← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JAMES HADWEN, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014, 27/6/2014

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JAMES HADWEN, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JAMES HADWEN ------------------- Ημερομηνία: 27/06/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Εκζητούμενος Παρόν Για τον Εκζητούμενο: κ. Α. Πελεκάνος Για την Κεντρική Αρχή: κα Λ. Γρηγορίου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Την 20/06/2014, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Πρωτοκολλητή το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εναντίον προσώπου ονόματι HADWEN JAMES BRIAN MACKENZIE (στη συνέχεια «ο Εκζητούμενος»), το οποίο εκδόθηκε την 07/10/2011 από τον Διευθυντή / Πρωτοκολλητή των Ποινικών Δικαστηρίων της Μάλτας.
  2. Η εκτέλεση του ημεδαπού εντάλματος σύλληψης επιτεύχθηκε την 19/06/2014 από τις αστυνομικές αρχές της Δημοκρατίας και ο εκζητούμενος προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου την επόμενη ημέρα. Τότε, είχε διερευνηθεί η ταυτότητα του εκζητούμενου[i] και περαιτέρω, προς ικανοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 17 του σχετικού Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου (Νόμος 133(I)/2004), (στη συνέχεια «ο Νόμος 133(I)/2004»), ο εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και για τα δικαιώματά του.
  3. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν για σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας τα ακόλουθα έγγραφα: i. Έγγραφο Α: Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προσώπου ονόματι HADWEN JAMES BRIAN MACKENZIE ημερομηνίας 07/10/
  4. Συνοδευόμενο από: (α) την δήλωση του Αστυφ. 1606 Γ. Πιερίδη σε ότι αφορά τα της σύλληψης του εκζητούμενου την 19/06/2014, (β) αντίγραφο της άδειας οδήγησης Ηνωμένου Βασιλείου του εκζητούμενου, (γ) έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα τιτλοφορούμενο «Communication Rights of Detained Persons L. 163(I)/05, Article 11

(1)(a), ημερομηνίας 19/06/2014 υπογεγραμμένο από τον εκζητούμενο, (δ) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/06/2014 (08:55 μ.μ.) της Ιντερπολ Floriana Μάλτας προς την Ιντερπολ Λευκωσίας, το οποίο παραλήφθηκε απ' την τελευταία την 18/06/2014, (ε) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18/06/2014 (08:25 μ.μ.) της Ιντερπολ Λευκωσίας προς την Ιντερπολ Floriana Μάλτας, το οποίο εστάλη απ' την πρώτη την 18/06/
  1. ii. Έγγραφο Β: Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 23/06/2014 (10:10 π.μ.) της Ιντερπολ Λευκωσίας προς την Ιντερπολ Floriana Μάλτας, το οποίο εστάλη απ' την πρώτη την 23/06/
  2. iii. Έγγραφο Γ: Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 25/06/2014 (10:21 μ.μ.) της Ιντερπολ Floriana Μάλτας προς την Ιντερπολ Λευκωσίας, το οποίο παραλήφθηκε απ' την τελευταία την 25/06/
  3. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, το τι πρέπει ν' αναφερθεί είναι ότι, ως διευκρινίστηκε στο Δικαστήριο από την εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής, η επίσημη αλληλογραφία γι' αυτή την υπόθεση / ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, της Κεντρικής Αρχής, με την κεντρική αρχή της χώρας έκδοσης του εντάλματος, ήτοι της Μάλτας, γίνεται δια μέσω των παραρτημάτων της Ιντερπολ σε Κύπρο και Μάλτα, ήτοι της Ιντερπολ Λευκωσίας και της Ιντερπολ Floriana Μάλτας. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τα Έγγραφα Α και Β, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτά αφορούν διευκρινήσεις που η Κεντρική Αρχή, κατόπιν υπόδειξης του Δικαστηρίου, εξασφάλισε, σχετικά με ζητήματα που ηγέρθησαν απ' τον δικηγόρο του εκζητούμενου την 20/06/
  4. Αναφορά στο περιεχόμενο και την σημασία των εν λόγω εγγράφων, γίνεται στην συνέχεια.
  5. Έχοντας εξετάσει τα όσα αναφέρονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τις διευκρινήσεις που δόθηκαν απ' αυτού και την λεπτομερή και εμπεριστατωμένη τοποθέτηση του δικηγόρου του εκζητούμενου και της εκπροσώπου της κεντρικής αρχής, κρίνω ότι το ζήτημα δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης. Το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει την απόφαση του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  6. Όπως έχει νομολογηθεί, σκοπός του Νόμου 133(I)/2004, είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς επίσης και η απλούστευση του συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με ενσωμάτωση στο ημεδαπό δίκαιο, της Απόφασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002[ii]. Επί του προκείμενου και ειδικότερα σε ότι αφορά την φύση και τον σκοπό της υπό εξέταση διαδικασίας, πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, ημερ. 02/09/2013, ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ.΄Εφ. αρ.196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Μέσο πραγματοποίησης των πιο πάνω σκοπών, είναι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου για άσκηση ποινικής δίωξης ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας.
  2. Προϋποθέσεις εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του Νόμος 133(I)/2004, οι διατάξεις του οποίου αναγνώζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 15 του Νόμου 133(I)/
  3. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκτελείται, εφόσον η πράξη για την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο αδίκημα επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών.
  1. Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος εκεί όπου υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις επιφυλάξεις του άρθρου 13 του Νόμου 133(I)/
  2. Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του Νόμου 133(I)/2004, το Δικαστήριο δύναται, εις αντιδιαστολή επιτακτικής υποχρέωσης, να αρνηθεί εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις εκεί αναφερόμενες επιφυλάξεις.
  3. Τέλος, τόσο ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό νόμο[iii]. ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 30(Ι)/2014
  4. Πριν οτιδήποτε άλλο, εστιάζω την προσοχή μου στο ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος 30(Ι)/2014 για να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης.
  5. Εξέταση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, αποκαλύπτει τα στοιχεία του εκζητούμενου, τους λόγους δια τους οποίους ζητείται, ως επίσης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αναφερόμενων στο ένταλμα αδικημάτων, καθώς και την ποινή που αυτά επισύρουν σε περίπτωση καταδίκης. Αυτά τα στοιχεία, ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του Νόμου 30(Ι)/
  6. Περαιτέρω, σημειώνω ότι συνδυασμένη ανάγνωση των αναφερομένων στην όγδοη παράγραφο («Θ») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ένταλμα», αποκαλύπτει ότι, το υπό εξέταση ένταλμα, εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή, δηλαδή από τον Διευθυντή / Πρωτοκολλητή των Ποινικών Δικαστηρίων της Μάλτας.
  7. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εντάλματος, αποκαλύπτει πως το αίτημα των Αρχών της Μάλτας για παράδοση του εκζητούμενου, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης. Η σχετική διαπίστωση, υποστηρίζεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Συγκεκριμένα, αποκαλυπτική είναι, εν προκειμένω, η δεύτερη («Β») παράγραφος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από το τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Όπως εκεί αναφέρεται, ο λόγος για τον οποίο οι αρχές της Μάλτας αιτούνται την έκδοση του εκζητούμενου, είναι το ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 30/09/2011, που εκδόθηκε από το Magistrates Court της Μάλτας, για σκοπούς ποινικής δίωξης του εκζητούμενου, το οποίο μάλιστα ο συντάκτης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Ένταλμα σύλληψης ή δικαστική απόφαση που έχει την ίδια ισχύ». Η δε Τρίτη («Γ») παράγραφος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποκαλύπτει ότι, για το αδίκημα του «money laundering κατ' επανάληψη», που αυτό το ένταλμα αφορά, σε περίπτωση καταδίκης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται περίοδος φυλάκισης που δεν υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση τα δεκατέσσερα χρόνια (με την διευκρίνηση ότι όταν πρόκειται για συνεχιζόμενο αδίκημα, η τιμωρία μπορεί να αυξηθεί κατά ένα ή δύο βαθμούς).
  8. Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω αναφορικά με τα της ποινής που επισύρει το κατ' ισχυρισμό διαπραττόμενο απ' τον εκζητούμενο αδίκημα, λαμβανομένου υπόψη ότι η περίληψη / περιγραφή των περιστάσεων / γεγονότων τέλεσης του σχετικού αδικήματος, ως παρατίθεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά καταδικαστέα από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας[iv] και περαιτέρω ότι καμία πτυχή του υλικού που βρίσκεται ενώπιον μου αποκαλύπτει ότι υφίσταται οποιαδήποτε από τις επιφυλάξεις των άρθρων 13 και 14 του Νόμου 30(Ι)/2014, είμαι ικανοποιημένος ότι το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού Νόμου 30(Ι)/2014 και δεν κωλύεται από οιανδήποτε επιφύλαξη.
  9. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Έκτη («Ι») παράγραφο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η χώρα έκδοσης του (Μάλτα) σημειώνει ότι, το αδίκημα για το οποίο ο εκζητούμενος ζητείται, αφορά αξιόποινη πράξη που με βάση το δίκαιο της Μάλτας εμπίπτει στην κατηγορία αδικημάτων «νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες», και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, ανώτατης διάρκειας πέραν των τριών ετών και ότι, γι' αυτό τον λόγο, ο έλεγχος του διττού αξιόποινου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω ότι και στην Κύπρο, υπάρχει το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007, το οποίο, αναλόγως των περιστάσεων τέλεσης του και σε ποια από τις περιπτώσεις που αναφέρεται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου 188(I)/2007 εμπίπτει, επισύρει ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων ετών ή χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση της πρώτης περίπτωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου 188(I)/2007, και φυλάκιση πέντε ετών ή χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση της δεύτερης περίπτωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου 188(I)/
  1. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
  2. Στρέφομαι τώρα σε εξέταση των σημείων που τέθηκαν από πλευράς του εκζητούμενου. Ο σκοπός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης
  3. Ο συνήγορος του εκζητούμενου, βάσει ενός χρονικού γεγονότων που επικαλέστηκε, το οποίο, ως έχει διαφανεί από προσεκτική εξέταση του, αφορά γεγονότα που επακολούθησαν την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη του αδικήματος που, βάσει του εντάλματος, καταλογίζεται στον εκζητούμενο, εισηγήθηκε ότι, η πραγματική πρόθεση των αστυνομικών / εισαγγελικών αρχών της Μάλτας (και όχι, ως διευκρινίστηκε, της ίδιας της Δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα) δεν είναι ποινική δίωξη του εκζητούμενου, αλλά πρόκειται περί περίπτωσης «extradition in disguise». Αυτό, εισηγήθηκε, ανάγεται σε κατάχρηση της διαδικασίας και του σκοπού, τον οποίο, τόσο η Απόφαση - Πλαίσιο, όσο και ο Νόμος 133(I)/2004, εξυπηρετούν. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, αναφέρθηκε και σε νομολογία. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Πελεκάνος, δεν είναι του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, το οποίο, επί του προκείμενου θέματος, στην υπόθεση Αναφορικά με τον Leonid-Ivanov Spiriev, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2014, ημερομηνίας 13/05/2014[1], ανέφερε τα εξής σχετικά: «Παραπονείται ο Εφεσείων με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορεί να ελέγξει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, που, κατ΄ισχυρισμό, έλαβε χώρα από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, είχε εισηγηθεί πρωτόδικα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι οι ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου προς δίωξή του για τα υπό αναφορά αδικήματα, αλλά προκειμένου να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων. Ορθά απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εξεταζόμενο ζήτημα εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ΄εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών ιταλικών κανόνων δικαίου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Τα αναφερόμενα στην εν λόγω υπόθεση από το Εφετείο, υποστηρίζουν πιστεύω την κατάληξη μου ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, η όποια ισχυριζόμενη από πλευράς των Αρχών της Μάλτας[2], καταχρηστική συμπεριφορά εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος 133(I)/2004 προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων του ημεδαπού της δικαίου.
  5. Βάσει του ιδίου σκεπτικού, το Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, δεν μπορεί να ενασχοληθεί με ζητήματα όπως το γιατί κάποια άλλα κατ' ισχυρισμό εμπλεκόμενα στο αδίκημα πρόσωπα διώχθηκαν ποινικά, ενώ κάποια άλλα όχι (όπως π.χ. η σύζυγος του εκζητούμενου), ή γιατί κάποια απ' αυτά τα πρόσωπα διώχθηκαν αντί στην Μάλτα, στο Ηνωμένο Βασίλειο (όπως π.χ. ο κατ' ισχυρισμό του εκζητούμενου πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας Cohen Smith Ltd). Παράμετρο στην απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί επίσης να αποτελέσει το ισχυριζόμενο γεγονός ότι κάποια άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, μάλιστα αθωώθηκαν σε σχετική υπόθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτά, είναι όλα θέματα ουσίας της όποιας υπεράσπισης έχει να προβάλει ο εκζητούμενος ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Μάλτας. Δεν αποτελούν μέρος αυτής της διαδικασίας.
  6. Σε συνέχεια των προαναφερομένων, επί του ιδίου χρονικού γεγονότων τα οποία ο εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα, ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι η όλη διαδικασία, απ' την έναρξη της διερεύνησης του κατ' ισχυρισμόν διαπραττόμενου απ' τον εκζητούμενο αδικήματος, την αδικαιολόγητα καθυστερημένη έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του εκζητούμενου, μέχρι και την ενώπιον μου διαδικασία, απολήγει σε παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων του εκζητούμενου, ο οποίος έκτοτε, έχει μόνιμα εγκατασταθεί στην Κύπρο με την σύζυγο του και έχει αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα. Αυτός, εισηγήθηκε, είναι επίσης ένας παράγοντας ο οποίος πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση του εκζητούμενου. Το θέμα αυτό έχει επίσης εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με τον Leonid-Ivanov Spiriev, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2014, ημερομηνίας 13/05/
  7. Παραθέτω, σχετική περικοπή απ' την εν λόγο απόφαση, απ' την οποία διαφαίνεται πότε και κατά ποιο τρόπο το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επηρεάζει διαδικασίες έκδοσης εκζητούμενου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: « . Δεν υπάρχει, βεβαίως, αμφιβολία, άλλωστε επιβεβαιώνεται και νομολογιακά (Μιχαηλίδης (ανωτέρω)), ότι το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο, με τις προνομιακές του τοποθετήσεις, καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου. Ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, και απαγορεύεται η διαμεταγωγή προσώπου σε κράτος μέλος, όπου θα είναι ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Κανένα σχετικό γεγονός δεν τεκμηριώθηκε προς κατάδειξη των πιο πάνω». Στην συνέχεια της ίδιας απόφασης, αναφέρεται περαιτέρω: «Όπως εντοπίζεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, το Ένταλμα αφορά αδικήματα που κατ΄ισχυρισμό διαπράχθηκαν το 2006. Ο εκζητούμενος, κατά την ίδια χρονική περίοδο, καταδικάστηκε σε σχέση με αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταγενέστερα και εξέτισε μικρής έκτασης ποινή φυλάκισης, αφού, κατόπιν απονομής χάριτος, απελάθηκε από τη χώρα. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου ότι οι ιταλικές αρχές δε δικαιολόγησαν ικανοποιητικά την καθυστέρηση που μεσολάβησε και ότι δημιουργήθηκε εύλογη εντύπωση στον εκζητούμενο, με την απονομή χάριτος, ότι δε διέτρεχε πλέον κίνδυνο προσαγωγής του στη δικαιοσύνη σε σχέση με τα εγκλήματα που αφορά το υπό εξέταση Ένταλμα. Όπως ορθά εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη, πάντοτε κατ΄ισχυρισμό, των αδικημάτων δεν αποτελεί από μόνη της λόγο μη έκδοσης. Θα πρέπει να τεκμηριωθεί με μαρτυρία ότι, εν όψει της καθυστέρησης, η παράδοση θα καθίστατο άδικη και καταπιεστική. Άδικη, υπό την έννοια επηρεασμού των δικαιωμάτων του εκζητουμένου στα πλαίσια εξασφάλισης δίκαιης δίκης και καταπιεστική προς την κατεύθυνση πρόκλησης ταλαιπωρίας στον εκζητούμενο, ως αποτέλεσμα αλλαγής των προσωπικών του συνθηκών συνεπεία της παρόδου του χρόνου (Pomiechowski v. Poland
(2012)EWHC 3161). Στην υπό κρίση περίπτωση, όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκε τέτοια βάση γεγονότων, αλλά, αντίθετα, όπως μπορεί να εντοπιστεί μέσα από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, σελίδες 18 και 19, τίποτα ουσιαστικό δεν διαφοροποιήθηκε σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές συνθήκες του εκζητούμενου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το τι προκύπτει από τα ισχυριζόμενα από πλευράς εκζητούμενου γεγονότα είναι ότι, για το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα, ο αρμόδιος για την διερεύνηση του εξεταστής / επιθεωρητής στην Μάλτα, σε συνεργασία και με τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, είχε από το έτος 2007 ή τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του έτους 2008, όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την ποινική δίωξη του εκζητούμενου. Επικαλέστηκε προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού, ένορκη δήλωση του εν λόγω εξεταστή επιθεωρητή ημερομηνίας 28/10/
  1. Απ' αυτήν εισηγήθηκε προκύπτει ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης που το ένταλμα αυτό αφορά, ανακρίθηκε, τόσο η γραμματέας της εταιρείας Cohen Smith Ltd τον Οκτώβριο του έτους 2008, όσο και η σύζυγος του εκζητούμενου τον Νοέμβριο του έτους 2008 και ολόκληρη η μαρτυρία σε ότι αφορά τους υπόπτους για την διάπραξη του αδικήματος ήταν στην κατοχή του ανακριτή από τότε. Δεν προκύπτει απ' αυτή, εισηγήθηκε, ποια είναι η εμπλοκή του εκζητούμενου στην υπόθεση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε περαιτέρω, ακόμη και εάν ο εκζητούμενος ενεπλέκετο στην υπόθεση, αυτός, δεν αναζητήθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Μάλτας και δεν ανευρέθηκε για σκοπούς ποινικής δίωξης, ώστε να δικαιολογείται η μετέπειτα έκδοση του εντάλματος αυτού. Στην υπόθεση Leonid-Ivanov Spiriev ανωτέρω, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην έκδοση του εντάλματος ήταν μεγαλύτερη απ' την καθυστέρηση που παρουσιάστηκε στην παρούσα, που και απ' το έτος 2007 να έχει ολοκληρωθεί το ανακριτικό έργο για την υπόθεση στην Μάλτα, μέχρι και το έτος 2011 που εκδόθηκε το ένταλμα, δεν είναι καθυστέρηση της έκτασης που οδηγεί σε κατάχρηση ή και καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου. Μάλιστα στην υπόθεση Leonid-Ivanov Spiriev ανωτέρω το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί για αδικήματα που ο εκζητούμενος είχε διαπράξει πριν την καταδίκη του για άλλα μεταγενέστερα απ' αυτά αδικήματα, σε σχέση με την οποία καταδίκη, του δόθηκε προεδρική χάρη και απελάθηκε απ' την χώρα έκδοσης. Ακολούθως όμως, ζητήθηκε η επιστροφή του στην Ιταλία για την εκδίκαση αυτών των προγενέστερων αδικημάτων. Κάτω απ' αυτές τις περιστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έκρινε ότι, εν όψει της καθυστέρησης, η παράδοση του εκζητούμενου θα ήταν άδικη και καταπιεστική. Ούτε και εδώ κρίνω ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Για λόγους που αφορούν τις αρχές της Μάλτας και μόνο και οι οποίες μπορούν μόνο να διερευνηθούν στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Μάλτας, η δίωξη του εκζητούμενου καθυστέρησε. Αυτή όμως η καθυστέρηση και όποιοι λόγοι οδήγησαν σ' αυτήν, ακόμη και εάν τα όσα διατείνεται ο εκζητούμενος αληθεύουν, δεν θα διερευνηθούν απ' αυτό το Δικαστήριο. Το κατάλληλο forum για την εξέταση τους, είναι κρίνω, το αρμόδιο Δικαστήριο της Μάλτας. Και να πω κάτι επιπρόσθετα. Δεν υπήρξε ισχυρισμός απ' τον εκζητούμενο, ούτε και κάτι τέτοιο ισχύει εν πάση περιπτώσει για την χώρα της Μάλτας, ότι είναι ενδεχόμενο αυτός, με την διαμεταγωγή του εκεί, ότι θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή θα υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Ο εκζητούμενος φαίνεται ότι - χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε εξέταση της ουσίας και της βασιμότητας αυτών των ισχυρισμών του -, παρά το πέρας του χρόνου απ' την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη του αδικήματος, έχει στην κατοχή του αρκετά στοιχεία, η παρουσίαση των οποίων ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου της Μάλτας, θα του εξασφαλίσουν μία δίκαιη, πιστεύω, δίκη. Ούτε καταπιεστική προς την κατεύθυνση πρόκλησης ταλαιπωρίας στον εκζητούμενο, ως αποτέλεσμα αλλαγής των προσωπικών του συνθηκών συνεπεία της παρόδου του χρόνου πιστεύω ότι είναι η διαδικασία αυτή. Οι προσωπικές συνθήκες του εκζητούμενου, δεν φαίνεται να άλλαξαν ουσιαστικά με την πάροδο του χρόνου. Ήταν και είναι παντρεμένος και στην Κύπρο, συνεχίζει την δραστηριότητα που ως λογιστής διεξήγε και στην Μάλτα. Ως εκ τούτου, οι συνέπειες της ποινικής δίωξης του στο παρόν στάδιο, θα είναι οι ίδιες μ' αυτές που αυτός τυχόν να αντιμετώπιζε αν διώκετο στην Μάλτα, έστω και απ' το έτος 2007 και δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά λόγω αλλαγής των προσωπικών του περιστάσεων. Καταληκτικά σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, αναφέρω ότι ο εκζητούμενος δεν έχει ισχυριστεί ενώπιον μου ότι σκόπιμα ή προμελετημένα οι αρχές της Μάλτας τον ενημέρωσαν ότι δεν θα προχωρούσαν με την ποινική δίωξη του. Ούτε και υποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη περίσταση η οποία, ως προς το άτομο του (όχι την σύζυγο του ή οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο σ' αυτή την υπόθεση πρόσωπο που διώχθηκε ή δεν διώχθηκε ποινικά για το ισχυριζόμενο αδίκημα), θα δικαιολογούσε μια αίσθηση ασφάλειας από πλευράς του ότι η υπό συζήτηση υπόθεση δεν θα προχωρούσε με ποινική δίωξη του.
  2. Σχετική με τα προαναφερόμενα και υποστηρικτική της κατάληξης του Δικαστηρίου στα εγειρόμενα αυτά ζητήματα από πλευράς εκζητούμενου, είναι και η υπόθεση Αναφορικά με τον Μiroslav Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, ημερομηνίας 05/03/
  3. Σ' αυτήν αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Το σφάλμα, κατά την άποψή μας, οφείλεται ενδεχομένως στη δυσκολία αντίληψης ενός διαφορετικού από το ημεδαπό (γενικότερα από το αγγλοσαξωνικό) δικονομικού συστήματος, στο οποίο η εκτέλεση των ποινών δεν είναι πάντοτε άμεση. Εξ ου και τα ερωτήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο τα οποία, από τη στιγμή που είχε ενώπιον του την επιστολή ημερ. 24.1.04 του Πολωνικού Δικαστηρίου με την οποία καλείτο ο Εκζητούμενος να παρουσιαστεί για έκτιση των ποινών, δεν έπρεπε να το απασχολήσουν. Όπως δεν έπρεπε να το απασχολήσει και η φαινομενική διαφορά της ποινής των δύο χρόνων της υπόθεσης ΙΙΚ842/02 με την ποινή που αναγράφηκε κάτω από τον τίτλο «remaining sentence to be served», που σε κάθε περίπτωση ήταν θέμα που ενέπιπτε αποκλειστικά στις εσωτερικές ρυθμίσεις της έννομης τάξης της Πολωνίας και επομένως ξέφευγε παντελώς του οποιουδήποτε ελέγχου ή προβληματισμού οποιουδήποτε Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έσφαλε λοιπόν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα του ότι το ΕΕΣ δεν περιείχε τα στοιχεία που ορίζονται από το άρθρο 4
(1)(στ)(ζ) του Νόμου και ο σχετικός λόγος έφεσης (2ος λόγος) ευσταθεί Τώρα, σ΄ ότι αφορά το άρθρο 2
(2)ορθώς το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο Νόμος δεν περιλαμβάνει πρόνοιες για παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου (Κυριάκου (ανωτέρω). Λανθασμένα όμως αναφέρθηκε στο άρθρο 30
(2)του Κυπριακού Συντάγματος καθότι αντικείμενο ελέγχου, κατά το άρθρο 2
(2)του Νόμου, είναι το εάν και κατά πόσο η ποινική διαδικασία στο κράτος έκδοσης του εντάλματος ανταποκρίνεται στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη. Επομένως, η άρνηση παράδοσης ενός εκζητούμενου κατ΄ επίκληση του άρθρου 2
(2)του Νόμου είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η εκτέλεση ΕΕΣ προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ. (βλ. σύγγραμμα «Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, του Δ. Μουζάκη, Έκδοση 2009, σελ. 546). Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως, όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κυριάκου (ανωτέρω), βασίζεται «. στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των κρατών - μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης». Θεωρούμε, επομένως, δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Πολωνίας θα διασφαλίσουν κατά την δίκη τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να εγείρει προς εξέταση ζήτημα καθυστέρησης είτε στην έκδοση του ΕΕΣ είτε στη διαβίβαση του για εκτέλεση. Εξαιρετικά χρήσιμες και διαφωτιστικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις του ΕWHC, στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Αριστείδης και τις οποίες αναφέρουμε πιο πάνω. Επιγραμματικά, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις εν λόγω αυθεντίες, (α) θεωρείται δεδομένο ότι όλες οι χώρες - μέλη της ΕΕ διασφαλίζουν δίκαιη δίκη, (β) ένας εκζητούμενος εμποδίζεται να επικαλείται καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παράδοση του, όταν ενώ γνωρίζει πως του επιβλήθηκε ποινή την οποία θα καλείτο να εκτίσει, ή ενώ γνώριζε πως υπάρχει εναντίον του ποινική δίωξη, τρέπεται σε φυγή από τη δικαιοδοσία της αιτήτριας χώρας, (γ) η καθυστέρηση και η εξ αυτής μεταβολή των προσωπικών συνθηκών ενός εκζητούμενου αφ΄ εαυτών δεν είναι αρκετό να δικαιολογήσουν άδικη και καταπιεστική μεταχείριση, (δ) το Δικαστήριο έχει την ευθύνη να σταθμίσει τα δικαιώματα εκζητούμενου όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει ότι κάθε παραβάτης πρέπει να οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης και, (ε) τα Δικαστήρια της χώρας έκδοσης οφείλουν να επιδεικνύουν σεβασμό στις υποχρεώσεις της χώρας τους έναντι της αιτήτριας χώρας και να συνεκτιμούν και την ανάγκη αποτροπής άλλων επίδοξων φυγοδίκων από το να βρουν καταφύγιο στην χώρα τους. Υιοθετούμε και ως δικές μας τις πιο πάνω αρχές, οι οποίες εφαρμοζόμενες στα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης είναι φανερό ότι προδιαγράφουν και την επιτυχή έκβαση της έφεσης. Ολοκληρώνουμε συναφώς την κατάληξη μας με τα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Pomiechowski και Gomes (ανωτέρω), τα οποία βρίσκουν πλήρη εφαρμογή και στην παρούσα. «The meaning of 'unjust and oppressive' was authoritatively determined by the House of Lords in Gomes v. Government of the Republic of Trinidad and Tobago [2009] 1 WLR 1038; [2009] UKHL 21 drawing on and developing the reasoning in Kakis v. Government of the Republic of Cyprus [1978] 1 WLR 779 . In short, 'unjust' is directed primarily to the risk of prejudice to the accused and the conduct of the trial itself. Oppressive' is directed towards hardship to the accused resulting from changes in his circumstances that have occurred during the period to be taken into consideration. There is room for some overlap. Between them they would cover all cases where to return the requested person would not be fair. Category 1 countries are all members of the European Union and parties to the European Convention on Human Rights . It can therefore ordinarily be assumed that the requesting state will ensure a fair trial. Where a person has fled from the jurisdiction of the requesting state he cannot rely upon delay which follows, even if the requesting state has been slow to start extradition proceedings. Oppression is a concept which imports a good deal more than hardship, which is a commonplace consequence of extradition. ..................................... If_an accused like Goodver deliberately flees the jurisdiction in which he has been bailed to appear, it simply does not lie in his mouth to suggest that the requesting state should share responsibility for the ensuing delay in bringing him to justice because of some subsequent supposed fault on their part .... Only a deliberate decision by the requesting state communicated to the accused not to pursue the case against him, or some other circumstance which would similarly justify a sense of security on his part notwithstanding his own flight from justice, could allow him properly to assert that the effects of further delay were not "of his own choice and making". Ως εκ περισσού, σε σχέση με τις αρχές που διατυπώνονται στην υπόθεση Gomes (ανωτέρω), να παρατηρήσουμε ότι η έκδοση διαβατηρίου στον Εκζητούμενο, μετά που κλήθηκε να παρουσιαστεί για έκτιση των ποινών όπως και η έκδοση πιστοποιητικού γέννησης για τη θυγατέρα του, σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμούν με συνειδητή απόφαση των Πολωνικών Αρχών να τον απαλλάξουν από την υποχρέωση να εκτίσει τις ποινές, ή ότι δεν θα προχωρούσαν σε ποινική δίωξη εναντίον του. Η έκδοση των δύο αυτών εγγράφων μόνο με εσωτερικές ρυθμίσεις που αφορούν την αλληλοενημέρωση των διαφόρων αρχών της χώρας αυτής μπορεί να συνδεθεί και με τίποτα περισσότερο». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Η προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία
  1. Τέθηκε από πλευράς του εκζητούμενου ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία υπό τις περιστάσεις μαρτυρία, έτσι ώστε, το Δικαστήριο, να έχει μία καθαρή εικόνα των γεγονότων. Βάση γι' αυτή την εισήγηση, αποτέλεσε το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία ως προς το ότι το ένταλμα αυτό εκδόθηκε όντως απ' την αρμόδια δικαστική αρχή έκδοσης της Μάλτας, ή/και ότι αυτό εκδόθηκε με βάση τα προαπαιτούμενα του σχετικού Νόμου της Μάλτας. Επίσης, κατά τον εκζητούμενο, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία που να αποδεικνύει την συμμετοχή του εκζητούμενου στο ισχυριζόμενο αδίκημα ή/και σε σχέση με ποιο γενεσιουργό αδίκημα το ένταλμα αυτό εκδόθηκε.
  2. Επί του θέματος της παρουσίασης μαρτυρίας στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό διατυπώθηκε με την ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 26/06/
  3. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα όσα ανέφερα μ' αυτήν. Θα περιοριστώ στο να αναφέρω ότι, για τα όσα ο εκζητούμενος ήθελε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο με μαρτυρία, τοποθετήθηκε με επάρκεια και με υπέρμετρη λεπτομέρεια ο δικηγόρος του και τα στοιχεία αυτά έχουν αξιολογηθεί απ' το Δικαστήριο. Ως προς αυτά, με την προαναφερθείσα ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχρηζαν οποιασδήποτε περαιτέρω διευκρίνησης. Σε κάθε περίπτωση, ως ανέλυσα και πιο πάνω, και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του εκζητούμενου και να γίνονταν αποδεκτοί στην ολότητα τους, δεν διαφοροποιούν ή θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου.
  4. Ως προς την συμμετοχή του εκζητούμενου και για της ύπαρξης γενεσιουργού αδικήματος και την επάρκεια της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ως προς αυτά, πρέπει να αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η παρούσα είναι μία ιδιότυπη διαδικασία, η οποία διεξάγεται μέσα απ' την διαδικασία που ορίζει ο Νόμος 133(I)/
  5. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και το τι διευκρινιστικό σε σχέση μ' αυτό παρουσιάστηκε. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν βρίσκεται ανακριτική ή διωκτική αρχή, η οποία πρέπει και έχει υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία. Το Δικαστήριο, έχει ενώπιον του το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στον προπονούμενο τύπο, ο οποίος προνοεί την «περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των της αξιόποινης πράξης» και όχι μαρτυρία της έκτασης που ο κ. Πελεκάνος εισηγείται ότι αυτό θ' έπρεπε να έχει. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ολόκληρη η μαρτυρία ή/και το ανακριτικό υλικό που σχετίζεται με το αναφερόμενο στο ένταλμα ποινικό αδίκημα, δεν θα προνοούσε για την «περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των της αξιόποινης πράξης», αλλά θα καθόριζε ειδικά ότι θ' έπρεπε να παρουσιάζεται ολόκληρη η μαρτυρία σε λεπτομέρεια, ή θα υπήρχε η πρόνοια για περαιτέρω τεκμηρίωση με την αποστολή (ως επισυνημμένα στο ένταλμα) περαιτέρω εγγράφων ή/και ένορκων ομολογιών. (β) Η διαδικασία αυτή δεν ενδείκνυται και δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε δίκη επί της ενοχής ή αθωότητας του εκζητούμενου σε ότι αφορά το καταλογιζόμενο σ΄ αυτόν αδίκημα από μία άλλη χώρα μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης. Σ' αυτή την διαδικασία το Δικαστήριο περιορίζεται στις πρόνοιες του Νόμου αυτού με ιδιαίτερη έμφαση στα άρθρα 13 έως
  6. (γ) Στο ίδιο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αναφέρεται ότι: «. Hadwen had used his unwitting secretary Ellen Sammut, to obtain bank services for the Wilmots in the name of companies based in offshore jurisdictions such as Delaware and the Caribbean. It is contended that James Hadwen with the assistance of Anna Hadwen assisted Thomas Wilmot and his sons by masterminding the laundering of the proceeds from the boiler room scam through the locally held account of Cohen Smith». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, βάσει των διευκρινήσεων που αναζητήθηκαν απ' το Δικαστήριο μετά από σχετική τοποθέτηση του δικηγόρου του εκζητούμενου, Έγγραφο Γ, προκύπτουν τα εξής: «Thomas Wilmot, Kevin Wilmot, and Christofer Wilmot were prosecuted by the UK authorities for the offences that generated the money laundered by Hadwen through local accounts. These accounts were held in various names and were controlled by Hadwen, amongst which was the name of McLaren Management. Hadwen was himself responsible for controlling the accounts held here in Malta and therefore is wanted to answer charges of laundering the proceeds of crime. The charge of money laundering has not yet been time barred. Hadwen is being charged for laundering the proceeds of a large scale boiler room fraud that took place in the UK. Hadwen received some of the monies into local account and then dispensed them to other jurisdictions under the direction of Hadwen and his former wife Ania». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Απ' τα προαναφερόμενα προκύπτει, ξεκάθαρα και επαρκώς (για σκοπούς αυτής της διαδικασίας), ποια είναι η κατ' ισχυρισμόν συμμετοχή του εκζητούμενου στο αδίκημα του «money laundering κατ' εξακολούθηση» που του καταλογίζεται. Είναι σε κάθε περίπτωση ένα δεδομένο, ότι με βάση τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα, το κατά το δίκαιο της Μάλτας, αδίκημα αυτό, δικαιολογεί την ποινική δίωξη του εκζητούμενου.
  7. Σε ότι αφορά το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κανονικότητα της έκδοσης του εντάλματος αυτού από την αρμόδια δικαστική αρχή της Μάλτας, κρίνω ότι η παρουσία της εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής στο Δικαστήριο και μόνο, που επιβεβαιώνει αυτό και οι διευκρινήσεις που έδωσε ως προς τον τρόπο επικοινωνίας με την αρχή έκδοσης του εντάλματος, μέσω των παρατημάτων της Ιντερπολ σε Κύπρο και Μάλτα, για τις αναγκαίες σε σχέση μ' αυτό διευκρινήσεις, είναι αρκετά για να αποδειχθεί στο Δικαστήριο η κανονικότητα στην έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος και ότι αυτό προέρχεται απ' την αρμόδια αρχή έκδοσης της Μάλτας. Επαναλαμβάνω ότι το εγερθέν αυτό ζήτημα, πρέπει να εξεταστεί έχοντας κατά νου ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά μία ιδιότυπη («sui generis»), ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ανωτέρω, διαδικασία, σίγουρα όχι ποινική, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Ως εκ τούτου, τα όσα θα ίσχυαν σε μία ποινική δίκη, ή άλλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου η κατηγορούσα αρχή ή ένας εκ των διαδίκων φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης του, δεν υπεισέρχονται προς εξέταση στην προκείμενη περίπτωση.
  8. Το Δικαστήριο, σε διαδικασίες όπως είναι και η παρούσα, ενεργεί βάσει του ειδικού αυτού νόμου, του Νόμου 133(I)/2004, ως η αρμόδια δικαστική αρχή, αφενός για σκοπούς που έχουν να κάμουν με την «σύλληψη και κράτηση» του εκζητούμενου και αφετέρου για την έκδοση απόφασης σε ότι αφορά το θέμα «της παράδοσης ή μη του εκζητούμενου»[v]. Οι δε προϋποθέσεις αλλά και η διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που καθορίζουν ή/και πλαισιώνουν την δικαιοδοσία και εξουσία αυτή του Δικαστηρίου, ρυθμίζονται, ως αναφέρεται στο άρθρο 2
(1)Νόμου 133(I)/2004, απ' αυτόν τον ειδικό νόμο. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ως η καθορισθείσα, βάσει του νόμου[vi], κεντρική αρχή, «επικουρεί», δηλαδή υποβοηθά το Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί βάσει του Νόμου. Και τούτο, ως αναφέρεται στο άρθρο 5 του νόμου, «ιδίως κατά την διοικητική διαβίβαση και παραλαβή του εντάλματος σύλληψης καθώς και κατά την σχετική επίσημη αλληλογραφία» με το κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος. Η δε εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, που στην προκείμενη περίπτωση εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, επιτελεί έργο υποβοήθησης του Δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση δεν ενεργεί ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής, ή του οποιουδήποτε διαδίκου. Στην βάση των προαναφερομένων, όπως έχω ήδη αποφανθεί, σε διαδικασίες του είδους, δεν είναι καν αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας. Το τι είναι αναγκαίο, είναι να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προς εξέταση του από το Δικαστήριο. Η παρουσία και μόνο της εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πιστεύω επαρκής απόδειξη για τα της ασφαλούς λήψης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από την Κεντρική Αρχή, ήτοι από την αρχή έκδοσης του.
  1. Και εξηγώ. Το Δικαστήριο, ως η αρμόδια, δυνάμει του νόμου, δικαστική αρχή εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, έχει παραλάβει, μέσω της Κεντρικής Αρχής, το υπό εξέταση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης από το κράτος μέλος έκδοσης του, την Μάλτα. Ακολούθως, το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει κατά πόσο οι προϋποθέσεις του Νόμου 133(I)/2004 πληρούνται, ώστε να εκτελέσει ή όχι το ευρωπαϊκό ένταλμα και να εκδώσει τον εκζητούμενο στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, ή όχι. Το Δικαστήριο, θα ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση εξετάζοντας αποκλειστικά και μόνο το περιεχόμενο του εκδοθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και τις όποιες παρεχόμενες σε σχέση μ' αυτό διευκρινήσεις. Τούτο φυσικά εξυπακούει και ότι, αν με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, κάποια από τις επιφυλάξεις του Νόμου 133(I)/2004 τυγχάνει εφαρμογής, ώστε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να μην μπορεί, ή να μην πρέπει να εκτελεστεί, το Δικαστήριο θα διερευνήσει αυτές τις περιστάσεις και καθηκόντος θα προβεί σε σχετική διαπίστωση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Νόμος 133(I)/2004 παρέχει στο Δικαστήριο (πέραν και εκτός του συνηθισμένου διαιτητικού του χαρακτήρα, αφού σε διαδικασίες αυτού του είδους δεν ενεργεί ως διαιτητικό δικαστήριο) και την δυνατότητα να ζητήσει, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την εξασφάλιση από το κράτος μέλος έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, των όποιων, αναγκαίων, για τον σκοπό εξέτασης της αιτήσεως, διευκρινήσεων ή περαιτέρω πληροφοριών. Όπως και έπραξε σ' αυτή την περίπτωση εκεί και όπου αυτό κρίθηκε απαραίτητο και στον αναγκαίο βαθμό προς εξυπηρέτηση αυτής της ιδιότυπης διαδικασίας.
  2. Σχετικό επί του προκείμενου είναι το Άρθρο 21
(2)του νόμου το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του παρόντος Νόμου και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος Νόμου». 29. Στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519 λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως
  1. ..................................... Οι πιο πάνω ενέργειες του Δικαστηρίου, με κανένα τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως επέμβαση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι η εκπρόσωπος της νομικής υπηρεσίας δεν είναι διάδικος αλλά εμφανίζεται με στόχο την υποβοήθηση της «κεντρικής αρχής», που με βάση το Άρθρο 3 του Νόμου είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, (Άρθρο 5 του Νόμου)»
  2. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα να τοποθετηθεί σε ότι αφορά το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αντίγραφο του οποίου και των συνοδευτικών αυτού εγγράφων και διευκρινήσεων, έχει λάβει. Αν από την τοποθέτηση του αυτή, χρήζουν διευκρινήσεις ή η ανάγκη για προσκόμιση περαιτέρω πληροφοριών από την χώρα έκδοσης, το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση στην βάσει του Άρθρου 21
(2)του νόμου ως έχει προαναφερθεί.
  1. Αυτή η προσέγγιση, σε κάθε περίπτωση, ισοζυγίζει το δημόσιο συμφέρον που προκύπτει από την ανάγκη εφαρμογής του Νόμου 133(I)/2004, με τα συμφέροντα του εκζητούμενου ως αυτά κατοχυρώνονται από το Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  2. Ως προς τα προαναφερόμενα, παραπέμπω και στην ενδιάμεση μου απόφαση ημερομηνίας 26/06/2014 και τους λόγους για τους οποίους οι περαιτέρω διευκρινήσεις που αιτήθηκε ο εκζητούμενος δεν ζητήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος.
  4. Ο εκζητούμενος τοποθετήθηκε ότι κατοικεί μόνιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 15
(2)του Νόμου 133(I)/
  1. Η έκδοση του εκζητούμενου προς τις αρχές της Μάλτας, τίθεται υπό την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, σε περίπτωση καταδίκης του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει στην Κύπρο την όποια ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφάλειας του επιβληθεί απ' το αρμόδιο Δικαστήριο στην Μάλτα.
  2. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(I)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
  1. Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να τεθεί υπό κράτηση.
  2. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στον Διευθυντή των Ποινικών Δικαστηρίων της Μάλτας. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αφορούσε έφεση σε υπόθεση εξέτασης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. [2] Του ανακριτή / επιθεωρητή της υπόθεσης στην Μάλτα ή και των εισαγγελικών αρχών της Μάλτας. [i] Σημειώνεται ότι ο εκζητούμενος δεν αμφισβήτησε την ταυτότητα του ή ότι το αναφερόμενο στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρόσωπο αφορά το άτομο του. Τουναντίον, έδωσε, μέσω του δικηγόρου του, στο Δικαστήριο, τις απαραίτητες για τον σκοπό διευκρινήσεις. Ως εκ τούτου, δεν ετέθη προς εξέταση το θέμα της ταυτότητας του εκζητούμενου στην βάση του Άρθρου 17
(4)του Νόμου 133(I)/
  1. Το δε Δικαστήριο, κατά τη διερεύνηση της ταυτότητας του εκζητούμενου, διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αντιστοιχούν στο πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρινίστηκε ως προς το άτομο του εκζητούμενου, ότι αυτός ονομάζεται James Hadwen και όχι James Brian Mackenzie Hadwen. [ii] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 120/09, ημερ. 12/05/
  2. [iii] Δέστε σχετικά το άρθρο 4 του Νόμου 30(Ι)/2014, καθώς και παράρτημα Α αυτού. [iv] Δέστε τα Άρθρα 4 και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007, Νόμος 188(I)/
  3. [v] Άρθρο 11
(1)του νόμου. [vi] Άρθρο 5 του νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.