ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1998/2010, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1998/2010 Μεταξύ:
- ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από τη Μοσφιλωτή
- ΜΑΡΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, από τη Μοσφιλωτή Εναγόντων και
- ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από το Ψευδά
- ΝΙΚΗΣ FERNANDES, από τη Λάρνακα
- AMILCAR FERNANDES, από τη Λάρνακα Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων 2 & 3 ημερομηνίας 15.5.2014 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 & 3 / Αιτητές: κ. Κ. Χριστοδουλίδης για Νέστορα Νικηφόρου Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Μιχαήλ για Αντώνη Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 2 & 3 /Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1, 2, 8 και
- Δ.64 θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των γενικών αρχών του δικαίου της επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά, με την αιτούμενη τροποποίηση οι Εναγόμενοι 2 & 3 / Αιτητές επιδιώκουν να εισάξουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το να προωθούν την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου και/ή κατάχρησης. Πέραν τούτου, με τις τροποποιήσεις που ζητούν σε διάφορες παραγράφους της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στο δικόγραφο ισχυρισμούς ότι υπάρχει σύμπτωση επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής με επίδικα θέματα που έχουν εγερθεί με την αγωγή 1948/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επιπρόσθετα, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκουν να εισάξουν ισχυρισμούς ότι σε σχέση με κάποια εκ των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής υπάρχει δεδικασμένο αφού αυτά έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα στην αγωγή 288/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2, Νίκης Fernandes. Περιληπτικά, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι κατά την ετοιμασία της αγωγής για ακρόαση και συγκεκριμένα στις 13.5.2014, περιήλθαν σε γνώση του δικηγόρου της οι αγωγές 288/2007 και 1948/
- Τότε ο δικηγόρος των Αιτητών ζήτησε από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1 αντίγραφα των δικογράφων στις αγωγές εκείνες και διαπίστωσε την ανάγκη για καταχώρηση της παρούσας αίτησης ώστε να προστεθούν στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση των Αιτητών οι ισχυρισμοί τους οποίους αναφέρω εν συντομία πιο πάνω. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακρόασης καθώς και ότι η αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν επιβλαβώς τους Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση καθότι η όποια ζημιά υποστούν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι η τροποποίηση είναι απαραίτητη προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα, ότι αν δεν δοθεί η αιτούμενη θεραπεία δεν θα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι η αίτηση δεν αποσκοπεί σε καθυστέρηση της διαδικασίας. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, νομικά αστήρικτη και ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι γενική και αόριστη, και δεν γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Επίσης, ως λόγος ένστασης προβάλλεται το ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης αλλά και ότι απώτερος σκοπός των Αιτητών είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας. Τέλος οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η ζημιά που θα υποστούν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή εξόδων και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, Περικλή Γεωργίου. Περιληπτικά αναφέρω ότι ο ενόρκως δηλών, εγείρει «προδικαστική ένσταση γιατί η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δόθηκε από πρόσωπο που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση». Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως την αγωγή και εισάγουν «μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο». Συνεχίζει λέγοντας ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι καλόπιστη αλλά καταχρηστική και σκοπό έχει να προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία ενώ δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Αιτητές όφειλα να γνωρίζουν για την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 288/
- Ο ενόρκως δηλών λέει επίσης ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση τότε θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση και ειδικότερα το δικαίωμα του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δικηγόροι της κάθε πλευράς σε γραπτές αγορεύσεις τους ανέπτυξαν τις θέσεις τους, εμπεριστατωμένα, κάνοντας εκτενή αναφορά στα γεγονότα, τη δικογραφία και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η Δ.25 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Γενικά, η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - θα πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία, καταδεικνύει ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Χαρακτηριστικά, αναφέρω την υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην εν λόγω υπόθεση, το Εφετείο υιοθέτησε τον Λόρδο Denning στην Αγγλική Associated Leisure Ltd v Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, που είπε τα ακόλουθα: « I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[2]. Ανάλυση Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Προδικαστική ένσταση: Πριν προχωρήσω για να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θα αναφερθώ σύντομα στην «προδικαστική ένσταση» που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση. Έχω παραθέσει πιο πάνω το σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και δεν θα το επαναλάβω. Θα αναφέρω μόνο ότι διαφωνώ με τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2, μιας εκ των αιτητών η οποία λέει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη και από τον Εναγόμενο
- Επομένως θεωρώ ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, τόσο της αγωγής όσο και αυτών που προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Τέλος, σημειώνω ότι η ενόρκως δηλούσα λέει ότι όπου αναφέρεται σε νομικά ζητήματα το κάνει κατόπιν συμβουλής που λαμβάνει από τον δικηγόρο της και, πέραν τούτου, δεν έχω διαπιστώσει ότι αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία φαίνεται να μην έχει ίδια γνώση. Επομένως, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Καθυστέρηση: Η θέση των Εναγόντων / Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι οι Αιτητές επέδειξαν τέτοια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης που πρέπει το Δικαστήριο να την απορρίψει για το λόγο αυτό. Από το φάκελο προκύπτει ότι γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 15.7.2010 και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους στις 24.2.
- Οι Εναγόμενοι 2 & 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 2.7.
- Η δε υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.5.
- Επομένως από τις πιο πάνω ημερομηνίας διαφαίνεται ότι υπάρχει όντως κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή, οι Εναγόμενοι 2 & 3 / Αιτητές αναφέρουν ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε στις 13.5.2014, κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της αγωγής. Τότε, όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, περιήλθαν σε γνώση του δικηγόρου των Εναγομένων 2 & 3 οι πληροφορίες σχετικά με τις αγωγές 288/2007 και 1948/2011 και ζήτησε από τον δικηγόρο του Εναγομένου 1 να τον προμηθεύσει με αντίγραφα της δικογραφίας των αγωγών αυτών. Σημειώνω ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 & 3 δεν ήταν μέρη της διαδικασίας των αγωγών 288/2007 και 1948/
- Αυτό φαίνεται και από τα Τεκμήριο 1 και 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Το ζήτημα της αιτιολόγησης ή μη της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω): "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Διαφαίνεται ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης δεν είναι κάτι απόλυτο αλλά πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με όλα σχετικά τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση συμφωνώ μεν ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Θεωρώ όμως ότι η καθυστέρηση αυτή έχει δικαιολογηθεί επαρκώς και δεν είναι τόσο υπέρμετρη ώστε να είναι μοιραία για την Αίτηση. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που παρέθεσα πιο πάνω από την Saba & Co (ανωτέρω), η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Κακοπιστία: Η κακοπιστία των Εναγομένων 2 & 3 / Αιτητών προβάλλεται ως λόγος έντασης από τους Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην ένσταση τους αναφέρουν χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, ότι «Η κακή πίστη των αιτητών είναι εμφανής από τα γεγονότα της διαδικασίας». Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, όπου υπάρχει ισχυρισμός για κακοπιστία, το βάρος βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που τον προβάλλει για να τον αποδείξει. Έχω διεξέλθει με προσοχή την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αλλά και τα άλλα στοιχεία που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση και δεν έχω διαπιστώσει ότι περιλαμβάνει ισχυρισμούς που να στοιχειοθετούν ή να οδηγούν αναπόδραστα σε διαπίστωση για κακοπιστία. Επομένως θεωρώ ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αποσείσει το αποδεικτικό βάρος για τον ισχυρισμό τους αυτό. Νέα υπεράσπιση: Έχω ήδη αναφερθεί περιληπτικά ανωτέρω στις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις. Φαίνεται ότι αν οι τροποποιήσεις αυτές επιτραπούν τότε οι Εναγόμενοι 2 & 3 θα έχουν την ευκαιρία να προβάλλουν ισχυρισμούς σε σχέση με ύπαρξη δεδικασμένου και κατάχρησης. Σχετικό με τον ισχυρισμό αυτό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice 1959, όπου στην σελ. 627 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.» Από τη νομολογία προκύπτει ότι η εισαγωγή ισχυρισμών που δεν προβάλλονταν στο αρχικά καταχωρημένο δικόγραφο δεν σημαίνει αυτόματα την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης εκτός εάν ο «πυρήνας» της υπεράσπισης ή απαίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, παραμένει ο ίδιος ώστε να ήταν προτιμότερο τα νέα αυτά ζητήματα να αποφασιστούν στα πλαίσια νέα αγωγής[3]. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι, εξαιτίας ακριβώς της φύσης των νέων ισχυρισμών που εγείρονται και που αφορούν δεδικασμένο και κατάχρηση λόγω πολλαπλότητας διαδικασιών, θα ήταν το πλέον ακατάλληλο οι ισχυρισμοί αυτοί να εγερθούν στα πλαίσια άλλης αγωγής. Σημειώνω επίσης ότι αναφορά στην προγενέστερη αγωγή 288/2007 γίνεται και στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Επιπρόσθετα, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 που καταχώρησαν οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση γίνεται αναφορά τόσο στην αγωγή εκείνη όσο και στην δεύτερη αγωγή 1948/
- Επομένως, θεωρώ ότι οι εν λόγω αγωγές ήταν ήδη μέρος των επιδίκων θεμάτων στην αγωγή. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι το αντίστοιχο επιχείρημα των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ανεπανόρθωτη ζημιά: Η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση είναι ότι σε περίπτωση που επιτύχει η υπό κρίση αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η θέση των Αιτητών επ΄ αυτού είναι αντίθετη αφού προβάλλουν τη θέση ότι εάν η τροποποίηση επιτραπεί, η οποία ζημία των Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στη νομολογία, σύμφωνα με τη οποία για αιτήσεις αυτής της φύσεως, ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[4]. Έχοντας υπόψη μου τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί εκατέρωθεν, πρέπει να πω ότι δεν έχω διαπιστώσει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, εάν παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα υποστούν ζημιά τέτοιας φύσης και έκτασης η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Επομένως, καταλήγω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 & 3 ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, Στ και Ζ της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά εντός 14 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[5]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ευθύνονται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους οι Αιτητές. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί τους Καθ' ων η Αίτηση, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον τους τα έξοδα αυτά αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δικονομικής συμπεριφοράς και δεν θεωρώ ότι η ένσταση τους ήταν κακόπιστη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον των Αιτητών. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν τους Αιτητές. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426) [3] Ενδεικτικά Astor Manufacturing (ανωτέρω) [4] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [5] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο