← Κύπρος

INTERSAFE ABRIUM S. A. ν. GECINA GROUP LTD, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 459/2014, 26/6/2014

INTERSAFE ABRIUM S. A. ν. GECINA GROUP LTD, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 459/2014, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 459/2014 INTERSAFE ABRIUM S. A. Ενάγουσας - και -

  1. GECINA GROUP LTD
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία:26/06/2014 Αίτηση Για Διάταγμα Αποκάλυψης («Norwich Pharmacal») ημερομηνίας 12/02/2014 Επιστρεπτέο το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 13/02/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Α. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Λιβέρα Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σε ότι αφορά την Εναγομένη 2, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, την 12/02/
  3. Την ίδια ημέρα, η Ενάγουσας / Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο και στα πλαίσια σχετικής γραπτής Αίτησης της (στο εξής καλούμενη η «Αίτηση»), αιτήθηκε εναντίον της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, μονομερώς, την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων και/ή πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατ' επείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις, με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 13/02/2014, έκρινε ότι αυτή θ' έπρεπε να είχε υποβληθεί δια κλήσεως της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση σε ότι αφορούσε τα διατάγματα αποκάλυψης και έδωσε σχετικές οδηγίες για την επίδοση της[i]. Εξέδωσε εντούτοις προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στην Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση την αποδέσμευση οποιουδήποτε ποσού χρημάτων από συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 σ' αυτήν, μέχρι και του ποσού των €40.
  4. Η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, αφού έλαβε γνώση, της αγωγής αυτής και της υπό κρίση Αίτησης, εμφανίστηκε στην διαδικασία και την 05/05/2014 καταχώρησε Ειδοποίηση αναφορικά με την Ένσταση της στην Αίτηση (στο εξής καλούμενη «η Ένσταση»). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 κ. κ. 1 έως 15, Δ.39 κ. κ. 1 έως 21, Δ.48 κ. κ. 1 έως 13, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 148, Άρθρα 1 έως 14 και 36 έως 67, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Άρθρα 10, 13, 14, 17 έως 25 και 73 έως 75, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 1 έως 71, 29

(1)(α) έως (ε), 32, 41 και 42, στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1977 έως 2013, Άρθρα 1 έως 29, στο Κοινόδίκαιο, στις αρχές που διέπουν την έκδοση Διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal», στις αρχές της Επιείκειας, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Χαρούλας Καϊλή ημερομηνίας 12/02/2014, η οποία είναι δικηγόρος συνεργαζόμενη με τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Ενάγουσα / Αιτήτρια στην αγωγή αυτή. Στα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας δεκαεπτά συνολικά λόγους ένστασης. Αναφέρομαι σ' αυτούς στην συνέχεια, δίδοντας παράλληλα και την κρίση του Δικαστηρίου επ' αυτούς. Η λεπτομερής παράθεση τους στο στάδιο αυτό, κρίνω ότι είναι αχρείαστη. Η Ένσταση, βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, κ. κ. 1 έως 15, Δ.39, κ. κ. 1 έως 21, Δ.48 κ. κ. 1 - 13, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρα 1 έως 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, Άρθρα 1 έως 14, 36, 37, 66, 67, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Άρθρα 10, 13, 14, 17 έως 25, 73 έως 75, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960Άρθρα 1 έως 71, στους Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1977 έως 2013, Άρθρα 1 έως 29, στο Κοινόδίκαιο, στις αρχές που διέπουν την έκδοση Διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal», στις αρχές της Επιείκειας, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την Ένσταση της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της κας Μαρίνας Ρώσσου, που είναι στην υπηρεσία της Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση σ' αυτή την Αγωγή. Στα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ενδιάμεσα Διατάγματα - Περί Δικαστηρίων Νόμος, Νόμος 14 του 1960 - Άρθρο 32 Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δίδει εξουσία και απαρέγκλιτη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο και εύλογο, να εκδίδει ενδιάμεσα Διατάγματα, όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν[ii] οι ακόλουθες προϋποθέσεις[iii]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα προαναφερόμενα, περικλείονται χαρακτηριστικά στην ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην σελίδα 258, έθεσε το θέμα ως ακολούθως: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρώτη και Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, ήτοι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχουν ερμηνευτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, όπου το Δικαστήριο στην σελίδα 569 αναφέρει: «There is no reason in principle or on authority to interpret "as serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32
(1)- Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra. On the other hand, it is fair to assume that the second requirement lay down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction. - "a probability that the plaintiff is entitled to relief" - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. In so holding, we are fortified by a series of decisions of the Supreme Court to the effect that the principles adopted in Ethicon do not apply in their entirety or in all their breath in Cyprus. The Court must purport to make some evaluation, what this should be we shall explain below, of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction. (See, Acropol Shipping Co, Ltd, & Others -VS- Petros Rossis
(1976)1 C.L.R. 38; Constantinides -VS- Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R 585; Papastratis -VS- Petrides
(1979)1 C.L.R. 231; Hadjiκyriacos & Co -VS- United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689). The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor)
(1980)1 All E.R, 1061 (C.A).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από την παραπάνω περικοπή, η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται για την έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, ήτοι η ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ικανοποιείται εφόσον ο αιτητής αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις δικογραφημένες στην υπόθεση θέσεις του («arguable case on the strength of the pleadings»). Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αυτό ερμηνεύτηκε ώστε να αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο, από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Είναι δηλαδή αρκετό να αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), κρίθηκε ότι το βάρος απόδειξης που απαιτείται από τον Αιτητή για να ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο δείχνοντας την πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται από αυτόν να καταδείξει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής[iv]. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσαχθείσας μαρτυρίας προς διάγνωση του κατά πόσο ο αιτητής έχει συζητήσιμη υπόθεση, εξετάζει αυτήν, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης[v]. Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο της υπόθεσης στην περίπτωση που το αιτούμενο Διάταγμα δεν εκδοθεί, στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει ουσιαστικά το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων, επαρκή θεραπεία, στην περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν χορηγηθεί, τότε ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη αυτή προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση υπόθεσης, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων, ή που ο υπολογισμός των αποζημιώσεων σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι αδύνατος. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ και η προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 έχει ερμηνευθεί από την νομολογία ότι διαλαμβάνει μια ευρύτερη διάσταση, περιλαμβάνοντας και άλλους παράγοντες, πέραν της ανεπανόρθωτης ζημιάς που μπορεί να προκληθεί από την μη έκδοση του Διατάγματος[vi]. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο επί του προαναφερόμενου ζητήματος στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co,
(1997)1 Α. Α. Δ. 1791: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάτε με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επί του προκείμενου είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1245, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια ερμηνείας της τρίτης προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στην σελίδα 1253 αναφέρει τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, σε ότι αφορά το ζήτημα της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας ενός καθ' ου η αίτηση, στην υπόθεση Larticon Co v Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α. Α. Δ. 1121 το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν προβληθεί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση μας κρίνεται επιβεβλημένη. Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται «στερεά, θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ (Πολιτική Έφεση 11013 της 13/6/2001): 'Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.'» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η Εξέταση της Μαρτυρίας Σημειώνεται καταληκτικά, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης Αίτησης για Απαγορευτικά διατάγματα, θα πρέπει να περιοριστεί στην διαπίστωση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης των Αιτουμένων Διαταγμάτων, χωρίς να εισέρχεται στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης / διαφοράς. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η υπόθεση Άκης Γρηγορίου ν Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α. Α. Δ. 248 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο στην σελίδα 269-270 αναφέρει: «Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος» Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην Απόφαση Jonitexo Ltd ν Adidas (ανωτέρω), ειπώθηκαν στις σελίδες 267 - 268 τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect". The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case. I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents as plaintiffs are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Το Ισοζύγιο της Ευχέρειας / Δικαιοσύνης Σύμφωνα με την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν τα τρία πιο πάνω κριτήρια το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα[vii]. Το Κατ' Επείγον ή Άλλες Ιδιαίτερες Περιστάσεις - Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 Το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει Διάταγμα μετά από Αίτηση εκ μέρους ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης, ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475, η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω), το θέμα ετέθη ως ακολούθως: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί»[viii]. (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σε ότι αφορά το τι αποτελεί ζήτημα κατεπείγον, άξιες αναφοράς είναι δύο υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες το ζήτημα έτυχε διευκρίνησης. Παλαιότερα, στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο έντιμος Δ. Α. Δ. κ. Πικής, έθεσε το θέμα ως εξής: «... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πολύ πιο πρόσφατα, ο νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έντιμος κ. Δ. Χατζηχαμπή, στις Εφέσεις Αρ. 3/2011 και 4/2011, Έλενας Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, ημερομηνίας 15/01/2013, έθεσε το θέμα ως ακολούθως: «Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Εξ ου και η αναφορά σε «κατεπείγον». Επανειλημμένα το Εφετείο έχει κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής χωρίς τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για την κατάδειξη του όντως κατεπείγοντος του πράγματος, έτσι που να παραγνωρίζεται η θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Η τακτική αυτή μάλιστα απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού, με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte, η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που, ενώ το διάταγμα εξεδόθη ex parte την 19.1.2010, η τελική κρίση επήλθε την 21.1.2011, δηλαδή ένα ολόκληρο χρόνο μετά. Και δεν είναι δικαιολογία το ότι η καθυστέρηση μπορεί να οφείλεται σε ανετοιμότητα των δικηγόρων, αφού το δικαστήριο έχει τον έλεγχο και τη διαρκή υποχρέωση της ταχείας διεκπεραίωσης που δεν μπορεί να μεταθέτει. Επαναλαμβάνουμε το τι υποδείξαμε επανειλημμένως, ότι σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση. Αυτό θα αποφεύγει και την ανάγκη εκ των υστέρων κρίσης επί του κατεπείγοντος αλλά και θα διασφαλίζει ότι το δικαστήριο θα είναι πιο πληροφορημένο και ως προς ενδεχόμενη παράλειψη πλήρους αποκάλυψης (που και πάλι αν άλλως διεφαίνετο εκ των υστέρων θα καταργούσε το διάταγμα του) και ως προς την όλη εικόνα της υπόθεσης. Η απόφαση του δικαστηρίου, εκδιδόμενη έτσι και τελικώς και οριστικώς, αλλά και συντόμως ως θα όφειλε, θα εξυπηρετούσε ορθώς τις ανάγκες της δικαιοσύνης». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Οι μονομερείς αιτήσεις, είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) και τούτο γιατί κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η διάσταση της υποχρέωσης αυτής, τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου . Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Το θέμα ετέθη ως ακολούθως: «Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν, στην προκειμένη περίπτωση να αποκαλύψουν τη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι αποκάλυψαν την ύπαρξη της με την επισύναψη της φορτωτικής στην ένορκη ομολογία που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας θεμελιώθηκε η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον σχετικό όρο της συμφωνίας ο οποίος καταγράφεται στην παράγραφο 27 της φορτωτικής. Ούτε η ύπαρξη του συσχετίζεται με το αίτημα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορά στη φορτωτική γίνεται στο μέρος της ενόρκου δηλώσεως όπου στοιχειοθετείται η απαίτηση. Η επισύναψη της δεν είχε σκοπό να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 27 και να τη σηματοδοτήσει ως ουσιώδες γεγονός για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. . Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι η ύπαρξη ρήτρας για τη δικαιοδοσία Δικαστηρίου της αλλοδαπής παρασιωπάται στην ένορκη ομολογία.»[ix] (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πιο πρόσφατα στην υπόθεση αρ. 1855/2008 Cybarco Plc και άλλοι ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και άλλων ημερομηνίας 09/01/2009 αποφασίστηκε ξανά ότι, σε μονομερείς αιτήσεις, μέσα στα πλαίσια του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων, δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Επαναλήφθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδη θεωρούνται τα γεγονότα εκείνα που, αν τα γνώριζε το Δικαστήριο, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248: «H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...». Επίσης, στην υπόθεση Cobelfret και άλλοι v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου . ... η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97)». Στην υπόθεση Larissa (ανωτέρω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον ενός αιτητή, είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση μονομερώς. Επιπλέον να σημειώσω ότι ο Αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σε αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 έχει διευκρινιστεί ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης τόσο των Κυπριακών όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων στο όλο θέμα, αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ralph Gibson στην υπόθεση Brink`s Mat Ltd v. Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350 το οποίο επαναλήφθηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Behbehani and others v. Salem and Others
(1989)2 All E.R 143: «The Courts today are frequently asked to grant ex parte injunctions, either because the matter is too urgent to await a hearing on notice or because the very fact of giving notice may precipitate the action which the application is designed to prevent. On any ex parte application, the fact that the court is asked to grant relief without the person against whom the relief is sought having the opportunity to be heard makes it imperative that the applicant would make full and frank disclosure of all facts known to him or which should have been known to him had he made all such inquiries as were reasonable and proper in the circumstances. The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a twofold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v. Kensington Income Tax Comrs, exp Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B 486 at 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realize that they have this duty of disclosure and of the consequence (which may include a liability in costs) if they fail in that duty.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνοψίζοντας τα προαναφερόμενα το τι πρέπει να αναφερθεί είναι ότι είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει στο Δικαστήριο όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός, επαναλαμβάνεται, είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Ενδιάμεσα Διατάγματα Αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» Η παρούσα Αίτηση, βασίζεται, πέραν του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και στις αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινό δίκαιο στις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 και Bankers Trust Co v Shapira [1980] 1 W. L. R. 1274 CA, οι οποίες έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal είναι ένα σημαντικό εργαλείο για τους διαδίκους, το οποίο επιτρέπει στο θύμα αδικοπραξίας να λάβει πληροφορίες και/ή έγγραφα με τα οποία να αναγνωρίζεται ο αδικοπραγήσαντας και με τα οποία στοιχειοθετείται το αδίκημα[x]. Ο Λόρδος Reid στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 στην σελίδα 175 περιέγραψε την αρχή σχετικά με την υποχρέωση κάποιου να αποκαλύψει πληροφορίες και/ή έγγραφε ως ακολούθως: «... if through no fault of his own, a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από την Αγγλική Νομολογία επί του θέματος - η οποία έχει υιοθετηθεί στην Κύπρο και από το Ανώτατο Δικαστήριο -, στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω, είναι φανερό ότι η Νομική Αρχή που τέθηκε με την υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω), αποτελεί αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορεί να προωθηθεί με Αγωγή αυτοτελώς και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλη βάση ή/και θεραπεία. Τέτοια ήταν και η άποψη του Δικαστηρίου στην Απόφασή του ημερομηνίας 31/08/2006 στην υπόθεση Joseph P. Lasala κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αριθμός Αγωγής 9200/2005, στην οποία ο έντιμος Δ. Α. Δ., κ. Λ. Παρπαρίνος (ενόσω διατελούσε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), στην σελίδα 36 της Απόφασής του αναφέρει τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία που έχει τεθεί πιο πάνω με πρωταρχική την Norwich Pharmacal (ανωτέρω) διαφαίνεται ότι η Νομική αρχή που τέθηκε από την πιο πάνω υπόθεση, αποτελεί αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορεί να προωθηθεί με Αγωγή όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται η νομική αρχή που τέθηκε από τον Lord Reid στην Norwich Pharmacal (ανωτέρω): "The principle is that if a person through no fault of his own, gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers" Σε υποθέσεις που ακολούθησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια επέκτειναν την πιο πάνω αρχή, και σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (Βλέπε P v T Limited [1997] 1 WLR 1309; Carlton Film Distributors Ltd v VDC Plc [2003] FSR 47 και Ashworth Hospital v MGN [2002] 4 All E.R. 193). Επίσης δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί που η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά η αίτηση επιζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο Αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από τη όλη υπόθεση (βλέπε Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v National Westminster Bank (CA) [1998] CLC, 1177 και Aoot Kalmneft v Denton Wilde Sapte [2002] 1 Lloyds Rep 417). Περαιτέρω το τρίτο πρόσωπο από το οποίο επιζητείται η πληροφόρηση, δεν είναι ανάγκη να είναι αθώο μέρος, μπορεί να είναι το ίδιο αυτό τρίτο μέρος αδικοπραγήσας (CHC Software v Hopkins and Wood
(1993)FSR 241)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η Νομική Αρχή και/ή θεραπεία η οποία έχει καθιερωθεί από την υπόθεση Norwich Pharmacal, ως έχω ήδη αναφέρει, έχει αναγνωριστεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αρκετές υποθέσεις, στις οποίες τα Κυπριακά Δικαστήρια αποφάσισαν ότι έχουν την εξουσία να εκδίδουν τέτοιας φύσεως Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων, τύπου Norwich Pharmacal, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σχετικές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες Αποφάσεις: - TBF (Cyprus) ltd ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α. Α. Δ 153, - Glendale Group Ltd v Abacus Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 1544/2009, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερομηνίας 05/06/2009 (του έντιμου κ. Χ. Σολομωνίδη Π. Ε. Δ.), - Joseph P. Lasala κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. Αρ. Αγωγής 9200/2005 ημερομηνίας 31/08/2006 (του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Λ. Παρπαρίνου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας), - Petroval S.A. v Stainby Overseas Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 265/2008 ημερομηνίας 20/03/2008 (του έντιμου Δ. Α. Δ. κ Α. Λιάτσου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας), - Joseph P. Lasala κ.α. ν Τάσου Πατσαλίδη Αρ. Αγωγής 2952/2006 ημερομηνίας 08/02/2007 (του έντιμου Δ. Α. Δ. Μ. Χριστοδούλου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας) Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την τελευταία προαναφερόμενη ανωτέρω, από την Απόφαση του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Μ. Χριστοδούλου, στην υπόθεση Joseph P. Lasala κ.α. ν Τάσσου Πατσαλίδη κ.α υπ' αρ. 2952/2006, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «...τα Κυπριακά Δικαστήρια ακολουθούν την Αγγλική νομολογία όταν αυτή ερμηνεύει τις γνωστές αρχές του Κοινοδικαίου και (προσθέτω) του Δικαίου της Επιείκειας. Εν πάση περιπτώσει, επισκόπηση της Κυπριακής νομολογίας αποκαλύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια διαχρονικά, ακολουθούν σταθερά την Αγγλική σ' ότι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθέντων αρχών, ή τουλάχιστο, η επίδρασή της στην διαμόρφωση δικαϊκής κρίσης από τα δικά μας Δικαστήρια είναι καθοριστική. Επομένως, έχοντας επισημάνει ότι Διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει την νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα» Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την έκδοση Διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co. v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E. R. 511 όπου στην σελίδα 518 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer;
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued» Σε ελεύθερη μετάφραση, αυτές προκύπτει ότι έχουν ως ακολούθως: (α) Πρέπει να έχει διαπραχθεί, ή το θέμα να είναι συζητήσιμο για το κατά πόσο έχει διαπραχθεί, αδικοπραξία από τον βασικό αδικοπραγούντα, (β) Πρέπει να υπάρχει ανάγκη έκδοσης του Διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση της Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος, (γ) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το Διάταγμα
(1)πρέπει να είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία, είτε αθώα είτε όχι, που υποβοήθησε την τέλεσή της και έτσι να είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες και/ή έγγραφα τα οποία επιζητούνται και
(2)να είναι σε θέση ή να φαίνεται να είναι σε θέση να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος. Σχετικά με την ανάμειξη του Καθ' ου η Αίτηση στην αδικοπραξία, ο Λόρδος Woolf στην υπόθεση Ashworth Hospital v MGN [2002] UKHL 29 ([2002] 1 WLR 2033) ανέφερε ότι ένα Διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί έστω και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία. Συγκεκριμένα ο Λόρδος Woolf στην παράγραφο 26 είπε τα ακόλουθα: «The Norwich Pharmacal case clearly establishes that where a person, albeit innocently, and without incurring any personal liability, becomes involved in a wrongful act of another, that person clearly comes under duty to assist the person injured by those acts by giving him any information which he is able to give by way of discovery that discloses the identity of the wrongdoer» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Προσθέτοντας, , στην παράγραφο 30 της ίδιας απόφασης, ο Λόρδος Woolf ανέφερε τα ακόλουθα: «They make it clear that what is required is involvement or participation in the wrongdoing and that, if there is the necessary involvement, it does not matter that the person from whom discovery is sought was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it is hoped to establish» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην Αγγλία, λόγω του γεγονότος ότι διαδικασία έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης θεσμοθετήθηκε σε σχετικές Διαταγές των Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (και πιο συγκεκριμένα στους Civil Procedure Rules 31.16 και 31.17), έχει νομολογηθεί (δέστε επ' αυτού την υπόθεση Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch)) ότι η έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης βάση της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση» («last resort») για την απόκτηση συγκεκριμένων πληροφοριών και/ή εγγράφων. Επίσης, στην υπόθεση Nikitin v Richards Butler LLP [2007] EWHC 173 (QB); [2007] All E.R. (D) 129 (Feb) το Δικαστήριο ανάφερε ότι ήταν «αναγκαίο» («necessary») για τον Αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες οι οποίες επιζητούνται με το Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ήταν «ζωτικής σημασίας» («vital») στην έγερση Αγωγής ή για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Αιτητή, και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Η εν λόγω προϋπόθεση, ότι η έκδοση του Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση», δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο, ενόψει της έλλειψης θεσμικού υποβάθρου για αποκάλυψη η οποία να αντικαθιστά εν μέρη την αποκάλυψη η οποία επιδιώκεται με Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal (όπως έγινε στην Αγγλία), και έτσι δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται ως «εσχάτη λύση» αλλά όταν σαφέστατα, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από την Νομολογία για την έκδοση των Διαταγμάτων Αποκάλυψης δυνάμει των αρχών που καθιερώθηκαν από το δίκαιο της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου. Χρήσιμη αναφοράς θεωρώ ότι είναι μία αγγλική απόφαση του Queens Bench Division του High Court της Αγγλίας, στην υπόθεση R (on the application of Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs [2008] EWHC 2048 (Admin) στην οποία φαίνεται ότι τα Δικαστήρια είναι διατεθειμένα να πάνε και ένα βήμα παραπέρα των όσων μέχρι σήμερα έχουν νομολογηθεί και θεσμοθετηθεί, εξελίσσοντας την αρχή των διαταγμάτων αποκάλυψης, για να συμβαδίζουν και με τις αλλαγές των καιρών. Το νέο στοιχείο το οποίο έχει προκύψει από την προαναφερόμενη απόφαση και το οποίο αφορά την εξέλιξη των προϋποθέσεων των Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, είναι ότι δεν θα πρέπει να είναι προϋπόθεση έκδοσης τέτοιων Διαταγμάτων, το γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο επιζητά τέτοιες πληροφορίες, τις επιζητά με σκοπό την έγερση και καταχώρηση Αγωγής. Σχετικό είναι το απόσπασμα της ως ανωτέρω αναφερόμενης Απόφασης του Δικαστηρίου στις παραγράφους 94, 95 και 96 αυτής, το οποίο παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω: «[94] It seems to us that the observations of Lightman J in Mitsui and Langley J in Nikitin put an undue constraint upon what is intended to be an exceptional though flexible remedy. The intrusion into the business of others which the exercise of the Norwich Pharmacal jurisdiction obviously entails means that a court should not, as Lord Woolf in Ashworth made clear, require such information to be provided unless it is necessary. But in our view, there is nothing in any authority which justifies a more stringent requirement than necessity by elevating the test to the information being a missing piece of the jigsaw or to it being a remedy of last resort. We agree in this respect with the views expressed in Hollander Documentary Evidence, 9th edition at para 5-
  1. Moreover it would be inconsistent with the flexible nature of this remedy to erect artificial barriers of this kind. In our view the approach of King J in Campaign Against the Arms Trade is to be preferred. [95] If the information is necessary, it is common ground that it is not a condition of the exercise of the jurisdiction that the information is required pending proceedings in a court of law. That is clear from the decision in British Steel v Granada Television [1981] AC 1096, [1981] 1 All ER 417, [1980] 3 WLR 774, another case concerned with information supplied to another in confidence. Both Lord Denning MR, in the Court of Appeal in that case at p 1127 and Templeman LJ at p 1132 made it clear that the information could be obtained even if it was not necessary for the purpose of bringing an action. Templeman LJ said: "In my judgment the principle of the Norwich Pharmacal case applies whether or not the victim intends to pursue action in the courts against the wrongdoer provided that the existence of a cause of action is established and the victim cannot otherwise obtain justice. The remedy of discovery is intended in the final analysis to enable justice to be done. Justice can be achieved against an erring employer in a variety of ways and a Plaintiff may obtain an order for discovery provided he shows that he is genuinely seeking lawful redress of a wrong and cannot otherwise obtain redress." [96] Those remarks were approved by the House of Lords in that case (see the speech of Lord Fraser at p 1200 of the report) and by Lord Woolf in Ashworth at para
  2. In Interbrew v Financial Times. Sedley LJ expressed the view at paras 29 - 34 that the relief under Norwich Pharmacal could not be used in aid of the detection of a crime and it would not be right to allow the victim of a crime to compel the production of information; it was only available where it was necessary to enable the Applicant to bring a civil action. However at paras 52-3 of his speech in Ashworth, Lord Woolf made it clear he did not agree with this view. It is clear that if the information is necessary, it is not a condition that the person seeking the documents needs them for a civil action. An illustration of this is the decision of Mummery J in CHC Software Care v Hopkinson Wood [1993] FLR 241.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, όπως προκύπτει από την Απόφαση R (on the application of Mohamed) (ανωτέρω), οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ότι δηλαδή η έκδοση του Διατάγματος αποκάλυψης πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση» (Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd (ανωτέρω)) και «αναγκαία» (Nikitin v Richards Butler LLP (ανωτέρω)) έτυχε αρνητικής αντιμετώπισης από μεταγενέστερες Αγγλικές υποθέσεις. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση R (on the application of Mohamed) (ανωτέρω) και στην υπόθεση Arab Satellite Communications Organisation v Al Faqih and another [2008] EWHC 2568 (QBD) το Αγγλικό High Court αποφάσισε ότι λανθασμένα χαρακτηρίσθηκε η έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ως «εσχάτη λύση» και «αναγκαία» ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, προτού εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, να μελέτα όλες τις επικρατούσες συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένων των πηγών του Αιτητή για την εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών και οποιοδήποτε σχετικό δημόσιο συμφέρον. Η θεραπεία η οποία επιζητείται με την Αίτηση για έκδοση Παρεμπίπτοντος Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις οι οποίες αφορούν απάτη και δόλο. Η ορθή αντιμετώπιση εκ μέρους του Δικαστηρίου, Αίτησης του προαναφερόμενου τύπου, είναι σημαντική για την διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος στην καταπολέμηση της απάτης και του δόλου. Στην πρόσφατη Αγγλική Απόφαση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC [2009] EWHC 442 (Ch); [2009] 2 B.C.L.C. 78, το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος όπως οι πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Συγκεκριμένα, σχετικά με την αποκάλυψη, στην ίδια υπόθεση ο Δικαστής Lewison J. ανέφερε τα ακόλουθα: «I am satisfied that it is in the public interest for an alleged fraud on this scale and of this complexity to be investigated, and on the evidence before me I am therefore satisfied that transfers of the information scheduled to the draft order are necessary for reasons of substantial public interest» Τα Κυπριακά Δικαστήρια σε πρόσφατες Αποφάσεις τους, ακολουθώντας την εξέλιξη των Αγγλικών Αποφάσεων που αφορούν την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων, έχουν αναγνωρίσει το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου είδους Διαταγμάτων δεν θα πρέπει πλέον να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις και θα πρέπει να αποτελεί μιαν εύκαμπτη θεραπεία προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης. Σχετικό επί του θέματος είναι και το απόσπασμα από την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ' αρ. 1544/2009 Glendale Group Ltd v Abacus Ltd κ.α. ημερομηνίας 05/06/2009, όπου ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έντιμος κ. Χ. Σολομωνίδης, στη σελίδα 15 αναφέρει τα ακόλουθα: «Στην Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E. R. 511 στη σελίδα 517 (παράγραφος 20) ο Lightman J. ανέφερε με σαφήνεια ότι: "Norwich Pharmacal relief is a flexible remedy capable of adaptation to new circumstances" Στην ίδια υπόθεση ο Lightman J. εξετάζοντας αίτηση για την αποκάλυψη όχι της ταυτότητας του αδικοπραγούντος αλλά για πληροφορίες που απαιτούντο για να αποφασίσει ο Αιτητής κατά πόσο θα ενήγαγε κάποιο πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα ήταν γνωστή, για διάρρηξη συμφωνίας ανέφερε απλά στην σελίδα 517 (παράγραφος 19) ότι θα ήταν δυνατό να εκδοθεί Διάταγμα "where the claimant requires a missing piece of the jigsaw" Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τις πιο πάνω εξελίξεις είναι ότι τα Δικαστήρια δεν θεωρούν πλέον την δικαιοδοσία της Norwich Pharmacal διακριτικής και εξαιρετικής φύσεως. Εξακολουθεί όμως να παραμένει θεραπεία ως ένα συστατικό μέρος των εξουσιών του Δικαστηρίου προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ. α. ν Frantisek Stepanek κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2012, ημερομηνίας 27/06/2012, συνοψίζοντας τις προαναφερόμενες αρχές, ανέφερε, σ' ότι αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης του προαναφερόμενου τύπου, τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνοπτικά και καταληκτικά, από την πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Τα Διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εκδίδονται κατά προσώπων που αναμίχτηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου, ή που βοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του, με σκοπό ώστε να ληφθούν πληροφορίες, οι οποίες να παρέχουν την δυνατότητα στον αιτητή να εξακριβώσει την ταυτότητα του αδικοπραγούντα, να ανιχνεύσει το προϊόν της αδικοπραξίας και να ληφθούν οι κατάλληλες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η στοιχειοθέτηση υπόθεσης εναντίον του αδικοπραγούντα. (β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει την δυνατότητα να εκδίδουν τέτοιου είδους Διατάγματα τα οποία πηγάζουν από το Δίκαιο της Επιείκειας (Law of Equity) όπως αυτά έχουν εξελιχτεί μεταγενέστερα της υπόθεσης Norwich Pharmacal. (γ) Τα Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και/ή πληροφοριών, αποτελούν αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορούν να προωθηθούν με Αγωγή. (δ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες: 1. Πρέπει να έχει διαπραχθεί, ή το θέμα να είναι συζητήσιμο για το κατά πόσο έχει διαπραχθεί, αδικοπραξία από τον βασικό αδικοπραγούντα, 2. Πρέπει να υπάρχει ανάγκη έκδοσης του Διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση της Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος, λαμβανομένου υπόψη όμως και της πρόσφατης εξέλιξης στην Αγγλική Νομολογία ή οποία έχει προκύψει με την Απόφαση Mohamed (ανωτέρω). 3. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το Διάταγμα
(1)πρέπει να είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία, είτε αθώα είτε όχι, που υποβοήθησε την τέλεσή της και έτσι να είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες και/ή έγγραφα τα οποία επιζητούνται και
(2)να είναι σε θέση ή να φαίνεται να είναι σε θέση να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος. (ε) Η έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal αποτελεί πλέον μίαν εύκαμπτη θεραπεία, η οποία λαμβανομένου υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων της σημερινής εποχής, ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. (στ) Το νέο στοιχείο το οποίο έχει προκύψει από την προαναφερόμενη Απόφαση και το οποίο αφορά την εξέλιξη των προϋποθέσεων των Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, είναι ότι δεν θα πρέπει να είναι πλέον προϋπόθεση έκδοσης τέτοιων Διαταγμάτων το γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο επιζητά τέτοιες πληροφορίες, τις επιζητά με σκοπό την έγερση και καταχώρηση Αγωγής, αλλά προϋπόθεση πρέπει να είναι η δυνατότητα απονομής της Δικαιοσύνης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΤΑ ΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ «NORWICH PHARMACAL» Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση κατέχει ή φαίνεται να κατέχει πληροφορίες για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από την Εναγομένη 1 εταιρεία και τον επίδικο λογαριασμό και τα οποία, εκ πρώτης όψεως, αποπειράθηκαν να αποσπάσουν με επιλήψιμο τρόπο ένα μεγάλο ποσό από την Ενάγουσα / Αιτήτρια, προκαλώντας της οικονομικής ζημιά ύψους περίπου €40.
  1. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, νομιμοποιεί την Ενάγουσα / Αιήτρια στην έγερση αυτής της Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και, περαιτέρω, στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης για αποκάλυψη πληροφοριών που η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση κατέχει ή φαίνεται να κατέχει και οι οποίες είναι απαραίτητες για την Ενάγουσα / Αιτήτρια για να προωθήσει την παρούσα Αγωγή ή και με άλλα δικαστικά μέτρα εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας ή και άλλων προσώπων που τυχόν διαφανεί ότι εμπλέκονται στην εναντίον της αδικοπραξία. Για σκοπούς εξασφάλισης της ενδιάμεσης θεραπείας που επιζητείται θα πρέπει να πληρούνται τόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 όσο και των προϋποθέσεων που αναγνωρίστηκαν, κυρίως, στην υπόθεση Mitsui & Co ανωτέρω. Πρώτη, Δεύτερη και Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Όπως προκύπτει από την νομολογία, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ικανοποιείται στην προκείμενη περίπτωση, αφού η Ενάγουσα / Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση την απαίτηση της. Η βάση που στηρίζει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, ως αποκαλύπτεται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, είναι το δικαίωμα της σε διάταγμα Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση συγκεκριμένων πληροφοριών που αναφέρονται σ' αυτό. Ως έχει προαναφερθεί, τα Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και/ή πληροφοριών, αποτελούν αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς η επίκληση του δικαιώματος της Ενάγουσας / Αιτήτριας στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αυτής της Αγωγής, στοιχειοθετεί, σ' αυτή την περίπτωση, την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αναφορικά με την προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα / Αιτήτρια σε θεραπεία, κρίνω - μετά από συσχετισμό της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης της Ενάγουσας / Αιτήτριας με την προσφερόμενη μαρτυρία, - όπως αυτή εξάγεται σ' αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας -, ότι έχει αποδειχθεί από την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον μου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής της Ενάγουσας / Αιτήτριας εναντίον της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Χ. Καΐλη ημερομηνίας 12/02/2014, που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Αίτησης αυτής, θεμελιώνουν το δικαίωμα της Ενάγουσας / Αιτήτριας σε διάταγμα Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την διακρίβωση της ταυτότητας όλων των προσώπων που έλαβαν μέρος στην εναντίον των συμφερόντων της συμπαιγνία, απόπειρα καταδολίευσης και εξαπάτησης της και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την προώθηση της παρούσας Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 1 ή και άλλων συνδεόμενων μ' αυτήν προσώπων, ή με την έναρξη οποιαδήποτε άλλης δικαστικής διαδικασίας στο εξωτερικό.[xi]. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση της κας Χ. Καΐλη, γίνεται μία πλήρης αναφορά στην αδικοπραξία που, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας / Αιτήτριας, διαπράχθηκε σε βάρος τους από πλευράς του εν λόγω κ. Martin ή/και της Εναγομένης 1 εταιρείας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να της προκληθεί ζημία ύψους €40.000 στην προσπάθεια της να αναχαιτίσει την απόσπαση απ' αυτήν του ποσού των €385.201, καθώς και για την μετέπειτα αποκατάσταση της επέμβασης στα συστήματα πληροφορικής της από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αποπειράθηκαν να την εξαπατήσουν. Ότι δηλαδή, ο εν λόγω κ. Martin, την 28/01/2014 παρουσιάστηκε ψευδώς και με πρόθεση να εξαπατήσει την Ενάγουσα / Αιτήτρια, ως υπάλληλος του τμήματος πληροφορικής της εφαρμογής Net Cash της τράπεζας BNP Paribas, με την οποία τράπεζα η Ενάγουσα / Αιτήτρια συνεργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μιλώντας από τηλεφώνου με το υπεύθυνο πρόσωπο απ' το τμήμα λογιστηρίου της Ενάγουσας / Αιτήτριας, για τις συναλλαγές μέσω της εφαρμογής Net Cash της τράπεζας BNP Paribas και αφού του παρέστησε ότι επρόκειτο για μία απαραίτητη δοκιμή του εν λόγω συστήματος, ο εν λόγω κ. Martin, κατάφερε να αποσπάσει από την Ενάγουσα / Αιτήτρια μία διεθνή μεταφορά χρημάτων, ήτοι του ποσού των €385.201 προς την Εναγομένη 1 εταιρεία, σε λογαριασμό που αυτή τηρεί στην Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση. Ήτοι τον λογαριασμό σε σχέση με τον οποίο η Ενάγουσα / Αιτήτρια εξαιτείται τις συγκεκριμένες πληροφορίες και στοιχεία με την Αίτηση της αυτή. Όταν την 29/01/2014, ο εν λόγω υπάλληλος της Ενάγουσας / Αιτήτριας αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο περί απάτης, με την συνδρομή της BNP Paribas και της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, αποτράπηκε η πίστωση του ποσού των €385.201 στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1 και επιστράφηκε πίσω στην Ενάγουσα / Αιτήτρια. Λόγω αυτής όμως της πορείας των γεγονότων, ως προανέφερα, η Ενάγουσα / Αιτήτρια υπέστη ειδικές ζημιές τις οποίες επιθυμεί να θεραπεύσει με την καταχώριση και προώθηση αγωγής, τόσο εναντίον της Εναγομένης 1, όσο και εναντίον του οποιουδήποτε άλλου προσώπου αποκαλυφθεί ότι ενέχεται στην εναντίον της αδικοπραξία. Είτε δια μέσω αυτής της δικαστικής διαδικασίας ή μέσω άλλης. Ως εκ των προαναφερομένων, η διάπραξη ή, τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Εναγόντων / Αιτητών και ότι αυτοί έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται σε θεραπεία, δηλαδή σε απόφαση για αποκατάσταση της ζημιάς τους, αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας ως προαναφέρθηκε, ικανοποιούν την δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην Ενάγουσα / Αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, κρίνω ότι με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση, από την στιγμή που η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες - και δεν το αρνείται -, χωρίς τις οποίες, η Ενάγουσα / Αιτήτρια δεν μπορεί να προωθήσει την Αγωγή αυτή εναντίον της Εναγομένης 1, ή την οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία κρίνεται απαραίτητη εναντίον παντός υπευθύνου, με αποτελεσματικότητα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal Στην προκείμενη περίπτωση, βάσει την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί:
  3. Η διάπραξη ή, η τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος της Ενάγουσας / Αιτήτριας.
  4. Η Ενάγουσα / Αιτήτρια χρειάζεται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί, χωρίς αυτές, δεν θα είναι σε θέση να εξακριβώσει, αφενός ποια πρόσωπα έδρασαν δόλια εναντίον των συμφερόντων της και προς ζημιάς της, και αφετέρου να διαμορφώσει με ακρίβεια αυτή την αξίωση της εναντίον της Εναγομένης 1 ή/και οποιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου προσώπου. Ή εν πάση περιπτώσει, ώστε αυτή να δυνηθεί με πληρότητα να προωθήσει την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, ή και να καταχωρήσει, προωθήσει και παρουσιάσει εναντίον της Εναγομένης 1 ή και του οποιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου προσώπου, αγωγή στην Κύπρο ή και εκτός δικαιοδοσίας προς αποκατάσταση της ζημιάς της, προϊόν της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας ως προαναφέρθηκε[xii]. Πρέπει εν προκειμένω να αναφερθεί ότι, οι προσπάθειες της Ενάγουσας / Αιτήτριας να πληροφορηθεί σε ότι αφορά την εταιρική δομή αλλά και την χώρα σύστασης της Εναγομένης 1 εταιρείας, δεν κατέστη δυνατή καθ' οιοδήποτε τρόπο και ότι όπως όλα δείχνουν, αυτή δεν είναι καν εταιρεία εγγραμμένη στην Κύπρο. Ως προς το σημείο αυτό, αξίζει να παρατεθεί η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Ναθαναήλ που δόθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Avila Management Services Ltd ανωτέρω: «Προσεκτική εξέταση των δεδομένων της υπό αναθεώρηση υπόθεσης αποκαλύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, η οποία και δεν θα πρέπει να διαταραχθεί. Ακριβώς το περίπλοκο των όλων συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής στην Τσεχία». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, έχει, λόγω της συμβατικής σχέσης που υπέχει με την Εναγομένη 1 εταιρεία, αναμειχθεί στην αδικοπραξία της Εναγομένης 1, ή και του εν λόγω κ. Martin, ο οποίος, πιθανόν να κρύβεται πίσω απ' αυτήν, εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας / Αιτήτριας. Το επίδικο έμβασμα είχε προορισμό λογαριασμό που η Εναγομένη 1 εταιρεία διατηρεί με την Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση. Είναι ως εκ τούτου σε θέση η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση να προμηθεύσει την Ενάγουσα / Αιτήτρια με τις πληροφορίες που ζητά και οι οποίες τις είναι αναγκαίες για την προώθηση της Αγωγής αυτής, ή και την έγερση και προώθηση άλλων δικαστικών διαδικασιών στην Κύπρο ή και εκτός δικαιοδοσίας, εναντίον του εν λόγω προσώπου που διέπραξε την σε βάρος της ισχυριζόμενη αδικοπραξία ή και άλλων και προκάλεσαν σ' αυτή οικονομική ζημιά. Το ισοζύγιο της ευχέρειας Έχοντας ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα / Αιτήτρια απέδειξε την συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, καταλήγω με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας / δικαιοσύνης. Αυτό, ως έχει νομολογηθεί υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη»[xiii]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος, του status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές αυτές, εν όψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, ισοζυγίζοντας όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ίδιας της φύσης και περιεχομένου του αιτούμενου Διατάγματος και της αποδοχής ότι η Ενάγουσα / Αιτήτρια ικανοποίησε τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ της. Και τούτο, ειδικότερα γιατί η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, δεν έχει ισχυριστεί ότι θα ζημιωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εάν στο παρόν στάδιο δώσει στην Ενάγουσα / Αιτήτρια τις αιτούμενες πληροφορίες. Σε αντίθεση με την περίπτωση όπου, αν αυτές δεν δοθούν, τα δικαιώματα της Ενάγουσας / Αιτήτρια επηρεάζονται ανεπανόρθωτα. Εξέταση εγερθέντων ζητημάτων Επειδή υπήρξε αναφορά από πλευράς Ενάγουσας / Αιτήτριας ότι τα αιτούμενα στοιχεία και πληροφορίες είναι αναγκαία και για σκοπούς ποινικής δίωξης προσώπων που σχετίζονται με την εναντίον των συμφερόντων της αδικοπραξία, και επειδή αυτό, σύμφωνα με την νομολογία[xiv], δεν επιτρέπεται, σχετική ρύθμιση ως προς απαγόρευση αυτού του ενδεχόμενου θα γίνει απ' το Δικαστήριο στην συνέχεια. Το ζήτημα αυτό δεν έχει εγερθεί από πλευράς Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, ρύθμιση όμως εν προκειμένω πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο, ώστε να διασφαλιστεί η νομιμότητα και η χωρίς κατάχρηση χρήσης των πληροφοριών και στοιχείων που θα εξασφαλιστούν. Από την Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση ηγέρθηκαν αρκετοί λόγοι ένστασης, αρκετοί από τους οποίους μάλιστα επικαλύπτονται, οι οποίοι δεν ευσταθούν. Το όσα προανέφερα, τόσο κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του ζητήματος της έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, όσο και κατά την εξέταση κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, απαντούν σ' όλες τις ενστάσεις της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, σ' ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσο το τραπεζικό απόρρητο μπορεί να υπερισχύσει του δημοσίου συμφέροντος για απονομή δικαιοσύνης, παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη υπόθεση στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ. α. ν Darya Abramchyk κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13/01/2014 όπου το ερώτημα απαντάται αρνητικά. Όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, τότε το δημόσιο συμφέρον για απονομή δικαιοσύνης, υπερτερεί της ύπαρξης όποιας σχέσης εμπιστοσύνης ή/και του τραπεζικού απορρήτου. Επιπρόσθετα, ως προς το γεγονός ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της Εναγομένης 1 έχει κλείσει, δεν βρίσκω πως αυτό μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης. Ως προς αυτό, σημειώνω ότι η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι λόγω αυτού του γεγονότος αδυνατεί να δώσει αυτές τις πληροφορίες. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το Άρθρο 68
(1)[xv] του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007, Νόμος 188(I)/2007, η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, άσχετα του γεγονότος ότι ο επίδικος Λογαριασμός έκλεισε την 06/02/2014, έχει υποχρέωση και πρέπει να έχει ακόμη στην κατοχή της τα όσα στοιχεία και πληροφορίες η Ενάγουσα / Αιτήτρια ζητά με την Αίτηση αυτή. Τέλος, όσον αφορά το λεκτικό και την ευρύτητα των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνω ότι η διατύπωση των παρακλητικών δεν είναι ευρεία, ασαφή ή αόριστη και έτσι αυτά μπορούν νε εγκριθούν ως έχουν (δέστε πε' αυτού την υπόθεση Penderhill Holdings Ltd ανωτέρω). ΤΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση με την ένσταση που έχει καταχωρήσει στην υπό κρίση Αίτηση, δεν έχει φέρει στο φως οτιδήποτε το οποίο να συνηγορεί στην μη οριστικοποίηση του προσωρινά εκδοθέντος Διατάγματος. Αφενός, δεν αμφισβητεί ότι υπό τις περιστάσεις ήταν κατ' επείγουσα η έκδοση του προσωρινού Διατάγματος και αφετέρου, δεν έχει υποδείξει οτιδήποτε ουσιαστικό από πλευράς γεγονότων που δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα / Αιτήτρια όταν αυτή είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση του μονομερώς. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχοντας ήδη ικανοποιηθεί κατά το μονομερές στάδιο ότι αυτό μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί στην απουσία της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση επειδή πληρούνταν τόσο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, όσο και οι προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του Κεφ. 6, μπορεί, χωρίς να χρήζει περαιτέρω εξέτασης το θέμα, να οριστικοποιήσει το Διάταγμα. Εντούτοις, ως προς το θέμα αυτό, η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση έχει δίκαιο όταν υποδεικνύει ότι, αφού πλέον ο επίδικος λογαριασμός έχει κλείσει, δηλαδή, δεν υπάρχει πλέον, πως είναι δυνατόν τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε σχέση μ' αυτόν να μην έχουν απολέσει το αντικείμενο τους. Μ' αυτή την εισήγηση της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτηση συμφωνώ. Το προσωρινό διάταγμα θα απορριφθεί γι' αυτό τον λόγο. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του κ. Κουκούνη ότι το προσωρινό Διάταγμα, ακόμη και κάτω απ' αυτές τις περιστάσεις, πρέπει να οριστικοποιηθεί «ότι και εάν αυτό αξίζει». Τα διατάγματα των Δικαστηρίων εκδίδονται εκεί και όπου είναι αναγκαία και υπάρχει αντικείμενο ρύθμισης ή θεραπεία προς απόδοση. ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΦΙΜΩΣΗΣ Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η έκδοση του εναντίον της Εναγομένης 2 / Καθ' ης η Αίτση δεν είναι αναγκαία. Ούτε και έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας / Αιτήτριας γιατί η έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος είναι αναγκαία. Σημειώνω ως προς αυτό ότι η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση συνέδραμε ουσιαστικά και συνεργάστηκε με την Ενάγουσα / Αιτήτρια και την τράπεζα της ώστε να μην πιστωθεί στην Εναγομένη 1 το ποσό των €385.201 που δολίως της είχε αποσπαστεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς εκδίδονται διατάγματα ως τα παρακλητικά Γ και Δ της Αίτησης. Αυτά διαφοροποιούνται ως προς τον χρόνο που η Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση θα έχει προς συμμόρφωση της με τις πρόνοιες τους, ο οποίος καθορίζεται σε 25 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτήν του σχετικού δηλωτικού αυτού του διατάγματος. Περαιτέρω, η Ενάγουσα / Αιτήτρια δεν θα δικαιούνται να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελε αποκαλυφθούν στα πλαίσια των προαναφερόμενων εκδοθέντων διαταγμάτων για σκοπούς οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, εκκρεμούσης και μη, εναντίον του οποιουδήποτε προσώπου, ή για σκοπούς έγερσης ή προώθησης αστικής φύσεως διαδικασίας εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, παρά μόνο κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα / Αιτήτρια, διατάζεται να αποζημιώσει την Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση για οποιαδήποτε λογική, αναμενόμενη και συναφή ζημιά, περιλαμβανομένων εξόδων, ήθελε αυτή υποστεί λόγω συμμόρφωσης της με το προαναφερθέν διατάγματα του Δικαστηρίου. Το Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/02/2014 ακυρώνεται στην ολότητα του. Η Αίτηση σε ότι αφορά τα αιτούμενα διατάγματα υπό τα παρακλητικά Α, Β και Ε απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη την φύση του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνω ότι πρέπει να είναι έξοδα δίκης και θα επιδικασθούν προς όφελος της Εναγομένης / Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης 2 / Καθ' ης η Αίτηση, μόνο στην περίπτωση που αυτή τελικά επιτύχει στην Αγωγή της αυτή. Και αυτό, ενόψει του ότι εναντίον της Εναγόμενης 2 / Καθ' ης η Αίτηση η Ενάγουσα / Αιτήτρια μόνο απαίτηση για αποκάλυψη έχει παρουσιάσει και η Εναγόμενη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, κατά την άποψή μου, καταχώρισε ένσταση για να αποφύγει ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον της εκ μέρους της Εναγομένης 1 στην περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ως εκ τούτου και με την επίδοση της στην Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση, το καθεστώς εξέτασης της σε ότι αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, θα είναι ως αν αυτή να είχε απ' την αρχή υποβληθεί με κλήση προς την άλλη πλευρά. [ii] Δέστε σχετικά την υπόθεση Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231. [iii] Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων Διαταγμάτων τις οποίες θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, έχουν τύχει νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα υπομνήσω απλώς τις ακόλουθες υποθέσεις: Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [iv] Όπως εξηγήθηκε στην Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E. R. 1061 (C.A.) και υιοθετήθηκε στην Odysseos (ανωτέρω), η νομική πιθανότητα είναι εν πολλοίς διαφορετική από τη μαθηματική πιθανότητα. Απαιτείται από τον Αιτητή να δείξει ότι έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας («a probability of success»). Σύμφωνα με την υπόθεση Re J.S. (a minor) (ανωτέρω) η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται με την κατάδειξη κάποιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. [v] Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α. Α. Δ. 1653 λέχθηκε ότι: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Papastratis v Pierides
(1979)1 C. L. R. 231. [vii] Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α. Α. Δ.152. [viii] Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. [ix] Σχετική επί του προκείμενου είναι και η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. [x] Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] UKHL 29; [2002] 4 All E.R. 193 at [53] per Lord Woolf C.J.. [xi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ. α. ν Darya Abramchyk κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13/01/
  2. [xii] Αυτό το σημείο εξετάστηκε στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v VCI Plc [2003] EWHC 616 όπου με αναφορά στην υπόθεση P v T Ltd [1997] 1 WLR 1309, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «11 So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position». Σχετικές επ` αυτού, είναι και οι υποθέσεις Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 1 WLR 2033, Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch), [2005] 3 All ER 511, ΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177 και Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042. [xiii] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. [xiv] Δέστε σχετικά την υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ. α. ν Darya Abramchyk κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13/01/
  2. [xv] Άρθρο 68
(1)του Νόμου 188(I)/2007: «Πρόσωπα που διεξάγουν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες οφείλουν να τηρούν αρχεία και να φυλάσσουν για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Αντίγραφα των αποδεικτικών στοιχείων της ταυτότητας του πελάτη· (β) τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και τις λεπτομέρειες όλων των επιχειρηματικών σχέσεων και συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων εγγράφων για την καταχώρηση των συναλλαγών στα λογιστικά βιβλία· και (γ) τα σχετικά έγγραφα της αλληλογραφίας με τους πελάτες και άλλα πρόσωπα με τους οποίους διατηρείται επιχειρηματική σχέση.
(2)Η περίοδος των πέντε ετών υπολογίζεται μετά την εκτέλεση των συναλλαγών ή την περάτωση της επιχειρηματικής σχέσης.
(3)Τα πρόσωπα που διεξάγουν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες οφείλουν να διασφαλίζουν ότι όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)τίθενται έγκαιρα και χωρίς καθυστέρηση στη διάθεση της Μονάδας και των αρμοδίων Εποπτικών Αρχών για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων που τους αναθέτει ο παρών Νόμος». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.