεύει την ένσταση, σχετίζονται με την έκδοση του διατάγματος, που άλλωστε όσον αφορά το τρίτο ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην καταβολή ενοικίων με όσα αναφέροντο στην ένορκη δήλωση του κ. Παναγή που συνοδεύει την αίτηση, ανεξάρτητα από τον ισχυρισμό του ότι αυτά διευθετούντο ή/και διευθετήθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας, κάτι βέβαια που αμφισβητεί η Εναγομένη και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα της οφείλει συγκεκριμένο ποσό. Σε ότι αφορά τα γεγονότα της 1/4/14, ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί πιο πάνω, και καμία παραπλάνηση δεν υπήρξε αφού τα όσα αναφέρθηκαν από τον κ. Παναγή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρονται και από τον κ. Δήμου στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αλλά δίδεται διαφορετική ερμηνεία στις ενέργειες που έγιναν εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου και της συνοδείας του, ήτοι ότι επρόκειτο για ειρηνική είσοδο κατοχής του ξενοδοχείου, με βάση τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, την οποία βάσισε, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Thanos Hotels Limited κ.ά. v. Γεωργίου Ιωακείμ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1167, 1175, 1176 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Με το θέμα αυτό της εκδίωξης ενός παράνομου κατόχου ακινήτου, χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παράγ. 23-23 σελ. 1320, όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «23-23 Forcible expulsion by owner who has entered peaceably. If a person entitled to the possession of premises can manage to get it without committing a forcible entry, even though he does so by means of an artifice, he may then justify using force to defend his possession so acquired without rendering himself liable even to a criminal prosecution. He may justify forcible expelling a trespasser, and it makes no difference that the trespasser was on the premises before the owner. An expulsion, after a peaceable entry by a party having title, does not make the entry forcible. The party so entering, however, must be careful to request the other to depart before he can justify laying hands on him to turn him out, and in no case must he use more force than the occasion requires; for any violence in excess of what is reasonably necessary to effect the expulsion the owner will be liable.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση τα πιο πάνω έχουν ως ακολούθως: «23-23 Εκδίωξη από τον ιδιοκτήτη ο οποίος εισήλθε ειρηνικά. Αν ένα πρόσωπο που δικαιούται να πάρει κατοχή ενός ακινήτου μπορεί να εισέλθει σ' αυτό χωρίς να διαπράξει μια βίαιη είσοδο, ακόμα και αν πράξει τούτο με τέχνασμα, θα μπορεί τότε να δικαιολογήσει τη χρήση βίας για να υπερασπίσει την κατοχή που κατόρθωσε με αυτό τον τρόπο να ανακτήσει, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο ακόμη και σε ποινική δίωξη. Θα μπορεί να δικαιολογήσει τη βίαιη εκδίωξη του επεμβασία και δεν έχει σημασία αν ο επεμβασίας ήταν στο υποστατικό πριν τον ιδιοκτήτη. Μια εκδίωξη μετά από μια ειρηνική είσοδο από το πρόσωπο που έχει τίτλο ιδιοκτησίας, δεν καθιστά την είσοδο βίαιη. Όμως το μέρος που εισέρχεται με αυτό τον τρόπο πρέπει να είναι προσεκτικό να ζητήσει από το άλλο μέρος να φύγει προτού απλώσει τα χέρια του πάνω στον άλλο για να τον διώξει και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει περισσότερη βία απ' ότι απαιτείται από την περίπτωση∙ καθότι οποιαδήποτε βίλα πέρα αυτής που είναι λογικά αναγκαία για να επιτευχθεί η εκδίωξη καθιστά τον ιδιοκτήτη υπεύθυνο.» Στην υπόθεση Bristol Corporation v. Ross & Another
(1973)3 All ER. 393, στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd. οι επεμβασίες (trespassers), ήσαν σφετεριστές της γης (squatters), δηλαδή καθαρά παράνομοι. Όμως ο ιδιοκτήτης ζήτησε ανάκτηση κατοχής δικαστικά την οποία και πέτυχε αλλά οι επεμβασίες ζήτησαν αναστολή του διατάγματος έξωσης. Ο Λόρδος Denning MR ανάφερε μεταξύ άλλων, ότι τα δικαστήρια του Κοινοδικαίου ποτέ δεν ανέστειλαν διατάγματα στις περιπτώσεις εκείνες που ο ιδιοκτήτης είχε και το δικαίωμα να πάρει άμεση κατοχή χωρίς να έλθει στο δικαστήριο. Επομένως δεν θα τίθετο ο ιδιοκτήτης σε χειρότερη μοίρα επειδή ήλθε στο δικαστήριο. Αναφορικά με τη θεραπεία της αυτοβοήθειας (the remedy of self-help) σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στη σελ. 396 της υπόθεσης Bristol Corporation (ανωτέρω), η ουσία των οποίων είναι ότι παρόλο που ένας πολίτης δικαιούται να προχωρήσει σε ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου (εκεί που κάποιο πρόσωπο κατέχει τούτο σαφώς παράνομα) χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου και νοουμένου ότι μπορεί να πράξει τούτο ειρηνικά, εντούτοις είναι συμβουλεύσιμο όπως πράττει τούτο μέσω δικαστηρίου. Ταυτόχρονα όμως και τα δικαστήρια θα πρέπει να φροντίζουν όπως το δικαίωμα του αυτό εξασφαλίζεται σύντομα.» Ότι μπορεί να λεχθεί σε αυτό το στάδιο για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 1/4/14 είναι ότι δεν θα αναμένετο από τον Αρχιεπίσκοπο να χρησιμοποιήσει το αρχιεπισκοπικό σκήπτρο, που δόθηκε ως προνόμιο από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ζήνων το 478μ.χ., αντί ποιμαντορικής ράβδου που κρατούσε μέχρι τότε, ως καθοδηγητής του Χριστεπωνύμου ποιμνίου, σύμβολο μεταξύ άλλων αγάπης, ως ρόπαλο ή να κοκκινίσει πρόσωπα με το κόκκινο μελάνι που υπογράφει και είναι ένα άλλο προνόμιο που δόθηκε από τον ίδιο αυτοκράτορα, για να χαρακτηρισθούν βίαιες οι ενέργειες του. Ο όγκος της συνοδείας του Αρχιεπισκόπου και οι ενέργειες τους, όπως η προσπάθεια κατάληψης των αποθηκών, επέφεραν τα ήδη λεχθέντα, ήτοι αναστάτωση στους πελάτες, φόβο και αγωνία για τις εργασίες των υπαλλήλων, δήλωση του διευθυντή του ξενοδοχείου ότι εργάζεται πλέον για την Εναγόμενη, κλήση της αστυνομίας και ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας για προστασία συγκεκριμένων χώρων, αποτελούν τα πρώτα χαρακτηριστικά και στοιχεία βίας και τα δεύτερα απότοκα ενεργειών που συνάδουν με την έννοια της βίας. Τέλος σε σχέση με τη ζημιά, που αναφέρεται ο κ. Παναγή στην ένορκη δήλωση του, που υπέστη η Ενάγουσα από την επέμβαση του Αρχιεπισκόπου και της συνοδείας του στο ξενοδοχείο με σκοπό την ανάληψη κατοχής εκ μέρους της Εναγόμενης, όταν μάλιστα ευρίσκετο σε λειτουργία το ξενοδοχείο και υπήρχαν εντός αυτού πελάτες, καθώς και από τις δηλώσεις του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αυτή είναι σαφής ακόμα και μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Δήμου, ως αναφέρεται ανωτέρω. Έπεται ότι η πιο πάνω εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΤΟΥ ΚΕΦ. 6. Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, όπως καταγράφονται ανωτέρω, καταδεικνύεται στον βαθμό που τώρα εξετάζεται το θέμα, ότι αυτές πληρούνται αφού, μεταξύ άλλων, έχει ως αιτία αγωγής την παράνομη επέμβαση, άρθρο 43 του ΚΕΦ. 148, εκ μέρους της Εναγόμενης, στο δικαίωμα της κατοχής του ξενοδοχείου από την Ενάγουσα με βάση τα κατάλοιπα δικαιώματος που αναγνωρίζει ο νόμος στον κάτοχο (και ελάχιστη κατοχή επαρκεί για να τυγχάνει προστασίας από το Δίκαιο), όπως συμβαίνει στην περίπτωση μας που είναι μετά την λήξη της συμφωνίας ενοικίασης, τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του (βλ. Bristoll Corporation v. Ross and Another
(1973)3 All E.R. 393, R. v. Wandsworth
(1975)3 All E.R. 390, Αδάμου v. Χριστοφή
(1974)1 C.L.R. 100. Kennedy Hotels Ltd v. Haig Ildjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 και Thanos Hotels Ltd κ.ά. v. Γεώργιου Ιωακείμ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1167), και ως εκ τούτου αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Aλλά ακόμα και με βάση την επιστολή της Εναγομένης ημερ. 19/3/14 που καλούσε την Ενάγουσα να παραπεμφθεί η διαφορά που προέκυψε σε διαιτησία, με βάση τον όρο 1 του Τεκμηρίου 2, στον οποίο αναφέρεται ότι οποιαδήποτε εγειρόμενη διαφωνία σχετική με την ερμηνεία της συμφωνίας θα παραπέμπεται σε διαιτησία, καταδεικνύει ότι η Εναγομένη αναγνωρίζει ότι υπάρχει διαφορά στην ερμηνεία της σύμβασης, που σχετίζεται με την κατοχή του ξενοδοχείου, η οποία πρέπει να λυθεί. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα ημερομηνίας 4/4/14 έχοντας υπόψη ότι από τη φύση της η υπό εξέταση αίτηση και η αγωγή, στη βάση της παράνομης επέμβασης, εμπεριέχουν το στοιχείο της προληπτικής αγωγής (quia timet) βλ. Parico Aluminium Designs Ltd, ανωτέρω) Όσον αφορά τις άλλες δύο αιτίες αγωγής, με βάση τα άρθρα 25
(1)του ΚΕΦ. 148 για επιζήμια ψευδολογία και 34
(1)του ΚΕΦ. 148 για πρόκληση παράβασης σύμβασης εργοδότησης άλλου προσώπου, για το πρώτο υπάρχει η μαρτυρία παραδοχής του ιδίου του κ. Δήμου που αναφέρεται ανωτέρω, αλλά και του κ. Παναγή που δεν αντεξετάστηκε που σχετίζονται με τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου ότι την κατοχή και διαχείριση ανέλαβε η Εναγόμενη, αποτέλεσμα των οποίων ήταν το τηλεφώνημα στον κ. Δήμου από τουριστικό πράκτορα για να μάθει ποιος είχε την κατοχή του ξενοδοχείου καθώς και ακυρώσεις κρατήσεων. Για το δεύτερο υπάρχει η αναφορά του κ. Παναγή στην ένορκη δήλωση του για δήλωση του Διευθυντή του ξενοδοχείου ότι εργαζόταν πλέον για την Εναγόμενη καθώς, και πάλι από την ένορκη δήλωση του κ. Δήμου, για την μετάβαση κάποιων από το προσωπικό στον Αρχιεπίσκοπο στο χώρο του ξενοδοχείου τους οποίους διαβεβαίωσε ότι δεν θα έχαναν την δουλειά τους με την ανάληψη κατοχής του ξενοδοχείου από την Εναγομένη. Εκ των πιο πάνω καταδεικνύεται, ότι με βάση το κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτονται τα αγώγιμα δικαιώματα που αναφέρονται πιο πάνω και στηρίζονται στα συγκεκριμένα άρθρα και νόμο που καταγράφονται ως άνω και αποδεικνύεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια, καταδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, Βλ. υπόθεση Seamark Consult Services Ltd v. Joseph P. Lasala
(2007)1 Α.Α.Δ.
- Να τονίσω ότι το διάταγμα εκδόθηκε μόνο στη βάση της αγωγής για παράνομη επέμβαση και της επαπειλούμενης νέας επέμβασης της Εναγομένης με θεμέλιο τα γεγονότα της 1/4/14 και τα όσα λέχθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπό στις 2/4/
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τούτο καταδεικνύεται από όλες τις ενέργειες που έχει προβεί η Εναγόμενη δια του εκπροσώπου της, Αρχιεπισκόπου, και της συνοδεία του, τόσο κατά την 1/4/14 καθώς και των όσων λέχθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπό στη συνάντηση ημερομηνίας 2/4/14 αφού η επέμβαση στην κατοχή και λειτουργία του ξενοδοχείου από την Εναγόμενη σε βάρος της Ενάγουσας θα έχει καταλυτικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες για την Ενάγουσα οι οποίες θα συνίστανται, σε περίπτωση επέμβασης και κατοχής του ξενοδοχείου από την Εναγόμενη, πέραν της απώλειας λειτουργίας του ξενοδοχείου, στην έκθεση της Ενάγουσας έναντι των τουριστικών πρακτόρων και άλλων προσώπων που σχετίζονται με την ξενοδοχειακή βιομηχανία, σε βαθμό που όχι μόνο θα συγκεκριμενοποιούντο σε αποζημιώσεις που θα καλείτο να πληρώσει σ' αυτούς και στους πελάτες του ξενοδοχείου που δεν μπορούν να υπολογιστούν, αλλά και στην φήμη και πλήξη του ονόματος της στο χώρο, εσωτερικό και εξωτερικό, δραστηριότητας της. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αναλυθεί στις υποθέσεις που αναγράφονται στη νομική πτυχή, πιο πάνω, Zena, Όξυνος, P & MA Restaurant Ltd, και Κωμοδρόμος, στις οποίες αναφέρεται ότι περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Τοιουτοτρόπως, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Ως εκ των πιο πάνω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ΚΕΦ.
- ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στο εύλογο και δίκαιο της έκδοσης του διατάγματος, αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσει το θέμα έχοντας κατά νου τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Ένας σχετικός παράγοντας είναι η καθυστέρηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως φαίνεται από την ημέρα που έγινε η επέμβαση από την Εναγόμενη στο ξενοδοχείο την 1/4/14 και τα όσα αναφέρθησαν από τον Αρχιεπίσκοπό στις 2/4/14, η Ενάγουσα έδρασε άμεσα καταχωρώντας μετά παρέλευση μόνο δύο ημερών την αγωγή και την υπό κρίση αίτηση. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ούτε σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα, ούτε σε σχέση με την αίτηση. Άλλος σχετικός παράγοντας είναι οι αποζημιώσεις. Στην υπό εξέταση υπόθεση το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Εναγόμενη σε περίπτωση που η Ενάγουσα κερδίσει τη δίκη είναι σε οικονομική θέση να καταβάλει το όποιο ποσό επιδικασθεί σε περίπτωση αποζημιώσεων, άλλωστε δεν τέθηκε ζήτημα από την Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη είναι αναξιόχρεη, αλλά όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω άλλο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι δεν μπορούν να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις που πιθανό να επιδικαστούν εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των πελατών του ξενοδοχείου ή των τουριστικών πρακτόρων σε περίπτωση αγωγής τούτων εναντίον της Ενάγουσας, αν λάβει με επέμβαση της η Εναγόμενη την κατοχή του ξενοδοχείου. Το κυριότερο όμως σ' αυτή την περίπτωση είναι η απώλεια της λειτουργίας του ξενοδοχείου με τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτή και το πλήγμα που θα επέλθει στη φήμη και στο όνομα της Ενάγουσας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, οι αποζημιώσεις, γενικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ένας παράγοντας που θα πρέπει να παίξει ουσιαστικό ρόλο για την διατήρηση ή όχι του διατάγματος, αν και τούτο, από το γεγονός ότι δεν μπορούν να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις που πιθανόν να κληθεί η Ενάγουσα να καταβάλει στα πιο πάνω πρόσωπα, θα προσμετρούσε υπέρ της Ενάγουσας. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνεται να είναι ισοζυγισμένοι το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante. Αν από την άλλη εμποδίζεται η Εναγόμενη σε κάτι που δεν έκανε προηγουμένως και η μόνη επίδραση είναι η αναβολή του, δεν έχει να υποστεί οτιδήποτε. Αν και ως διαφάνηκε οι άλλοι παράγοντες δεν είναι ισοζυγισμένοι αλλά κλίνουν υπέρ της Ενάγουσας, εντούτοις εξετάζοντας και αυτό τον παράγοντα με γνώμονα τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, διαφαίνεται ότι τίποτα δεν θα διαταραχθεί στην μέχρι τώρα υπάρχουσα κατάσταση της Εναγόμενης εάν συνεχίσει να υφίσταται το προσωρινό διάταγμα αφού δεν θα διασαλεύετο άμεσα με οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο οιονδήποτε δικαίωμα της που σχετίζεται με το εν λόγω ξενοδοχείο, όπως π.χ. ότι θα στερείτο της δραστηριότητας ανάπτυξης ξενοδοχειακής επιχείρησης, αφού ποτέ προηγουμένως δεν είχε τέτοια, ως συνάγεται από την ένορκη δήλωση του κ. Δήμου. Να σημειωθεί ότι η ζημιά που τυχόν θα υποστεί η Εναγόμενη, σε περίπτωση μη καταβολής ενοικίων από την Ενάγουσα, είναι ήδη γνωστή, αφού η υψηλότερη τιμή ενοικίασης είναι €751.
- Η Ενάγουσα δε φαίνεται ότι έστω και καθυστερημένα κατέβαλε τα ποσά που πίστευε ότι όφειλε και έχει μεγάλη δραστηριότητα στην επιχείρηση λειτουργίας ξενοδοχείων. Τίποτε το απτό δεν προσφέρθηκε, ως μαρτυρικό υλικό, που να καταδεικνύει ότι είναι αναξιόχρεη. Μάλιστα από την έκδοση της τραπεζικής εγγύησης, και όχι μόνο, που δόθηκε στην Εναγομένη με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης, αποδεικνύεται το αντίθετο. Οι όποιοι φόβοι για τα κινητά ή ακίνητα μέρη του ξενοδοχείου ότι θα απωλεσθούν ή θα υποστούν ζημιά επειδή δεν θα μπορεί να το διαχειριστεί ή να το επιτηρήσει ή ότι μπορεί να μην πληρώσει το ρεύμα η Ενάγουσα που είναι επ' ονόματι της Εναγομένης, ή η απώλεια εμπορικής εύνοιας λόγω κακής χρήσης, ή η υποβάθμιση αστέρων του ξενοδοχείου είναι αόριστοι αφού το ρεύμα μέχρι σήμερα το πληρώνει η Ενάγουσα ενώ για τα υπόλοιπα δεν έχει αναφερθεί τίποτε το συγκεκριμένο και χειροπιαστό. Από την άλλη όμως, σίγουρα εάν δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα τότε πέραν από τον κίνδυνο εκδίωξης της Ενάγουσας από το ξενοδοχείο από την Εναγόμενη, αυτή θα στερείτο της ξενοδοχειακής δραστηριότητας της με την οποία ασχολείται, και σίγουρα θα είχε τις συνέπειες που αναφέρονται και πιο πάνω δηλαδή της αντιμετώπισης αγωγών και καταβολής αποζημιώσεων από πελάτες, τουριστικούς πράκτορες και το προσωπικό που εργοδοτεί. Πρέπει να τονισθεί εμφαντικά ότι κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας τα Δικαστήριο είχε κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα, βλ. Ευστρατίου v Dicran OYZOUNIAN AND COMPANY LTD, Πολ. Έφεση αρ. 292/10, ημερ. 20/1/14 και MILTON INVESTMENT CO. LTD κ.ά. v. PVYDEN GROUP LTD, Πολ. Έφεση 424/11, ημερ. 27/3/
- Συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Η ΘΕΣΗ ΟΤΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟ Βέβαια η θέση ότι πρόκειται για προστακτικό και όχι απαγορευτικό διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος αφού με το προστακτικό διάταγμα διατάζεται να πράξει κάτι κάποιος εντός συγκεκριμένου χρόνου και τόπου, όπου είναι αναγκαίο να ορισθεί τόπος, ενώ με το απαγορευτικό διάταγμα διατάσσεται η απαγόρευση να κάνει κάτι κάποιος και είναι εφαρμοστέο από την επίδοση του, εκτός βέβαια αν διαταχθεί διαφορετικά. Η ΕΓΓΥΗΣΗ Όσον αφορά το θέμα της εγγύησης επειδή αναφέρθηκε από τον Δικηγόρο της Εναγομένης ότι δεν συνάδει με την διαταγή του Δικαστηρίου, εξέτασα το εγγυητήριο έγγραφο και δεν εντόπισα να πάσχει με οιονδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου το άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 είναι ξεκάθαρο. Τούτο καθιστά επιτακτικό για το Δικαστήριο να διατάξει τον αιτητή, πριν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα. Η μη έκδοση τέτοιας διαταγής καθιστά το διάταγμα άκυρο βλ. Αίτηση Δισκοθήκη Αφρικάνα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738, 741 και Αίτηση Marketrends (Capital Markte) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 749, 753-754. Η ανάληψη υποχρέωσης αποζημίωσης αποτελεί το τίμημα που πρέπει να καταβάλει ο Αιτητής. Με την ανάληψη της υποχρέωσης ο Αιτητής αναλαμβάνει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διαταγή για αποζημίωση η οποία ενδεχομένως να εκδοθεί από το Δικαστήριο, σε περίπτωση που μεταγενέστερα είναι της γνώμης ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, συνεπεία του διατάγματος, έχει υποστεί ζημιά την οποία η πλευρά του Αιτητή πρέπει να καταβάλει (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 1072). Τέτοια πρόνοια εμπεριέχεται στο άρθρο 7 του ΚΕΦ. 6 στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά πότε το Δικαστήριο, αφού υποβληθεί αίτηση από τον Εναγόμενο, διατάσσει τον Ενάγοντα να καταβάλει στον Εναγόμενο τέτοιο ποσό που θεωρεί ως εύλογη αποζημίωση για δαπάνη η βλάβη που προξενήθηκε από την εκτέλεση του διατάγματος, με αποτέλεσμα η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού να συνιστά κώλυμα για έγερση αγωγής για διεκδίκηση τέτοιας αποζημίωσης και σε περίπτωση που καταχωρήθηκε τέτοια αγωγή αναστέλλεται, υπό όρους που θεωρεί το Δικαστήριο δίκαιους. Ο δικηγόρος της Εναγομένης εισηγήθηκε ότι η εγγύηση είναι χαμηλή και επίσης επικαλέσθηκε την απόφαση στην αίτηση Hartman
(1990)1 Α.Α.Δ. 587, για να εισηγηθεί την αλλαγή της μορφής της εγγύησης από προσωπική σε τραπεζική. Πρώτα να λεχθεί ότι με την αίτηση Certiorari δεν εξετάζεται η ορθότητα της απόφασης. Μετά επρόκειτο για διάταγμα Mareva που ως τονίζεται στην απόφαση από τη φύση του είναι έκτακτο μέτρο δραστικής εμβέλειας που επιβάλλει την υποχρέωση στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του αν οι δοθείσες εγγυήσεις έχουν αντίκρισμα. Εκτός τούτου, τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης που σχετίζονται και με το θέμα της εγγύησης είναι εντελώς διαφορετικά από την υπό κρίση αίτηση. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την περίπτωση η εγγύηση εξετάστηκε στη βάση των προνοιών του άρθρου 32
(2)του Ν.14/60 το οποίο προνοεί ότι οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται σε οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξη ευλόγου αιτίας να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τέτοιο διάταγμα. Αφού το υπό κρίση διάταγμα εκδόθηκε και στη βάση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 μπορεί να τύχει εφαρμογής και το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60, αφού αποδειχθεί εύλογη αιτία, και βεβαίως θεωρήσουμε ότι στην τροποποίηση συμπεριλαμβάνεται και η εγγύηση, να γίνει τέτοια τροποποίηση. Δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της Εναγομένης ότι το ύψος της εγγύησης είναι χαμηλό, αφού η εγγύηση δίνεται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, που θεωρεί σκόπιμη, για ζημιά που πιθανόν να υποστεί ο Εναγόμενος από την εκτέλεση του διατάγματος και όχι για την εξασφάλιση ολόκληρης της όποιας πιθανής απαίτησης του Εναγομένου. Διαφωνώ επίσης με την εισήγηση για αλλαγή της μορφής της εγγύησης έχοντας υπόψη τη διατύπωση του άρθρου 9
(2)του ΚΕΦ. 6 καθώς και την υπόθεση Seamark Consult Services Ltd κ.ά. b. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, 183 στην οποία αναφέρθηκε «ότι η τραπεζική εγγύηση που δόθηκε ήταν προδήλως υπέρτερη εκείνης που είχε υπόψη του ο νομοθέτης όταν θέσπιζε το άρθρο 9
(2)του ΚΕΦ. 6». Αλλά ούτε και με βάση το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 έχει αποδειχθεί εύλογη αιτία από την Εναγόμενη για να καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της Εγγύησης ως την εισηγείται ο δικηγόρος της Εναγομένης. Για όλους τους ανωτέρω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 4/4/14 δικαιολογείται να παραμείνει σε ισχύ και να οριστικοποιηθεί. Κατά συνέπεια το διάταγμα ημερομηνίας 4/4/14 καθίσταται απόλυτο, πλέον €1000 έξοδα, συν Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο