← Κύπρος

KAAN INVESTMENTS EOOD κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 281/2014, 26/6/20

KAAN INVESTMENTS EOOD κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 281/2014, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 281/2014

  1. KAAN INVESTMENTS EOOD
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  3. ΔΗΜΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Εναγόντων - και - ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ Εναγομένης ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
  4. KAAN INVESTMENTS EOOD
  5. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  6. ΔΗΜΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Εναγόντων -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία:26/06/2014 Αίτηση Για Διάταγμα Αποκάλυψης («Norwich Pharmacal») ημερομηνίας 28/01/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κα Δ. Χριστοδούλου για Αναστάσιο Μυλωνά & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Φούλιας για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σε ότι αφορά την Εναγομένη, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, την 28/01/
  7. Την 29/01/2014, οι Ενάγοντες / Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο και στα πλαίσια σχετικής γραπτής Αίτησης του ημερομηνίας 28/01/2014 (στο εξής καλούμενη η «Αίτηση»), αιτήθηκαν εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, μονομερώς, την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατ' επείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις, με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 29/01/2014, έκρινε ότι αυτή θ' έπρεπε να είχε υποβληθεί δια κλήσεως της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση και έδωσε σχετικές οδηγίες για την επίδοση της. Ως εκ τούτου και με την επίδοση της στην Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση, το καθεστώς εξέτασης της θα είναι ως αν αυτή να είχε απ' την αρχή υποβληθεί με κλήση προς την άλλη πλευρά. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες / Αιτητές αιτούνται την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Διάταγμα του Δικαστηρίου («Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal») με το οποίο να διατάσσεται η Εναγομένη / Καθ' ης η αίτηση, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επιδόσεως σε αυτή του παρόντος Διατάγματος, αποκαλύψει ενόρκως στους Ενάγοντες / Αιτητές και στο Δικαστήριο με την κατάρτιση σχετικής Ένορκης Δήλωσης τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Λεπτομέρειες του λογαριασμού με ΙΒΑΝ CY57007049300000000020535174, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο όνομα της εταιρείας του GOOSE GREEK LIMITED (στο εξής « ο Λογαριασμός»). (β) Το όνομα και/ή τα ονόματα και/ή διευθύνσεις των προσώπων που έχουν ανοίξει τον Λογαριασμό και/ή που υπέγραψαν τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς ανοίγματος του Λογαριασμού και/ή δικαιούχοι του Λογαριασμού και/ή που δεσμεύουν τον Λογαριασμό. (γ) Οιανδήποτε έγγραφα που αφορούν το άνοιγμα του επίδικου Λογαριασμού. (δ) Οιανδήποτε έγγραφα στα οποία να εμφαίνεται ότι την 07/04/2008 και την 23/05/2008 ο Ενάγοντας 2 μετέφερε από το λογαριασμό του με αρ. 00524519 της Lloyds TSB Τράπεζας, το ποσό των €15.000 και €10.408.00, αντίστοιχα, στον Λογαριασμό. (ε) Οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες, οι οποίες σχετίζονται με το επίδικο θέμα». Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση, αφού έλαβε γνώση, της αγωγής αυτής και της υπό κρίση Αίτησης, εμφανίστηκε στην διαδικασία και την 31/03/2014 καταχώρησε Ειδοποίηση αναφορικά με την Ένσταση τους στην Αίτηση (στο εξής καλούμενη «η Ένσταση»). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, κ. κ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 Δ.28, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 21, 22, 23, 29, 31 και 32, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την εκδοση Παρεμπίπτον Διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal», ήτοι στην βάση των νομικών αρχών που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and Others - v - Commissioners and Customs Excise

(1973)2 Αll.E.R. 943, και/ή την υπόθεση Bankers Trust - v - Sja[ora
(1980)1 WLR 1274 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Λουκίας Κούννα η οποία είναι δικηγόρος συνεργαζόμενη με τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους Ενάγόντες / Αιτητές στην αγωγή αυτή, ημερομηνίας 28/01/2014, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Ορκίζεται η ίδια στα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και όχι κάποιος από τους Ενάγοντες / Αιτητές καθότι αυτή διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και ήταν εξαιρετικά δύσκολο να έρθουν στην Κύπρο για να ορκιστούν στην αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ένορκη δήλωση. II. Την 01/10/2006, η Ενάγουσα 1 διόρισε κάποιο κ. Γιώργο Μανώλη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την αγορά ενός ακινήτου στην επαρχία Βάρνας στη Βουλγαρία (στο εξής καλούμενο «το Ακίνητο»). Προς τεκμηρίωση του πιο πάνω ισχυρισμού της, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο συμβολαιογραφικής πράξης ημερομηνίας 19/10/2006 το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο 1 στην εν λόγω ένορκη δήλωση της. III. Την 25/10/2006 η Ενάγουσα 1 υπόγραψε στη Βουλγαρία συμφωνία αγοράς του Ακινήτου με την πωλήτρια αυτού, κάποια κα Ντόπρα Τοντόροβα Ιλίεβα. Το τίμημα πώλησης / αγοράς του Ακινήτου συμφωνήθηκε στις €2.
  1. Η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε για λογαριασμό της Ενάγουσας 1, από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της, τον προαναφερόμενο κ. Γιώργο Μανώλη. Αυτός εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν γνωρίζουν την Βουλγαρική γλώσσα, στην οποία ήταν συνταγμένη η προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη για αγορά του Ακινήτου, απέκρυψε και δεν αποκάλυψε στους Ενάγοντες ότι το εν λόγω Ακίνητο δεν αγοράστηκε πραγματικά στην τιμή των€2.500, αλλά ότι αυτό αγοράστηκε για €50.
  2. Ποσό το οποίο οι Ενάγοντες κατέβαλαν και κατέθεσαν σε προσωπικό λογαριασμό του λόγω κ. Γιώργου Μανώλη, με την εντολή όπως αυτό καταβληθεί για την αγορά του προαναφερθέντος Ακινήτου. Προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών της, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στο Δικαστήριο βεβαίωση εμβάσματος ημερομηνίας 12/10/2006 επισυνάπτοντας στην εν λόγω ένορκο δήλωση της την ως Τεκμήριο
  3. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, ο Εναγόμενος 2 φαίνεται ότι στις 12/10/2006 έδωσε οδηγίες για την μεταφορά ποσού €50.000 που ως φαίνεται είναι το ισόποσο των 34.362,42 αγγλικών στερλινών σε λογαριασμό στην Λαϊκή Τράπεζα, δικαιούχος του οποίου παρουσιάζεται να είναι ο εν λόγω Γιώργος Μανώλη «Μανώλη Γεώργιος ή Γιαννουγιάς». IV. Οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν για την πραγματική τιμή του Ακινήτου όταν την 16/09/2013 προέβησαν σε μετάφραση της προαναφερθείσας συμβολαιογραφικής πράξης στο γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Δημοκρατίας. Σχετική απόδειξη είσπραξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 16/09/2013 μετά της μετάφρασης της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξης στην ελληνική γλώσσα, η οποία φαίνεται να έχει ληφθεί από τους δικηγόρους των Εναγόντων / Αιτητών, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την ενόρκως δηλούσα, ως επισυνημμένο Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση της. V. Περαιτέρω των όσων προαναφέρθηκαν, το 2008 και ενώ οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν την πραγματική τιμή αγοράς του Ακινήτου, συμφώνησαν προφορικά με τον εν λόγω κ. Γιώργο Μανώλη, όπως αυτός ενεργήσει εκ μέρους τους ούτως ώστε το εν λόγω Ακίνητο να μετατραπεί από γεωργικό σε οικιστικό, συμφώνως των σχετικών προνοιών της Βουλγαρικής νομοθεσίας. Ο Ενάγοντας 2 κατόπιν οδηγιών του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη και για σκοπούς ρύθμισης του εν λόγω ζητήματος, την 07/04/2008 και την 25/05/2008, κατέβαλε σ' αυτόν τα ποσά των €15.000 και €10.408 αντίστοιχα, σε λογαριασμό με IBAN CY57007049300000000020535174 ( στο εξής καλούμενος «ο Λογαριασμός») που το εν λόγω πρόσωπο υπέδειξε στους Ενάγοντες. Ο οποίος Λογαριασμός, κατ' ισχυρισμό του, ήταν εγγεγραμμένος στο όνομα της εταιρείας Goose Greek Ltd. Προς τεκμηρίωση των εν λόγω ισχυρισμών της η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίγραφα εκτέλεσης εντολής διεθνούς εμβάσματος, της τράπεζας DLdoys TSB, ημερομηνίας 07/04/2008 και 25/05/2008 αντίστοιχα. Ο εν λόγω κ. Γιώργος Μανώλη, παρά το μακρύ χρονικό διάστημα το οποίο μεσολάβησε, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την μετατροπή του Ακινήτου από γεωργικό σε οικιστικό ως είχε συμφωνηθεί. Οι Ενάγοντες / Αιητές τον κάλεσαν επανειλημμένα όπως συμμορφωθεί και τηρήσει τους όρους της προαναφερθείσας συμφωνίας, πλην όμως αυτός δεν συμμορφώθηκε και οι Ενάγοντες με επιστολές του δικηγόρου τους στη Βουλγαρία τερμάτισαν την εν λόγω προφορική συμφωνία και κάλεσαν τον εν λόγω κ. Γιώργο Μανώλη όπως τους επιστρέψει το καταβληθέν ποσό. VI. Μετά από σχετική καταγγελία των Εναγόντων / Αιτητών, ο εν λόγω κ. Γιώργος Μανώλη ανακρίθηκε από τις αστυνομικές αρχές της Βουλγαρίας και δήλωσε ότι πράγματι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων / Αιτητών και αυτού για την μετατροπή του ακινήτου από γεωργικό σε οικιστικό, αλλά αρνήθηκε και αμφισβήτησε την πληρωμή σ' αυτόν του συνολικού ποσού των €25.408 που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εταιρεία Goose Greek Ltd, σε λογαριασμό της οποίας εμβάστηκαν και κατατέθηκαν τα εν λόγω ποσά, δεν είχε καμία σχέση μαζί του και ότι αυτός δεν ήταν δικαιούχος του εν λόγω Λογαριασμού. Η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει περαιτέρω ότι κατόπιν οδηγιών των Εναγόντων / Αιτητών προέβησαν σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών της Δημοκρατίας για να εντοπιστούν στοιχεία της εν λόγω εταιρείας, χωρίς κανένα αποτέλεσμα καθώς, ως έχει προκύψει από την εν λόγω έρευνα τους, στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, δεν υπάρχει εγγεγραμμένη οποιαδήποτε εταιρεία με αυτή την επωνυμία. Προσπάθησαν, αναφέρει περαιτέρω, τόσο οι ίδιοι ως δικηγόροι των Εναγόντων / Αιτητών, όσο και οι ίδιοι οι Ενάγοντες / Αιτητές να βρουν οποιεσδήποτε πληροφορίες για τον λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας και για το πρόσωπο που με βάση το νόμο θεωρείται ως δικαιούχος και υπογραφών του, χωρίς ωστόσο αυτό να γίνει κατορθωτό, καθώς η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση κωλύεται από να τους παράσχει τέτοιου είδους πληροφορίες λόγω απόρρητου των προσωπικών δεδομένων των πελατών της. Μόνο με διαταγή του Δικαστηρίου, ανέφερε, η Εναγομένη / Καθ' ης η αίτηση νομιμοποιείται να τους παράσχει αυτές τις πληροφορίες. VII. Το αιτούμενο διάταγμα είναι μεγάλης σημασίας για τους Ενάγοντες / Αιτητές, καθώς, θα τους βοηθήσει να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη ότι αυτός δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία Goose Greek Ltd και τον Λογαριασμό στον οποίο έχει γίνει η κατάθεση των προαναφερόμενων ποσών. VIII. Περαιτέρω το αιτούμενο διάταγμα είναι μεγάλης σημασίας καθώς οι Ενάγοντες / Αιτητές με βάση τις πληροφορίες που θα εξασφαλίσουν βάσει αυτού, θα είναι σε θέση πλέον να κινηθούν δικαστικά εναντίον του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη στη Βουλγαρία με την καταχώρηση αγωγής προς απαίτησης επιστροφής του προαναφερθέντος ποσού, λόγω παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας. Επιπλέον, θα καταστεί δυνατή και η ποινική δίωξη του στην Βουλγαρία. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: I. Οι Εναγόμενοι εγείρουν την παρούσα ένσταση, όχι διότι έχουν οποιοδήποτε συμφέρον οι ίδιοι να υποστηρίξουν, αλλά διότι προσπαθούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην εξέταση των σωστών παραμέτρων οι οποίες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι ζητούνται από την άλλη πλευρά αποκλειστικά προσωπικά δεδομένα πελάτη τους. II. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharacal δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες γνωρίζουν πολύ καλά, τόσον τον αριθμό του Λογαριασμού, όσο και το όνομα της εταιρείας στον οποίο ανήκει ο λογαριασμό αυτός. III. Επιπροσθέτως, η υπόθεση φαίνεται ότι είναι καθαρά διάρρηξη συμφωνίας και δεν υπάρχει οποιοδήποτε αδίκημα ή δόλος εκ μέρους του αναφερομένου Γιώργου Μανώλη. IV. Οι Εναγόμενοι είναι φανερό ότι γνωρίζουν που βρίσκεται ο Γιώργος Μανώλη και δεν είχαν καμία δυσκολία να τον προσθέσουν στην παρούσα υπόθεση ώστε να δοθεί σ' αυτόν η ευκαιρία να απαντήσει. V. Περαιτέρω είναι προφανές ότι ο Λογαριασμός τον οποίον αναφέρουν οι Εναγόντες, δεν είναι λογαριασμός που εδόθη από τους Εναγόμενους. VI. Η πρόνοια η οποία γίνεται στην υπόθεση Norwich Pharmacal ασφαλώς δεν αναφέρεται για σκοπούς ποινικής δίωξης οποιουδήποτε. VII. Το θέμα θα πρέπει να παραμείνει στο Δικαστήριο, αλλά εν πάση περιπτώσει, τα έξοδα πρέπει να βαρύνουν τους ενάγοντες. Η Ένσταση, βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960στα άρθρα 21, 22, 23, 29, 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 κ. κ. 1 - 9 και Δ.28, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, ήτοι στη βάση των νομικών αρχών που καθιερώθηκαν από το Κοινοδίκαιο από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners on Customs Excise
(1973)All.E.R. 943 και την υπόθεση Bankers Trust v Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274 και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Την Ένσταση της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή, που είναι υπάλληλος στον συνεταιρισμό δικηγόρων που εκπροσωπούν την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση σ' αυτή την Αγωγή, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από το φάκελο της υπόθεσης που διατηρούν οι δικηγόροι της Εναγομένης / Καθ΄ ης η αίτηση καθώς επίσης και από τα όσα της έχει αναφέρει ο δικηγόρος Δρ. Αντρέας Ποιητής που χειρίζεται την υπόθεση. II. Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση εγείρει την ένσταση αυτή, όχι γιατί έχει οποιοδήποτε συμφέρον αλλά γιατί προσπαθεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των σωστών παραμέτρων οι οποίες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι οι Ενάγοντες / Αιτητές ζητούν αποκλειστικά προσωπικά δεδομένα πελάτη της. III. Οι αρχές που καθιερώθηκαν από την νομολογία δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση αυτή, γιατί οι Ενάγοντες / Αιτητές γνωρίζουν πολύ καλά, τόσο τον αριθμό του Λογαριασμού, όσο και το όνομα της εταιρείας στον οποίο ανήκει ο Λογαριασμός αυτός. Περαιτέρω είναι προφανές ότι ο λογαριασμός αυτός δεν είναι λογαριασμός ο οποίος εδόθηκε στους Ενάγοντες / Αιτητές από την Εναγομένη / Καθ΄ ης η Αίτηση. IV. Επιπρόσθετα, η υπόθεση φαίνεται να αφορά καθαρά διάρρηξη συμφωνίας και δεν υπάρχει οποιοδήποτε αδίκημα ή δόλος από πλευράς του αναφερομένου Γιώργου Μανώλη. V. Οι Ενάγοντες / Αιτητέ,ς όπως είναι φανερό, γνωρίζουν που βρίσκεται ο κ. Γιώργος Μανώλη και δεν είχαν καμία δυσκολία να τον προσθέσουν στην υπόθεση αυτή ως διάδικο, ώστε να δοθεί σ' αυτόν η ευκαιρία να τοποθετηθεί. VI. Η νομολογία την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες / Αιτητές για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν υποστηρίζει περιπτώσεις που σκοπός της εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών είναι για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης οποιουδήποτε προσώπου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ενδιάμεσα Διατάγματα - Περί Δικαστηρίων Νόμος, Νόμος 14 του 1960 - Άρθρο 32 Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δίδει εξουσία και απαρέγκλιτη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο και εύλογο, να εκδίδει ενδιάμεσα Διατάγματα, όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν[i] οι ακόλουθες προϋποθέσεις[ii]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα προαναφερόμενα, περικλείονται χαρακτηριστικά στην ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255 στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην σελίδα 258, έθεσε το θέμα ως ακολούθως: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos ν Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
  1. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
  3. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseοs, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρώτη και Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, ήτοι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχουν ερμηνευτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, όπου το Δικαστήριο στην σελίδα 569 αναφέρει: «There is no reason in principle or on authority to interpret "as serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32
(1)- Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra. On the other hand, it is fair to assume that the second requirement lay down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction. - "a probability that the plaintiff is entitled to relief" - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. In so holding, we are fortified by a series of decisions of the Supreme Court to the effect that the principles adopted in Ethicon do not apply in their entirety or in all their breath in Cyprus. The Court must purport to make some evaluation, what this should be we shall explain below, of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction. (See, Acropol Shipping Co, Ltd, & Others -VS- Petros Rossis
(1976)1 C.L.R. 38; Constantinides -VS- Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R 585; Papastratis -VS- Petrides
(1979)1 C.L.R. 231; Hadjiκyriacos & Co -VS- United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689). The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor)
(1980)1 All E.R, 1061 (C.A).» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από την παραπάνω περικοπή, η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται για την έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, ήτοι η ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ικανοποιείται εφόσον ο αιτητής αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις δικογραφημένες στην υπόθεση θέσεις του («arguable case on the strength of the pleadings»). Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αυτό ερμηνεύτηκε ώστε να αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο, από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Είναι δηλαδή αρκετό να αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), κρίθηκε ότι το βάρος απόδειξης που απαιτείται από τον Αιτητή για να ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο δείχνοντας την πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται από αυτόν να καταδείξει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής[iii]. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσαχθείσας μαρτυρίας προς διάγνωση του κατά πόσο ο αιτητής έχει συζητήσιμη υπόθεση, εξετάζει αυτήν, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης[iv]. Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο της υπόθεσης στην περίπτωση που το αιτούμενο Διάταγμα δεν εκδοθεί, στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει ουσιαστικά το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων, επαρκή θεραπεία, στην περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν χορηγηθεί, τότε ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη αυτή προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση υπόθεσης, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων, ή που ο υπολογισμός των αποζημιώσεων σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι αδύνατος. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ και η προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 έχει ερμηνευθεί από την νομολογία ότι διαλαμβάνει μια ευρύτερη διάσταση, περιλαμβάνοντας και άλλους παράγοντες, πέραν της ανεπανόρθωτης ζημιάς που μπορεί να προκληθεί από την μη έκδοση του Διατάγματος[v]. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο επί του προαναφερόμενου ζητήματος στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co,
(1997)1 Α. Α. Δ. 1791: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάτε με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική επί του προκείμενου είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1245, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια ερμηνείας της τρίτης προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, στην σελίδα 1253 αναφέρει τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, σε ότι αφορά το ζήτημα της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας ενός καθ' ου η αίτηση, στην υπόθεση Larticon Co v Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α. Α. Δ. 1121 το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν προβληθεί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση μας κρίνεται επιβεβλημένη. Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται «στερεά, θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ (Πολιτική Έφεση 11013 της 13/6/2001): 'Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.'» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η Εξέταση της Μαρτυρίας Σημειώνεται καταληκτικά, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης Αίτησης για Απαγορευτικά διατάγματα, θα πρέπει να περιοριστεί στην διαπίστωση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης των Αιτουμένων Διαταγμάτων, χωρίς να εισέρχεται στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης / διαφοράς. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η υπόθεση Άκης Γρηγορίου ν Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α. Α. Δ. 248 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο στην σελίδα 269-270 αναφέρει: «Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος» Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην Απόφαση Jonitexo Ltd ν Adidas (ανωτέρω), ειπώθηκαν στις σελίδες 267 - 268 τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect". The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case. I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents as plaintiffs are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Το Ισοζύγιο της Ευχέρειας / Δικαιοσύνης Σύμφωνα με την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν τα τρία πιο πάνω κριτήρια το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα[vi]. Ενδιάμεσα Διατάγματα Αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» Η παρούσα Αίτηση, βασίζεται, πέραν του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και στις αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινό δίκαιο στις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 και Bankers Trust Co v Shapira [1980] 1 W. L. R. 1274 CA, οι οποίες έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal είναι ένα σημαντικό εργαλείο για τους διαδίκους, το οποίο επιτρέπει στο θύμα αδικοπραξίας να λάβει πληροφορίες και/ή έγγραφα με τα οποία να αναγνωρίζεται ο αδικοπραγήσαντας και με τα οποία στοιχειοθετείται το αδίκημα[vii]. Ο Λόρδος Reid στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 στην σελίδα 175 περιέγραψε την αρχή σχετικά με την υποχρέωση κάποιου να αποκαλύψει πληροφορίες και/ή έγγραφε ως ακολούθως: «... if through no fault of his own, a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει από την Αγγλική Νομολογία επί του θέματος - η οποία έχει υιοθετηθεί στην Κύπρο και από το Ανώτατο Δικαστήριο -, στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω, είναι φανερό ότι η Νομική Αρχή που τέθηκε με την υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω), αποτελεί αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορεί να προωθηθεί με Αγωγή αυτοτελώς και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλη βάση ή/και θεραπεία. Τέτοια ήταν και η άποψη του Δικαστηρίου στην Απόφασή του ημερομηνίας 31/08/2006 στην υπόθεση Joseph P. Lasala κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αριθμός Αγωγής 9200/2005, στην οποία ο έντιμος Δ. Α. Δ., κ. Λ. Παρπαρίνος (ενόσω διατελούσε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), στην σελίδα 36 της Απόφασής του αναφέρει τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία που έχει τεθεί πιο πάνω με πρωταρχική την Norwich Pharmacal (ανωτέρω) διαφαίνεται ότι η Νομική αρχή που τέθηκε από την πιο πάνω υπόθεση, αποτελεί αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορεί να προωθηθεί με Αγωγή όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται η νομική αρχή που τέθηκε από τον Lord Reid στην Norwich Pharmacal (ανωτέρω): "The principle is that if a person through no fault of his own, gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers" Σε υποθέσεις που ακολούθησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια επέκτειναν την πιο πάνω αρχή, και σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (Βλέπε P v T Limited [1997] 1 WLR 1309; Carlton Film Distributors Ltd v VDC Plc [2003] FSR 47 και Ashworth Hospital v MGN [2002] 4 All E.R. 193). Επίσης δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί που η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά η αίτηση επιζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο Αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από τη όλη υπόθεση (βλέπε Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v National Westminster Bank (CA) [1998] CLC, 1177 και Aoot Kalmneft v Denton Wilde Sapte [2002] 1 Lloyds Rep 417). Περαιτέρω το τρίτο πρόσωπο από το οποίο επιζητείται η πληροφόρηση, δεν είναι ανάγκη να είναι αθώο μέρος, μπορεί να είναι το ίδιο αυτό τρίτο μέρος αδικοπραγήσας (CHC Software v Hopkins and Wood
(1993)FSR 241)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η Νομική Αρχή και/ή θεραπεία η οποία έχει καθιερωθεί από την υπόθεση Norwich Pharmacal, ως έχω ήδη αναφέρει, έχει αναγνωριστεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αρκετές υποθέσεις, στις οποίες τα Κυπριακά Δικαστήρια αποφάσισαν ότι έχουν την εξουσία να εκδίδουν τέτοιας φύσεως Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων, τύπου Norwich Pharmacal, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σχετικές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες Αποφάσεις: - TBF (Cyprus) ltd ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α. Α. Δ 153, - Glendale Group Ltd v Abacus Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 1544/2009, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερομηνίας 05/06/2009 (του έντιμου κ. Χ. Σολομωνίδη Π. Ε. Δ.), - Joseph P. Lasala κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. Αρ. Αγωγής 9200/2005 ημερομηνίας 31/08/2006 (του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Λ. Παρπαρίνου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας), - Petroval S.A. v Stainby Overseas Ltd κ.α. Αρ. Αγωγής 265/2008 ημερομηνίας 20/03/2008 (του έντιμου Δ. Α. Δ. κ Α. Λιάτσου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας), - Joseph P. Lasala κ.α. ν Τάσου Πατσαλίδη Αρ. Αγωγής 2952/2006 ημερομηνίας 08/02/2007 (του έντιμου Δ. Α. Δ. Μ. Χριστοδούλου ενόσω διατελούσε Π. Ε. Δ. του Ε. Δ. Λευκωσίας) Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την τελευταία προαναφερόμενη ανωτέρω, από την Απόφαση του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Μ. Χριστοδούλου, στην υπόθεση Joseph P. Lasala κ.α. ν Τάσσου Πατσαλίδη κ.α υπ' αρ. 2952/2006, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «...τα Κυπριακά Δικαστήρια ακολουθούν την Αγγλική νομολογία όταν αυτή ερμηνεύει τις γνωστές αρχές του Κοινοδικαίου και (προσθέτω) του Δικαίου της Επιείκειας. Εν πάση περιπτώσει, επισκόπηση της Κυπριακής νομολογίας αποκαλύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια διαχρονικά, ακολουθούν σταθερά την Αγγλική σ' ότι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθέντων αρχών, ή τουλάχιστο, η επίδρασή της στην διαμόρφωση δικαϊκής κρίσης από τα δικά μας Δικαστήρια είναι καθοριστική. Επομένως, έχοντας επισημάνει ότι Διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει την νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα» Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την έκδοση Διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co. v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E. R. 511 όπου στην σελίδα 518 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer;
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued» Σε ελεύθερη μετάφραση, αυτές προκύπτει ότι έχουν ως ακολούθως: (α) Πρέπει να έχει διαπραχθεί, ή το θέμα να είναι συζητήσιμο για το κατά πόσο έχει διαπραχθεί, αδικοπραξία από τον βασικό αδικοπραγούντα, (β) Πρέπει να υπάρχει ανάγκη έκδοσης του Διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση της Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος, (γ) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το Διάταγμα
(1)πρέπει να είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία, είτε αθώα είτε όχι, που υποβοήθησε την τέλεσή της και έτσι να είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες και/ή έγγραφα τα οποία επιζητούνται και
(2)να είναι σε θέση ή να φαίνεται να είναι σε θέση να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος. Σχετικά με την ανάμειξη του Καθ' ου η Αίτηση στην αδικοπραξία, ο Λόρδος Woolf στην υπόθεση Ashworth Hospital v MGN [2002] UKHL 29 ([2002] 1 WLR 2033) ανέφερε ότι ένα Διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί έστω και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία. Συγκεκριμένα ο Λόρδος Woolf στην παράγραφο 26 είπε τα ακόλουθα: «The Norwich Pharmacal case clearly establishes that where a person, albeit innocently, and without incurring any personal liability, becomes involved in a wrongful act of another, that person clearly comes under duty to assist the person injured by those acts by giving him any information which he is able to give by way of discovery that discloses the identity of the wrongdoer» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Προσθέτοντας, , στην παράγραφο 30 της ίδιας απόφασης, ο Λόρδος Woolf ανέφερε τα ακόλουθα: «They make it clear that what is required is involvement or participation in the wrongdoing and that, if there is the necessary involvement, it does not matter that the person from whom discovery is sought was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it is hoped to establish» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην Αγγλία, λόγω του γεγονότος ότι διαδικασία έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης θεσμοθετήθηκε σε σχετικές Διαταγές των Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (και πιο συγκεκριμένα στους Civil Procedure Rules 31.16 και 31.17), έχει νομολογηθεί (δέστε επ' αυτού την υπόθεση Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch)) ότι η έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης βάση της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E. R. 943 πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση» («last resort») για την απόκτηση συγκεκριμένων πληροφοριών και/ή εγγράφων. Επίσης, στην υπόθεση Nikitin v Richards Butler LLP [2007] EWHC 173 (QB); [2007] All E.R. (D) 129 (Feb) το Δικαστήριο ανάφερε ότι ήταν «αναγκαίο» («necessary») για τον Αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες οι οποίες επιζητούνται με το Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ήταν «ζωτικής σημασίας» («vital») στην έγερση Αγωγής ή για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Αιτητή, και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Η εν λόγω προϋπόθεση, ότι η έκδοση του Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση», δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο, ενόψει της έλλειψης θεσμικού υποβάθρου για αποκάλυψη η οποία να αντικαθιστά εν μέρη την αποκάλυψη η οποία επιδιώκεται με Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal (όπως έγινε στην Αγγλία), και έτσι δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται ως «εσχάτη λύση» αλλά όταν σαφέστατα, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από την Νομολογία για την έκδοση των Διαταγμάτων Αποκάλυψης δυνάμει των αρχών που καθιερώθηκαν από το δίκαιο της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου. Χρήσιμη αναφοράς θεωρώ ότι είναι μία αγγλική απόφαση του Queens Bench Division του High Court της Αγγλίας, στην υπόθεση R (on the application of Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs [2008] EWHC 2048 (Admin) στην οποία φαίνεται ότι τα Δικαστήρια είναι διατεθειμένα να πάνε και ένα βήμα παραπέρα των όσων μέχρι σήμερα έχουν νομολογηθεί και θεσμοθετηθεί, εξελίσσοντας την αρχή των διαταγμάτων αποκάλυψης, για να συμβαδίζουν και με τις αλλαγές των καιρών. Το νέο στοιχείο το οποίο έχει προκύψει από την προαναφερόμενη απόφαση και το οποίο αφορά την εξέλιξη των προϋποθέσεων των Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, είναι ότι δεν θα πρέπει να είναι προϋπόθεση έκδοσης τέτοιων Διαταγμάτων, το γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο επιζητά τέτοιες πληροφορίες, τις επιζητά με σκοπό την έγερση και καταχώρηση Αγωγής. Σχετικό είναι το απόσπασμα της ως ανωτέρω αναφερόμενης Απόφασης του Δικαστηρίου στις παραγράφους 94, 95 και 96 αυτής, το οποίο παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω: «[94] It seems to us that the observations of Lightman J in Mitsui and Langley J in Nikitin put an undue constraint upon what is intended to be an exceptional though flexible remedy. The intrusion into the business of others which the exercise of the Norwich Pharmacal jurisdiction obviously entails means that a court should not, as Lord Woolf in Ashworth made clear, require such information to be provided unless it is necessary. But in our view, there is nothing in any authority which justifies a more stringent requirement than necessity by elevating the test to the information being a missing piece of the jigsaw or to it being a remedy of last resort. We agree in this respect with the views expressed in Hollander Documentary Evidence, 9th edition at para 5-
  1. Moreover it would be inconsistent with the flexible nature of this remedy to erect artificial barriers of this kind. In our view the approach of King J in Campaign Against the Arms Trade is to be preferred. [95] If the information is necessary, it is common ground that it is not a condition of the exercise of the jurisdiction that the information is required pending proceedings in a court of law. That is clear from the decision in British Steel v Granada Television [1981] AC 1096, [1981] 1 All ER 417, [1980] 3 WLR 774, another case concerned with information supplied to another in confidence. Both Lord Denning MR, in the Court of Appeal in that case at p 1127 and Templeman LJ at p 1132 made it clear that the information could be obtained even if it was not necessary for the purpose of bringing an action. Templeman LJ said: "In my judgment the principle of the Norwich Pharmacal case applies whether or not the victim intends to pursue action in the courts against the wrongdoer provided that the existence of a cause of action is established and the victim cannot otherwise obtain justice. The remedy of discovery is intended in the final analysis to enable justice to be done. Justice can be achieved against an erring employer in a variety of ways and a Plaintiff may obtain an order for discovery provided he shows that he is genuinely seeking lawful redress of a wrong and cannot otherwise obtain redress." [96] Those remarks were approved by the House of Lords in that case (see the speech of Lord Fraser at p 1200 of the report) and by Lord Woolf in Ashworth at para
  2. In Interbrew v Financial Times. Sedley LJ expressed the view at paras 29 - 34 that the relief under Norwich Pharmacal could not be used in aid of the detection of a crime and it would not be right to allow the victim of a crime to compel the production of information; it was only available where it was necessary to enable the Applicant to bring a civil action. However at paras 52-3 of his speech in Ashworth, Lord Woolf made it clear he did not agree with this view. It is clear that if the information is necessary, it is not a condition that the person seeking the documents needs them for a civil action. An illustration of this is the decision of Mummery J in CHC Software Care v Hopkinson Wood [1993] FLR 241.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, όπως προκύπτει από την Απόφαση R (on the application of Mohamed) (ανωτέρω), οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ότι δηλαδή η έκδοση του Διατάγματος αποκάλυψης πρέπει να είναι η «εσχάτη λύση» (Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd (ανωτέρω)) και «αναγκαία» (Nikitin v Richards Butler LLP (ανωτέρω)) έτυχε αρνητικής αντιμετώπισης από μεταγενέστερες Αγγλικές υποθέσεις. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση R (on the application of Mohamed) (ανωτέρω) και στην υπόθεση Arab Satellite Communications Organisation v Al Faqih and another [2008] EWHC 2568 (QBD) το Αγγλικό High Court αποφάσισε ότι λανθασμένα χαρακτηρίσθηκε η έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ως «εσχάτη λύση» και «αναγκαία» ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, προτού εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, να μελέτα όλες τις επικρατούσες συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένων των πηγών του Αιτητή για την εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών και οποιοδήποτε σχετικό δημόσιο συμφέρον. Η θεραπεία η οποία επιζητείται με την Αίτηση για έκδοση Παρεμπίπτοντος Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις οι οποίες αφορούν απάτη και δόλο. Η ορθή αντιμετώπιση εκ μέρους του Δικαστηρίου, Αίτησης του προαναφερόμενου τύπου, είναι σημαντική για την διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος στην καταπολέμηση της απάτης και του δόλου. Στην πρόσφατη Αγγλική Απόφαση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC [2009] EWHC 442 (Ch); [2009] 2 B.C.L.C. 78, το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος όπως οι πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Συγκεκριμένα, σχετικά με την αποκάλυψη, στην ίδια υπόθεση ο Δικαστής Lewison J. ανέφερε τα ακόλουθα: «I am satisfied that it is in the public interest for an alleged fraud on this scale and of this complexity to be investigated, and on the evidence before me I am therefore satisfied that transfers of the information scheduled to the draft order are necessary for reasons of substantial public interest» Τα Κυπριακά Δικαστήρια σε πρόσφατες Αποφάσεις τους, ακολουθώντας την εξέλιξη των Αγγλικών Αποφάσεων που αφορούν την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων, έχουν αναγνωρίσει το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου είδους Διαταγμάτων δεν θα πρέπει πλέον να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις και θα πρέπει να αποτελεί μιαν εύκαμπτη θεραπεία προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης. Σχετικό επί του θέματος είναι και το απόσπασμα από την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ' αρ. 1544/2009 Glendale Group Ltd v Abacus Ltd κ.α. ημερομηνίας 05/06/2009, όπου ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έντιμος κ. Χ. Σολομωνίδης, στη σελίδα 15 αναφέρει τα ακόλουθα: «Στην Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E. R. 511 στη σελίδα 517 (παράγραφος 20) ο Lightman J. ανέφερε με σαφήνεια ότι: "Norwich Pharmacal relief is a flexible remedy capable of adaptation to new circumstances" Στην ίδια υπόθεση ο Lightman J. εξετάζοντας αίτηση για την αποκάλυψη όχι της ταυτότητας του αδικοπραγούντος αλλά για πληροφορίες που απαιτούντο για να αποφασίσει ο Αιτητής κατά πόσο θα ενήγαγε κάποιο πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα ήταν γνωστή, για διάρρηξη συμφωνίας ανέφερε απλά στην σελίδα 517 (παράγραφος 19) ότι θα ήταν δυνατό να εκδοθεί Διάταγμα "where the claimant requires a missing piece of the jigsaw" Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τις πιο πάνω εξελίξεις είναι ότι τα Δικαστήρια δεν θεωρούν πλέον την δικαιοδοσία της Norwich Pharmacal διακριτικής και εξαιρετικής φύσεως. Εξακολουθεί όμως να παραμένει θεραπεία ως ένα συστατικό μέρος των εξουσιών του Δικαστηρίου προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ. α. ν Frantisek Stepanek κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2012, ημερομηνίας 27/06/2012, συνοψίζοντας τις προαναφερόμενες αρχές, ανέφερε, σ' ότι αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης του προαναφερόμενου τύπου, τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνοπτικά και καταληκτικά, από την πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Τα Διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εκδίδονται κατά προσώπων που αναμίχτηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου, ή που βοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του, με σκοπό ώστε να ληφθούν πληροφορίες, οι οποίες να παρέχουν την δυνατότητα στον αιτητή να εξακριβώσει την ταυτότητα του αδικοπραγούντα, να ανιχνεύσει το προϊόν της αδικοπραξίας και να ληφθούν οι κατάλληλες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η στοιχειοθέτηση υπόθεσης εναντίον του αδικοπραγούντα. (β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει την δυνατότητα να εκδίδουν τέτοιου είδους Διατάγματα τα οποία πηγάζουν από το Δίκαιο της Επιείκειας (Law of Equity) όπως αυτά έχουν εξελιχτεί μεταγενέστερα της υπόθεσης Norwich Pharmacal. (γ) Τα Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και/ή πληροφοριών, αποτελούν αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορούν να προωθηθούν με Αγωγή. (δ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες: 1. Πρέπει να έχει διαπραχθεί, ή το θέμα να είναι συζητήσιμο για το κατά πόσο έχει διαπραχθεί, αδικοπραξία από τον βασικό αδικοπραγούντα, 2. Πρέπει να υπάρχει ανάγκη έκδοσης του Διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση της Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος, λαμβανομένου υπόψη όμως και της πρόσφατης εξέλιξης στην Αγγλική Νομολογία ή οποία έχει προκύψει με την Απόφαση Mohamed (ανωτέρω). 3. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το Διάταγμα
(1)πρέπει να είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία, είτε αθώα είτε όχι, που υποβοήθησε την τέλεσή της και έτσι να είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες και/ή έγγραφα τα οποία επιζητούνται και
(2)να είναι σε θέση ή να φαίνεται να είναι σε θέση να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση Αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος. (ε) Η έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal αποτελεί πλέον μίαν εύκαμπτη θεραπεία, η οποία λαμβανομένου υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων της σημερινής εποχής, ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. (στ) Το νέο στοιχείο το οποίο έχει προκύψει από την προαναφερόμενη Απόφαση και το οποίο αφορά την εξέλιξη των προϋποθέσεων των Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, είναι ότι δεν θα πρέπει να είναι πλέον προϋπόθεση έκδοσης τέτοιων Διαταγμάτων το γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο επιζητά τέτοιες πληροφορίες, τις επιζητά με σκοπό την έγερση και καταχώρηση Αγωγής, αλλά προϋπόθεση πρέπει να είναι η δυνατότητα απονομής της Δικαιοσύνης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω και σε συνέχεια των προαναφερομένων, είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση, Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353. Επίσης σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση A. v. C.
(1981)1 Q.B. 629 απ' την οποία παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not only has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees or director.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Επίσης από την υπόθεση Bankers Trust ανωτέρω σχετικό επί του προκείμενου είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning στη σελίδα 358: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at
  1. .» Στην Bankers Trust Co. ανωτέρω, επιπρόσθετα, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα από τον Lord Denning: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση κατέχει ή φαίνεται να κατέχει πληροφορίες για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από τον επίδικο λογαριασμό και τα οποία, εκ πρώτης όψεως, απέσπασαν με επιλήψιμο τρόπο ένα μεγάλο ποσό από τους Ενάγοντες / Αιτητές. Πιθανόν αυτό το πρόσωπο να είναι, ο κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων / Αιτητών, κ. Γιώργος Μανώλη. Είτε από μόνος του, είτε από κοινού με άλλους. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, νομιμοποιεί τους Ενάγοντες / Αιτητές στην έγερση αυτής της Αγωγής εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και, περαιτέρω, στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης για αποκάλυψη πληροφοριών που η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση κατέχει ή φαίνεται να κατέχει και οι οποίες είναι απαραίτητες για τους Ενάγοντες / Αιτητές για να προωθήσει δικαστικά μέτρα εναντίον του εν λόγω αδικοπραγήσαντα ή και άλλων. Για σκοπούς εξασφάλισης της ενδιάμεσης θεραπείας που επιζητείται θα πρέπει να πληρούνται τόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 όσο και των προϋποθέσεων που αναγνωρίστηκαν, κυρίως, στην υπόθεση Mitsui & Co ανωτέρω. Πρώτη, Δεύτερη και Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Όπως προκύπτει από την νομολογία, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ικανοποιείται στην προκείμενη περίπτωση, αφού οι Ενάγοντες / Αιτητές έχουν αποδείξει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση με βάση την απαίτηση τους. Η βάση που στηρίζει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, ως αποκαλύπτεται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, είναι το δικαίωμα τους σε διάταγμα Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση συγκεκριμένων πληροφοριών που αναφέρονται σ' αυτό. Ως έχει προαναφερθεί, τα Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και/ή πληροφοριών, αποτελούν αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς η επίκληση του δικαιώματος των Εναγόντων / Αιτητών στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αυτής της Αγωγής, στοιχειοθετεί, σ' αυτή την περίπτωση, την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αναφορικά με την προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούνται οι Ενάγοντες / Αιτητές σε θεραπεία, κρίνω - μετά από συσχετισμό της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης των Εναγόντων / Αιτητών με την προσφερόμενη μαρτυρία, - όπως αυτή εξάγεται σ' αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας -, ότι έχει αποδειχθεί από την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον μου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής των Εναγόντων / Αιτητών εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Κούννα ημερομηνίας 28/01/2014, που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Αίτησης αυτής, θεμελιώνουν το δικαίωμα των Εναγόντων / Αιτητών σε διάταγμα Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την έγερση αγωγής εναντίον του κ. Γιώργου Μανώλη στην Βουλγαρία[viii]. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση της κας Κούννα, γίνεται μία πλήρης αναφορά στην αδικοπραξία που, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων / Αιτητών, διαπράχθηκε σε βάρος τους από πλευράς του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη ή/και της εταιρείας Goose Greek Ltd, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να τους αποσπαστεί το ποσό των €25.
  2. Ότι δηλαδή, ο εν λόγω κ. Γιώργος Μανώλη, συμφώνησε μαζί τους προφορικά να τους παράσχει συγκεκριμένες υπηρεσίες στην Βουλγαρία έναντι του τιμήματος του προαναφερθέντος ποσού. Το εν λόγω ποσό, οι Ενάγοντες / Αιτητές το είχαν καταβάλει δια εμβάσματος στον εν λόγω κ. Γιώργο Μανώλη, κατ' εντολής του ιδίου, σε δύο δόσεις, σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας Goose Greek Ltd που διατηρείται με την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση, λεπτομέρειες του οποίου τους είχαν δοθεί για τον σκοπό αυτό, απ' τον ίδιο. Τελικά, οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν στους Ενάγοντες / Αιτητές και ο εν λόγω κ. Γιώργος Μανώλη, αν και αποδέχεται την σύναψη της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, αρνείται την οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω εταιρεία και τον προαναφερόμενο λογαριασμό. Ως εκ των προαναφερομένων, η διάπραξη ή, τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Εναγόντων / Αιτητών και ότι αυτοί έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται σε θεραπεία, δηλαδή σε απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας ως προαναφέρθηκε, ικανοποιούν την δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
  3. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Ενάγοντα / Αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, κρίνω ότι με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση, από την στιγμή που η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες - και δεν το αρνείται -, χωρίς τις οποίες, οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν μπορούν να προωθήσουν μελλοντικά την έγερση αγωγής εναντίον του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη στην Βουλγαρία με αποτελεσματικότητα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal Στην προκείμενη περίπτωση, βάσει την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί:
  4. Η διάπραξη ή, η τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Εναγόντων / Αιτητών.
  5. Ότι οι Ενάγοντες / Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί, χωρίς αυτές, δεν θα είναι σε θέση να διαμορφώσουν με ακρίβεια την αξίωση τους εναντίον του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη και για να δυνηθούν με πληρότητα να καταχωρήσουν, προωθήσουν και παρουσιάσουν εναντίον του αγωγή στην Βουλγαρία για επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας ως προαναφέρθηκε. Τους εναπομείνετε, ως προκύπτει, αυτή η πληροφόρηση, της σχέσης του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη και της εταιρείας Goose Greek Ltd και δη με τον επίδικο λογαριασμό[ix]. Πρέπει εν προκειμένω να αναφερθεί ότι, οι προσπάθειες των Εναγόντων / Αιτητών να πληροφορηθούν σε ότι αφορά την εταιρική δομή αλλά και την χώρα σύστασης της εταιρείας Goose Greek Ltd, δεν κατέστη δυνατή καθ' οιοδήποτε τρόπο και ότι όπως όλα δείχνουν, αυτή δεν είναι καν εταιρεία εγγραμμένη στην Κύπρο. Ως προς το σημείο αυτό, αξίζει να παρατεθεί η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του έντιμου Δ. Α. Δ. κ. Ναθαναήλ που δόθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Avila Management Services Ltd ανωτέρω: «Προσεκτική εξέταση των δεδομένων της υπό αναθεώρηση υπόθεσης αποκαλύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, η οποία και δεν θα πρέπει να διαταραχθεί. Ακριβώς το περίπλοκο των όλων συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής στην Τσεχία». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  6. Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση, έχει, λόγω της συμβατικής σχέσης που υπέχει με την προαναφερθείσα εταιρεία Goose Greek Ltd, αναμειχθεί στην αδικοπραξία του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη εναντίον των συμφερόντων των Εναγόντων / Αιτητών, ο οποίος, ως υπάρχει ισχυρισμός, κρύβεται πίσω απ' αυτήν. Τα επίδικα εμβάσματα κατέληξαν σε λογαριασμό που η εν λόγω εταιρεία διατηρεί με την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση. Είναι δε σε θέση η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση να προμηθεύσει τους Ενάγοντες / Αίτητες με τις πληροφορίες που ζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για την έγερση και προώθηση της προτιθέμενης, ως έχει προαναφερθεί, δικαστικής διαδικασίας στην Βουλγαρία, εναντίον του εν λόγω προσώπου που διέπραξε την σε βάρος τους ισχυριζόμενη αδικοπραξία ή και άλλων. Όπως επίσης και για τον εντοπισμό του επίδικου ποσού, ήτοι του προϊόντος της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας. Το ισοζύγιο της ευχέρειας Έχοντας ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες / Αιτητές απέδειξαν την συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, καταλήγω με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας / δικαιοσύνης. Αυτό, ως έχει νομολογηθεί υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη»[x]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος, του status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές αυτές, εν όψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, ισοζυγίζοντας όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ίδιας της φύσης και περιεχομένου του αιτούμενου Διατάγματος και της αποδοχής ότι οι Ενάγοντες / Αιτητές ικανοποίησαν τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγόντων / Αιτητών. Και τούτο, ειδικότερα γιατί η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση, δεν έχει ισχυριστεί ότι θα ζημιωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εάν στο παρόν στάδιο δώσει στους Ενάγοντες / Αιτητές τις αιτούμενες θεραπείες. Σε αντίθεση με την περίπτωση όπου, αν αυτές δεν δοθούν, τα δικαιώματα των Εναγόντων / Αιτητών τυχόν να επηρεαστούν ανεπανόρθωτα. Επειδή υπήρξε αναφορά από πλευράς Εναγόντων / Αιτητών ότι τα αιτούμενα στοιχεία και πληροφορίες είναι αναγκαία και για σκοπούς ποινικής δίωξης του εν λόγω κ. Γιώργου Μανώλη στην Βουλγαρία, επειδή αυτό, σύμφωνα με την νομολογία[xi], δεν επιτρέπεται, σχετική ρύθμιση ως προς απαγόρευση αυτού του ενδεχόμενου θα γίνει απ' το Δικαστήριο στην συνέχεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της Αίτησης. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν θα δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελε αποκαλυφθούν στα πλαίσια του προαναφερόμενου εκδοθέντος διατάγματος για σκοπούς οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, εκκρεμούσης και μη, εναντίον του κ. Γιώργου Μανώλη στην Βουλγαρία ή και οποιουδήποτε αλλού προσώπου, ή για σκοπούς έγερσης ή προώθησης αστικής φύσεως διαδικασίας εναντίον του κ. Γιώργου Μανώλη εκτός Βουλγαρίας, παρά μόνο κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες / Αιτητές, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, διατάζονται να αποζημιώσουν την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση για οποιαδήποτε λογική, αναμενόμενη και συναφή ζημιά, περιλαμβανομένων εξόδων, ήθελε αυτή υποστεί λόγω συμμόρφωσης της με το προαναφερθέν διατάγματα του Δικαστηρίου. Ως προς το θέμα των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη την φύση του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνω ότι πρέπει να είναι έξοδα δίκης και θα επιδικασθούν προς όφελος των Εναγόντων / Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης / Καθ' ης η Αίτηση, μόνο στην περίπτωση που αυτοί τελικά επιτύχουν στην Αγωγή τους αυτή. Και αυτό, ενόψει του ότι εναντίον της Εναγόμενης / Καθ' ης η Αίτηση οι Ενάγοντες / Αιτητές μόνο απαίτηση για αποκάλυψη έχουν παρουσιάσει και η Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση, κατά την άποψή μου, καταχώρισε ένσταση για να αποφύγει ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον της εκ μέρους της εταιρείας Goose Greek Ltd στην περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε σχετικά την υπόθεση Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231. [ii] Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων Διαταγμάτων τις οποίες θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, έχουν τύχει νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα υπομνήσω απλώς τις ακόλουθες υποθέσεις: Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [iii] Όπως εξηγήθηκε στην Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E. R. 1061 (C.A.) και υιοθετήθηκε στην Odysseos (ανωτέρω), η νομική πιθανότητα είναι εν πολλοίς διαφορετική από τη μαθηματική πιθανότητα. Απαιτείται από τον Αιτητή να δείξει ότι έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας («a probability of success»). Σύμφωνα με την υπόθεση Re J.S. (a minor) (ανωτέρω) η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται με την κατάδειξη κάποιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. [iv] Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α. Α. Δ. 1653 λέχθηκε ότι: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Δέστε σχετικά την υπόθεση Papastratis v Pierides
(1979)1 C. L. R. 231. [vi] Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Πασχάλη Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α. Α. Δ.
  1. [vii] Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] UKHL 29; [2002] 4 All E.R. 193 at [53] per Lord Woolf C.J.. [viii] Δέστε σχετικά την υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ. α. ν Darya Abramchyk κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13/01/
  2. [ix] Αυτό το σημείο εξετάστηκε στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v VCI Plc [2003] EWHC 616 όπου με αναφορά στην υπόθεση P v T Ltd [1997] 1 WLR 1309, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «11 So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position». Σχετικές επ` αυτού, είναι και οι υποθέσεις Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 1 WLR 2033, Mitsui & Co Ltd v Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch), [2005] 3 All ER 511, ΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177 και Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042. [x] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. [xi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ. α. ν Darya Abramchyk κ. α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13/01/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.