Μαρίας Γεωργίου ν. Χρυσοβαλάντια Αδάμου (Δ.Τ. 780701) ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σταύρου Αδάμου Κυριάκου, Αρ Αγωγής: 3208/07, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ Αγωγής: 3208/07 Μεταξύ: Μαρίας Γεωργίου Ενάγουσας Και Χρυσοβαλάντια Αδάμου (Δ.Τ. 780701) ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σταύρου Αδάμου Κυριάκου, τέως από την Δρομολαξιά Εναγομένης Ημερομηνία: 14/01/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Παπαλλής Για Εναγόμενη: κα. Έλενα Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώρηση και προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η ενάγουσα διεκδικεί από την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα συμβίου της, Σταύρου Αδάμου Κυριάκου, (πιο κάτω αναφερόμενος ως ο Σταύρος) το σύνολο ή και το ½ της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου που περιγράφονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγή της. Ειδικότερα, διεκδικεί: α) Χρηματικό ποσό Λ.Κ.4.111,69 το οποίο είναι κατατεθειμένο σε συγκεκριμένο λογαριασμό στη ΣΠΕ Κοντέας (Αρ. Λογ. 2061508-4) β) Χρηματικό ποσό Λ.Κ.13.312,92 το οποίο είναι κατατεθειμένο σε γραμμάτιο στη ΣΠΕ Κοντέας (Αρ. γραμματίου 066489) γ) Αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕPZ710 συνολικής αξίας Λ.Κ.4.000 δ) Δόκο με αριθμό εγγραφής L9701 αξίας Λ.Κ.350 ε) Δόκο Flobert με αριθμό εγγραφής L17640 αξίας Λ.Κ.200 στ) Δόκο με αριθμό εγγραφής L6892 αξίας Λ.Κ.350 ζ) Αεροβόλο με αρ. εγγραφής L10539 αξίας Λ.Κ.100 η) 10 Μετοχές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακας αξίας Λ.Κ.100 Περαιτέρω, διεκδικεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.86.545,23 που αφορά πληρωμή από το Παγκύπριο Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών που διατείνεται ότι ο αποβιώσας συμβίος της δικαιούται, ενώ αξιώνει επίσης και την αποζημίωση που ο αποβιώσας θα δικαιούται συνεπεία της απόλυσης ή και τερματισμού της απασχόλησης του ως λιμενεργάτης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής, ως έχει τροποποιηθεί μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου στις 8.1.2010, η ενάγουσα από το 1989 μέχρι τον θάνατο του Σταύρου στις 4.8.07, συζούσε με τον τελευταίο στην οικία της στην Δρομολαξιά. Καθ' όλη την διάρκεια της συμβίωσης τους, ο Σταύρος παρουσίαζε την ενάγουσα και της συμπεριφερόταν ως εάν να ήταν η νόμιμη σύζυγος του με πρόθεση να την νυμφευθεί. Αποτελεί θέση της ότι τα περιουσιακά στοιχεία που διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, ο αποβιώσας συμβίος της τα διατηρούσε, ως καταπιστευματοδόχος, προς όφελος της ίδιας. Η ίδια με πολλούς τρόπους συνεισέφερε στην απόκτηση ή και την αύξηση της περιουσίας του την οποία διεκδικεί στα πλαίσια της παρούσας. Καθ' όλη την διάρκεια της δεκαοχταετούς συμβίωσης τους, αφιέρωνε καθημερινά πολλές ώρες για την φροντίδα του Σταύρου και την ευταξία του κοινού τους σπιτιού. Δαπανούσε παράλληλα τον μισθό που λάμβανε από την εργασία της στα κοινά τους έξοδα για διαμονή, διατροφή, ψυχαγωγία, έχοντας οι δύο τους κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον. Άλλωστε, προτάσσει, αποτελούσε διακηρυγμένη θέση του ενάγοντα ότι η περιουσία του αποτελεί και δική της περιουσία. Η εναγόμενη διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Σταύρου, αποτελεί μια από τις τρεις θυγατέρες που ο τελευταίος απέκτησε με την πρώην σύζυγο του. Στην υπεράσπιση της, αντίθετα με όσα η ενάγουσα προβάλλει στις δικογραφημένες θέσεις της, προτάσσει ότι ο ως άνω αποβιώσας μόνο κατά διαστήματα διέμενε με την ενάγουσα, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι σχέσεις της ίδιας και της αδελφής της Μαρίας δεν ήταν καλές με τον αποβιώσαντα πατέρα τους για λόγους που αφορούσαν κατά κύριο λόγο το πρόσωπο της ενάγουσας. Αντίθετα, με τον αποβιώσαντα διατηρούσε καλές σχέσεις η μία από τις τρείς θυγατέρες του, η Γεωργία. Αποτελεί θέση της ότι η σχέση του αποβιώσαντα με την ενάγουσα ήταν προβληματική και ότι επιθυμία του πρώτου ήταν πάντοτε η επιστροφή και/ή επανένωση με την οικογένεια του. Ουδέποτε ο Σταύρος είχε ή εξέφρασε την πρόθεση ή επιθυμία να νυμφευθεί την ενάγουσα. Καμία συνεισφορά υπήρξε από την ενάγουσα στην απόκτηση περιουσίας εκ μέρους του αποβιώσαντα ή στην αύξηση της. Πέραν του γεγονότος ότι το εισόδημα του αποβιώσαντα Σταύρου ήταν πολύ μεγαλύτερο από το εισόδημα της ενάγουσας, από την πλευρά της υπεράσπισης προβάλλεται επίσης η θέση ότι η ενάγουσα ξόδευε τον μισθό της μόνο σε προσωπικά της έξοδα και/ή έξοδα που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και/ή την οικογένεια της. Αποτελεί παράλληλα δικογραφημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι κατά τους χρόνους που ο Σταύρος διέμενε στο σπίτι της ενάγουσας, η τελευταία τον εκμεταλλευόταν οικονομικά και/ή αποσπούσε από αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά προς όφελος δικό της και/ή της οικογένειας της. Χωρίς να αμφισβητείται η ύπαρξη της περιουσίας που περιγράφεται στην απαίτηση της ενάγουσας και τα δικαιώματα του αποβιώσαντα Σταύρου επ' αυτής, αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι η εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων είναι αυθαίρετη και εν πάση περιπτώσει όχι ορθή. Απορρίπτοντας τη θέση ότι την εν λόγω περιουσία ο αποβιώσαντας την κατείχε ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος της ενάγουσας, αποτελεί καταληκτική θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα σε κανένα ποσό ή μερίδιο δικαιούται από την περιουσία του αποβιώσαντα, προτάσσοντας ότι οποιοδήποτε ποσό ή μερίδιο τυχόν ήθελε φανεί ότι αυτή εδικαιούτο από την περιουσία του Σταύρου, τούτο έχει άμεσα ή έμμεσα ληφθεί από την ενάγουσα πριν από τον θάνατο του τελευταίου. Απαντώντας η πλευρά της ενάγουσας στους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, αφού απορρίπτει συνολικά όσους από αυτούς είναι αντίθετοι με τις δικές της δικογραφημένες θέσεις, υποστηρίζει ότι οι σχέσεις του αποβιώσαντα Σταύρου δεν ήταν καλές με τις θυγατέρες του για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά τις τελευταίες, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι από το 1988 που ο Σταύρος ήταν σε διάσταση με την μητέρα τους δεν τις συνάντησε παρά μόνο περί τον Σεπτέμβριο του 2006, όταν η θυγατέρα του Γεωργία αναζήτησε την οικονομική του στήριξη. Προβάλλοντας την θέση ότι τα εισοδήματα της ήταν τα ίδια με του αποβιώσαντα συμβίου της, υποδεικνύει ότι ο λόγος που δεν προχώρησαν στην τέλεση γάμου μετά την λύση του γάμου του Σταύρου με την πρώην σύζυγο του ήταν η κατάσταση της υγείας του τελευταίου. Η επίδικη περιουσία, υποστηρίζει, αποκτήθηκε αποκλειστικά και κατά μεγάλο μέρος με την δική της συνεισφορά ενώ ήταν πάντα η πρόθεση του αποβιώσαντα όπως η περιουσία αυτή είναι και περιουσία της ενάγουσας. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Καταθέτοντας η ενάγουσα από το εδώλιο του μάρτυρα, υπέδειξε ότι από τον Ιούνιο του 1989, ο Σταύρος, με τον οποίο γνωρίστηκε καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τελούσε σε διάσταση με την τέως σύζυγο του, μετακόμισε στο σπίτι της, στην οδό Μεσολογγίου 8 στην Δρομολαξιά. Η ίδια είχε χωρίσει από τον πρώτο της σύζυγο το 1985 και έκτοτε διέμενε στην ως άνω διεύθυνση με την ανήλικη θυγατέρα της. Το 1990, η θυγατέρα της φοιτούσε στο Γυμνάσιο ενώ ο πρώην σύζυγος της και πατέρας της θυγατέρας της κατέβαλλε κανονικά το ποσό διατροφής της τελευταίας. Από το 1989 διέμεναν σε αυτό το σπίτι με τον Σταύρο, διαβιώντας ως σύζυγοι, γεγονός που γνώριζαν και αναγνώριζαν όχι μόνο συγγενικά τους πρόσωπα αλλά και άλλοι φίλοι και γείτονες τους. Έθεσε προς τούτο υπόψη του Δικαστηρίου, ανάμεσα σε άλλα, πιστοποιητικό του προέδρου του κοινοτικού συμβουλίου Δρομολαξιάς (τεκμήριο 5) και έγγραφη δήλωση που υπογράφουν διάφορα πρόσωπα, συγχωριανοί και γείτονες της όπως εξήγησε, (τεκμήριο 4). Ο Σταύρος άλλωστε είχε φροντίσει να αναγράφεται ως διεύθυνση του η ως άνω διεύθυνση για σκοπούς επιβολής φορολογίας, καταβολής τελών κλπ (τεκμήριο 2). Κατά την διάρκεια της δεκαοχταετούς συμβίωσης τους, η ίδια, ενεργώντας για κοινό όφελος τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, βοηθούσε τον Σταύρο φροντίζοντας τον καθημερινά και αφιερώνοντας του πολλές ώρες, ενώ παράλληλα δαπανούσε τον μισθό που ελάμβανε στα κοινά έξοδα για την διαμονή, την διατροφή και την ψυχαγωγία τους. Πολλές φορές, όταν ο Σταύρος δεν είχε ως λιμενεργάτης συνεχή εργασία, τον βοηθούσε επίσης να αποπληρώσει και τα εντάλματα διατροφής για τις τρεις θυγατέρες του. Η ίδια πριν από την γνωριμία της με τον Σταύρο εργαζόταν ως «barwoman» σε ξενοδοχείο, εργασία από την οποία περί το 1990, μετά από επιμονή του Σταύρου σταμάτησε. Από το 1990 μέχρι το 1997 εργαζόταν σε διάφορες δουλειές ως καθαρίστρια, ενώ από το 1999 μέχρι το 2009 εργαζόταν εκ νέου σε εταιρεία καθαρισμού ξενοδοχείων. Όταν ο Σταύρος μετακόμισε στο σπίτι της είχε μόνο Λ.Κ.500 και ένα παλιό αυτοκίνητο ενώ κατά την διάρκεια της συμβίωσης τους και κατά το θάνατο του απέκτησε με την συνδρομή της την περιουσία την οποία σήμερα η ίδια διεκδικεί. Καθ' όλη την διάρκεια της συμβίωσης τους η οποία υπήρξε αγαπημένη, ο Σταύρος της συμπεριφερόταν και την παρουσίαζε σαν να ήταν η νόμιμη σύζυγος του. Πρόθεση τους ήταν να παντρευτούν, πλην όμως, η καθυστέρηση στην έκδοση του διαζυγίου του Σταύρου και το γεγονός ότι δύο φορές ασθένησε σοβαρά με εγκεφαλικό επεισόδιο, ανέβαλαν τούτο. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο εφημέριος της ενορίας του Αγ. Παντελεήμονος Δρομολαξιάς, λίγο πριν τον θάνατο του Σταύρου προσφέρθηκε να την εφοδιάσει με πιστοποιητικό ελευθερίας για να καταστεί δυνατή η τέλεση του γάμου. Ο Σταύρος, υπέδειξε η μάρτυρας, πάντα έλεγε πως ότι έχει ανήκει και στους δύο, περιλαμβανομένου και του ποσού που εδικαιούτο από το Παγκύπριο Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών. Ήταν επιθυμία του, όποια περιουσία είχε ή θα εδικαιούτο να καταλήξει στην ίδια στην περίπτωση θανάτου του, ενώ πάντα έλεγε ότι η περιουσία του είναι και δική της και πως ακόμη και αν ο ίδιος πάθει κάτι η ίδια θα ήταν εξασφαλισμένη οικονομικά. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπέδειξε ότι ο Σταύρος ήταν άνθρωπος «πολυέξοδος» στον οποίο άρεσε η καλή ζωή και να ξοδεύει χρήματα. Απέρριψε κατηγορηματικά την θέση ότι κατά την διάρκεια της συμβίωσης τους, σε διάφορες περιπτώσεις έφυγε από το κοινό τους σπίτι πηγαίνοντας να διαμείνει κατά περιόδους στους γονείς του, επαναλαμβάνοντας ότι καθ΄ όλη την διάρκεια της συμβίωσης τους ουδέποτε χώρισαν. Πάντα βοηθούσε ο ένας τον άλλο οικονομικά, αφού έβαζαν μαζί τους μισθούς τους για να περνούν και να καλύπτουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις και τα έξοδα τους. Επέμενε παράλληλα ότι οι σχέσεις του με τις τρεις του θυγατέρες ήταν πολύ κακές, σε βαθμό που οι δύο ούτε καν στο γάμο τους τον προσκάλεσαν. Δεν έρχονταν να τον δουν ούτε και ενδιαφέρονταν για τον ίδιο, πραγματικότητα για την οποία σε διάφορες περιπτώσεις ο Σταύρος εξέφραζε τα παράπονα του. Μόνο η μία εξ' αυτών, μόλις το 2006 τον αναζήτησε, ενόψει προφανώς οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, ως εισηγήθηκε η μάρτυρας, επιζητώντας την οικονομική του βοήθεια την οποία και έλαβε. Η Ζωούλα Χρυσοστόμου, οικογενειακή φίλη όπως δήλωσε του ζεύγους Μαρίας Γεωργίου και του Σταύρου, τους οποίους γνώρισε πριν από 15 με 16 χρόνια, διατηρούσε μαζί με τον σύζυγο της πολύ καλές και στενές σχέσεις μαζί τους, σε βαθμό που μία ή δύο φορές την εβδομάδα τους επισκέπτονταν στο σπίτι τους. Η ενάγουσα και ο Σταύρος ήταν ένα κανονικό ανδρόγυνο, υποστήριξε η μάρτυρας. Τα τελευταία χρόνια όταν αποφάσισαν να παντρευτούν δυστυχώς τούτο δεν έγινε κατορθωτό, ενόψει προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο Σταύρος. Πολλές φορές ο Σταύρος έλεγε ότι η Μαρία είναι το πρόσωπο που τον φροντίζει και ότι χάρη σε αυτήν ζει, ενώ σε σχετικές συζητήσεις που είχε μαζί του της δήλωνε πως ότι και να συμβεί θα φροντίσει να μην λείψει τίποτε στην ενάγουσα. Αντίθετα με τις άριστες σχέσεις που ο Σταύρος διατηρούσε με την συμβία του, οι σχέσεις του με τις θυγατέρες του και την πρώην σύζυγο του δεν ήταν καλές. Πολύ συχνά έκανε παράπονα πως ενώ ο ίδιος φρόντιζε για τις θυγατέρες του οι τελευταίες ούτε καν τηλέφωνο δεν έπαιρναν για να δουν αν ζει ή αν πέθαινε. Στον αντίποδα, οι σχέσεις του Σταύρου με την θυγατέρα της ενάγουσας ήταν εξαιρετικές ενώ όπως η μάρτυρας δήλωσε, ο Σταύρος λάτρευε την εγγονή της Μαρίας. Το βράδυ άλλωστε που απεβίωσε ήταν μαζί με την εγγονή της τελευταίας. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπέδειξε ότι από τον καιρό που γνωρίζει την Μαρία, η τελευταία εργαζόταν σε ξενοδοχεία. Τα τελευταία 2-3 χρόνια μάλιστα, πριν σταματήσει να εργάζεται η Μαρία ήταν και συναδέλφισες ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τις έπαιρνε στην δουλειά ο Σταύρος. Επέμενε στο γεγονός ότι ο Σταύρος είχε παράπονο από τα παιδιά του για το γεγονός ότι δεν επιθυμούσαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Στην ίδια ανάφερε ότι μία από τις θυγατέρες του του ζήτησε να μπει εγγυητής, πράγμα το οποίο ο ίδιος αρνείτο, αναφέροντας ότι αν ήθελε χρήματα θα μπορούσε να την βοηθήσει, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα έμπαινε εγγυητής. Είναι γεγονός, υπέδειξε, ότι ο Σταύρος τον τελευταίο καιρό πριν πεθάνει είχε κάποιες σχέσεις με την μία από τις θυγατέρες του. Η Μαρία Γιαννάκη ήταν επίσης μάρτυρας που κλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας. Γνωρίζει την ενάγουσα εδώ και 17 χρόνια, ενώ με τον Σταύρο και την ενάγουσα η ίδια και ο σύζυγος της ήταν πολύ συνδεδεμένοι. Διατηρούσαν φιλικότατες σχέσεις και αντάλλαζαν τακτικά επισκέψεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Σταύρος ήταν πρώτος κουμπάρος στο γάμο της ίδιας. Επρόκειτο για πολύ δεμένο ανδρόγυνο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Γνώριζε ότι ήθελαν να παντρευτούν αφού το έλεγαν οι ίδιοι, ενώ ο Σταύρος πάντα ανέφερε ότι ήθελε να ολοκληρωθεί και επίσημα η σχέση τους. Ο Σταύρος και η ενάγουσα κατοικούσαν στο σπίτι της τελευταίας, στο Μενεού. Σε όλο το διάστημα που συμβίωναν δεν υπήρξε οποιαδήποτε διακοπή στην σχέση τους. Η ενάγουσα εργαζόταν είτε σε ξενοδοχεία είτε σε σπίτια ως καθαρίστρια. Όταν αρρώστησε ο Σταύρος, η Μαρία ανταποκρίθηκε πράγματι σαν γυναίκα του. Γνώριζε ότι ο Σταύρος είχε τρεις κόρες από προηγούμενο γάμο του τις οποίες όμως δεν γνώρισε παρά μόνο στην κηδεία του. Εξήγησε στη συνέχεια ότι την μία από τις θυγατέρες του και διαχειρίστρια της περιουσίας του, την συνάντησε στα πλαίσια της εργασίας της τελευταίας ως λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Η πλευρά της εναγομένης, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, και πριν η πλευρά της ενάγουσας ολοκληρώσει την υπόθεση της, με την άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν σχετικού αιτήματος της, ζήτησε και εκλήθη ο Οικονόμος Παναγιώτης Προδρόμου, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγ. Παντελεήμονος στο συνοικισμό Μενεού, για σκοπούς αντεξέτασης. Στον Οικονόμο Παναγιώτη Προδρόμου τέθηκε αυτούσιο το έγγραφο - βεβαίωση που ο ίδιος εξέδωσε στις 24.2.2009 (Τεκμήριο 3), σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα και ο αποβιώσας συγκατοικώντας συζούσαν από τα μέσα του 1989 μέχρι που απεβίωσε ο Σταύρος στις 4.08.2007 «στο συνοικισμό Δρομολαξιάς οδός Μεσολογγίου αρ. 8, κάτω από την ίδια στέγη χωρίς όμως να έχουν συνάψει εκκλησιαστικό ή πολιτικόν γάμο», το περιεχόμενο του οποίου και επιβεβαίωσε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους συγκεκριμένους ανθρώπους, υποδεικνύοντας ότι επισκέφθηκε την οικία της ενάγουσας και του Σταύρου όταν πληροφορήθηκε ότι απεβίωσε ο Σταύρος. Δεν ήταν σε θέση εν πάση περιπτώσει να θυμάται πότε προσέγγισε την ενάγουσα προσφέροντας την βοήθεια του για να εξασφαλιστούν τα αναγκαία έγγραφα για να μπορέσουν οι δύο να συνάψουν γάμο. Η Γεωργία Αδάμου Πρωτοπαπά, δεύτερη στην σειρά από τις τρεις θυγατέρες του αποβιώσαντα Σταύρου, κλήθηκε από την πλευρά της εναγομένης να προσφέρει την μαρτυρία της. Η μάρτυρας, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ανέφερε ότι ο χωρισμός των γονέων της ήταν έντονος, περνώντας μέσα από έντονες συζητήσεις και καυγάδες. Η μητέρα της αντιδρούσε στην επικοινωνία των παιδιών με τον πατέρα τους ενώ οι ίδιες αισθάνονταν τουλάχιστον άβολα από το γεγονός ότι ο πατέρας τους διεκδικούσε την επικοινωνία μαζί τους τόσο έντονα, που πολλές φορές οι προσπάθειες του κατέληγαν σε ξυλοδαρμό, βρισιές κλπ, γεγονός που οδηγούσε την ίδια και την μεγαλύτερη αδελφή της που πήγαιναν στο δημοτικό να αρνούνται να τον δουν ενώ αντίθετα η μικρότερη αδελφή τους, η Μαρία, που τότε ήταν στο νηπιαγωγείο, ήθελε να έχει επικοινωνία μαζί του. Μετά την οριστική αποχώρηση του από το σπίτι οι ίδιες πάντα επιζητούσαν την επανένωση μαζί του αισθανόμενες ότι υπήρχε ένα κενό το οποίο ήταν «ανεκπλήρωτο». Η ίδια πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας της είχε σχέση με μια άλλη γυναίκα, την ενάγουσα, όταν ήταν στην πρώτη Λυκείου. Πολλές φορές προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του, πλην όμως η συμβία του, με τρόπο άσχημο αρνείτο να επιτρέψει την επικοινωνία μαζί του. Κάθε φορά που οι ίδιες προσπαθούσαν να τον πάρουν τηλέφωνο η ενάγουσα εμπόδιζε αυτή την επικοινωνία. Κληθείσα να περιγράψει τον πατέρα της υπέδειξε πως όταν δεν έπινε ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Αντίθετα, όταν κατανάλωνε ποτό δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του, γινόταν επιθετικός, ύβριζε, βγάζοντας ένα «κτήνος» από μέσα του όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Χαρακτήρισε τον αποβιώσαντα πατέρα της άνθρωπο που του άρεσε το γλέντι και η διασκέδαση, με ακριβά γούστα, ο οποίος δεν ζητούσε λεφτά από τον οποιοδήποτε, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε γυναίκα, τις οποίες ούτως ή άλλως αντιμετώπιζε υποτιμητικά. Σύμφωνα με την πληροφόρηση που είχε, ο πατέρας της σε κάποιο στάδιο πράγματι μετακόμισε στο σπίτι της ενάγουσας, πλην όμως έφευγε και ξαναπήγαινε αφού η κατάσταση δεν ήταν σταθερή. Απέρριψε κατηγορηματικά ότι η ενάγουσα συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο τον πατέρα της στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας, υποδεικνύοντας ότι το μόνο που του παρείχε ήταν καθαρά ρούχα και χώρο για να κοιμηθεί κάποιες μέρες. Τα λεφτά που η ενάγουσα λάμβανε από την εργασία της, υποστήριξε, μόλις που έφθαναν για να καλύψει τις δικές της ανάγκες, ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να βοήθησε με οποιοδήποτε τρόπο τον πατέρα της στην απόκτηση της περιουσίας. Ο ίδιος, υπέδειξε, αγόραζε αυτά που έτρωγε χωρίς να περιμένει να τον ταΐσουν. Συμφώνησε ότι ο πατέρας τους πλήρωνε τα διατάγματα διατροφής για την ίδια και τις αδελφές της ενώ απέρριψε την θέση ότι σε κάποιες περιπτώσεις τον βοηθούσε χρηματικά η ενάγουσα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτών των διαταγμάτων. Της ανάφερε τούτο, διευκρίνισε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, ο ίδιος ο πατέρας της κατά τις συζητήσεις που είχαν. Παρά το γεγονός ότι άκουσαν ότι ο πατέρας τους αρρώστησε, οι ίδιες δεν επιχείρησαν να τον προσεγγίσουν αφού εξακολουθούσαν να φοβούνται. Είχαν υπόψη τους άλλωστε ότι είχε ήδη κάνει νέα αρχή στη ζωή του με άλλη γυναίκα. Μόλις το 2006, με την μεσολάβηση του συζύγου της συναντήθηκε με τον πατέρα της. Έκτοτε, άρχισε να τον καλεί στο σπίτι της και να συναντώνται. Στο σπίτι της, υπέδειξε η μάρτυρας, ο πατέρας της ένιωθε σαν στο σπίτι του. Μαγείρευαν μαζί, έκαναν περιπάτους ενώ παράλληλα η ίδια φώναζε και τις αδελφές της σε αυτές τις συναντήσεις. Οι συναντήσεις αυτές συνέχισαν μέχρι το θάνατο του, έχοντας ήδη προλάβει η ίδια να του εισηγηθεί να έρθει να μείνει μαζί της, σε ειδικό χώρο που είχε στο υπόγειο της οικίας της, πρόταση που προβλημάτισε τον πατέρας της. Ο Σταύρος ποτέ δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια να τους γνωρίσει την ενάγουσα, ενώ όπως πληροφορήθηκε από θείες της, η τελευταία ζήλευε από το γεγονός ότι επανασυνδέθηκε μαζί με τις θυγατέρες του, κάνοντας του «πόλεμο» αρνούμενη να βγαίνει μαζί του σε διάφορες εξόδους. Ήταν σε θέση να γνωρίζει πως όταν ο πατέρας της έκανε δάνειο 25 ή 30 χιλιάδες, έδωσε τις πέντε στην ίδια ενώ τις υπόλοιπες τις έδωσε στην ενάγουσα. Παραδέχθηκε ότι η ίδια και η αδελφή της Χρυσοβαλάντια δεν προσκάλεσαν τον πατέρα τους στο γάμο τους, υπογράμμισε όμως ότι στα προσκλητήρια αναγραφόταν το όνομα του. Αντίθετα, στον γάμο της μικρής της αδελφής, της Μαρίας, ο πατέρας της προσκλήθηκε και παρευρέθηκε, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου σχετική ταινία από το συγκεκριμένο γάμο. (τεκμήριο 15) Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας συμφώνησε ότι το 2006, χρόνο κατά τον οποίο ως η ίδια ανέφερε ένιωσε την ανάγκη να έχει επαφή με τον πατέρα της, ήταν περίπου 28 ετών. Αιτιολόγησε τούτο από το γεγονός ότι η σχέση τους περνούσε, «διά πυρός και σιδήρου», όπως δήλωσε, με αποτέλεσμα να μην τολμούν τα παιδιά του να επιχειρήσουν ενωρίτερα την επανένωση. Έπραξε τούτο όταν κατάφερε να παραμερίσει τους συγγενείς και τον πολύ στενό κλοιό από την μητέρα της και την πίεση που ασκούσε η τελευταία πάνω της. Απέρριψε την θέση ότι το 2006 αποφάσισε να τον προσεγγίσει γιατί τον είχε ανάγκη από οικονομικής πλευράς, υποδεικνύοντας ότι τότε η ίδια ήταν ήδη οικονομικά ανεξάρτητη. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του πριν το 2006, μάθαινε τα νέα του από διάφορους συγγενείς και τα αδέλφια του πατέρα της με τα οποία διατηρούσαν επαφή. Η μάρτυρας υπέδειξε ότι δεν ένιωθε οποιαδήποτε εχθρότητα απέναντι στην ενάγουσα την οποία ο πατέρας της επέλεξε. Απορρίπτοντας την θέση ότι η ίδια ήταν που κατηγορούσε και εξύβριζε την συμβία του πατέρα της, συμφώνησε ότι ο πατέρας της την κάλεσε 2-3 φορές στο διάστημα που είχαν επανασυνδεθεί να μεταβεί στο σπίτι όπου διέμενε και να γνωρίσει την ενάγουσα, πλην όμως η ίδια δεν ήθελε, αφού είχαν προηγηθεί κάποιες άσχημες εμπειρίες, τηλεφωνικές όπως εξήγησε, με την ενάγουσα. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δυσαρεστήθηκε από την επανασύνδεση του Σταύρου μαζί της το έμαθε από την θεία της και αδελφή του Σταύρου, την μαρτυρία της οποίας επικαλέστηκε, προαναγγέλλοντας την παρουσία της ως μάρτυρα στη διαδικασία. Απορρίπτοντας σχετική υποβολή ότι από δάνειο Λ.Κ.20.000 που έλαβε ο Σταύρος δόθηκαν στην ίδια ή προς όφελος της, τμηματικά, οι 15.000 χιλιάδες και οι υπόλοιπες 5.000 δώρο στο γάμο της αδελφής της, παραδέχτηκε ωστόσο ότι στην ίδια έδωσε Λ.Κ.5.000 για να αγοράσει αυτοκίνητο, αποδεχόμενη παράλληλα το γεγονός ότι ο πατέρας της πλήρωσε τους πάγκους της κουζίνας του σπιτιού της απευθείας στον άνθρωπο που εκτέλεσε την σχετική εργασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι ο πατέρας της έδωσε στην αδελφή της, ως δώρο για τον γάμο της τελευταίας, Λ.Κ.5.000. Η Φωτούλα Κυριάκου, γραμματειακή λειτουργός στο γραφείο του Φόρου Εισοδήματος έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τις φορολογικές δηλώσεις του αποβιώσαντα Σταύρου από το 1989 μέχρι το 2007. Παράλληλα δηλώθηκε από τις δύο πλευρές ως παραδεκτό γεγονός, ότι το ποσό που τελικά εισπράχθηκε από την εναγόμενη διαχειρίστρια από το Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών του αποβιώσαντα Σταύρου, ανέρχεται σε €125.835,30 σεντ. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιων μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα τους καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους. Την ύπαρξη στις τοποθετήσεις τους υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων, την τυχόν ύπαρξη προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων, το φυσικό ή υπερβολικό των αντιδράσεων τους καθ' όν χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν καθ' όν χρόνο προσέφεραν την μαρτυρία τους. Έχοντας πάντα κατά νου το λόγο της υπόθεσης Νικολάου ν Παπαϊωάννου, Π.Ε.250/08, ημερ. 20.10.11, το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει. (βλ. επίσης Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Αξιολογώντας την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει να εκτιμάται αποσυναρτημένα με το επίπεδο απόδειξης), το Δικαστήριο έχει επίσης κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ασφαλώς δεν περιορίστηκε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα αλλά και στην παραβολή της με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Καθ' όλα θετική είναι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας. Δεν έχω αμφιβολία ότι η μάρτυρας, αναφερόμενη και σκιαγραφώντας τη σχέση της με τον αποβιώσαντα Σταύρο, υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας. Με λόγο απλό, σταθερό και εμφανώς ανεπιτήδευτο, αναφέρθηκε στο είδος και το επίπεδο αυτής της μακρόχρονης σχέσης και τον τρόπο που η ίδια και ο Σταύρος για δεκαοχτώ συναπτά έτη, μέχρι τον θάνατο του τελευταίου, συμβίωναν, φροντίζοντας και αλληλοϋποστηρίζοντας ο ένας τον άλλο τόσο ηθικά όσο και υλικά συμβιώνοντας ως «ανδρόγυνο», πέραν και ανεξάρτητα από τις ύπαρξη η μη των «τυπικών», για πολλούς πλέον συμπολίτες μας, προϋποθέσεων προς τούτο, δηλαδή του γάμου (θρησκευτικού ή πολιτικού) ή στις περιπτώσεις που τούτο αναγνωρίζεται, του συμφώνου συμβίωσης. Η μαρτυρία της άλλωστε, για κάποια τουλάχιστον από τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, όπως για παράδειγμα για το ζήτημα της συνεχούς και αδιάλειπτης συμβίωσης της με τον αποβιώσαντα Σταύρο στο σύνολο του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, την συνδρομή της (οικονομικής και άλλης μορφής, ως την εξήγησε) στην αντιμετώπιση και κάλυψη των κοινών τους αναγκών, τις διαβεβαιώσεις και διακηρύξεις του Σταύρου ότι την ίδια δεν έπρεπε να απασχολεί οτιδήποτε σε σχέση με την οικονομική της εξασφάλιση αφού ότι ο ίδιος είχε ήταν και δικό της ή ακόμα το γεγονός ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα εργαζόμενη σε συγκεκριμένους εργοδότες αμειβόταν σε τακτική βάση με ανάλογο μισθό, πέραν από τις αναφορές της πως όταν δεν ίσχυε τούτο εξασφάλιζε χρήματα προσφέροντας υπηρεσίες καθαριότητας σε σπίτια, δεν αμφισβητηθήκαν κατά ουσιαστικό τρόπο, αφού πέραν από κάποιες περί του αντιθέτου υποβολές εκ μέρους της δικηγόρου της ενάγουσας και κάποιες αόριστες και μετέωρες τοποθετήσεις της μάρτυρας Γεωργίας Πρωτοπαπά, μη δυνάμενες εκ των πραγμάτων να πείσουν και να υιοθετηθούν, φαίνεται να συμπλέει και να επιβεβαιώνεται με άλλη μαρτυρία και στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Ούτε η αναφορά της ότι ο εφημέριος της ενορίας της κατ' επανάληψη επισκέφτηκε την οικία της, θέση που δεν επιβεβαιώθηκε από τον Οικονόμο Παναγιώτη Προδρόμου ο οποίος δήλωσε ότι έπραξε τούτο μόνο όταν απέθανε ο Σταύρος, είναι ικανή από μόνη της, να κλονίσει και μάλιστα συνθέμελα, την αξιοπιστία της. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής ότι η μάρτυρας επικαλέστηκε την παρουσία του εφημέριου στην οικία της κατά τον χρόνο που ο τελευταίος ως το χριστιανικό έθιμο στη συγκεκριμένη περιοχή, περιερχόταν κάθε χρόνο τα σπίτια της ενορίας του για να «καλαντίσει», ζήτημα για το οποίο δεν ερωτήθηκε συγκεκριμένα ο Οικονόμος Παναγιώτης Προδρόμου, στον οποίο τέθηκε γενικά ζήτημα επισκέψεων του το σπίτι της ενάγουσας και του Σταύρου. Καθ' όλα θετική υπήρξε επίσης η αντίληψη του Δικαστηρίου όσον αφορά τη μαρτυρία των μαρτύρων 2 και 3 για την πλευρά της Ενάγουσας. Οι συγκεκριμένες μάρτυρες δεν έχω αμφιβολία ότι υπήρξαν ειλικρινής με το Δικαστήριο, θέτοντας υπόψη του όσα οι ίδιες γνώριζαν για την υπόθεση. Δεν βρίσκω λόγο γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδώσει σε αυτές το χαρακτηρισμό του μάρτυρα της αλήθειας, χωρίς αλλότρια κίνητρα, κάνοντας αποδεκτή την μαρτυρία τους. Ομοίως, θετική είναι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Οικονόμου Παναγιώτη Προδρόμου, ο οποίος με την παρουσία του ουσιαστικά επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της γραπτής του βεβαίωσης, (Τεκμήριο 3) ότι δηλαδή η ενάγουσα και ο αποβιώσαντας Σταύρος διέμεναν μαζί στην συγκεκριμένη διεύθυνση επί σειρά ετών εντός της ενορίας που ο ίδιος εφημερεύει. Τούτο, ως διευκρίνισε, γνώριζαν όχι μόνο ο ίδιος αλλά και όλοι οι κάτοικοι της συγκεκριμένης ενορίας, πράγμα που προφανώς μερικοί από αυτούς επιχείρησαν να επιβεβαιώσουν με την Δήλωση τεκμήριο
- Κατά τον ίδιο τρόπο επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ίδιος προσφέρθηκε να βοηθήσει στην εξασφάλιση των σχετικών και αναγκαίων πιστοποιητικών και για να μπορέσουν οι δύο ενορίτες του να τελέσουν θρησκευτικό γάμο, πράγμα που προς απογοήτευση του δεν κατέστει δυνατό στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού μεσολάβησε ο θάνατος του Σταύρου. Αντίθετα με τα πιο πάνω, η αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της Γεωργίας Αδάμου Πρωτοπαπά, δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Δεν έχω αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας επέτρεψε στα συναισθήματα της να παρεισφρήσουν και να επηρεάσουν αρνητικά τη μαρτυρία της. Παράλληλα, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της, επιχείρησε ανεπιτυχώς και εμφανώς επιτηδευμένα, να φορτίσει συναισθηματικά την μαρτυρία της, διακηρύσσοντας με φανερή τη διάθεση της στην υπερβολή, ότι η παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα σκοπό είχε να υπερασπιστεί, ανάμεσα σε άλλα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του πατέρα της. Έχοντας κατά νου τις αρχές προσέγγισης και αξιολόγησης μιας μαρτυρίας ως πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί, σε συνδυασμό θεωρούμενες, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι η μάρτυρας στην προσπάθεια της να εξυπηρετήσει την υπόθεση της εναγόμενης διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της, τον οποίο η ίδια επί σειρά πολλών ετών δεν αναζήτησε, ούτε ως η ίδια παραδέχθηκε είχε οποιαδήποτε συναναστροφή μαζί του όλο αυτό το διάστημα, δεν αποτελεί μάρτυρα στον οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί για να εξάξει τελικά και ασφαλή συμπεράσματα για τα πραγματικά περιστατικά που απασχολούν στην παρούσα. Άλλωστε για μέρος των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε και τα οποία θα μπορούσαν να έχουν τη σημασία τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, η ίδια δεν είχε άμεση προσωπική γνώση, μεταφέροντας στο Δικαστήριο πότε δικά της συμπεράσματα και πότε, ως δήλωσε τουλάχιστον, ενημέρωση που ελάμβανε από τρίτους. Η μάρτυρας, καθοδηγούμενη από φανερή προσπάθεια να προασπίσει τα στενά οικονομικά συμφέροντα της ίδιας και των άλλων δύο αδελφών της και νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα πατέρα της επί της περιουσίας που ο τελευταίος κατέλειπε, επιχείρησε να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα οποία, κατά την αντίληψη της πάντα, θα ήταν ικανά να κλονίσουν την βάση της αξίωσης της ενάγουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξηγούμε: Ενώ επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό της αποδεσμευμένο πλέον από την επιρροή και το στενό κλοιό της μητέρας της και του οικογενειακού της περιβάλλοντος οι οποίοι καταφέρονταν έντονα σε βάρος του αποβιώσαντα πατέρα της, δηλώνοντας πως δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με το γεγονός ότι ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια του και συνέχισε την ζωή του με μια άλλη γυναίκα, αφού όπως ανέφερε χαρακτηριστικά θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε άλλη Μαρία εκτός της ενάγουσας, εν τούτοις, σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας της, ήταν φανερή η πικρία της και τα αρνητικά ακόμη συναισθήματά της όχι μόνο για το γεγονός τούτο αλλά και έναντι της ενάγουσας, υποστηρίζοντας με πικρία κινούμενης εμφανώς έως και τα όρια του θυμού, ότι η αιτία για την οποία τους εγκατέλειψε ο πατέρας τους ήταν η ίδια η ενάγουσα, η οποία τους τον στέρησε ενώ τον είχαν ανάγκη. Αποτέλεσε αρχικά θέση της μάρτυρος ότι ο πατέρας της δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια να τους γνωρίσει την ενάγουσα. Αντίθετα, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι ο πατέρας τους σε κάποιο στάδιο, κατ' επανάληψη τις προσκάλεσε να τον επισκεφθούν στο σπίτι που διέμενε, πλην όμως ούτε η ίδια ούτε οι αδελφές της συγκατάνευσαν προς τούτο, αποδίδοντας η ίδια τούτο στο γεγονός ότι στο παρελθόν είχαν δυσάρεστες εμπειρίες με την ενάγουσα, αφού όταν σε άγνωστο στάδιο στο παρελθόν επιχείρησαν να μιλήσουν τηλεφωνικά με τον πατέρα τους, η ενάγουσα δεν τους το επέτρεπε. Πέραν της αυτοαναίρεσης της μάρτυρος για το ζήτημα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως η ίδια ή οι αδελφές της, αν έτσι είχαν τα πράγματα σε σχέση με την συμπεριφορά της ενάγουσας κατά το στάδιο που αναζητούσαν τηλεφωνικά τον πατέρα τους, δεν φρόντισαν να απευθυνθούν απευθείας στον πατέρα τους ενημερώνοντας τον για το ζήτημα είτε μέσω στενών συγγενικών του προσώπων με τα οποία διατηρούσαν επαφή είτε προσωπικά, αφού ως τέθηκε από την μάρτυρα, τουλάχιστο η ίδια είχε την ευκαιρία να τον συναντά, για παράδειγμα σε διάφορα πανηγύρια, χωρίς όμως καν να μιλήσουν ποτέ ο ένας στον άλλο. Η μάρτυρας, χωρίς εκ των πραγμάτων να έχει προσωπική γνώση για πλείστα όσα ζητήματα κατέθετε σε συνάρτηση με την τρόπο ζωής του αποβιώσαντα πατέρα της κατά τα χρόνια που ο τελευταίος συμβίωνε με την ενάγουσα, τη σχέση του με την τελευταία, το βάθος και το επίπεδο της σχέσης αυτής στο σύνολο των εκφάνσεων της κοινής ζωής των δύο, προσπαθώντας να μειώσει τον ρόλο της ενάγουσας στη ζωή του αποβιώσαντα πατέρα της και την όποια συνδρομή της (οικονομική και άλλη) στα πλαίσια της μακρόχρονης συμβίωσης τους, κατέληγε σε συμπεράσματα επικαλούμενη ως επί το πλείστον αναφορές τρίτων προσώπων, (αδελφές του αποβιώσαντα Σταύρου) στη μαρτυρία των οποίων παρέπεμπε προς επίρρωση των αναφορών της. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα ουδέποτε κλήθηκαν τελικά από την πλευρά της να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να προσφέρουν τη μαρτυρία τους. Κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στο βαθμό που η μεταφορά αυτής της μαρτυρίας από την πλευρά της αποτελούσε εξ' ακοής μαρτυρία, είναι αυτονόητο ότι η αποδεικτική της αξία ανάλογα επηρεάζεται. Στην πιο πάνω προσπάθεια της εντάσσονται και οι ειδικότερες αναφορές της όσον αφορά την διαμονή του πατέρα της στην οικία της ενάγουσας, τον οποίο χαρακτήρισε ως τον χώρο που ο πατέρας της απλώς περιοδικά εφιλοξενείτο, τη σχέση του με την θυγατέρα της ενάγουσας από άλλο γάμο, το γεγονός ότι η ενάγουσα του έκανε «πόλεμο» ενοχλημένη από το γεγονός ότι επανασυνδέθηκε με τα παιδιά του ως επίσης και το εγχείρημα της να εξηγήσει ακόμα και τον τρόπο και τον λόγο που ο πατέρας της, οπωσδήποτε κατά την ίδια, θα πρέπει να κάλυπτε τα έξοδα της δικής του διατροφής του. Εντύπωση προκαλεί επίσης η προσπάθεια της να σκιαγραφήσει το χαρακτήρα του πατέρα της, ενός ανθρώπου τον οποίο είχε να συναντήσει και να συναναστραφεί για 18 σχεδόν, συναπτά έτη, την καθημερινότητα του οποίου δεν γνώριζε, τον οποίο για τους λόγους που η ίδια εισηγήθηκε, όχι μόνο φοβόταν αλλά και ντρεπόταν όταν έπρεπε να είχε επαφή μαζί του, υποδεικνύοντας ανάμεσα σε άλλα ότι επρόκειτο για ένα άνθρωπο περήφανο, αποφαινόμενη παράλληλα ότι δεν θα καταδεχόταν να πληρώνει οποιοσδήποτε γι' αυτόν, πολύ περισσότερο μια γυναίκα, για τις οποίες ως υποστήριξε, αισθανόταν ούτως ή άλλως υποτιμητικά. Δεν μπορεί παράλληλα παρά να σημειωθεί το γεγονός πως ενώ η μάρτυρας κατά τρόπο γενικό και αόριστο έστω, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της προέβη σε δανεισμό 25 έως 30 χιλιάδων Λιρών, χρήματα τα οποία έδωσε στην ενάγουσα για να καλύψει ανάγκες της, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι από το ποσό των 20 χιλιάδων που της υπεβλήθει από τον συνήγορο της ενάγουσας ότι τελικά δανείστηκε ο Σταύρος, η ίδια έλαβε 5.000 από τον πατέρα της για αγορά αυτοκινήτου και ότι ο ίδιος, επιπρόσθετα, πλήρωσε απευθείας στον επιπλοποιό τα έξοδα για τη κατασκευή και εγκατάσταση κουζίνας στο σπίτι της, παραλείποντας όμως η μάρτυρας να αναφερθεί στο ακριβές ποσό που κατεβλήθη προς τούτο, ομολογώντας ταυτόχρονα ότι ο πατέρας της, «κρέμασε 5.000 στο στόλισμα» της αδελφής της, παραπέμποντας στο τεκμήριο 15, η οποία τον κάλεσε στο γάμο της. Η μαρτυρία της λειτουργού του γραφείου του Φόρου Εισοδήματος Φωτούλλας Κυριάκου, έχοντας κατά νου την θετική αντίληψη του Δικαστηρίου για την εν γένει παρουσία της μάρτυρος γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Άλλωστε, για τα ζητήματα τα οποία η μάρτυρας κατέθεσε δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Στη βάση της πιο πάνω προσέγγισης του Δικαστηρίου όσον αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων, σε συνδυασμό θεωρούμενη με το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι η ενάγουσα από το 1989 μέχρι και το θάνατο του Σταύρου τον Αύγουστο του 2007 συζούσε με το τελευταίο στην οικία της στη οδό Μεσολογγίου αρ. 8 στη Δρομολαξιά. Καθ' όλη την διάρκεια της συμβίωσης τους ο Σταύρος παρουσίαζε την ενάγουσα και της συμπεριφερόταν ως εάν αυτή να ήταν η νόμιμη σύζυγος του, έχοντας πρόθεση σε κάποιο στάδιο οι δύο να παντρευτούν, πλην όμως διάφορα προβλήματα που κατά καιρούς παρουσιάζονταν, όπως ήταν αρχικά η δυσκολία που αντιμετώπιζε ο Σταύρος στην έκδοση του διαζυγίου του αλλά και μεταγενέστερα τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, δεν επέτρεψαν ουσιαστικά αυτή την εξέλιξη. Παρά το γεγονός ότι ο εφημέριος της ενορίας όπου διέμεναν προσφέρθηκε να βοηθήσει για την εξασφάλιση των σχετικών πιστοποιητικών για την τέλεση θρησκευτικού γάμου, τούτο δεν έγινε κατορθωτό αφού μεσολάβησε ο θάνατος του Σταύρου. Η ενάγουσα από το 1987 μέχρι και το 1989 εργαζόταν σε μπαρ ξενοδοχείου πλην όμως το 1990 μετά από επιμονή του Σταύρου σταμάτησε να εργάζεται στη συγκεκριμένη εργασία. Συνέχισε εν πάση περιπτώσει να απασχολείται καθαρίζοντας σπίτια επ' αμοιβή, ενώ από το 1999 μέχρι το 2009 εργαζόταν σε εταιρεία καθαρισμού ξενοδοχείων. Όταν ο Σταύρος συνδέθηκε και συγκατοίκησε τελικά με την ενάγουσα είχε ως περιουσιακά στοιχεία το ποσό των Λ.Κ.500 που ήταν κατατεθειμένο στη ΣΠΕ Κόρνου και ένα παλαιό αυτοκίνητο. Εργαζόταν ως λιμενεργάτης στο λιμάνι Λάρνακας έχοντας εισοδήματα όπως αυτά εμφαίνονται στις σχετικές ειδοποιήσεις επιβολής φορολογίας, (τεκμήριο 16) αλλά και στην κατάσταση του ασφαλιστικού του λογαριασμού (τεκμήριο 17) στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατά τον χρόνο του θανάτου του, εντοπίστηκαν κατατεθειμένα επ' ονόματι του στη ΣΠΕ Κοντέας, το ποσό Λ.Κ.4.111,69 (Αρ. Λογ. 2061508-4) ως επίσης το ποσό των Λ.Κ.13.312,92 (Αρ. Γραμματ. 066489) ενώ είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 10 μετοχών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακος Λτδ, αξίας Λ.Κ.100 Είναι ιδιοκτήτης επίσης ενός αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής EPZ 710 ως επίσης και των τεσσάρων όπλων που ειδικότερα περιγράφονται στην απαίτηση της ενάγουσας. Στην περιουσία του περιλαμβάνεται επίσης το ποσό των €125.835,30 σεντ, που οι δύο πλευρές δήλωσαν προς το Δικαστήριο, σημειούμενο ως παραδεκτό γεγονός, ότι τελικά εισπράχθηκε από το Παγκύπριο Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών από την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Σταύρου. Σπεύδω να σημειώσω πως με δεδομένη την αμφισβήτηση από την πλευρά της εναγομένης της αξίας του ως άνω αυτοκινήτου και των τεσσάρων όπλων, όπως αυτή προκρίθηκε στα δικόγραφα της ενάγουσας, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας, ικανής να καταδείξει τούτη και να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλή κατάληξη και εύρημα για το ζήτημα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υιοθετήσει τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας για την αξία αυτών των αντικειμένων Η ενάγουσα μαζί με τον αποβιώσαντα Σταύρο δεν ξεχώριζαν τα χρήματα τους. Η ίδια διέθετε τον μισθό της και όσα γενικότερα κατάφερνε να κερδίσει από την απασχόληση της για την αντιμετώπιση των κοινών αναγκών και των εξόδων τους, την διατροφή, τη ψυχαγωγία τους και γενικά την κατάκτηση των κοινών τους στόχων. Υπήρχαν παράλληλα περιπτώσεις που όταν ο Σταύρος δεν μπορούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις του έναντι των ανήλικων τέκνων του που απέρρεαν από τα διάφορα διατάγματα διατροφής που είχαν εκδοθεί από Δικαστήριο, η ίδια τον συνέδραμε οικονομικά προς τούτο. Αφιέρωνε επίσης, καθημερινά, πολλές ώρες για τη φροντίδα του Σταύρου και την ευταξία του κοινού τους σπιτιού. Κατ' επανάληψη ο Σταύρος διαβεβαίωνε την ενάγουσα αλλά και τον ευρύτερο κοινωνικό και φιλικό περίγυρο του ζεύγους ότι η ενάγουσα ήταν ο άνθρωπος του και ότι εν πάση περιπτώσει εάν ο ίδιος πάθαινε οτιδήποτε η ίδια δεν θα έπρεπε να ανησυχεί αφού ότι ο ίδιος είχε ήταν και δικό τους. Από το 1989 που ο Σταύρος έφυγε από το σπίτι του, οι θυγατέρες του δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή μαζί του παρά μόνο το 2006 όταν η μία εξ' αυτών επιχείρησε, μέσω του συζύγου της, να επανασυνδεθεί μαζί του. Ουδέποτε το προηγούμενο διάστημα οι θυγατέρες του επιχείρησαν να έχουν οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Οι δύο από τις τρεις δεν τον προσκάλεσαν ούτε στο γάμο τους. Τούτο έπραξε μόνο η μια εξ' αυτών, στο γάμο της οποίας κατά το 2006 ο Σταύρος παρευρέθηκε, προσφέροντας της χρηματικό δώρο ύψους Λ.Κ.5.
- Κατά τον ίδιο τρόπο βοήθησε το 2006 οικονομικά την θυγατέρα του Γεωργία Αδάμου Πρωτοπαπά, για να αγοράσει η τελευταία αυτοκίνητο (Λ.Κ.5.000) αλλά και να επιπλώσει κατάλληλα την κουζίνα της οικίας της. Το 2006, λίγο πριν από το τέλος της ζωής του ο Σταύρος είχε κάποιες επαφές με την θυγατέρα του Γεωργία Αδάμου Πρωτοπαπά, την οποία επισκεπτόταν στο σπίτι της. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα και ο Σταύρος δεν είχαν παντρευτεί, τα επίδικα θέματα δεν εμπίπτουν μέσα στις πρόνοιες του νόμου που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και άλλα συναφή θέματα. (Ν232/91, ως έχει τροποποιηθεί). Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η πλευρά της ενάγουσας χρησιμοποιεί ως όχημα για τις διεκδικήσεις της και στηρίζει τις απαιτήσεις της στον θεσμό του καταπιστεύματος, (trust) ενός θεσμού που αναπτύχθηκε στη βάση των κανόνων της επιείκειας. Κανόνων που τυγχάνουν εφαρμογής και από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας, στη βάση και υπό τις προϋποθέσεις πάντα που τίθενται από το άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν14/60) ως έχει τροποποιηθεί. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πική «Βασικές πτυχές Κυπριακού Δικαίου» 2003, στη σελ. 39: «Οι αρχές ή τα δόγματα της επιείκειας συστηματοποιήθηκαν από τα δικαστήρια της Καγκελαρίας και, με την πάροδο του χρόνου, μορφώθηκαν σε νέο κλάδο δικαίου, γνωστό ως το δίκαιο της equity. Ετυμολογικά ο όρος "equity" έλκει τη προέλευση του από το λατινικό όρο "aequitas", ο οποίος συνιστά απόδοση στη λατινική γλώσσα του ελληνικού όρου «εικότης», όρος εν πολλοίς συνώνυμος με τον όρο «επιείκεια». Οι αρχές της επιείκειας, συνεχίζει ο Γ. Μ. Πικής στο ως άνω σύγγραμμα του, αποτέλεσαν ουσιαστικά το βάθρο για την αποτροπή ή την άρση αδικίας που είναι δυνατό να προκύψει από την άτεγκτη εφαρμογή του κοινού δικαίου. Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος άλλωστε, Αριστοτέλης, ήταν από τους πρώτους που διακήρυξε ότι το δίκαιο της επιείκειας λειτουργούσε ως διορθωτικό δίκαιο, σε σχέση με τυχόν ατέλειες του θετικού δικαίου. Τούτο, γιατί η δικαιοσύνη είναι αδιαχώριστη από τον άνθρωπο, που αποτελεί το πρωταρχικό και αναντικατάστατο υποκείμενο του δικαίου. Σειρά αποφάσεων πραγματεύεται τις αρχές της επιείκειας, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στην πρόσφατη Αγγλική νομολογία και οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής κατά ανάλογο τρόπο και έκταση και στην Κύπρο. Το γεγονός άλλωστε ότι το εξ' επαγωγής καταπίστευμα, (constructive trust) ως βάση για την απόκτηση περιουσιακών δικαιωμάτων πηγάζει από την ερμηνεία των κανόνων της επιείκειας είναι καλά αναγνωρισμένο νομολογιακά. (βλ. Μιλτιάδους ν. Μιλτιάδους
(1982)1 ΑΑΔ 797, Έλλη Στυλιανού ν Αντρέα Στυλιανού
(1999)1 ΑΑΔ 1833, Πένταφκας ν. Πένταφκας
(1991)1ΑΑΔ 547, Α. Τσαγκάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 472 Ορφανίδης ν. Ορφανίδη
(1998)1ΑΑΔ 179). Στο σύγγραμμα Snell's Principles of Equity, 26η Έκδοση, στη σελ 116 αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι: « A declaration of trust respecting any land or any interest therein must be manifested and proved by some writing signed by some person who is able to declare such trust or by his will'. This provision regulates the creation of express trusts of land, whether freehold or leasehold, but does not affect the creation or operation of resulting, implied or constructive trusts, nor does it affect trusts of pure personalty, which may still be declared orally». O σεβαστός Δικαστής Κωνσταντινίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 ΑΑΔ 1551, όπου το ζήτημα της Δικαστικής διεκδίκησης δικαιωμάτων στη βάση εξ' επαγωγής εμπιστεύματος συζητήθηκε επίσης, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «... Στις υποθέσεις αυτές, παρά την ανυπαρξία εγγράφου, αναγνωρίστηκε εμπίστευμα ή δυνατότητα δημιουργίας τέτοιου όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δικαίου της επιεικείας... .....Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ΄ εξοχήν στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. (βλ. Underhill's Law Of Trust & Trustees, 13η Έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η Έκδοση, σελ. 291 κ.επ., Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ.,και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη, ανωτέρω).» Στην υπόθεση Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη
(1998)1 ΑΑΔ 521, εντοπίστηκε το ζήτημα που όλο και συχνότερα εγείρετε στις σύγχρονες κοινωνίες όπου μια γυναίκα και ένας άνδρας, χωρίς τις δεσμεύσεις ενός πολιτικού η θρησκευτικού γάμου, αποφασίζουν να ζουν μαζί συνεισφέροντας από κοινού στα έξοδα, επενδύοντας πολλές φορές τις οικονομίες τους στην απόκτηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι σε περιπτώσεις όπως αυτές, δεν είναι λίγες οι φορές που εγείρονται σοβαρά προβλήματα κυριότητας της περιουσίας που έχει αποκτηθεί όταν η εν λόγω συμβίωση διακοπεί. Με ανάλογη παραπομπή σε Αγγλική νομολογία, διακηρύσσεται στην εν λόγω απόφαση πως ανεξάρτητα από την έλλειψη των δεσμών του γάμου, τα Δικαστήρια, σταδιακά επέκτειναν τα δικαιώματα που είχαν αναγνωριστεί για την σύζυγο και στην περίπτωση της συμβίας. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Sheila Maharaj v. Jai Chand
(1986)1 A.C.898, στο λόγο της οποίας παραπέμπει η ως άνω απόφαση των Κυπριακών Δικαστηρίων: « As to the principles of law to be applied to those facts, references were made in argument to cases where constructive trusts, carrying beneficial interests in land, arise between parties who are man and wife, whether de jure or de facto, on or after the acquisition of their home. The authority now classic in the speech of Lord Diplock in Gissing v. Gissing [1971] A.C.886, 903-911, and later English cases are reviewed in the judgments of the Court of Appeal in Grant v. Edwards [1986] Ch.638 which concerned an unmarried couple. In such cases a contract or non-compliance with statutory acquisition may not be established, because of lack of certainty or consideration or non-compliance with statutory requirements of writing; but a constructive trust may be established by an inferred common intention subsequently acted upon by the making of contributions or other action to the detriment of the claimant party. And it has been held that, in the absence of evidence to the contrary, the right inference is that the claimant acted in the belief that she (or he) would have an interest in the house and not merely out of love and affection: see for instance Grand v. Edwards, per Sir Nicolas Browne-Wilkinson V.-C., at p. 130». Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση των Κυπριακών Δικαστηρίων εξετάστηκε η εξέλιξη της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με πτυχές του ειδικότερου αυτού ζητήματος, σε συνάρτηση βέβαια με την υιοθέτηση της από την Κυπριακή Νομολογία. Αναγνωρίζεται η διάκριση στα καταπιστεύματα ή εμπιστεύματα που δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη (trust arising by acts of the parties) είτε αυτά είναι δεδηλωμένα (express) είτε εξυπακουόμενα (implied) και σε εκείνα που δημιουργούνται κατ' εφαρμογή του νόμου, (trust arising by operation of the Law) είτε αυτά είναι εξ επαγωγής (constructive) είτε καταληκτικά (resulting). Αφού υιοθετείτε ο ορισμός που δίνεται στο εξ' επαγωγής καταπίστευμα από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Gissing v. Gissing
(1971)A.C.886, υποδεικνύεται στη σελ. 538 ότι: « Μια προσεκτική εξέταση της απόφασης Gissing υποδεικνύει ότι τα τρία βασικά θέματα που θα πρέπει να εξετάζονται σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης είναι ο χαρακτήρας του δικαιώματος, η ύπαρξη κοινής πρόθεσης και ο καθορισμός της έκτασης του δικαιώματος. Αναφορικά με το χαρακτήρα του δικαιώματος, αν το νομικό δικαίωμα (legal estate) του σπιτιού το έχει ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης (legal owner) τότε η αιτήτρια θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη εξ επαγωγής καταπιστεύματος παρουσιάζοντας μαρτυρία που δείχνει ότι θα ήταν άδικο για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη να παραμείνει ως ο μόνος νόμιμος ιδιοκτήτης. Η ύπαρξη του εξ επαγωγής καταπιστεύματος προϋποθέτει: ι) την κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον. ιι) το ότι η αιτήτρια με βάση το ωφέλιμο συμφέρον έχει ενεργήσει σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Η απόδειξη της κοινής πρόθεσης μπορεί να βασιστεί πάνω σε άμεση μαρτυρία όπως π.χ. σε κοινή συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ή πάνω σε εξυπακουόμενη κοινή πρόθεση. Μια τέτοια πρόθεση, εφόσον ελλείπει η άμεση μαρτυρία, μπορεί να βασιστεί πάνω στις πράξεις και των δυο μερών ότι θα έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον πάνω στο σπίτι ή την περιουσία. Οι συνεισφορές μπορεί να είναι άμεσες όπως π.χ. η καταβολή προκαταβολής για την αγορά του σπιτιού και η πληρωμή των δόσεων της υποθήκης ή έμμεσες όπως π.χ. οποιεσδήποτε ενέργειες που είναι εναντίον των συμφερόντων της συζύγου χωρίς απαραίτητα να αναφέρονται στο σπίτι. Εφόσον αποδειχθεί ότι τα μέρη είχαν κοινή πρόθεση να έχουν ένα ωφέλιμο ενδιαφέρον και το ένα μέρος έχει ενεργήσει εναντίον των συμφερόντων του το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον καθορισμό της έκτασης του δικαιώματος (βλ. απόφαση Sir Nicolas Browne -Wilkinson v. C. στην υπόθεση Grant v. Edwards ( πιο πάνω)». Με δεδομένη την απουσία στην υπό εξέταση περίπτωση γραπτής δέσμευσης - συμφωνίας, δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για δημιουργία ή ύπαρξη ρητού καταπιστεύματος επί της περιουσίας που ο αποβιώσαντας Σταύρος είχε και κατέλειπε, προς όφελος της ενάγουσας. Το γεγονός τούτο όμως, στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν σημειωθεί, δεν εμποδίζει την εξέταση του ενδεχομένου της δημιουργίας εξ επαγωγής καταπιστεύματος (constructive trust) δυνάμενου να δημιουργηθεί κατ' εφαρμογή του νόμου (by operation of the Law). Ως αναδύεται μάλιστα από την ως άνω ενδεικτικά αναφερόμενη, αλλά και άλλη σχετική με το ζήτημα νομολογία, το εξ' επαγωγής εμπίστευμα δημιουργείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας, σε περιπτώσεις που η κατακράτηση της περιουσίας για δικό του όφελος θα αποτελούσε κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους του. Από την νομολογία των Δικαστηρίων μας αλλά και των Δικαστηρίων του Κοινοδικαίου, Αγγλικών και άλλων, καταδεικνύεται πως δεν υπάρχει εξαντλητική λίστα ή κατάλογος παραγόντων και συμπεριφορών η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να καταδείξει την εξυπακουόμενη κοινή πρόθεση ή το γεγονός ότι ένα πρόσωπο, ο αιτητής, ενήργησε με βάσει το ωφέλιμο συμφέρον των δύο σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Η κάθε υπόθεση βασίζεται στα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα και περιστατικά. Ουσιαστικά, υπάρχει ένας ανεξάντλητος κατάλογος παραγόντων και στοιχείων και ένα ευρύτατο φάσμα συμπεριφορών που σε κάθε περίπτωση μπορεί να ληφθούν υπόψη, τα οποία μάλιστα δεν περιορίζονται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες. Είναι δυνατόν αυτοί οι παράγοντες να επεκτείνονται ακόμα και στις σχέσεις των δύο πλευρών, τις πραγματικές τους προθέσεις, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα τους. Ενδεικτικές για το ζήτημα είναι οι αναφορές που έγιναν στην υπόθεση Stack v. Dowden
(2007)2 All E.R. 929, όπου μεταξύ άλλων υποδείχθηκε ότι: «. Each case will turn on its own facts. Many more factors than financial contributions may be relevant to divining the parties' true intentions. These include: any advice or discussions at the time of the transfer which cast light upon their intentions then; the reasons why the home was acquired in their joint names; The reasons why (if it be the case) the survivor was authorized to give a receipt for the capital moneys; The purpose for which the home was acquired; The nature of the parties' relationship; Whether they had children for whom they both had responsibility to provide a home; How the purchase was financed, both initially and subsequently; How the parties arranged their finances, whether separately or together or a bit of both; how the discharged the outgoings on the property and their other household expenses. When a couple are joint owners of the home and jointly liable for the mortgage the inferences to be drawn from who pays for what may be very different from the inferences to be drawn when only one I owner of the home. The arithmetical calculation of how much was paid by each is also likely to be less important. It will be easier to draw the inference that they intended that each should contribute as much to the household as they reasonably could and that they would share the eventual benefit or burden equally. The parties' individual characters and personalities may also be a factor in deciding where their true intentions lay. In the cohabitation context, mercenary considerations may be more to the fore than they would be in marriage, but it should not be assumed that they always take pride of place over natural love and affection. At the end of the day, having taken all this into account, cases in which the joint legal owners are to be taken to have intended that their beneficial interests should be different from their legal interests will be very unusual. This is not, of course an exhaustive list.» Βλέπε επίσης Grant v Edwards
(1986)2 All E. R. 426, Eves v Eves
(1975)3 All E.R. 768, και Midland Bank Plc v Dobson and Dobson
(1986)1 FLR 171, ως επίσης, αριθμό υποθέσεων που σημειώνονται και περιγράφονται στο σύγγραμμα THE DIGEST 3rd Reissue Vol. 48
(1)στις σελ. 219 έως 236. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, το γεγονός ότι η ενάγουσα και ο Σταύρος συμβίωναν αρμονικά, αγαπημένα και αδιάλειπτα για δεκαοκτώ συναπτά χρόνια, συμπεριφερόμενοι ο ένας στον άλλο ως «κανονικό ανδρόγυνο» όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, έστω και αν δεν πρόλαβαν τελικά να επισημοποιήσουν τη σχέση τους με τα «δεσμά» του γάμου, (θρησκευτικού ή πολιτικού) δεν αποτελεί ασφαλώς αντίληψη μόνο της ενάγουσας αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού και φιλικού περιβάλλοντος τους. Πραγματικότητα που ως έχει ήδη σημειωθεί, αποδέχεται και το Δικαστήριο. Ενός περιβάλλοντος που επιβεβαιώνει μάλιστα τις αναφορές της ενάγουσας ότι ο αποβιώσας σύντροφος και συμβίος της, κατ' επανάληψη την διαβεβαίωνε ότι δεν θα έπρεπε να έχει οποιοδήποτε ανησυχία αν του συμβεί οτιδήποτε και ότι θα έπρεπε να αισθάνεται εξασφαλισμένη αφού ότι είχε ο ίδιος ήταν και δικό της. Ουσιαστικά δηλαδή, υπάρχει άμεση μαρτυρία ενώπιων του Δικαστηρίου, η οποία και έγινε αποδεκτή, που καταδεικνύει ακριβώς την κοινή πρόθεση της ενάγουσας και του αποβιώσαντα συμβίου της Σταύρου, για ένα ωφέλιμο συμφέρον. Πέραν όμως της ως άνω μαρτυρίας για την κοινή πρόθεση των δύο, τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, ως έγιναν αποδεκτά, αποκαλύπτουν κατά την αντίληψη μου, ακόμα και στον αυστηρότερο παρατηρητή, την κοινή αυτή πρόθεση της ενάγουσας και του αποβιώσαντα συμβίου της για ένα ωφέλιμο συμφέρον. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί την υπόθεση Κληρίδης, (ανωτέρω) για την κατάδειξη της κοινής πρόθεσης των μερών προς ένα ωφέλιμο συμφέρον δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία κατά τρόπο που να καταδεικνύεται ότι η συνεισφορά θα πρέπει να είναι απόλυτα συνυφασμένη με την αγορά ή την απόκτηση της περιουσίας. Η ενάγουσα και ο Σταύρος συμπεριφερόταν ουσιαστικά ως ένα κανονικό ανδρόγυνο. Μοιράζονταν μαζί τα πάντα, διαθέτοντας τα χρήματα τους για την από κοινού αντιμετώπιση των διαφόρων αναγκών τους, την συντήρηση τους, τα έξοδα και τις υποχρεώσεις τους, τη διασκέδαση τους και για την επίτευξη των στόχων τους. Δεν ξεχώριζαν ουσιαστικά τα χρήματα τους τα οποία διέθεταν από κοινού για την κάλυψη των αναγκών και των υποχρεώσεων τους. Πέραν του γεγονότος ότι η ενάγουσα προσέφερε την δική της κατοικία για να αποτελέσει την κοινή κατοικία των δύο καθ' όλη την περίοδο της δεκαοκταετούς τους συμβίωσης, αφιέρωνε προσωπικό χρόνο και χρήματα στη φροντίδα αυτής της κοινής τους κατοικίας αλλά και του ίδιου του Σταύρου. Φρόντιζε στοργικά και συμπαραστεκόταν, υλικά και ψυχολογικά στο Σταύρο, όχι μόνο κατά το χρονικό διάστημα που ο Σταύρος δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, δίδοντας σε αυτόν την δυνατότητα και την ευκαιρία να ζήσει μια ζωή χωρίς να στερηθεί οτιδήποτε από αυτά που ο ίδιος φέρεται να θεωρούσε σημαντικά, αλλά και καθ' όλη την διάρκεια των σοβαρών προβλημάτων υγείας του αποβιώσαντα συμβίου της, αναλαμβάνοντας όχι μόνο την συντήρηση της κοινής τους κατοικίας αλλά και την φροντίδα του ιδίου. Ήταν στα πλαίσια αυτής της μορφής της συμβίωσης και συμπόρευσης τους που η ενάγουσα πλήρωνε, στις περιπτώσεις εκείνες που ο Σταύρος, λόγω έλλειψης εργασίας ως λιμενεργάτης, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, ακόμη και για την ικανοποίηση των εκκρεμούντων διαταγμάτων διατροφής για τα τέκνα του τελευταίου από τον προηγούμενο γάμο του. Το γεγονός εξάλλου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η ενάγουσα ενήργησε σε βάρος των δικών της συμφερόντων προς εξυπηρέτηση κοινού ωφέλιμου συμφέροντος της με τον Σταύρο με ευκολία μπορεί να διακριθεί και να σταχυολογηθεί. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, η ενάγουσα καθ' όλη την διάρκεια της μακρόχρονης συμβίωσης της με τον Σταύρο προσέφερε την οικία της η οποία χρησιμοποιείτο και από τους δύο ως η μόνιμη, μοναδική και σταθερή κατοικία τους. Συνέδραμε οικονομικά, όχι μόνο στην συντήρηση αυτής της κατοικίας αλλά και στην αντιμετώπιση κάθε είδους αναγκών που το ζεύγος καλείτο να αντιμετωπίσει κατά την διάρκεια της μακρόχρονης συμβίωσης της με τον Σταύρο. Αφιέρωνε χρόνο για να φροντίζει, να στηρίζει και να περιποιείται τον Σταύρο όχι μόνο κατά το χρόνο που ο τελευταίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά καθ' όλη την διάρκεια της συμβίωσης τους. Έφτασε μέχρι το σημείο να συνδράμει οικονομικά τον Σταύρο για να μπορεί ο τελευταίος να ανταποκριθεί στις νομικές υποχρεώσεις του απέναντι στα ανήλικα παιδιά του, στις περιπτώσεις που δεν μπορούσε από μόνος του να ανταποκριθεί λόγω μειωμένης εργασίας. Ζήτημα που επίσης απασχόλησε το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί και η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης, ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει στη βάση των αρχών του εμπιστεύματος μερίδιο σε περιουσία την οποία ο αποβιώσας απέκτησε πριν την έναρξη της συμβίωσης των δύο. Στη βάση της ως άνω αρχής, υποστηρίζει η συνήγορος, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει πότε αποκτήθηκαν οι λογαριασμοί στην ΣΠΕ Κοντέας ή πότε ξεκίνησε το δικαίωμα του αποβιώσαντα σε πληρωμή από το Ταμείο Προνοίας, όντας μάλιστα κοινός τόπος πως όταν ο τελευταίος γνώρισε την ενάγουσα ήταν ήδη λιμενεργάτης και ως εκ τούτου θα πρέπει να είχε ήδη αποκτήσει το δικαίωμα πληρωμής από το Ταμείο Προνοίας, η απαίτηση της ενάγουσας για τα συγκεκριμένα ποσά, εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να επιτύχει. Η ως άνω θέση σε σχέση με το ποια περιουσία είναι δυνατό να καλύψει το εξ' υπαγωγής καταπίστευμα ή εμπίστευμα, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοιος απαρέγκλιτος κανόνας ή αρχή όπως την εισηγήθηκε η συνήγορος. Πέραν του γεγονότος ότι τυχόν καταπίστευμα αυτής της φύσης, μπορεί να καλύψει είτε μέρος είτε ολόκληρη την περιουσία, τούτο, δεν περιορίζεται εξ' υπαρχής και μόνο στη περιουσία που αποκτήθηκε μετά από την συμβίωση. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πένταυκα, (ανωτέρω) στον λόγο της οποίας παραπέμπει η Κληρίδης, (ανωτέρω) η συναντίληψη ή η συμφωνία ή η διευθέτηση για συνιδιοκτησία, μπορεί να γίνει και μετά την απόκτηση της περιουσίας και όχι πάντα προκαταβολικά, πριν δηλαδή από την απόκτηση αυτής της περιουσίας. (Βλέπε επίσης Midland Bank Plc v. Dobson and Dobson
(1986)1 F.L.R. 17). Η βάση για την διεκδίκηση δικαιωμάτων επί της περιουσίας σε περιπτώσεις επικαλούμενου εξ' επαγωγής εμπιστεύματος, αποτελεί ξεχωριστή βάση επί της οποίας εδράζεται μια απαίτηση, χωρίς να ταυτίζεται ούτε και να οριοθετείται με τυχόν πρόνοιες της νομοθεσίας που ισχύει στη Δημοκρατία για την ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Η κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον και το γεγονός ότι η αιτήτρια στη βάση αυτού του ωφέλιμου συμφέροντος έχει ενεργήσει σε βάρος των δικών της συμφερόντων, μπορεί να επιτρέψει όπως το εξ' επαγωγής εμπίστευμα που τυχόν θα δημιουργηθεί καλύπτει το σύνολο της περιουσίας. Σημασία έχει εάν συνεπεία των σχέσεων των δύο πλευρών, της εν γένει συμπεριφοράς και στάσης τους ως περιγράφεται και οριοθετείται από την νομολογία, έχει, κατά περίπτωση, δημιουργηθεί εξ' υπαγωγής εμπίστευμα επί της περιουσίας (μέρους ή ολόκληρης) του αποβιώσαντα. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έγινε αποδεκτό, η μόνη περιουσία που ο αποβιώσας Σταύρος είχε κατά το στάδιο που συνδέθηκε και συγκατοίκησε με την ενάγουσα το 1989 ήταν μία κατάθεση μόλις Λ.Κ.500 και ένα παλιό αυτοκίνητο, χρήματα τα οποία στην παρουσία της ενάγουσας προέβη σε ανάληψη τους. Ούτε βέβαια έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου πότε πραγματικά ο αποβιώσας Σταύρος ως λιμενεργάτης, απέκτησε δικαίωμα πληρωμής από το Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών. Το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται, ελλείψει σχετικής και αποδεκτής προς τούτο μαρτυρίας, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό να υποθέσει, ότι πράγματι ο Σταύρος είχε τέτοιο δικαίωμα πληρωμής από το Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών, ήδη από την περίοδο προ της σύνδεσης και της συμβίωσης του το 1989 με την ενάγουσα. Στη βάση όλων όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έχει πράγματι δημιουργηθεί εξ' επαγωγής εμπίστευμα (καταπίστευμα) προς όφελος της ενάγουσας επί της περιούσιας του αποβιώσαντα συμβίου της Σταύρου. Απασχολεί σοβαρά, βασανιστικά θα τολμούσα να πω, η έκταση του δικαιώματος αυτού. Έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να παραβλέπω, ανάμεσα σε άλλα, τα εισοδήματα που και οι δύο είχαν, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι η ενάγουσα και ο αποβιώσας συμβίος της χρησιμοποιούσαν από κοινού για σκοπούς στέγασης το δικό της σπίτι, την οικονομική συνδρομή της όσον αφορά την κάλυψη των διαφόρων αναγκών τους καθ' όλη της διάρκεια της αδιάλειπτης δεκαοχταετούς συμβίωσης τους, την ποικιλοτρόπως εκδηλούμενη συμπαράσταση της στο πρόσωπό του, την αφιέρωση εκ μέρους της χρόνου για την φροντίδα, την καθαριότητα και την ευταξία της κοινής τους κατοικίας αλλά και του ίδιου του Σταύρου, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους αλλά και κατά το στάδιο που ο ίδιος αντιμετώπιζε, κατ' επανάληψη, σοβαρά προβλήματα υγείας, τις διακηρύξεις κατά καιρούς του αποβιώσαντα πως ότι ο ίδιος είχε ήταν και δικό της, χωρίς παράλληλα να παραβλέπω την επανασύνδεση λίγο πριν το τέλος της ζωής του με τις θυγατέρες του και την έμπρακτη εκδήλωση της βούλησης του να τις βοηθήσει οικονομικά, αισθάνομαι ότι η έκταση του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να καλύψει το ½ της περιουσίας που κατέλειπε ο αποβιώσας Σταύρος, αφήνοντας το υπόλοιπο ½ στους νόμιμους κληρονόμους του. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, που καλύπτεται από το δίκαιο της επιείκειας, φρονώ ότι ο διαμοιρασμός της διεκδικούμενης περιουσίας του αποβιώσαντα κατά ίσα μερίδια μεταξύ των δύο πλευρών, αποτελεί δικαιοσύνη. Συνακόλουθα όλων των ως άνω, εκδίδεται απόφαση με την οποία: (Α) Αναγνωρίζεται ότι επί της περιουσίας που ο αποβιώσας Σταύρος Αδάμου Κυριάκου κατέλειπε, ως αυτή περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης ή έχει διαφοροποιηθεί ως οι ανάλογες δηλώσεις των δύο πλευρών κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, και η οποία έχει περιέλθει στην κατοχή ή/και τον έλεγχο (άμεσο ή έμμεσο) της εναγομένης διαχειρίστριας της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντα, έχει δημιουργηθεί εξ' υπαγωγής εμπίστευμα προς όφελος της ενάγουσας που καλύπτει το ½ αυτής της περιουσίας. (Β) Διατάσσεται η εναγομένη διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Σταύρου Αδάμου Κυριάκου όπως αποδώσει στην ενάγουσα το ½ της αξίας της ως άνω υπό (Α) περιουσίας, που ο πιο πάνω αποβιώσας κατέλειπε και περιήλθε στην κατοχή ή /και τον έλεγχο της (άμεσο ή έμμεσο). Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να αποκλίνω από το βασικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα, συνήθως, πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ. 795 και 796). Έχοντας κατά νου την φύση της υπό εξέταση υπόθεσης, η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης για κάλυψη των εξόδων αυτών από την περιουσία του αποβιώσαντα κρίνεται όχι μόνο συνάδουσα με τον νόμο αλλά και καθόλα δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε από την περιουσία του αποβιώσαντα. (Υπ.) ......................... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο