← Κύπρος

Νίκου Μακρίδη κ.α. ν. Μάριου Κυριάκου κ.α., Συνενωμένες Αγωγές αρ: 3724 Α/2009, 1072/2010, 1073/2010, 1074/2010, 20/6/2014

Νίκου Μακρίδη κ.α. ν. Μάριου Κυριάκου κ.α., Συνενωμένες Αγωγές αρ: 3724 Α/2009, 1072/2010, 1073/2010, 1074/2010, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές αρ: 3724 Α/2009 1072/2010 1073/2010 1074/2010 Αγωγή αρ.: 3724 Α/2009 Μεταξύ:

  1. Νίκου Μακρίδη
  2. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD Εναγόντων και Μάριου Κυριάκου Εναγόμενου και
  3. Γιώργου Ιωαννίδη
  4. Edison Σαχπαντζίδη Τριδοδιαδίκων Αγωγή αρ: 1072/2010 Μεταξύ: Μαρίνας Λοϊζου Ενάγουσας και Γιώργου Ιωαννίδη Εναγόμενου και
  5. Μάριου Κυριάκου
  6. Edison Σαχπαντζίδη Τριτοδιαδίκων Αγωγή αρ: 1073/2010 Μεταξύ: Νικόλα Κυριάκου, ανήλικου, δια των γονέων και πλησιεστέρων συγγενών και φύλων αυτού και/ή ασκούντων τη γονική μέριμνα, Μάριου Κυριάκου και Μαρίνας Λοϊζου Ενάγοντα και Γιώργου Ιωαννίδη Εναγόμενου και
  7. Μάριου Κυριάκου
  8. Edison Σαχπαντζίδη Τριτοδιαδίκων Αγωγή αρ: 1074/2010 Μεταξύ: Μάριου Κυριάκου Ενάγοντα και Γιώργου Ιωαννίδη Εναγόμενου και Edison Σαχπαντζίδη Τριτοδιάδικου 20 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Δ. Κούτρας δια Δημήτρης Κούτρας & Σια Για τον Εναγόμενο: κ. Στ. Στυλιανού μαζί με κ. Χ. Κυριακίδη Για τον Τριτοδιάδικο αρ.1: κ. Α. Ζαχαρίου δια Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Τριτοδιάδικο αρ. 2: κ. Χρ. Χρυσάνθου δια Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 14.11.2013 για συνεκδίκαση ως προς το θέμα της ευθύνης για τροχαίο δυστύχημα το οποίο συνέβηκε στις 28.2.2009 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, παρά τον Κόρνο. Υπόθεση οδηγός για σκοπούς της συνεκδίκασης ορίστηκε η αγωγή 3724A/
  9. Επομένως οι αναφορές στην παρούσα απόφαση σε «Ενάγοντα», «Εναγόμενο», «Τριτοδιάδικο 1» και «Τριτοδιάδικο 2» αφορούν τα αντίστοιχα μέρη της αγωγής 3724Α/2009, εκτός αν ρητά αναφέρεται διαφορετικά. Στην οδηγό αγωγή 3724Α/2009, ο Ενάγοντας 1 ήταν ιδιοκτήτης και οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KNF
  10. Ενάγοντας 2 είναι η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον Ενάγοντα
  11. Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου αφορά αποζημιώσεις για ειδικές ζημίες που προκλήθηκαν από την σύγκρουση του αυτοκίνητου του Εναγόμενου με αριθμούς εγγραφής KLC 939 με το όχημα του Ενάγοντα
  12. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και ισχυρίζεται ότι αυτό οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Τριτοδιάδικου 1 τον οποίο προσέθεσε ως τριτοδιάδικο στην αγωγή. Στην Υπεράσπιση του, ο Τριτοδιάδικος 1 ισχυρίζεται με τη σειρά του ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του Εναγόμενου, για την οποία δικογραφεί λεπτομέρειες καθώς και στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Τριτοδιάδικου 2 τον οποίο στη συνέχεια προσέθεσε ως τριτοδιάδικο. Τέλος, η θέση του Τριτοδιάδικου 2, όπως εκφράζεται στην Υπεράσπιση του είναι ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Τριτοδιάδικου
  13. Να αναφέρω επιγραμματικά ότι στην αγωγή 1072/2010, Ενάγουσα είναι η σύζυγος και συνοδηγός κατά το επίδικο ατύχημα του Εναγόμενου στην αγωγή οδηγό, η οποία ενάγει διεκδικώντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημίες που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Ενάγων στην αγωγή 1073/2010 είναι ο ανήλικος υιός του Εναγόμενου στην οδηγό αγωγή ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο επέβαινε επίσης στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Τέλος στην αγωγή 1074/2010 ενάγει ο Εναγόμενος στην αγωγή οδηγό, διεκδικώντας ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Επειδή ο σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι μόνο ο επιμερισμός της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα δεν κρίνω ότι χρειάζεται να αναφερθώ με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στις αξιώσεις της κάθε αγωγής. Προσαχθείσα μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν ο Αστ. 1174 Νικόλας Παπαθανασίου, εξεταστής του ατυχήματος (ΜΕ1) και ο ίδιος ο Ενάγοντας, Νίκος Μακρίδης (ΜΕ2). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος, Μάριος Κυριάκου (ΜΥ1) και για την πλευρά του Τριτοδιάδικου 1 κατέθεσε επίσης ο ίδιος, Γιώργος Ιωαννίδης (ΜΤρ.1). Η πλευρά του Τριτοδιάδικου 2 δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Να αναφέρω επίσης ότι κατά την ακρόαση κατατέθηκε αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, ειδική αναφορά στα οποία γίνεται κατωτέρω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από όλους τους διαδίκους ότι οι ειδικές ζημιές των Εναγόντων στην αγωγή 3724Α/2009 ανέρχονται στο ποσό των €2.
  14. Όπως έχω αναφέρει, ο ΜΕ1, Αστ. 1174 Νικόλας Παπαθανασίου, ήταν ο εξεταστής του ατυχήματος. Ο εν λόγω μάρτυρας, καταθέτοντας ανέφερε ότι βρέθηκε στην σκηνή του ατυχήματος περίπου 15 λεπτά μετά που ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Στη σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο οποίο αποτύπωσε τα ευρήματα του, ενώ μετέπειτα έλαβε καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους οδηγούς. Στη βάση του πρόχειρου σχεδιαγράμματος ετοίμασε το συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Ο ίδιος μάρτυρας παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο, και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, αντίγραφα των καταθέσεων που έλαβε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς. Πριν παραθέσω περιληπτικά τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι υπόλοιποι μάρτυρες πρέπει να αναφέρω ότι δεν έχω διακρίνει ουσιαστικές διαφορές στις εκδοχές της κάθε πλευράς για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Αντίθετα φαίνεται να υπάρχει σύμπτωση επί των πλείστων σημείων. Στα σημεία όπου υπάρχει διαφωνία θα γίνει ειδική αναφορά στο βαθμό που κρίνεται ότι η συγκεκριμένη διαφωνία είναι σημαντική για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Για τους Ενάγοντες κατέθεσε επίσης ο Νίκος Μακρίδης, Ενάγοντας 1 στην αγωγή οδηγό (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 αναγνώρισε ως την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία σε σχέση με το ατύχημα το Τεκμήριο 3 και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βοηθός αστυνομικός διευθυντής του τμήματος τροχαίας του αρχηγείου αστυνομίας. Στις 28.2.2009 γύρω στις 8μ.μ., οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KNF 055 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Ο καιρός ήταν βροχερός και δεν υπήρχε φωτισμός στον αυτοκινητόδρομο. Σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου, κοντά στον Κόρνο, αντιλήφθηκε ότι στη δεξιά λωρίδα του δρόμου βρισκόταν ακινητοποιημένο ένα αυτοκίνητο (του Τριτοδιάδικου 2 με αριθμούς εγγραφής KVC 605). Το αυτοκίνητο αυτό ήταν μαύρο και δεν είχε αναμμένα φώτα ή άλλη προειδοποιητική σήμανση. Μπροστά από αυτό στέκονταν 3 πρόσωπα, που όπως φάνηκε αργότερα ήταν ο οδηγός του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου (Τριτοδιάδικος 2) και δύο επιβάτες στο αυτοκίνητο του. Τότε σταμάτησε το αυτοκίνητο του στο αριστερό παγκέτο του δρόμου, περίπου 10-15 μέτρα πίσω από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο και προσπάθησε να προειδοποιήσει άλλους τυχόν διερχόμενους οδηγούς για τον κίνδυνο. Άναψε τα φώτα κινδύνου του αυτοκινήτου του, άνοιξε το καπό του για να φαίνεται το τρίγωνο κινδύνου, φόρεσε φωσφορούχα διακριτικά τροχαίας που είχε μαζί του, προχώρησε πίσω από το αυτοκίνητο του και κρατώντας ένα φανάρι το οποίο κουνούσε πάνω κάτω προσπαθούσε να κάνει σήματα στους διερχόμενους οδηγούς. Στη σκηνή σταμάτησε ακόμα ένα αυτοκίνητο και ο ΜΕ2 του ζήτησε να ανάψει επίσης τα φώτα κινδύνου του για σκοπούς προειδοποίησης άλλων οδηγών. Το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο πάρκαρε πίσω από το αυτοκίνητο του ΜΕ2 στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου με τα φώτα κινδύνου αναμμένα. Ο ΜΕ2 μετακινήθηκε με το φανάρι πίσω από το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο και συνέχισε να κάνει σήμα στους διερχόμενους οδηγούς. Βρισκόταν, είπε, περίπου 50 μέτρα από το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου
  16. Ο οδηγός του δεύτερου αυτού αυτοκινήτου αποχώρησε από τη σκηνή μετά το ατύχημα χωρίς να δώσει κατάθεση. Ο ΜΕ2 ανέφερε επίσης ότι θυμάται 2-3 αυτοκίνητα τα οποία προσπέρασαν την σκηνή χωρίς να προκληθεί ατύχημα. Τα αυτοκίνητα αυτά κινούνταν, είπε αντεξεταζόμενος, στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Με το προσωπικό του τηλέφωνο ειδοποίησε την αστυνομία να στείλει περιπολικό στη σκηνή. Πριν την άφιξη του περιπολικού πρόσεξε δύο αυτοκίνητα στον αυτοκινητόδρομο να πλησιάζουν το ακινητοποιημένο όχημα (του Τριτοδιάδικου 2) με κατεύθυνση επίσης προς Λεμεσό. Το ένα αυτοκίνητο (του Εναγόμενου με αριθμούς εγγραφής KLC 939) κινείτο στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και το άλλο (του Τριτοδιάδικου 1 με αριθμούς εγγραφής KTM 209) στη αριστερή. Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου που κινείτο στη δεξιά λωρίδα προπορευόταν ελαφρώς. Τους έκανε σήμα με το φανάρι και του φάνηκε ότι ελάττωσαν ταχύτητα όταν τον πλησίασαν. Αφού τον προσπέρασαν και καθώς πλησίαζαν το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιαδικου 2, το όχημα του Εναγόμενου κινήθηκε απότομα στα αριστερά για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και συγκρούστηκε στο πίσω μέρος με το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  17. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του Εναγόμενου έχασε τον έλεγχο, σύρθηκε στο δρόμο κάνοντας στροφή 180º, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα που βρισκόταν στο παγκέτο και ακινητοποιήθηκε στο αριστερό παγκέτο, βλέποντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Λευκωσία. Το δε αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 1 πήγε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και σταμάτησε πίσω από το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου
  18. Στο σημείο του δρόμου όπου έγινε το ατύχημα ο δρόμος ήταν ευθύς αλλά προηγείτο μια ελαφρά στροφή αριστερά. Ο ίδιος είπε ότι είχε ρωτήσει τον οδηγό του ακινητοποιημένου οχήματος (Τριτοδιάδικο 2) τι συνέβη και εκείνος του απάντησε ότι έβγαλε τους πόλους του μπαταρίας του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Τριτοδιάδικου 2 ανέφερε ότι δεν θυμάται καπνούς να βγαίνουν από το ακινητοποιημένο όχημα. Ο Μάριος Κυριάκου (ΜΥ1) κατέθεσε ότι όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα οδηγούσε το αυτοκίνητο του KLC 939 και μαζί του στο αυτοκίνητο βρίσκονταν η σύζυγος του (ενάγουσα στην αγωγή 1072/2010) και ο υιός τους ο οποίος ήταν τότε 2 ½ ετών (ενάγοντας στην αγωγή 1073/2010). Ο ΜΥ1 υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία μετά το ατύχημα (Τεκμήριο 4) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τα όσα είπε ο ΜΕ1, ανέφερε ότι οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, με ταχύτητα περίπου 100 χιλιόμετρα την ώρα και με τα δυνατά του φώτα. Είχε αρχίσει να εξέρχεται της αριστερής στροφής που προηγείται του σημείου της σύγκρουσης και να εισέρχεται στην ευθεία. Τότε αντιλήφθηκε δύο παρκαρισμένα αυτοκίνητα στο αριστερό παγκέτο με αναμμένα τα φώτα κινδύνου και ένα φαναράκι που κινείτο πάνω κάτω. Ο ίδιος εστίασε την προσοχή του στην αριστερή πλευρά του δρόμου γιατί θεώρησε ότι κάποιος κίνδυνος βρισκόταν στα αριστερά. Καθώς πλησίαζε, έφυγε το πόδι του από τη βενζίνη και χαμήλωσε τα φώτα του για να μην τυφλώσει ενδεχομένως, όπως είπε, τους οδηγούς των οχημάτων αυτών. Όταν προσπέρασε το πρόσωπο που κρατούσε το φαναράκι και έφτασε περίπου στο ύψος του πρώτου παρκαρισμένου στο αριστερό παγκέτο αυτοκινήτου, αντιλήφθηκε ένα μαύρο ακινητοποιημένο όχημα μπροστά του (KVC 605). Εκπλάγηκε, όπως είπε, γιατί είχε θεωρήσει ότι ο οποίος κίνδυνος υπήρχε ήταν στο αριστερό παγκέτο ενώ εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, στη δεξιά λωρίδα, εμπόδιο που του έφρασσε το δρόμο. Είπε ότι εφάρμοσε απότομα τα φρένα του οχήματος του και έκανε ελιγμό στα αριστερά για να αποφύγει τον κίνδυνο. Όταν έκανε τον ελιγμό προς τα αριστερά, το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 1 τον κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του με μεγάλη ταχύτητα. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ο ίδιος έχασε τον έλεγχο, το αυτοκίνητο του σύρθηκε στο δρόμο, έκανε στροφή 180º και βρέθηκε στο αριστερό παγκέτο αφού συγκρούστηκε με το όχημα του Ενάγοντα
  19. Είπε ότι διανύει καθημερινά την απόσταση Λευκωσίας -Λεμεσού γιατί διαμένει Λεμεσό αλλά εργάζεται Λευκωσία και όταν οδηγά στον αυτοκινητόδρομο φροντίζει πάντα να τηρεί απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Την ώρα του ατυχήματος, είπε, οδηγούσε προσεκτικά γιατί είχε στο αυτοκίνητο την σύζυγο και τον γιό του και έλεγχε τον αυτοκινητόδρομο πίσω και μπροστά του. Είχε δε αντιληφθεί ότι κάπου πιο πίσω από το αυτοκίνητο του κινείτο ακόμα ένα αυτοκίνητο (του Τριτοδιάδικου 1). Όλα αυτά, είπε ο ΜΥ1, συνέβησαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Όταν του υποβλήθηκε από το συνήγορο του Τριτοδιάδικου 1 ότι μπορούσε να σταματήσει πριν το εμπόδιο που βρισκόταν μπροστά του μόνο εφαρμόζοντας τα φρένα, χωρίς να κάνει τον ελιγμό προς τα αριστερά, απάντησε ότι ο μόνος σίγουρος τρόπος να αποφύγει τη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο ήταν, επιπρόσθετα με την εφαρμογή των φρένων, να κινηθεί και προς τα αριστερά. Δεν ανέμενε όπως είπε ότι θα έβρισκε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου κάποιο αυτοκίνητο ακινητοποιημένο. Τελευταίος μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ο Γιώργος Ιωαννίδης, ΜΤρ.1, ο οποίος αναγνώρισε ως την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία το Τεκμήριο
  20. Όπως κατέθεσε, τον επίδικο χρόνο οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 100 χιλιομέτρων ανά ώρα και το αυτοκίνητο του κινείτο στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Ξαφνικά το αυτοκίνητο του Εναγόμενου κινήθηκε αριστερά με μεγάλη ταχύτητα και του έκλεισε απότομα τον δρόμο. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση, χρησιμοποίησε τα φρένα του και οδήγησε απότομα το αυτοκίνητο του στα δεξιά. Κατά τη διάρκεια της κίνησης του αυτής, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Όταν κινήθηκε δεξιά είδε για πρώτη φορά το όχημα του Τριτοδιάδικου 2 ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα. Τελικά κατάφερε να σταματήσει το δικό του αυτοκίνητο πίσω από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2, στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Ανέφερε ότι πριν τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, ο ίδιος δεν είδε ούτε τον Ενάγοντα με το φαναράκι, ούτε τα δύο αυτοκίνητα στο αριστερό παγκέτο με αναμμένα τα φώτα κινδύνου και τα προειδοποιητικά τριγωνάκια, ούτε και το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  21. Εκείνος, είπε, κοίταζε μόνο στην δική του πορεία, εντός της εμβέλειας των φώτων του. Υπάρχει κάποια διαφωνία μεταξύ των εκδοχών του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου 1 σε σχέση με το σημείο του αυτοκινήτου του καθενός που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του άλλου. Δεν κρίνω ότι αυτό το θέμα είναι ιδιαίτερης σημασίας. Δεν αμφισβητεί κανείς ότι το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου συγκρούστηκε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου
  22. Αυτό θεωρώ ότι είναι αρκετό. Δεν έχει σημασία να καθοριστεί αν ήταν το πίσω δεξιό ή αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου ή το μπροστά δεξιό ή αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου
  23. Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από τον Τριτοδιάδικο
  24. Να αναφέρω όμως ότι το Τεκμήριο 6 είναι η κατάθεση την οποία έδωσε στην αστυνομία ο Τριτοδιάδικος 2 μετά το ατύχημα. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KVC 605 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, αποκοιμήθηκε. Το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να ανοίγει ο αερόσακος του αυτοκινήτου του και κατάλαβε, είπε, ότι «είχαν τρακάρει». Μετά, αναφέρει, άρχισε να βγαίνει καπνός από το αυτοκίνητο και αφαίρεσε τους πόλους της μπαταρίας με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να μην έχει φωτισμό. Στην κατάθεση αυτή, Τεκμήριο 6, και την αποδεικτική της αξία γίνεται αναφορά κατωτέρω. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι κανένας από τους υπόλοιπους μάρτυρες δεν επιβεβαίωσε ότι από το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 έβγαιναν καπνοί. Αγορεύσεις συνηγόρων Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκδοχών των πελατών τους. Πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις ήταν εμπεριστατωμένες, με συγκεκριμένες αναφορές στην προσαχθείσα μαρτυρία και τη νομολογία και ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές για το Δικαστήριο. Περιληπτικά να αναφέρω ότι ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι ο Ενάγων 1 δεν φέρει καμία ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ότι η ευθύνη πρέπει να επιμεριστεί μεταξύ του Εναγόμενου, του Τριτοδιάδικου 1 και του Τριτοδιάδικου
  25. Ο συνήγορος του Εναγόμενου επιχειρηματολογώντας εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδεχτεί τη μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ2) στο σύνολο της ως αξιόπιστη και ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου (ΜΥ1) ουσιαστικά συνάδει με αυτήν του Ενάγοντα. Κατά την άποψη του, το ότι ο Τριτοδιάδικος 1 δεν είχε αντιληφθεί τα δύο οχήματα και όσα διαδραματίζονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου είναι καθοριστικό αναφορικά με το θέμα της ευθύνης. Η θέση του είναι ότι τον κίνδυνο δημιούργησε ο Τριτοδιάδικος 2 με τις πράξεις του και αυτός ο κίνδυνος ήταν συνεχής και δεν διερράγη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων του και του ατυχήματος. Καταλήγοντας εισηγήθηκε ότι η ευθύνη πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ του Τριτοδιάδικου 1 και του Τριτοδιάδικου
  26. Ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου 1 με τη σειρά του ανέφερε ότι το όχημα του Εναγόμενου, απότομα και χωρίς προειδοποίηση εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο Τριτοδιάδικος
  27. Στην προσπάθεια του να ελιχθεί για να αποφύγει τη σύγκρουση, ο Τριτοδιάδικος 1 έστριψε απότομα δεξιά και συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγόμενου. Αυτή, εισηγήθηκε ήταν η μόνη αντίδραση που μπορούσε να έχει υπό τις περιστάσεις. Κατά την άποψη του, δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον Τριτοδιάδικο 1 για το ατύχημα γιατί δεν υπήρχε χρόνος και περιθώριο αντίδρασης από μέρους του. Συνεπώς, καταλήγει ότι η όποια ευθύνη πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου
  28. Τέλος ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου 2 εισηγήθηκε ότι ο Τριτοδιάδικος 2 δεν φέρει καμία ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Εισηγήθηκε στο Δικαστήριο να αποδεχτεί τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1 ως αξιόπιστη. Εφόσον, συνέχισε, το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 είχε γίνει αντιληπτό από τον Ενάγοντα 1 αυτό σημαίνει ότι δεν αποτελούσε κίνδυνο και εφόσον δεν υπήρχε κίνδυνος είχε διακοπεί η αλυσίδα των γεγονότων (chain of causation). Ο Εναγόμενος, εισηγήθηκε, φέρει ευθύνη για το ατύχημα διότι χαμηλώνοντας τα φώτα του περιόρισε την ορατότητα του με αποτέλεσμα να δει το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 μόλις στα 50 μέτρα απόσταση. Εισηγήθηκε ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων του Τριτοδιάδικου 2 και της σύγκρουσης που ακολούθησε και επομένως δεν πρέπει να του αποδοθεί ευθύνη. Η ευθύνη πρέπει να επιμεριστεί μεταξύ του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου 1 αφού η μεταξύ τους σύγκρουση και η σύγκρουση του Εναγόμενου με τον Ενάγοντα 1 ήταν ξεχωριστά γεγονότα από τις ενέργειες του Τριτοδιάδικου
  29. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά και δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ1, του εξεταστή του επίδικου ατυχήματος, ήταν σαφής και θετική. Ήταν σταθερός και συνεπής τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του και επεξήγησε επαρκώς τα ευρήματα του στη σκηνή. Πρέπει να πω ότι δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του αφού η αντεξέταση ουσιαστικά στόχευε στο να επεξηγήσει περαιτέρω τα ευρήματα του και τα δεδομένα της σκηνής. Η εντύπωση που σχημάτισα είναι ότι πρόκειται για ένα αμερόληπτο, αντικειμενικό και ανεξάρτητο μάρτυρα και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή σε ότι αφορά τα πραγματικά του ευρήματα. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η σκηνή όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, περιλαμβανομένων των σχετικών μετρήσεων και των τελικών θέσεων των εμπλεκόμενων οχημάτων και των σημείων σύγκρουσης είναι όπως απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής Τεκμήριο
  30. Τα όσα αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 1, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορούν να αποτελέσουν γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστία των μαρτύρων εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές αλλά και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας της μαρτυρίας[3]. Έρχομαι τώρα στους άλλους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στην εκδοχή της κάθε πλευράς αναφορικά με τα γεγονότα. Εκεί όπου εντοπίζονται κάποιες μικροδιαφορές δεν είναι τέτοιας έκτασης ή σημασίας ώστε να είναι καθοριστικές για τα υπό εξέταση ζητήματα αλλά κατά την κρίση μου, επουσιώδεις. Τα όσα ανέφεραν στην κατάθεση τους οι υπόλοιποι μάρτυρες είχαν συνοχή μεταξύ τους. Από το σύνολο των όσων κατέθεσαν οι τρεις αυτοί μάρτυρες σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του εξεταστή ΜΕ1, προκύπτει αβίαστα μια εικόνα το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα και καμιά πλευρά δεν έχει προβάλλει εκδοχή που να αποκλίνει ουσιαστικά από την εικόνα αυτή. Επιπρόσθετα, να αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες, αντεξεταζόμενοι έμειναν ουσιαστικά σταθεροί στα όσα ανέφεραν κατά την κυρίως εξέταση τους και δεν εντόπισα ότι οποιοσδήποτε από αυτούς είχε την πρόθεση να παραποιήσει τα γεγονότα ή να μην καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Παρενθετικά μόνο θα αναφερθώ στο γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για τον Τριτοδιάδικο
  31. Ο συνήγορος του επισήμανε ότι έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 6 η κατάθεση που ο Τριτοδιάδικος 2 είχε δώσει στην αστυνομία μετά το ατύχημα. Εισηγήθηκε ότι η κατάθεση αυτή θα πρέπει να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της αφού κανένας εν των υπόλοιπων διαδίκων δεν ζήτησε να προσκομιστεί ο Τριτοδιάδικος 2 για να αντεξεταστεί. Η κατάθεση του Τριτοδιάδικου 2, Τεκμήριο 6, συνιστά βεβαίως εξ ακοής μαρτυρία. Ως τέτοια, η βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί αξιολογείται σε συνάρτηση με αριθμό παραγόντων[4]. Σίγουρα το περιεχόμενο της κατάθεσης συνεκτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτελεί καθήκον ενός διάδικου να προσκομίσει στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Η πλευρά του Τριτοδιάδικου 2, για λόγους που αφορούν μόνο την ίδια, επέλεξε να μην προσκομίσει καμία άμεση μαρτυρία για να προωθήσει τη θέση της. Δεν εξήγησε τους λόγους που ο ίδιος ο Τριτοδιάδικος 2 δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο αλλά ούτε και τους λόγους που το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 βρέθηκε ακινητοποιημένο στη δεξιά πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Υπάρχει αναφορά στην κατάθεση, Τεκμήριο 6, ότι υπήρχαν καπνοί κάτι που δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει κανένας από τους άλλους μάρτυρες που ήταν παρόντες στην σκηνή και κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Υπάρχει επίσης η αναφορά στην κατάθεση, Τεκμήριο 6, ότι ο Τριτοδιάδικος 2 έβγαλε τους πόλους της μπαταρίας του αυτοκινήτου KVC
  32. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι ο Τριτοδιάδικος 2 του είπε το ίδιο όταν τον ρώτησε σχετικά στη σκηνή. Όμως καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με το γιατί έγινε αυτό και για τις συνέπειες του, αν υπήρχαν. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσης του Τριτοδιάδικου 2, Τεκμήριο 6, ούτε και να την λάβω υπόψη στη διαμόρφωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επομένως, οι λόγοι για του οποίους το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 βρέθηκε ακινητοποιημένο, χωρίς φωτισμό ή άλλο προειδοποιητικό σήμα στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου στις 8μ.μ. το επίδικο βράδυ παραμένουν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Κλείνω αυτή την ενότητα αναφέροντας ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία φαίνεται ότι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων δεν εδράζεται στα γεγονότα αλλά στην ερμηνεία που πρέπει να αποδοθεί σε αυτά και τις επιπτώσεις της ερμηνείας αυτής σε σχέση με τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ τους. Ευρήματα Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 1 Στις 28.2.2009 και περί ώρα 8μ.μ. το όχημα με αριθμούς εγγραφής KVC 605 του Τριτοδιάδικου 2, χρώματος μαύρου, βρέθηκε ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού, παρά τον Κόρνο, με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Το συγκεκριμένο όχημα δεν είχε κανένα φωτισμό και δεν υπήρχε καμία άλλη προειδοποιητική ένδειξη για την ύπαρξη του στο δρόμο. Ο δε οδηγός του δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να μετακινήσει το όχημα ή να το κάνει ορατό στους άλλους οδηγούς. 2 Την συγκεκριμένη μέρα και ώρα επικρατούσε σκοτάδι, δεν υπήρχε φωτισμός στο σημείο αυτό του αυτοκινητόδρομου και ο καιρός ήταν ελαφρά βροχερός. Επίσης στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος ήταν ουσιαστικά ευθύς ενώ αμέσως πριν υπήρχε αριστερή στροφή. 3 Την ίδια μέρα και περί την ίδια ώρα, ο Ενάγοντας 2, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNF 055 στον ίδιο αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση επίσης προς Λεμεσό. Αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 και σταμάτησε το αυτοκίνητο του 10-15 μέτρα πιο πίσω, στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου. Άναψε τα φώτα κινδύνου του οχήματος του και άνοιξε το καπό για να φαίνεται το φωτεινό τρίγωνο κινδύνου. Ακολούθως, φόρεσε φωσφορούχα διακριτικά και κρατώντας ένα φανάρι μετακινήθηκε 10-15 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του, στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου κουνώντας και κάνοντας σήματα με το φανάρι με σκοπό να προειδοποιήσει τους διερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του ακινητοποιημένου οχήματος του Τριτοδιάδικου 2 στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. 4 Δεύτερο αυτοκίνητο σταμάτησε επίσης στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου, περίπου 10-15 μέτρα πίσω από το όχημα του Ενάγοντα 2 και άνοιξε επίσης τα φώτα κινδύνου του για να προειδοποιήσει τους διερχόμενους οδηγούς. Εν τω μεταξύ, ο Ενάγοντας 2 μετακινήθηκε 10-15 μετρά μπροστά από το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο και συνέχιζε να κάνει σήματα με το φανάρι που κρατούσε. 5 Από τη σκηνή πέρασαν ακόμα 2-3 αυτοκίνητα τα οποία κινούνταν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου χωρίς να συγκρουστούν με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  33. 6 Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου KLC 939 με οδηγό τον ίδιο, συνοδηγό τη σύζυγο και επιβάτη τον υιό του, οδηγείτο με κατεύθυνση προς Λεμεσό στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με ταχύτητα περίπου 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και τα ψηλά φώτα αναμμένα. 7 Λίγο πιο πίσω από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, ο Τριτοδιάδικος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο του KTM 209 στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα και τα ψηλά φώτα αναμμένα. 8 Εξερχόμενος από την αριστερή στροφή του αυτοκινητόδρομου, ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε το φαναράκι του Ενάγοντα και τα δύο αυτοκίνητα με τα φώτα κινδύνου και τα τριγωνάκια κινδύνου στο αριστερό παγκέτο του αυτοκινητόδρομου. Θεώρησε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος κίνδυνος στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τότε χαμήλωσε τα φώτα του για να μην τυφλώσει τους οδηγούς. Σήκωσε το πόδι του από την βενζίνη και το αυτοκίνητο του άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Όταν προσπέρασε περίπου το σημείο που στεκόταν ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά μπροστά του το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  34. Βρισκόταν τότε περίπου 50 μέτρα από το αυτοκίνητο αυτό. Εφάρμοσε απότομα τα φρένα και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση. 9 Ο Τριτοδιάδικος 1 δεν αντιλήφθηκε ούτε το φαναράκι του Ενάγοντα, ούτε τα δύο αυτοκίνητα με τα φώτα κινδύνου αναμμένα και τα τριγωνάκια κινδύνου στο αριστερό παγκέτο. Δεν είδε ούτε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου
  35. Είδε μόνο τον Εναγόμενο να κάνει ξαφνικό ελιγμό προς τα αριστερά και να του ανακόπτει την πορεία. Τότε, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση, κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Μετά είδε για πρώτη φορά το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 που βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και εφαρμόζοντας τα φρένα του σταμάτησε το αυτοκίνητο του πίσω από το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου
  36. 10 Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του οχήματος του Τριτοδιάδικου 1 με το όχημα του Εναγόμενου, το αυτοκίνητο του Εναγόμενου σύρθηκε εκτός ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο κάνοντας στροφή 180º και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1 στο αριστερό παγκέτο. Ακινητοποιήθηκε τελικά λίγο πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1, το μισό στην αριστερή λωρίδας κυκλοφορίας και το άλλο μισό στο αριστερό παγκέτο, βλέποντας σε αντίθετη πορεία, προς Λευκωσία. Νομικές αρχές Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα, στρέφομαι τώρα να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα. Η έννοια της αμέλειας, οι ευθύνες, τα δικαιώματα και καθήκοντα των οδηγών ως και οι προεκτάσεις της αμέλειας, έχουν αναλυθεί εκτενώς στη νομολογία. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[5]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[6]. Το δε καθήκον ενός οδηγού να λάβει προφυλακτικά μέτρα εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[7]. Παραπέμπω ειδικά στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 όπου γίνεται αναφορά στο καθήκον επιμέλειας όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο για την ασφάλεια των άλλων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην σχετικά πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Σχετικό βεβαίως με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης σε περιπτώσεις συντρέχουσας αμέλειας είναι και το άρθρο 57 του Κεφ. 148, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά.» Όπως καθορίστηκε από τη νομολογία[8], οι κύριοι παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγών είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε και της ζημίας που προκλήθηκε. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 όπου το Εφετείο καθορίζει ότι: «Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727» Ανάλυση Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών στέφομαι στα υπό εξέταση ζητήματα με γνώμονα πάντα τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Η κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συμπεριφορά του κάθε οδηγού έχει αποτυπωθεί στα ευρήματα που παραθέτω ανωτέρω. Το επόμενο στάδιο είναι να εξεταστεί η συμπεριφορά του κάθε οδηγού σε συνάρτηση με το καθήκον επιμέλειας με το οποίο ήταν επιφορτισμένος. Θα ξεκινήσω την ανάλυση αυτή από τον Τριτοδιάδικο 2 του οποίου οι ενέργειες προηγήθηκαν χρονικά των υπολοίπων εμπλεκομένων μερών. Το καθήκον επιμέλειας του έναντι των άλλων οδηγών είναι δεδομένο. Για λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο το αυτοκίνητο του ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου χωρίς καμία φωτεινή σήμανση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, σταθμευμένο, χωρίς φώτα όχημα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια[9]. Όπως υποδείχθηκε στην Σιαλαμπή ν Παναγή
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 75: «Σύμφωνα με τη νομολογία, η στάθμευση ή η παραμονή οχήματος χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια. Αυτό είναι απόρροια του καθήκοντος κάθε οδηγού προς άλλους χρήστες του δρόμου, να καθιστούν τα οχήματα τους ορατά κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη χρήση φώτων ή άλλων μέσων (βλ. Henley v Cameron [1949]118 LJR 989 (CA) και Pavlou v Lazarou
(1982)1 C.L.R. 850).» Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο Τριτοδιάδικος 2 έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να προειδοποιήσει τους άλλους διερχόμενους οδηγούς για τον κίνδυνο που δημιούργησε. Επομένως, καταλήγω ότι η αμέλεια του Τριτοδιάδικου 2 είναι δεδομένη. Το δεύτερο πρόσωπο που κατέφθασε στη σκηνή ήταν ο Ενάγοντας 1. Από τις ενέργειες του Ενάγοντα 1, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία και αποτυπώνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν διακρίνω οτιδήποτε που να εισηγείται ότι ενήργησε αμελώς με οποιοδήποτε τρόπο. Σημειώνω δε ότι κανένας εκ των υπόλοιπων διαδίκων δεν δικογραφεί ή εισηγείται ότι ο Ενάγοντας 1 επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια στις ενέργειες του. Στρέφομαι τώρα στον Εναγόμενο. Οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομου εντός του ορίου ταχύτητας, με τα ψηλά φώτα. Είδε το φανάρι του Ενάγοντα 1 και τα όσα διαδραματίζονταν στο αριστερό παγκέτο έγκαιρα, μόλις εξήλθε της αριστερής στροφής και όταν η ορατότητα και εμβέλεια των φώτων του το επέτρεπε. Θεωρώ ότι η διαπίστωση του ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος στην αριστερή πλευρά του δρόμου ήταν, υπό τις περιστάσεις, λογική. Όπως και λογική η ενέργεια του να χαμηλώσει τα φώτα του για να μην τυφλώσει, όπως είπε, τους εμπλεκόμενους οδηγούς και να σηκώσει το πόδι του από το πετάλι της βενζίνης ώστε το αυτοκίνητο του να μειώσει ταχύτητα. Δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι έπρεπε να του είχε δημιουργηθεί προσμονή κινδύνου στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου στην οποία κινείτο. Αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο μπροστά του ξαφνικά, όταν ήταν περίπου 50 μέτρα μακριά. Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα και έκανε απότομο ελιγμό στα αριστερά για να αποφύγει το εμπόδιο που βρισκόταν μπροστά του. Στην προσπάθεια του αυτή ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Τριτοδιάδικου 1 με το οποίο συγκρούστηκε αρχικά για να ακολουθήσει δεύτερη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα 1 όταν το αυτοκίνητο του συρόταν εκτός ελέγχου. Λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι φυσικό να χρειάζεται κάποια απόσταση μέχρι να αντιδράσει ένας οδηγός και είναι εξίσου φυσικό η εφαρμογή των φρένων να προϋποθέτει και κάποια «απόσταση σκέψης»[10]. Καθοδηγούμαι επίσης από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Τασούλλα Κωνσταντίνου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Ηρόδοτου Κωνσταντίνου ν Χριστόφορου Κατσιαρδή
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178 όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Ο οδηγός έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Το επίπεδο επιμέλειας είναι αντικειμενικό. Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποια είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ' αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να ενεργήσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση του χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Όλα τα πιο πάνω, κατά την άποψη μου συνηγορούν στο ότι ο Εναγόμενος ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός. Δέχομαι ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κίνδυνο ξαφνικό και απρόσμενο και ότι τα περιθώρια χώρου και χρόνου που είχε για να αντιδράσει ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένα. Στρέφομαι τέλος στον Τριτοδιάδικο 1. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία και αποτυπώνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν είχε επαρκή παρατηρητικότητα και εποπτεία του δρόμου. Κατά την άποψη μου, ο μέσος συνετός οδηγός θα αντιλαμβανόταν τόσο το φανάρι του Ενάγοντα 1 και τα σήματα που έκανε όσο και τα άλλα δύο αυτοκίνητα στο αριστερό παγκέτο και τα προειδοποιητικά τους σήματα. Πέραν τούτου, δεν αντιλήφθηκε ούτε το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2. Το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκε ήταν την απότομη κίνηση στα αριστερά του αυτοκινήτου του Εναγόμενου που τον ανάγκασε να κινηθεί απότομα στα δεξιά με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουστούν. Ήταν μόλις μετά από αυτή τη σύγκρουση που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinou v Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188: «The duty to keep a proper lookout is one that is cast on all drivers at all times and in all circumstances». Κατά την άποψη μου, αν ο Τριτοδιάδικος 1 ενεργούσε με την δέουσα επιμέλεια θα αντιλαμβάνοταν τόσο τις προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο στο αριστερό παγκέτο όσο και το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 ενωρίτερα. Είχε το αδιαμφισβήτητο καθήκον να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα και δεν το έπραξε. Αν λειτουργούσε σύμφωνα με το καθήκον αυτό θα ήταν σε θέση να λάβει μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, είτε δίνοντας τόπο και χώρο διαφυγής στον Εναγόμενο που βρέθηκε αντιμέτωπος με το εμπόδιο να του ανακόπτει την πορεία είτε ελαττώνοντας ταχύτητα ώστε να ελέγξει καλύτερα το αυτοκίνητο του όταν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου εισήλθε στην λωρίδα του. Έχοντας ολοκληρώσει την εξέταση της υπαιτιότητας του κάθε εμπλεκόμενου οδηγού στο επίδικο ατύχημα, στρέφομαι να εξετάσω το δεύτερο σκέλος για τον καταμερισμό της ευθύνης που αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του κάθε οδηγού και της ζημίας που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα. Ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου 2 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη ουσιώδης συνάφεια μεταξύ των ενεργειών ή παραλείψεων του Τριτοδιάδικου 2 και του ατυχήματος. Στάθηκε ιδιαίτερα στο ότι ο Ενάγοντας 1 είχε αντιληφθεί το ακινητοποιημένο όχημα του Τριτοδιάδικου 2 και ακόμα 2-3 οδηγοί προσπέρασαν τη σκηνή χωρίς να συγκρουστούν. Αυτό, εισηγήθηκε, σημαίνει ότι το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο δεν συνιστούσε κίνδυνο. Πρέπει να πω ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο εκάστοτε οδηγός πρέπει να κρίνεται με βάση το κριτήριο του μέσου συνετού οδηγού. Το γεγονός ότι άλλα άτομα απέφυγαν το εμπόδιο δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα ή ευρήματα για την επάρκεια της παρατηρητικότητας των εμπλεκομένων οδηγών ή για το πόσο εμφανές ήταν το εμπόδιο. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία που να εισηγείται ότι οι άλλοι 2-3 διερχόμενοι οδηγοί πράγματι είδαν το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου 2 και συνειδητά ενήργησαν ώστε να το αποφύγουν. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, οι άλλοι διερχόμενοι οδηγοί οδηγούσαν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και επομένως το εμπόδιο δεν ήταν στην πορεία τους ώστε να αναγκαστούν άμεσα να το αποφύγουν. Επιπρόσθετα, είναι γεγονός ότι από τη στιγμή που το όχημα του Τριτοδιάδικου 2 ακινητοποιήθηκε μέχρι την ώρα που το προσέγγισαν τα οχήματα του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου 1 παρήλθε κάποιος χρόνος τον οποίο οι μάρτυρες προσδιόρισαν περί τα 10-15 λεπτά. Όμως, δεν θεωρώ ότι ο όποιος χρόνος μεσολάβησε ήταν αρκετός από μόνος του για να διαρραγεί η αλυσίδα υπαιτιότητας (chain of causation) μεταξύ των ενεργειών του Τριτοδιάδικου 2 και του επίδικου ατυχήματος, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου 2. Έχω την άποψη ότι η αιτιώδης συνάφεια δεν είναι ζήτημα χρονικό αλλά πραγματικό και ουσιαστικό. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από περιπτώσεις όπου η ορατότητα είναι καλή ώστε ένας οδηγός να έχει τη δυνατότητα να δει και να εκτιμήσει τον κίνδυνο που βρίσκεται μπροστά του και να λάβει μέτρα αποφυγής του[11]. Η διαφοροποίηση συνίσταται στο ότι στην δεύτερη περίπτωση δημιουργείται κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας που προκάλεσε την παρεμπόδιση στο δρόμο και της μεταγενέστερης που προκάλεσε το ατύχημα και τις συνέπειες του. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόφραξη δρόμου δεν συνεπάγεται αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για ατύχημα που ακολουθεί. Η αρχή αυτή έχει διατυπωθεί στην Αγγλική υπόθεση Rouse v Squires [1973]1 Q.B. 889 και υιοθετήθηκε και επιβεβαιώθηκε και στην Κυπριακή νομολογία. Ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου 2 παρέπεμψε στην υπόθεση Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν Νίκης Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 όπου το Εφετείο αποφάσισε ότι: «Η απόφραξη δρόμου, αλόγιστη όσο κι αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley L.J. στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Προκύπτει ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος.» Στην υπόθεση Rouse (ανωτέρω) σύμφωνα με τον L.J. Buckley: " Anyone who by a negligent act creates a danger on a highway to other users of the highway can be liable to another user if damage results from the danger so caused. The question whether there is a danger is to be determined by the ordinary test of foreseeability. But for that purpose, when considering how other road users can reasonably be expected to use the road, you are not entitled to assume that they will all exercise the proper degree of care. For instance, one should not proceed upon the assumption that every driver will be able to stop within the limits of his own vision, because common experience shows that people do not always drive in that way. But when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger, and in such a case there is a break in the chain of causation and the immediate consequences of the latter negligent act of a driver on the highway that causes an accident." Παραπέμπω επίσης και στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ο L.J. MacKenna την Rouse (ανωτέρω) ο οποίος καταλήγει στην απόφαση του ως εξής: "Where a party guilty of the prior negligence has created a dangerous situation and the danger is still continuing to a substantial degree at the time of the accident and the accident would not have happened but for this continuing danger, he is responsible for the accident as well as the party who was subsequently negligent..." Στην παρούσα υπόθεση, για του λόγους που επιχείρησα να εξηγήσω πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι υπήρχε επαρκής ορατότητα (ample visibility) και επαρκής ευκαιρία (ample opportunity) για τους διερχόμενους οδηγούς να δουν και να εκτιμήσουν τον κίνδυνο που δημιούργησε ο Τριτοδιάδικος
  1. Ο Τριτοδιάδικος 2, με τις ενέργειες, παραλήψεις και τη συμπεριφορά του δημιούργησε ένα κίνδυνο που ήταν συνεχής, αναπάντεχος και απρόσμενος τον οποίο ο μέσος συνετός οδηγός δεν μπορούσε λογικά να αναμένει ότι θα αντιμετώπιζε στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Αυτές οι ενέργειες, παραλήψεις και συμπεριφορά αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος και η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας (chain of causation) στην παρούσα περίπτωση δεν είχε διαρραγεί. Για τον λόγο αυτό, το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης βαραίνει και πρέπει να αποδοθεί στον Τριτοδιάδικο
  2. Πέρα τούτου, θεωρώ ότι ο Τριτοδιάδικος 1 συνέτεινε με τη δική του συμπεριφορά στην επέλευση του ατυχήματος. Εάν επεδείκνυε την προσήκουσα παρατηρητικότητα και εποπτεία στον δρόμο, θα αντιλαμβανόταν τις προειδοποιήσεις και τον κίνδυνο ενωρίτερα και θα είχε την ευκαιρία να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Επομένως, οι ενέργειες του Τριτοδιάδικου 1 συνέτειναν στο να συγκρουστεί το όχημα του με το όχημα του Εναγόμενου, το οποίο ως αποτέλεσμα, σύρθηκε και συγκρούστηκε με τη σειρά του με το όχημα του Ενάγοντα
  3. Μερίδιο επομένως της ευθύνης πρέπει να αποδοθεί και σε εκείνον. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα πρέπει να καταμεριστεί και καταμερίζεται σε ποσοστό 70% στον Τριτοδιάδικο 2 και 30% στον Τριτοδιάδικο
  4. Ενόψει του ότι το αντικείμενο του διατάγματος συνένωσης των αγωγών έχει ολοκληρωθεί εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης τους προκειμένου να εκδικαστούν τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Να ακολουθήσουν αιτήσεις ορισμού από τους διαδίκους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και του Εναγόμενου και εναντίον των Τριτοδιάδικων 1 και 2 κατ΄ αναλογία του ποσοστού ευθύνης που έχει καταμεριστεί στον καθένα από αυτούς, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης όλων των αγωγών. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Charalambous v Kaifa
(1986)1 CLR 278, Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 646, Θρασυβούλου ν Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 293, Τεκλίμα Λτδ ν Α.Τ. Lanitis
(1987)1 CLR 614 [4] Άρθρο 27, Κεφ. 9 [5] Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [6] Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [7] Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 [8] Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 [9] Τσολάκη ν Ανδρέου, Πολ. Έφ. 65/2005,
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 129 [10] Νικολάου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748, Σιαλαμπή ν Παναγή
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 75 [11] Τσολάκης ν Ανδρέου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ.129 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.