ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΙΗΜΗΤΡΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 230/10, 19/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 230/10 Μεταξύ:
- ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
- ΑΛΚΗ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ Εναγόντων και
- ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΙΗΜΗΤΡΑ
- ΣΩΤΗΡΗ ΓΙΟΥΠΑ Εναγομένων ---------------------------- 19 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Δρ. Ανδρέας Ποιητής (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Ζίκκου). Για τον Εναγόμενο 1: κ. Νίκος Μακρίδης για κ. Αλέκο Μαρκίδη και κ. Γιώργο Κ. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Παρά το γεγονός ότι η Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων τροποποιήθηκε δύο φορές, το υπόβαθρο των αξιώσεών τους, τόσο από πλευράς γεγονότων, όσο και από πλευράς νομικής βάσης, είναι δυσνόητο και ασαφές. Το "νεφελώδες τοπίο", δυστυχώς δεν ξεκαθάρισε με την προφορική μαρτυρία του ενάγοντος 1 (Μ.Ε.1), ο οποίος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας από πλευράς εναγόντων που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως και η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων, μπόρεσε να συμβάλει στην αποσαφήνιση της όλης κατάστασης. Αυτού λεχθέντος, θα επιχειρήσω ακολούθως, να συνοψίσω με όσο πιο κατανοητό τρόπο μπορώ, τις θέσεις και αξιώσεις των εναγόντων, ως αυτές, νεφελωδώς, αναδύονται από το δικόγραφο τους. Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι το 2005, ο εναγόμενος 1 τους παρότρυνε να πάνε στη Ρουμανία, όπου τους σύστησε τον εναγόμενο 2 ως συνέταιρό του. Εκεί αμφότεροι, τους παρότρυναν να αγοράσουν γη, όπως και έπραξαν. Τούτο επαναλήφθηκε και το 2006, οπότε οι εναγόμενοι τους πρότειναν να αγοράσουν και ένα δεύτερο τεμάχιο γης. Πράγματι αγόρασαν από τους εναγόμενους ή και από τον εναγόμενο 2, ένα τεμάχιο γης στην Targoyiste, συνορεύον με το Βασιλιάτη [ότι και αν είναι αυτό] έναντι ποσού ίσου με €104.
- Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε πρόβλημα με την τιτλοποίηση του τεμαχίου που αγόρασαν. Έτσι μετέβησαν εκ νέου στη Ρουμανία, όπου συνάντησαν κάποια πρόσωπα, τα οποία είχαν αγοράσει τεμάχιο που συνόρευε με το δικό τους τεμάχιο. Τα πρόσωπα αυτά, τους εισηγήθηκαν να συνενωθεί το τεμάχιο τους με αυτό των εναγόντων. Για να συνενωθούν όμως τα τεμάχια, οι ενάγοντες, θα έπρεπε να καταβάλουν ένα πρόσθετο ποσό €35.000 έκαστος και μ' αυτό τον τρόπο θα αποκτούσαν το 1/8 μερίδιο της συνολικής έκτασης του [συνενωμένου] τεμαχίου γης. Το 2008, οι εναγόμενοι τσακώθηκαν και "διέρρηξαν τις συμφωνίες που είχαν μεταξύ τους". Κατόπιν τούτου και αφού εν τω μεταξύ, είχαν μεταβεί στη Ρουμανία, ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε τους ενάγοντες, ότι, δεν τους είχε μεταβιβαστεί το μερίδιο τους. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι τους υποσχέθηκαν να τους μεταβιβάσουν τρία άλλα τεμάχια, μακριά από την πόλη, με την παράλληλη υπόσχεση ότι θα τους κατασκεύαζαν δρόμο για να έχουν πρόσβαση στα εν λόγω τεμάχια. Την επομένη ημέρα όμως, ενημερώθηκαν, ότι, δεν θα μπορούσε να κατασκευαστεί δρόμος, διότι ολόκληρη η περιοχή ήταν υποθηκευμένη στην Τράπεζα Κύπρου [στη Ρουμανία όλα αυτά υπενθυμίζω]. Τελικώς, ο εναγόμενος 1 ζήτησε να του παραχωρήσει υποθήκη ο εναγόμενος 2 [προφανώς για να έχει κάποια εξασφάλιση] και σε τέτοια περίπτωση θα αναλάμβανε ο ίδιος να κατασκευαστεί ο δρόμος μέχρι 18.2.
- Σε διαφορετική περίπτωση, όφειλε να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα €75.
- Μολονότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν και ο εναγόμενος 2 του παραχώρησε την υποθήκη, ούτε ο δρόμος κατασκευάστηκε, ούτε τα χρήματα τους καταβλήθηκαν. Μ' αυτό τον τρόπο οι εναγόμενοι διέρρηξαν τη συμφωνία και κατ' επέκταση οι ενάγοντες διεκδικούν €150.000 ή €75.000 έκαστος. Η αγωγή δεν προχώρησε εναντίον του εναγομένου 2 - άγνωστο γιατί - με αποτέλεσμα, υπόλογος στο Δικαστήριο να βρεθεί μόνο ο εναγόμενος
- Ο εναγόμενος 1 δεν δέχτηκε τις αξιώσεις των εναγόντων. Αντίθετα, καταχώρησε Υπεράσπιση με την οποία, λακωνικά, αρνείται κατ' ουσία τα πάντα. Αρνείται ότι παρότρυνε τους ενάγοντες να μεταβούν στη Ρουμανία και να αγοράσουν ακίνητα. Αρνείται ότι πώλησε ή ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση ακινήτου στους ενάγοντες στη Ρουμανία. Ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ή συμφωνία και ουδέποτε εισέπραξε οποιαδήποτε χρήματα από τους ενάγοντες. Ουδεμία σχέση έχει με τον εναγόμενο 2, ούτε και δεσμεύεται από τις όποιες δοσοληψίες του με τρίτα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων. Ουδέποτε υποσχέθηκε στους ενάγοντες να κατασκευάσει δρόμο και ουδέποτε υπέγραψε συμφωνία υποθήκευσης ακινήτου με τον εναγόμενο 2, η οποία να προέβλεπε ωφέλεια των εναγόντων λόγω κατασκευής δρόμου. Κατ' επέκταση, ουδέποτε ανέλαβε υποχρέωση έναντι των εναγόντων όπως τους καταβάλει χρήματα σε περίπτωση που δεν προέβαινε στην κατασκευή δρόμου. Στη βάση αυτών των θέσεων, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακρόαση ήταν σύντομη, αφού προφορική μαρτυρία έδωσαν μόνο δύο πρόσωπα, ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1). Λίγα είναι και τα τεκμήρια της υπόθεσης - τέσσερα στον αριθμό - και αυτό, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων από αμφότερες τις πλευρές, στις οποίες αποκαλύπτονται σωρεία εγγράφων που έχουν στην κατοχή και έλεγχό τους. Τα μόνα τεκμήρια που κατατέθηκαν είναι τα εξής: Τεκμήριο 1 - Αντίγραφο κατάθεσης ποσού €50.000 προς όφελος του εναγομένου 2 ημερ. 21.6.
- Τεκμήριο 2 - Αντίγραφο κατάθεσης ποσού €35.000 προς όφελος του εναγομένου 2 ημερ. 20.10.
- Τεκμήριο 3 - Χρεωστική σημείωση από τον ενάγοντα 2 προς την Romanian Commercial Bank για πληρωμή στον εναγόμενο 2 ποσού €52.020,11, ημερ. 23.6.
- Τεκμήριο 4 - Εντολή πληρωμής από εταιρεία Alkis Stavrinos and Sons Ltd ποσού €35.000 προς τον εναγόμενο 2, ημερ. 18.10.
- Σε ό,τι αφορά την προφορική μαρτυρία, δεν θα επιχειρήσω να την καταγράψω σε μεγάλη έκταση, καθ' ότι τούτο είναι αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Θα αναφερθώ, βέβαια, σε κάποια επιμέρους σημαντικά σημεία της, τονίζοντας συνάμα το αυτονόητο - ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει με τη δέουσα ενδελέχεια και προσοχή (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ο Μ.Ε.1 υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) επανέλαβε ουσιαστικά τους νεφελώδεις ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ισχυρίστηκε, ότι ο εναγόμενος 1 τους σύστησε αρχικά τον εναγόμενο 2, ως συνέταιρο του "σε διάφορες αγορές" και ότι αμφότεροι τους παρότρυναν να αγοράσουν γη, όπως και έπραξαν. Αποκάλυψε, ότι για να πραγματοποιήσουν την αγορά, ενέγραψαν στη Ρουμανία εταιρεία, ήτοι την ANORTHOSIS FAMAGUSTA SRL. Το ίδιο έπραξαν και οι εναγόμενοι εγγράφοντας την εταιρεία TURN INVEST SRL. Στην αντεξέταση, παραδέχτηκε με δισταγμό, ότι, τα κτήματα είναι στην εταιρεία τους που μεταβιβάστηκαν. Δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκαν προηγουμένως, αλλά γνωρίζει ότι τα χρήματα για την αγορά τα έδωσαν στον εναγόμενο
- Μολονότι στη γραπτή του δήλωση γίνεται αναφορά σε πωλητήριο έγγραφο και σε πρόθεση να κατατεθεί ως τεκμήριο (παράγραφος 8), τελικώς τέτοιο πωλητήριο δεν παρουσιάστηκε. Το 2006, αγόρασαν "από τους εναγόμενους ή και από τον 2ο εναγόμενο" ένα τεμάχιο στην Targoyiste που συνορεύει με το Βασιλιάτη έναντι ποσού €104.
- Η τιτλοποίηση αυτού του τεμαχίου αργούσε και έτσι, σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που κατείχαν συνορεύοντα τεμάχια, αποφάσισαν να τα συνενώσουν, πληρώνοντας επιπλέον ποσό €70.000 στους εναγομένους, για να καταστούν συνιδιοκτήτες κατά 1/8 μερίδιο του ενοποιημένου τεμαχίου. Στην αντεξέταση - ως προκύπτει και από τα τεκμήρια - παραδέχτηκε, ότι, είναι στον εναγόμενο 2 που καταβλήθηκε το ποσό αυτό. Το 2008 ο εναγόμενος 1, τους είπε, ότι, μάλλον, δεν έχουν καταστεί συνιδιοκτήτες και ότι είχε τσακωθεί με τον εναγόμενο
- Σε μετέπειτα συνάντηση στο γραφείο του εναγομένου 2, αντί του πρώτου τεμαχίου, τους πρότειναν να τους μεταβιβάσουν άλλα τρία τεμάχια σε πιο μακρινή όμως περιοχή και αποδέχτηκαν. Ο εναγόμενος 1 τους υποσχέθηκε ότι θα τους κατασκεύαζε δρόμο για να έχουν πρόσβαση στα τεμάχια αυτά, αφού, χωρίς πρόσβαση, τα τεμάχια, δεν είχαν αξία. Την επομένη ημέρα όμως, ανακάλυψαν ότι τα τεμάχια ήταν υποθηκευμένα και ότι δεν μπορούσε να κατασκευαστεί δρόμος. Τελικά, ο εναγόμενος 1, έναντι υποθήκης που του παραχώρησε ο εναγόμενος 2, υποσχέθηκε (προφορικά) να κατασκευάσει ο ίδιος τον δρόμο μέχρι 18.2.2009, αλλιώς θα κατέβαλλε στον καθένα €75.
- Η υπόσχεση αυτή, δόθηκε έξω από το Κτηματολόγιο στη Ρουμανία για να "μην τσακώνονται", όπως το έθεσε. Τελικώς δεν έπραξε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ο Μ.Υ.1 επίσης ακολούθησε τη γραμμή της Υπεράσπισής του. Ούτε πώλησε, ούτε μεσολάβησε, ούτε εισέπραξε χρήματα από τους ενάγοντες, ισχυρίστηκε. Ούτε και έχει επ' ονόματι του οποιαδήποτε κτήματα στη Ρουμανία. Με τον εναγόμενο 2 δεν είναι συνέταιρος. Τουναντίον, έχει και ο ίδιος διαφορές μαζί του, αφού τον ξεγέλασε, μη δίνοντας του τις μετοχές σε κάποιες εταιρείες που συμφώνησαν. Για τον λόγο αυτό έχει κινήσει αγωγή εναντίον του στη Ρουμανία. Τέλος, επέμενε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε να κατασκευάσει δρόμο για τους ενάγοντες, ούτε βεβαίως και να τους δώσει από €75.000 αν δεν το έπραττε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Θα πρέπει να σημειώσω, ότι οι αγορεύσεις αυτές κινούνται σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Από τη μια, στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων, θεωρείται ως δεδομένο, ότι, οι εναγόμενοι ήταν συνέταιροι. Στη βάση αυτή, υποστηρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 είναι συνυπεύθυνος και υπόλογος για τα χρήματα που εισέπραξε ο εναγόμενος 2 από τους ενάγοντες. Το επιχείρημα αυτό διανθίζεται με την παράθεση εκτενών αποσπασμάτων από έγκυρα αγγλικά συγγράμματα. Μια δεύτερη θέση που αναπτύσσεται αφορά το δόγμα του μη αποκαλυφθέντος κυρίου (undisclosed principal). Θεωρεί, ο συνήγορος, ότι η (υποτιθέμενη) παράλειψη του εναγομένου 1 να αποκαλύψει στους ενάγοντες ότι τα κτήματα που επρόκειτο να αγοράσουν ανήκαν σε τρίτο πρόσωπο (αν έτσι έχουν τα πράγματα), τον καθιστά προσωπικά υπεύθυνο για τη συναλλαγή. Η θέση αυτή πλαισιώθηκε με αναφορά στο άρθρο 190 του Κεφ. 149, ως επίσης και από αποσπάσματα από έγκυρα αγγλικά συγγράμματα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η αγωγή των εναγόντων, κατά τον συνήγορο, θα πρέπει να πετύχει. Από την άλλη, στην αγόρευση του συνηγόρου του εναγομένου 1 υποστηρίζεται ότι οι θέσεις και διεκδικήσεις των εναγόντων, είναι ασαφείς και ανυπόστατες. Ειδική αναφορά γίνεται στα δικόγραφα και υποστηρίζεται ότι κατά την ακρόαση υπήρξε από μέρους των εναγόντων, απόκλιση από τις δικογραφημένες τους θέσεις, γεγονός το οποίο, θα πρέπει να οδηγήσει σε αποκλεισμό μαρτυρίας του Μ.Ε.
- Στηλιτεύεται επίσης η χρήση της φράσης "και/ή" στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 που κατά τον συνήγορο, δεικνύει ανεπίτρεπτη προσπάθεια του μάρτυρα να συνδέσει τον εναγόμενο 1 με τον εναγόμενο 2, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει και την ανάλογη υποστηριχτική μαρτυρία. Τελικώς, μέσα από μια ανάλυση της δοθείσας μαρτυρίας, υποβάλλεται η θέση ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένοι και, ως εκ τούτου, η αγωγή τους θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, σε συνάρτηση πάντοτε με τις αντίστοιχες δικογραφημένες θέσεις των μερών. Ξεκινώ από τον Μ.Ε.
- Η μαρτυρία του εν λόγω προσώπου, ήταν το ίδιο ασαφής και δυσνόητη όπως και η Έκθεση Απαίτησης. Απουσίαζε η απαραίτητη συγκρότηση λόγου και επεξηγηματική περιγραφή της ροής των γεγονότων, στοιχεία απαραίτητα για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Οι αναφορές του μάρτυρα, ήταν αποσπασματικές και κάποτε ασυνάρτητες, σε σημείο που διδόταν η εντύπωση ότι και ο ίδιος βρισκόταν σε σύγχυση σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ενδεικτικό τούτου, είναι η αναφορά του μάρτυρα - που ευστόχως επισημάνθηκε και από τον συνήγορο του εναγομένου 1 - ότι το τεμάχιο στην Tergeyiste το αγόρασαν "από τους εναγόμενους ή και από τον εναγόμενο 2". Δηλαδή για ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης, ο μάρτυρας αντί να παραθέσει με βεβαιότητα και σαφήνεια τα γεγονότα, κατέφυγε σε διάζευξη. Τούτο ασφαλώς δεν είναι αποδεκτό. Τόσο η γραπτή ένορκη μαρτυρία όσο και η προφορική, θα πρέπει να διέπονται από σαφήνεια και καθαρότητα. Διαζεύξεις δεν επιτρέπονται (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R 333, El Faith Co. For International Trade S.A.E v. E.D.T Shipping Ltd κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118 το Εφετείο, επικροτώντας τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επανέλαβε ότι "η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης του". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά απόλυτα αντίστοιχο τρόπο, η διαζευκτική αναφορά δεν είναι απλώς στοιχείο σύγχυσης, είναι και σαφέστατη ένδειξη αναξιοπιστίας. Σε σχέση με τα χρήματα, είναι προφανές ότι ο μάρτυρας μαζί και με τον έτερο ενάγοντα, όντως τα κατέβαλαν στον εναγόμενο 2 και στο τέλος παρέμειναν οικονομικά εκτεθειμένοι. Τούτο, όμως, αφορά αποκλειστικά τον εναγόμενο
- Η φραστική και μόνο περιγραφή του εναγόμενου 1 ως συνεταίρου του εναγόμενου 2 - στην απουσία οποιωνδήποτε υποστηριχτικών στοιχείων ή γεγονότων που να συντείνουν προς αυτή την κατεύθυνση - ουδόλως τον καθιστά συνυπεύθυνο για την απώλεια τους. Δεν πιστεύω ότι ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ως συνέταιρος του εναγόμενου 2 είτε για τις συγκεκριμένες δοσοληψίες, είτε ευρύτερα. Ούτε και τα γεγονότα της υπόθεσης συνηγορούν προς μια τέτοια κατάληξη. Επί του προκειμένου σημειώνω τα εξής: Κανένα γραπτό στοιχείο που να αφορά οποιαδήποτε συναλλαγή της υπόθεσης και που να καταδεικνύει προσωπική εμπλοκή του εναγομένου 1 ή έστω από κοινού εμπλοκή με τον εναγόμενο 2 δεν έχει παρουσιαστεί. Κανένα ποσό χρημάτων δεν καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 - και τούτο παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι τον εναγόμενο 1 που γνώριζαν αρχικά. Αντίθετα, όλα ανεξαιρέτως τα χρήματα καταβλήθηκαν αποκλειστικά και μόνο στον εναγόμενο
- Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 1 προσπορίστηκε όφελος από την όποια δοσοληψία ή ότι οι εναγόμενοι είχαν κοινές επιχειρηματικές στοχεύσεις, κοινά κεφάλαια ή άλλα περιουσιακά στοιχεία στα πλαίσια εταιρικής σχέσης που ανέπτυξαν μεταξύ τους, στοιχεία που αν υπήρχαν θα αποτελούσαν ένδειξη άτυπου συνεταιρισμού. Αντίθετα, φαίνεται πως και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ήταν κατά κάποιο τρόπο θύμα του εναγομένου 2, εξ ου και ως ανέφερε, αναγκάστηκε να στραφεί δικαστικά εναντίον του στη Ρουμανία. Η ανυπαρξία πραγματικής συνεταιρικής σχέσης μεταξύ των εναγομένων, καθιστά την όλη ανάλυση που γίνεται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων, άνευ πρακτικής σημασίας και εφαρμογής. Πέραν της ασάφειας γεγονότων και της ανυπαρξίας κατάδειξης συνεταιρικής σχέσης, υπάρχει και σαφέστατο νομικό κενό που προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Με δισταγμό, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη σύσταση εταιρείας από μέρους των εναγόντων, ήτοι της ANORTHOSIS FAMAGUSTA SRL, η οποία, ως διαφάνηκε, ήταν αυτή που πραγματοποίησε την αρχική αγορά ακινήτου είτε από την TURN INVEST SRL, είτε από τον οποιονδήποτε (άγνωστο) τρίτο ιδιοκτήτη του πρώτου ακινήτου. Δεν ειπώθηκε οτιδήποτε για αλλαγή της δομής των συναλλασσόμενων στις μετέπειτα δοσοληψίες. Επομένως, αν είναι από την εν λόγω εταιρεία που έγιναν και οι μετέπειτα αγορές - πράγμα πολύ πιθανόν, αφού ως αναφέρθηκε η σύσταση εταιρείας ήταν προαπαιτούμενο του Ρουμάνικου δικαίου - είναι η εταιρεία και όχι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που τη στελεχώνουν που έχουν αγώγιμο δικαίωμα για την όποια ατασθαλία που αφορά στις δοσοληψίες. Σε μια τέτοια περίπτωση αναφύουν και ζητήματα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, αφού οι δοσοληψίες έγιναν στη Ρουμανία μεταξύ δύο Ρουμάνικων εταιρειών. Το γεγονός ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν από ένα φυσικό πρόσωπο προς άλλο, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς. Το σημαντικό δεν είναι ποιος έδωσε τα χρήματα, αλλά εκ μέρους ποιου και για ποια συναλλαγή δόθηκαν. Στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων αναπτύσσεται επιχειρηματολογία που φέρει τον εναγόμενο 1, προσωπικά υπεύθυνο, σε περίπτωση που τα ακίνητα όντως ανήκαν σε εταιρεία, για τον λόγο ότι δεν αποκάλυψε το γεγονός στους ενάγοντες (βλ. δόγμα του μη αποκαλυφθέντος κυρίου - doctrine of undisclosed principal). Πρόκειται για μια συλλογιστική που δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Αν είναι κάποιοι που όφειλαν να αποκαλύψουν τους πραγματικούς συναλλασσόμενους, είναι οι ενάγοντες, που κίνησαν και την παρούσα αγωγή. Στο δικόγραφό τους όμως, καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στη σύσταση των δύο εταιρειών. Περαιτέρω, αν έγινε συμφωνία μεταξύ των εναγομένων να παραχωρήσει ο εναγόμενος 2 υποθήκη στον εναγόμενο 1, η συμφωνία αφορά τους εναγόμενους και μόνο. Με βάση το δόγμα της συμβατικής σχέσης "privity of contract", δεν είναι δυνατό οι ενάγοντες να έλκουν δικαιώματα απ' αυτή τη συμφωνία και επικαλούμενοι την υλοποίησή της από τον εναγόμενο 2, να διεκδικούν το ποσό των χρημάτων που υποτίθεται τους υποσχέθηκε ο εναγόμενος 1 (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v. Selfridge Ltd [1914] AC 847 και Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.1153). Εν πάση περιπτώσει, δεν πιστεύω ότι τους δόθηκε ποτέ μια τέτοια υπόσχεση από τον εναγόμενο 1. Πέραν τούτου, η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να παρουσιάσει τον εναγόμενο 1 ως συνέταιρο του εναγομένου 2 και να τον καταστήσει οικονομικά υπόλογο για την οικονομική τους ζημιά, κρίνεται ως εκ των υστέρων σκέψη και ως τέτοια την απορρίπτω. Τα δύο αυτά στοιχεία βρίσκονται στον πυρήνα της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και συνεπώς, παρά το γεγονός ότι άλλες αναφορές του προφανώς είναι αληθείς, δεν μπορώ παρά να απορρίψω τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Δεν δύναται να διασωθεί καμία αναφορά από μαρτυρία που γενικότερα και επί της ουσίας, κρίνεται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Στον αντίποδα, ο Μ.Υ.1 μου προξένησε καλή εντύπωση. Οι δικές του τοποθετήσεις ήταν σαφείς και αταλάντευτες καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κατέφυγε σε δικαιολογίες και υπεκφυγές. Ξεκάθαρα ανέφερε ότι είχε επενδύσει και ο ίδιος στη Ρουμανία μέσω του εναγομένου 2 και τελικώς ζήμιωσε. Ήταν κατά κάποιο τρόπο κοινωνός των τεκταινομένων που αφορούσαν στις δοσοληψίες των εναγόντων στη Ρουμανία, αλλά ουδόλως ήταν συνέταιρος του εναγόμενου 2, υπό την όποια έννοια του όρου. Τη θέση του αυτή την αποδέχομαι, όπως αποδέχομαι ότι δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να υποσχεθεί ή να επιστρέψει ο ίδιος χρήματα στους ενάγοντες. Ούτε και τους έδωσε τέτοια υπόσχεση. Στη βάση, λοιπόν, της θετικής εντύπωσης που μου προξένησε, ο Μ.Υ.1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας. Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η υπόθεση των εναγόντων παραμένει ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ως μη αποδειχθείσα. Προτού κλείσω και υπό μορφή παρένθεσης, επισημαίνω ότι η παρούσα υπόθεση, αναδεικνύει τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν γίνονται αμφιβόλου υπόστασης αγορές και επενδύσεις σε χώρες του εξωτερικού, ακολουθώντας άγνωστες διαδικασίες και πρόχειρες πρακτικές - χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες - που θα θωρακίσουν, νομικά, τέτοιες αγορές και επενδύσεις, αν παραστεί ανάγκη. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................... Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο