MARFIN POPULAR BANK CO LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 840/2012, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 840/2012 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK CO LTD Εναγόντων και ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 28.4.2014 για τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 6 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Χριστοδούλου Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λουκαίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά διάταγμα από το Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του. Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.25, Θ. 1 και Δ.48, Θ. 1 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι «μετά τα γεγονότα αναφορικά με την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας», κατά τη μελέτη της υπόθεσης με το δικηγόρο του διαπιστώθηκε ότι «φαινόταν εκ πρώτης όψεως ότι επήλθε ουσιαστική μεταβολή στη νομιμοποίηση των εναγόντων». Αναφέρει ότι η καθυστέρηση μεταξύ των «γεγονότων του Μαρτίου 2013» και της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης οφείλεται στο ότι ο ίδιος μεταβαίνει συχνά στο εξωτερικό λόγω της εργασίας του. Προσθέτει ότι η Αίτηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, καλόπιστα και χωρίς πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας. Καταλήγει ότι οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση μπορούν να αποζημιωθούν με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα και ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για την «σφαιρική και ολοκληρωτική εκδίκαση των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων». Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση έφερε ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν και τους οποίους υποστηρίζουν στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το ότι ο Αιτητής δεν δικαιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, ότι η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες με υπόβαθρο ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής είχε πρόθεση να συμβιβάσει την αγωγή, ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής μπορεί να προβάλλει τους ισχυρισμούς που επιχειρεί να προσθέσει με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις και χωρίς την τροποποίησης και ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δικηγόροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους, εμπεριστατωμένα, κάνοντας εκτενή αναφορά στα γεγονότα, τη δικογραφία και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η Δ.25 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Γενικά, η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - θα πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Χαρακτηριστικά, αναφέρω την υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τον Λόρδο Denning στην Αγγλική Associated Leisure Ltd v Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, που είπε τα ακόλουθα: « I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[2]. Ανάλυση Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Καθυστέρηση: Η θέση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ο Αιτητής επέδειξε τέτοια καθυστέρηση στην καταχώρηση της που πρέπει το Δικαστήριο να την απορρίψει για το λόγο αυτό. Από το φάκελο προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.3.2012 και η Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 26.9.
- Επομένως υπάρχει όντως κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή, ο Εναγόμενος/Αιτητής λέει ότι τα γεγονότα από τα οποία προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης συνέβησαν τον Μάρτιο
- Αναφέρει επίσης ότι η καθυστέρηση οφείλεται και στο ότι ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό για την εργασία του και αυτό καθιστά δύσκολη την επικοινωνία με τους δικηγόρους του ώστε να ληφθούν αποφάσεις σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι ζητήθηκε όπως η αγωγή οριστεί για οδηγίες λόγω του ότι ο Εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό από τις 12.12.
- Από τα πρακτικά των δικασίμων 21.1.2014, 21.2.2014, 21.3.2014 και 28.3.2014 διαφαίνεται ότι ο συνήγορος του Εναγόμενου είχε δηλώσει την πρόθεση για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι ο Εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό και αυτό προκαλεί δυσκολία και καθυστέρηση στη μεταξύ τους επικοινωνία. Το ζήτημα της αιτιολόγησης ή μη της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω): "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Επομένως, συμφωνώ μεν ότι υπάρχει σχετική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Θεωρώ όμως ότι η καθυστέρηση αυτή έχει δικαιολογηθεί επαρκώς και δεν είναι τόσο υπέρμετρη ώστε να είναι μοιραία για την Αίτηση. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που παρέθεσα πιο πάνω από την Saba & Co (ανωτέρω), η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Κακοπιστία: Οι Ενάγοντες προβάλλουν σαν λόγο έντασης το ότι ένας από τους λόγους που η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες είναι γιατί ο Εναγόμενος, όπως λένε, «σε όλες αυτές τις ημερομηνίες υπήρχε πάντοτε η επωδός ότι ο εναγόμενος ήθελε να πληρώσει». Αυτό καθιστά τη μετέπειτα καταχώρηση της Αίτησης, λένε, κακόπιστη. Η θέση αυτή των Καθ' ων η Αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από το φάκελο φαίνεται ότι όντως η αγωγή ορίστηκε κάποιες φορές με σκοπό να γίνουν συζητήσεις μεταξύ των μερών για εξώδικη διευθέτηση. Αν οι όποιες συζητήσεις δεν καταλήξουν σε διευθέτηση, αυτό δεν εμποδίζει και δεν επιτρέπεται να προβάλλεται σαν πρόσκομμα, για τον εναγόμενο να προωθήσει την υπεράσπιση του. Επομένως, κατά την άποψη μου, το επιχείρημα αυτό των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ανεπανόρθωτη ζημιά: Οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι εάν η τροποποίηση επιτραπεί, η οποία ζημία των Καθ΄ων η Αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στη νομολογία, σύμφωνα με τη οποία για αιτήσεις αυτής της φύσεως, ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[3]. Να αναφέρω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν συμπεριλαμβάνουν καν στους λόγους ένστασης που προβάλλουν το ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα υποστούν ζημιά τέτοιου είδους ή έκτασης ώστε να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ και Ε της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά εντός 14 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[4]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ευθύνονται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο Αιτητής. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί τους Καθ' ων η Αίτηση, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον τους τα έξοδα αυτά αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δικονομικής συμπεριφοράς και δεν θεωρώ ότι η ένσταση τους ήταν κακόπιστη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον του Αιτητή. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν τον Αιτητή. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426) [3] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [4] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο