ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΣΕΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΝΙΚΟΛΑ ΛΟΥΚΑ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΥΝΝΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/2010, 2/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3211/2010 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑ ΛΟΥΚΑ Ενάγοντα και
- ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΥΝΝΕ
- ΜΑΡΙΟΥ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗ Εναγόμενων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 21.12.2012 ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΣΕΡΓΙΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΝΙΚΟΛΑ ΛΟΥΚΑ Ενάγουσα και
- ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΥΝΝΕ
- ΜΑΡΙΟΥ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗ Εναγόμενων 2 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κ. Θωμά για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακρόαση της αγωγής έχει ξεκινήσει και στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο Μάριος Πετροπουλάκης (ΜΥ1). Όταν ο μάρτυρας επιχείρησε να κατατεθεί ως τεκμήριο συγκεκριμένο έγγραφο, η πλευρά της Ενάγουσας έφερε ένσταση στην κατάθεση του διότι αυτό δεν είχε περιληφθεί στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων των Εναγόμενων. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση ως τεκμηρίου του εγγράφου αυτού. Στις 14.4.2011, κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας, το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα δυνάμει της Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με το οποίο διατάζονταν οι Εναγόμενοι να «αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα έγγραφα που έχουν ή/και είχαν στην κατοχή ή/και έλεγχο ή/και φύλαξη τους και τα οποία είναι σχετικά μ ε τα επίδικα θέματα της πιο πάνω αγωγής». Σε συμμόρφωση με το διάταγμα αυτό, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 30.6.
- Το έγγραφο του οποίου επιχειρήθηκε η κατάθεση δεν περιλαμβάνεται στα αποκαλυφθέντα. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, στην ένσταση του εισηγήθηκε ότι ο σκοπός της ένορκης αποκάλυψης είναι να μην αιφνιδιαστεί η άλλη πλευρά κατά την ακρόαση και ότι η μη αποκάλυψη του συγκεκριμένου εγγράφου πρέπει να είναι μοιραία για την όποια προσπάθεια παρουσίασης του στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος των Εναγομένων, απάντησε ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της ένορκης αποκάλυψης, η πλευρά των Εναγόμενων είχε προχωρήσει με τροποποίηση της Υπεράσπισης της και προσθήκης Ανταπαίτησης στην αγωγή. Εισηγήθηκε ότι μετά την τροποποίηση αυτή η πλευρά των Εναγομένων ουσιαστικά έπαυσε πλέον να δεσμεύεται από το διάταγμα αποκάλυψης και τα έγγραφα τα οποία έχει αποκαλύψει και έχει το δικαίωμα να προσκομίσει ως μαρτυρία οποιοδήποτε έγγραφο ωσάν να μην είχε εκδοθεί το διάταγμα αποκάλυψης. Όπως καθορίζεται στην Δ.28 θ.3, παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα αποκάλυψης συνεπάγεται την παρεμπόδιση διαδίκου να παρουσιάσει ως μαρτυρία έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε. Ο σκοπός διαταγής για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων είναι να τεθούν ενώπιον της αντίδικης πλευράς τα έγγραφα επί των οποίων ο διάδικος θα βασιστεί και θα επικαλεστεί κατά την ακρόαση. Μέσω της αποκάλυψης αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός κατά την ακροαματική διαδικασία της άλλης πλευράς, αλλά παρέχεται και η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να εκτιμήσει σωστά τη δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται[1]. Εφόσον εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής[2] και καλύπτει έγγραφα που αφορούν τα επίδικα θέματα άσχετα από το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διάδικου που έχει πρόθεση να τα παρουσιάσει κατά την ακρόαση[3]. Ακόμα και στην περίπτωση εγγράφου το οποίο συνετάχθη ή ήρθε στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξη του διάδικου που επιδιώκει να το προσκομίσει ως μαρτυρία μεταγενέστερα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση του διάδικου αυτού για μεταγενέστερη αποκάλυψη του. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η τροποποίηση της Υπεράσπισης ουσιαστικά «καταργεί» το διάταγμα αποκάλυψης και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού δεν βρίσκει κανένα έρεισμα είτε στους Θεσμούς είτε στη νομολογία. Η τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης δεν αναιρεί ούτε και καταργεί τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το διάταγμα αποκάλυψης. Το διάταγμα αποκάλυψης και οι υποχρεώσεις που δημιουργεί συνεχίζουν να υπάρχουν και η ένορκη αποκάλυψη που έγινε σε συμμόρφωση με το διάταγμα αυτό συνεχίζει να δεσμεύει τον διάδικο που αφορά. Η οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση δικογράφου δεν παρέχει το δικαίωμα, εν λεύκω, για προσκόμιση εγγράφων άλλων από εκείνα που αποκαλύφθηκαν. Εάν, συνεπεία της τροποποίησης, έγγραφα άλλα από εκείνα που αποκαλύφθηκαν, κατέστησαν σχετικά με τα επίδικα θέματα τότε όφειλε η πλευρά των Εναγομένων να λάβει τα δέοντα δικονομικά μέτρα για να τα θέσει εκ των προτέρων υπόψη των Εναγόντων. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος των Εναγομένων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης των Εναγομένων. Εκεί ο ενόρκως δηλών επιφύλαξε το δικαίωμα του «να προβ[εί] σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων σε μελλοντικό στάδιο σε περίπτωση που εντοπιστούν ή περιέλθουν στην κατοχή [του] ή άλλου προσώπου οποιαδήποτε περαιτέρω έγγραφα που να σχετίζονται με τα επίδικα στην αγωγή θέματα ή με οποιαδήποτε από αυτά πέραν των εγγράφων που παρατίθενται στο συνημμένο παράρτημα Α ή και σε περίπτωση που η παρουσίαση περαιτέρω εγγράφων καταστεί απαραίτητη εν όψει των ισχυρισμών που θα προβληθούν από τους Ενάγοντες». Αυτό, εισηγήθηκε ο συνήγορος των Εναγομένων, έδινε το δικαίωμα να παρουσιαστεί στο στάδιο αυτό το έγγραφο του οποίου επιχειρείται η κατάθεση ως τεκμήριο ανεξάρτητα από το ότι δεν αποκαλύφθηκε προηγουμένως. Ούτε η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνη. Αυτό το οποίο επιφυλάσσει o διάδικος που προβαίνει στην ένορκη αποκάλυψη είναι τη δυνατότητα (και υποχρέωση) του να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη. Δεν εκτίνεται στο δικαίωμα να παρουσιάσει ως μαρτυρία έγγραφα τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο περαιτέρω αποκάλυψης. Πέραν των πιο πάνω, στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης (παράγραφο 3), ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι «δεν [έχει] στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία [του] ή στην κατοχή ή φύλαξη ή εξουσία των δικηγόρων [του] ή στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία οποιονδήποτε άλλων προσώπων ή προσώπου εκ μέρους [του] οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που να σχετίζονται με το αντικείμενο αυτής της αγωγής εκτός από τα έγγραφα που παρατίθενται στο συνημμένο Παράρτημα Α της παρούσας». Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 30.6.
- Από τη μέχρι τώρα μαρτυρία του ΜΥ1 (παράγραφος 10, Εγγράφου Β) το έγγραφο του οποίου επιχειρείται η κατάθεση φαίνεται να συντάχθηκε τουλάχιστον πριν τις 28.6.
- Επομένως, όχι μόνο δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη διαταγή για ένορκη αποκάλυψη, αλλά ενδεχομένως, με τη πιο πάνω δήλωση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης να παραπλανήθηκε η άλλη πλευρά. Η δε κατάσταση αυτή συντηρήθηκε για αρκετά χρόνια και για αριθμό δικασίμων μετά την έναρξη της ακρόασης χωρίς καμία προσπάθεια από την πλευρά των Εναγομένων να πληροφορήσει την άλλη πλευρά ότι προτίθεται να παρουσιάσει ως μαρτυρία κατά την ακρόαση και άλλα έγγραφα, πέραν των αποκαλυφθέντων, για να προωθήσει την υπόθεση της. Παρά τα πιο πάνω, προσθέτω ότι η απαγόρευση προσαγωγής κατά την ακρόαση εγγράφων τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν ενόρκως παρά την έκδοση σχετικού διατάγματος δεν είναι απόλυτη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.28 θ.3, μπορεί να επιτραπεί η παρουσίαση ως μαρτυρίας τέτοιων εγγράφων με άδεια του Δικαστηρίου και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι το μέρος που επιχειρεί να τα παρουσιάσει «had sufficient excuse for so failing». Επομένως, αφού προηγηθεί σχετικό αίτημα και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί ικανή ή επαρκής δικαιολογία (sufficient excuse) για τη μη συμπερίληψη εγγράφων στην αρχική αποκάλυψη, μπορεί να επιτρέψει σε ένα διάδικο να προβεί σε αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων[4]. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο κρίνει εύλογους. Η δυνατότητα αυτή ενυπάρχει τόσο σε σχέση με έγγραφα τα οποία δεν βρίσκονταν στην κατοχή του συγκεκριμένου διάδικου κατά τον χρόνο της αρχικής αποκάλυψης αλλά και σε έγγραφα που, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διάδικου, είτε από λάθος είτε από αβλεψία δεν αποκαλύφθηκαν[5]. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, τέτοια άδεια δεν ζητήθηκε και εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να δοθεί εφόσον τα όσα ανέφερε ο συνήγορος των Εναγομένων απαντώντας στην ένσταση της Ενάγουσας, αφενός δεν αποτελούν μαρτυρία και αφετέρου δεν συνιστούν ικανή ή επαρκή δικαιολογία για να δοθεί η σχετική άδεια. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν επιτρέπεται η κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως τεκμήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40, G. A. P. Navigation Ltd v. Merzario Marritimes SRL
(1998)1 ΑΑΔ 1624 και Τυλληρής ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 [2] Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 All E.R 614, Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 [3] The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 [4] Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 [5] Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο