← Κύπρος

Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Συνενωμένες Αγωγές:2774/08, 324/09, 2166/10, 6/3/2014

Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Συνενωμένες Αγωγές:2774/08, 324/09, 2166/10, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυϊδ, Α.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές:2774/08 324/09 2166/10 Αρ. Αγωγής: 2774/08 Μεταξύ: Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ Ενάγουσα Και Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ ------------- Αγωγή:324/09 Μεταξύ: Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ Ενάγουσα Και

  1. Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
  2. Ιωσήφ Πεκρής
  3. Μιχάλης Πεκρής -------------- Αγωγή: 2166/10 Μεταξύ: Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ Ενάγουσα Και
  4. Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
  5. Ιωσήφ Πεκρής
  6. Μιχάλης Πεκρής ------------ Ημερομηνία: 6/3/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Β. Πέτρου-Πιερίδου Για Εναγόμενους: κ. Η. Πεκρής ΑΠΟΦΑΣΗ Τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη στις ως άνω αγωγές, αποτελούν εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταφορών εμπορευμάτων και γενικού φορτίου. Αποτελεί κοινό έδαφος για όλους τους ως άνω διαδίκους ότι με συμφωνία η οποία καταρτίστηκε στις 9.8.2008, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρείας, (πιο κάτω αναφερόμενη ως η συμφωνία) την πιστή εφαρμογή της οποίας εκ μέρους της εναγομένης εγγυήθηκαν ο Ιωσήφ Πεκρής και Μιχάλης Πεκρής, εναγόμενοι 2 και 3 αντίστοιχα στις ως άνω υπ' αριθμό 324/09 και 2166/10 αγωγές, η ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε να πωλήσει στην εναγομένη εταιρεία 25 συνολικά οχήματα [3 φορτηγά με τις αντίστοιχες άδειες οδικής χρήσης «Α» ενός εκάστου, 21 ρυμουλκούμενα οχήματα /καρότσες και 1 Fork Lift (περονοφόρο ανυψωτικό όχημα) 6 τόνων] τα οποία καταγράφονται σε κατάλογο που επισυνάφθηκε στην εν λόγω συμφωνία. Ως τίμημα για την αγορά των ως άνω αντικειμένων, καθορίστηκε από την ως άνω συμφωνία το ποσό των Λ.Κ.115.000, ήτοι €196.389 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Το ποσό των Λ.Κ.23.000, ήτοι €39.29,83 σεντ, ως η πρόνοιες της ως άνω συμφωνίας καταβλήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ήτοι Λ.Κ.92.000 (€157.191,93σεντ) συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί σε 10 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €15.719,13 σεντ έκαστη. Προς τούτο και κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας των δύο πλευρών, η εναγόμενη εταιρεία εξέδωσε επ' ονόματι της ενάγουσας και παρέδωσε στην τελευταία 10 τραπεζικές επιταγές εκ €15.719,13 σεντ έκαστη. Η εξέλιξη της ως άνω επιχειρηματικής συναλλαγής μεταξύ των δύο δεν ήταν η αναμενόμενη. Για λόγους που οι δύο πλευρές ερίζουν, η ολοκλήρωση και η υλοποίηση της ως άνω συμφωνίας, μέχρι σήμερα, δεν κατέστει δυνατή. Σε συνάρτηση τούτου, η πλευρά της εναγομένης εταιρείας ανακάλεσε την πληρωμή των ως άνω 10 επιταγών (stop payment). Πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία, ως αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης καταχώρησε και προώθησε αριθμό ποινικών υποθέσεων σε βάρος της τελευταίας και των διευθυντών της, επιδιώκοντας την τιμωρία τους για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών, προχώρησε και στην καταχώρηση και προώθηση των τριών ως άνω αγωγών. Ειδικότερα, την αγωγή υπ. αριθμό 2774/08 όπου εναγόμενη είναι μόνο η εταιρεία Αδελφοί Σ. Πεκρή (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ, στα πλαίσια της οποίας αξιώνεται το ποσό των €47.157,39 σεντ, ποσό που αποτελεί το ποσό που συμποσούνται από την πρόσθεση του ποσού των τριών από τις ως άνω επιταγές με αριθμό 78320016, 78320017 και 78320018, ημερομηνίας 09.09.08, 09.10.08 και 09.11.08 αντίστοιχα, αξίας €15.719,13 σεντ έκαστη, ως επίσης νόμιμο τόκο επί του ως άνω ποσού των €47.157,39 από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, έξοδα της διαδικασίας πλέον ΦΠΑ. Στα πλαίσια της αγωγής υπ αριθμό 324/09, η ενάγουσα αξιώνει από την εναγομένη και τους εναγομένους υπ' αριθμό 2 και 3 σε αυτήν, ως εγγυητές της εκπλήρωσης των όρων της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας και των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας, το ποσό των €31.338,26 σεντ που ισοδυναμεί με δύο επιταγές από τις συνολικά 10 που εκδόθηκαν προς όφελος της από την εναγομένη εταιρεία, ειδικότερα τις επιταγές υπ' αριθμό 78320019, και 78320020 ημερομηνίας 09.12.08, 09.1.09 αντίστοιχα, αξίας €15.719,13 έκαστη. Στα πλαίσια της ως άνω αγωγής, διεκδικεί επίσης νόμιμο τόκο επί του ποσού της κάθε μιας από τις ως άνω δύο επιταγές από την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες μέχρι εξόφλησης τους, τα έξοδα της διαδικασίας, πλέον ΦΠΑ. Κατά τον ίδιο τρόπο, στα πλαίσια της αγωγής 2166/10 η ενάγουσα διεκδικεί από την εναγομένη 1 εταιρεία και τους εναγομένους 2 και 3 ως εγγυητές των υποχρεώσεων της εναγομένης εταιρείας που απορρέουν από την ως άνω συμφωνία, το ποσό των €78.595,65 δυνάμει των υπόλοιπων 5 επιταγών που η εναγόμενη εξέδωσε προς όφελος της ενάγουσας και οι οποίες παρέμειναν ακάλυπτες, ειδικότερα των επιταγών με αριθμό 78320021, 73320022, 73320023, 73320024 και 73320025 ημερομηνίας 09.02.09, 09.3.09, 09.04.09, 09.05.09 και 09.06.09 αντίστοιχα, αξίας εκ €15.719,13 έκαστη. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, το διεκδικούμενο ποσό αξιώνεται παράλληλα ως αποτέλεσμα παράβασης συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως μέρος και/ή ως υπόλοιπο της αξίας των αγαθών που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από την πλευρά της Ενάγουσας στην Εναγομένη και/ή ως υπόλοιπο χρέους και/ή στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Διεκδικείται παράλληλα τόκος 9% επί του ποσού κάθε μιας επιταγής από την ημέρα που αυτή θα ήταν πληρωτέα μέχρι εξόφλησης, έξοδα της διαδικασίας πλέον ΦΠΑ. Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι εναγόμενοι και στις τρεις περιπτώσεις δεν αμφισβητούν την συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 09.08.08 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρείας, ούτε την έκδοση των ως άνω 10 επιταγών από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας και την παράδοση τους στην ενάγουσα στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας. Αποτελεί παράλληλα δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι η πλευρά της ενάγουσας παρέδωσε στους εναγομένους όλα τα αντικείμενα που αναγράφονταν στην ως άνω συμφωνία, πλην του περονοφόρου ανυψωτικού οχήματος (Fork Lift). Παραδέχονται επίσης ότι δόθηκαν από την πλευρά τους οδηγίες για την ανάκληση και/ή την μη πληρωμή όλων των επιταγών που πιο πάω αναφέρθηκαν και που αποτελούν τη βάση για την προώθηση και των τριών ως άνω αγωγών σε βάρος τους, προβάλλοντας τη θέση ότι πράξεις και/ή παραλείψεις της ενάγουσας νομιμοποιούσαν την ανάκληση των συγκεκριμένων επιταγών. Ειδικότερα, αφού αναφέρονται σε όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 9.8.2008, υποδεικνύουν ότι κατ' εφαρμογή τους, στις 11.08.2008 κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσό €39.297,83 μαζί με τις 10 μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτές την πρώτη ημέρα εκάστου μήνα, αρχομένης από τον Σεπτέμβριο του
  7. Σε μεταγενέστερο της υπογραφής της συμφωνίας στάδιο, οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν ότι πλείστα οχήματα και αντικείμενα τα οποία αποτελούσαν το αντικείμενο της συμφωνίας δεν ανήκαν στους ενάγοντες. Παρά το γεγονός ότι απαίτησαν από τους ενάγοντες να τους παρουσιάσουν στοιχεία και αποδείξεις περί της ιδιοκτησίας όλων των αντικειμένων και να προβούν στην μεταβίβαση τους εντός συμφωνημένης προθεσμίας, οι τελευταίοι αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για την μεταβίβαση των οχημάτων και των σχετικών αδειών, ως επίσης να καταθέσουν στις αρμόδιες αρχές τα αναγκαία έγγραφα για να καταστεί εφικτή η χρήση των φορτηγών οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων σε δημόσιους δρόμους. Αρνήθηκαν επίσης να παραδώσουν στους ενάγοντες το περονοφόρο ανυψωτικό όχημα. Προτάσσοντας τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν ήταν ιδιοκτήτες των αντικειμένων ούτε είχαν την δυνατότητα να τα πωλήσουν και/ή να τα παραδώσουν στους εναγόμενους, έδωσαν οδηγίες στην τράπεζα τους για ανάκληση πληρωμής των ως άνω 10 επιταγών, πληροφορώντας ταυτόχρονα τους ενάγοντες για το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν παραβιάσει τους όρους της μεταξύ συμφωνίας και ότι τα οχήματα τα οποία είχαν ήδη παραδοθεί σε αυτούς, ήταν στην διάθεση τους να τα παραλάβουν μαζί με την επιστροφή τόσο των χρημάτων που είχαν καταβληθεί από την πλευρά τους στην ενάγουσα στις 11.08.08, όσο και διάφορα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν μεταγενέστερα από την εναγόμενη για την επιδιόρθωση των ρυμουλκούμενων οχημάτων. Παρά την ως άνω πληροφόρηση, οι ενάγοντες συνέχισαν να παρουσιάζουν και να καταθέτουν τις επιταγές που είχαν στην τράπεζα προς εξαργύρωση. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι η σύναψη της συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλου εκ μέρους των εναγόντων, αφού οι τελευταίοι παρέστησαν στους εναγόμενους ότι τα οχήματα και/ή αντικείμενα της συμφωνίας ήταν δικής τους ιδιοκτησίας και ότι είχαν το δικαίωμα παράδοσης της πώλησης και μεταβίβασης τους, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να πράξουν τούτο. Παράλληλα, προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις προς τους εναγόμενους, παριστάνοντας ότι τα οχήματα και/ή αντικείμενα που αναφέρονται στην συμφωνία ήταν ελεύθερα από κάθε επιβάρυνση, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να προβούν σε τέτοια παράσταση, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι εναγόμενοι και να υποστούν βλάβη. Υποδεικνύουν παράλληλα ότι η προώθηση των αγωγών αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού οι ενάγοντες επανειλημμένα καταχώρισαν αγωγές καθώς και ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις σε διάφορες επαρχίες εναντίων των εναγομένων, στηριζόμενοι στην ίδια συμφωνία. Υποστηρίζουν ότι η ενάγουσα χρησιμοποιεί τις παρούσες Δικαστικές διαδικασίες για αλλότριους σκοπούς με πρόθεση να υποχρεώσει τους εναγομένους να καταβάλουν το αντίστοιχο ποσό των επιταγών, χωρίς οι τελευταίοι να λάβουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή με πρόθεση να ταλαιπωρήσουν τους εναγομένους με πολλαπλές διαδικασίες. Καταληκτικά, ανταπαιτούν στα πλαίσια των αγωγών υπ' αριθμό 2774/2008 και 327/2009 αποζημιώσεις συνολικού ύψους €163.539,54 για παράβαση της συμφωνίας, (€8.401 για την συντήρηση και επιδιόρθωση ρυμουλκούμενων οχημάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο της πώλησης, €115.840,71 ποσό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι για την μίσθωση από τρίτους φορτηγών οχημάτων για να διεκπεραιώσουν τις εργασίες τους μέχρι 11.12.2009 και €39.297,83 ως το ποσό που κατέβαλαν προς την ενάγουσα για αντάλλαγμα που απέτυχε) ενώ διαζευκτικά, αξιώνουν την επιστροφή σε αυτούς του ποσού των €39.297,83 ως χρήματα που οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγομένους στην βάση ανταλλάγματος που απέτυχε και/ή οφειλόμενο δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νόμιμο τόκο και έξοδα της διαδικασίας. Η πλευρά της ενάγουσας εταιρείας, με την απάντηση της στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων στα πλαίσια των αγωγών υπ' αριθμό 2774/08 και 324/09 και της απάντησης της στην υπεράσπιση των εναγομένων στα πλαίσια της υπόθεσης 2166/10, παραπέμποντας επίσης στους όρους της μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνίας ημερ. 9.8.2008, πέραν του γεγονότος ότι απορρίπτει την ανταπαίτηση της πλευράς των εναγομένων ως αυτή προβάλλεται στις ως άνω δύο αγωγές, απορρίπτει τους ισχυρισμούς των τελευταίων που δεν συνάδουν με τις δικές της δικογραφημένες θέσεις. Υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι οι ενάγοντες ουσιαστικά παρέδωσαν όλα τα πωληθέντα μηχανήματα στους εναγομένους, οι οποίοι και τα παρέλαβαν, εκτός από το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα το οποίο έκτοτε εξακολουθεί να παραμένει στις εγκαταστάσεις των εναγόντων αναμένοντας την παραλαβή του από τους εναγόμενους, υποδεικνύουν ότι οι ίδιοι είχαν ενημερώσει τους εναγόμενους, πριν από την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας, ότι το εκ των πωληθέντων φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HPZ567 είχε αγοραστεί δυνάμει ενοικιαγοράς μέσω της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και ότι ενόψει οφειλόμενου υπόλοιπου, πέριξ των €13.000, τούτο ήταν δεσμευμένο στην εν λόγο τράπεζα και αποτελούσε συνιδιοκτησία των εναγόντων και της ως άνω τράπεζας. Το ίδιο συνέβαινε για συγκεκριμένα ρυμουλκούμενα-καρότσες, τις οποίες προσδιορίζουν, που ήταν δεσμευμένες στην Τράπεζα Κύπρου. Οι τράπεζες, προτάσσεται, ήταν ενημερωμένες από τους ενάγοντες για την πώληση των μηχανημάτων αυτών στην εναγόμενη εταιρεία και ανέμεναν την εξόφληση των υπόλοιπων και οφειλόμενων σε αυτές ποσών για να υπογράψουν και οι ίδιες για την μεταβίβαση των ως άνω οχημάτων και αντικειμένων επ' ονόματι των εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί θέση των εναγόντων ότι κατά την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, μετά από απαίτηση των εναγομένων, οι ενάγοντες προσκόμισαν και παρέδωσαν στους τελευταίους για επιθεώρηση και έλεγχο όλους τους τίτλους των εγγεγραμμένων οχημάτων. Υποδεικνύοντας ότι οι ίδιοι ουδέποτε αποτέλεσαν εμπόδιο στα συμφωνηθέντα, προτάσσουν ότι πλείστοι όσοι από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγομένων στην υπεράσπιση τους αποτελούν μυθεύματα και εκ των υστέρων σκέψεις και μεθοδεύσεις των τελευταίων, στην προσπάθεια τους να καθυστερήσουν την πληρωμή των εναγόντων. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων στις ως άνω τρεις ξεχωριστές δικαστικές διαδικασίες, το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εγείρονταν προς επίλυση και τον κοινό πυρήνα των γεγονότων που τις περιβάλλουν, συμφώνησε με την τελική θέση και των δύο αντιδικούντων πλευρών ότι η συνεκδίκαση των τριών ως άνω αγωγών θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης και της διαφύλαξης πολύτιμου Δικαστικού χρόνου και εξόδων. Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι κατά την πρόοδο της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά των εναγομένων απέσυρε την ανταπαίτηση της στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 324/2009, περιοριζόμενη στην προώθηση της ίδιας ανταπαίτησης της, στα πλαίσια της αγωγής υπ. αριθμό 2774/
  8. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της μακράς ως εξελίχθηκε και ενίοτε, δυστυχώς, αχρείαστα φορτισμένης ακροαματικής διαδικασίας, τόσο από τους διαδίκους αλλά και τους δικηγόρους τους, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου v Δημοκρατίας 2008 2ΑΑΔ 486). Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε ο διευθυντής της, Γερόλεμος Ν. Γερολέμου, πρόσωπο που υπέγραψε για λογαριασμό της ενάγουσας την συμφωνία ημερομηνίας 9.8.2008 (Τεκμήριο 2) αλλά και ως διεφάνη διεξήγαγε τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Ο μάρτυρας, υιοθετώντας πολυσέλιδη γραπτή δήλωση του όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι δικογραφημένες θέσεις της πλευράς του για την εξέλιξη των γεγονότων, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου περαιτέρω λεπτομέρειες και αριθμό τεκμηρίων προς επίρρωση των αναφορών του. Παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο τις 10 επιταγές (τεκμήριο 1) που αφορούν οι ως άνω αγωγές, τις οποίες η εναγόμενη εταιρεία τον Αύγουστο του 2008 εξέδωσε προς όφελος της ενάγουσας, υπέδειξε πως αυτές, στο σύνολό τους, ενώ παρουσιάστηκαν δεόντως στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν αλλά επέστρεψαν απλήρωτες με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - Stop Payment». Οι ως άνω επιταγές εξεδόθησαν από την εναγομένη εταιρεία αμέσως μετά την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας με την οποία η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη εταιρεία, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, τα αντικείμενα που περιγράφονται στον συνημμένο στη συμφωνία κατάλογο ως επίσης την πελατεία της, αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €196.489 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Πριν από την ως άνω συμφωνία υπήρχε συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών αφού η εναγομένη εταιρεία, έναντι αμοιβής, εκτελούσε μεταφορές για λογαριασμό της ενάγουσας χρησιμοποιώντας τα ρυμουλκούμενα οχήματα της τελευταίας, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε χρέωση από την ενάγουσα. Η ως άνω συμφωνία υπογράφτηκε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης εταιρείας στην βιομηχανική περιοχή Αραδίππου στην παρουσία μεταξύ άλλων και του Ευρυπίδη Ευριπίδου, υπαλλήλου τότε της ενάγουσας, ο οποίος μετά την υπογραφή της συμφωνίας εργοδοτήθηκε από την εναγομένη εταιρεία. Εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας υπέγραψε ο διευθυντής της, (εναγόμενος 2) Ιωσήφ Πεκρής. Τούτο έγινε μετά που το εν λόγο πρόσωπο, ως η απαίτηση του, έλεγξε τους τίτλους ιδιοκτησίας των εγγεγραμμένων οχημάτων κατά την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, τους οποίους ο μάρτυρας του παρουσίασε. Η ενάγουσα, μετά την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, παρέδωσε στην εναγομένη το σύνολο των πωληθέντων αντικειμένων τα οποία η τελευταία παρέλαβε, πλην του περονοφόρου ανυψωτικού οχήματος, το οποίο παρέμεινε στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας για σκοπούς παραλαβής του από την εναγομένη εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία για την πληρωμή στην ενάγουσα της προκαταβολής των 39.297,83 που προβλέπεται στη ως άνω συμφωνία εξέδωσε επιταγή προς όφελος της ενάγουσας, ημερομηνίας 11.8.2008, ίση με το ποσό των €14.350,65 αφού στο μεταξύ αφαίρεσε ποσό €24.947,18 που η ενάγουσα όφειλε στην εναγομένη εταιρεία από τις μεταξύ τους προηγούμενες δοσοληψίες. Η εν λόγω επιταγή αποτελεί την μόνη που εξαργυρώθηκε από όσες παραδόθηκαν στην ενάγουσα για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης στη βάση της συμφωνίας Τεκμήριο
  9. Όταν ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από την τράπεζα τη μη πληρωμή της πρώτης επιταγής, η οποία ήταν πληρωτέα στις 9.9.2008, επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 διευθυντή της εναγομένης εταιρείας. Ο τελευταίος προβάλλοντας του ως δικαιολογία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των φορτηγών με τις αντίστοιχες άδειες θα καθυστερούσαν, λόγω της έγκρισης που θα έπρεπε να πάρει από το αρμόδιο τμήμα της Δημοκρατίας και επειδή η τράπεζα της εναγομένης ζητούσε «αντίκρισμα» − για την εξασφάλιση δανείου ως υπολόγισε ο μάρτυρας − ζήτησε από τον ίδιο για να του πληρώσει την επιταγή να του παραδώσει όλα τα κοτσάνια των οχημάτων που είχε στα χέρια της η ενάγουσα ως επίσης να υπογράψει και να σφραγίσει ο μάρτυρας με τη σφραγίδα της ενάγουσας όλα τα έντυπα για άμεση μεταβίβαση τους. Παρά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ο μάρτυρας θέλοντας να προχωρήσει η όλη διαδικασία, στις 13.9.2008 μετέβη στην Αραδίππου όπου παρέδωσε στον εναγόμενο 1 τους τίτλους ιδιοκτησίας των τριών φορτηγών, τις τρείς άδειες «Α», τους τίτλους ιδιοκτησίας αριθμού από τα ρυμουλκούμενα οχήματα, ως επίσης έντυπα C72 του Τελωνείου, δυνάμει των οποίων η Εναγομένη 1 θα μπορούσε να προβεί σε απευθείας εγγραφή επ' ονόματι της, ρυμουλκούμενων οχημάτων. Παράλληλα, υπέγραψε και σφράγισε με την σφραγίδα της ενάγουσας έντυπα που ο Ιωσήφ Πεκρής του υπέδειξε για τις μεταβιβάσεις των οχημάτων αλλά και την προώθηση των αιτήσεων που έπρεπε να υποβληθούν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για την έγκριση των μεταβιβάσεων των τριών αδειών «Α». Η πλευρά της εναγομένης εταιρείας όχι μόνο δεν επέτρεψε την πληρωμή της πρώτης επιταγής αλλά ανακάλεσε την πληρωμή και της δεύτερης επιταγής, η οποία ήταν πληρωτέα στις 9.10.
  10. Ως δικαιολογία προκρίθηκε από την πλευρά του Ιωσήφ Πεκρή η έλλειψη εμπιστοσύνης του τελευταίου προς το πρόσωπο του μάρτυρα στο κατά πόσο θα εξοφλούνταν τα υπόλοιπα και οφειλόμενα ποσά των ενοικιαγορών, υποδεικνύοντας του ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν απευθείας τις υποχρεώσεις που η ενάγουσα εταιρεία είχε σε δύο τράπεζες και οι οποίες αφορούσαν υπόλοιπο ενοικιαγοράς του φορτηγού αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HPZ567 προς την Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και οφειλόμενο υπόλοιπο προς την Τράπεζα Κύπρου, αποτέλεσμα της ενοικιαγοράς μέσω της συγκεκριμένης τράπεζας πέντε

(5)καρότσων. Με δεδομένο ότι οι τράπεζες θα έπρεπε ούτως ή άλλως να πληρωθούν, επικοινώνησε με τους τραπεζικούς υπαλλήλους που ήταν υπεύθυνοι για τους ως άνω λογαριασμούς της ενάγουσας, ενημερώνοντας τους ότι οι οφειλές της τελευταίας θα εξοφληθούν από την εναγομένη εταιρεία. Άλλωστε οι ως άνω τράπεζες ήταν ήδη ενήμερες από τον ίδιο για την επικείμενη πώληση και ανέμεναν την εξόφληση τους από το προϊόν της πώλησης. Η πλευρά της εναγομένης εταιρείας και πάλι δεν ενήργησε ως ανωτέρω, ενώ παράλληλα σταμάτησε την πληρωμή και της τρίτης επιταγής, ήτοι αυτής που ήταν πληρωτέα στις 9.11.
  1. Νέα απαίτηση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας Ιωσήφ Πεκρή, ήταν να τους εφοδιάσει η πλευρά της ενάγουσας με έντυπο γνωστό ως «Προσάρτημα» το οποίο, ως του εξήγησε ο εν λόγω διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, ήταν αναγκαίο για την μεταβίβαση των αδειών «Α». Ο ίδιος, αμέσως μόλις του αναφέρθηκε για πρώτη φορά μετά την ανάκληση της τρίτης επιταγής η αναγκαιότητα εξασφάλιση του «προσαρτήματος», ενόψει του γεγονότος ότι το είχε απολέσει έσπευσε να το εξασφαλίσει. Στο μεταξύ επιστράφηκε απλήρωτη και η τέταρτη επιταγή που ήταν πληρωτέα στις 09.12.
  2. Αφού εξασφάλισε παράδωσε το συγκεκριμένο «προσάρτημα» στον εναγόμενο 2 κατά ή περί τις 22.12.2008, ευελπιστώντας ότι επιτέλους ο τελευταίος θα επέτρεπε τις πληρωμές. Ενημερώθηκε τελικά ότι οι αιτήσεις για τις μεταβιβάσεις των αδειών «Α» επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας υποβλήθηκαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στη Λάρνακα στις 29.12.2008, αφού απόπειρα να υποβληθούν στην παρουσία του τα διάφορα έγγραφα /έντυπα για την έκδοση των εγκρίσεων που χρειαζόταν για την μεταβίβαση των αδειών «Α» ενωρίτερα, δεν κατέστη δυνατή. Όταν ο μάρτυρας ενημερώθηκε για την ανάκληση της πληρωμής και της 5ης επιταγής που ήταν πληρωτέα στις 9.1.2009, επικοινώνησε εκ νέου με τον εναγόμενο 2 ο οποίος, ενώ γνώριζε πως η ενάγουσα λόγω της παράδοσης των οχημάτων της δεν είχε έκτοτε την δυνατότητα να εκτελέσει οποιασδήποτε εργασία, τον κάλεσε να πληρώσει η ενάγουσα τις τράπεζες. Ο μάρτυρας του αντιπρότεινε να μεταβούν μαζί στις τράπεζες για να εξοφλήσει η εναγομένη τις τράπεζες από τα χρήματα που η τελευταία όφειλε στην ενάγουσα. Ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε, υποδεικνύοντας ότι μόλις εγκριθούν οι μεταβιβάσεις των αδειών «Α» και μεταβιβαστούν επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας θα πληρώσει όλες τις ανακληθείσες επιταγές. Ενόψει τούτου, ο μάρτυρας επικοινωνούσε συνεχώς με το Τμήμα Οδικών Μεταφορών προσπαθώντας να πιέσει τα πράγματα για να εκδοθούν οι εγκρίσεις το συντομότερο. Στις 21.1.2009 πληροφορήθηκε ότι εγκρίθηκαν οι μεταβιβάσεις. Προσπάθεια του να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο 2 απέβη άκαρπη αφού ο τελευταίος δεν απαντούσε. Παρά το γεγονός ότι μέσω των δικηγόρων των δύο πλευρών ενημερώθηκε ότι ο εναγόμενος 2 θα επικοινωνήσει μαζί του για να πάνε μαζί στις τράπεζες για να εξοφλήσει η εναγομένη απευθείας τις τράπεζες, όταν κατάφερε να επικοινωνήσει ο ίδιος με τον εναγόμενο 2, ο τελευταίος προέβαλε, ως νέα δικαιολογία, το γεγονός ότι οι υπογραφές στα έντυπα των μεταβιβάσεων δεν ήταν πιστοποιημένες από πιστοποιών υπάλληλο. Ο ίδιος εξήγησε στον εν λόγο διευθυντή της εναγομένης ότι έξω από την αρμόδια υπηρεσία υπάρχει πιστοποιών υπάλληλος οπότε το ζήτημα θα μπορούσε αμέσως να επιλυθεί. Στην άρνηση του εναγόμενου 2 να συνεργαστεί μαζί του, ο μάρτυρας του πρότεινε να ξεκινήσει εκείνη την ώρα για να μεταβεί στην Αραδίπου για να μπορέσουν να πιστοποιηθούν οι υπογραφές, αφού ως του δήλωσε ο εναγόμενος 2 είχε εκεί δικό του άνθρωπο για τις πιστοποιήσεις. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και πάλι, λέγοντας του ότι θα χρειαστούν εν πάση περιπτώσει μερικές μέρες για να ξεκαθαρίσουν κάποιες επιταγές πελατών της εναγομένης εταιρείας που κατέθεσε στην τράπεζα. Έκτοτε η πλευρά της εναγομένης εταιρείας απέφυγε να συνεργαστεί να γίνουν μεταβιβάσεις και προχώρησαν στην ανάκληση της πληρωμής και των υπόλοιπων επιταγών. Αντικρούοντας την θέση ότι τα πλείστα των πωληθέντων μηχανημάτων δεν ανήκαν στην ενάγουσα και ότι η τελευταία δεν ήταν ιδιοκτήτριά τους, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας, όχι μόνο έθεσε υπόψη του Ιωσήφ Πεκρή τους τίτλους διαφόρων μηχανημάτων στους οποίους ήταν φανερό το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς αλλά και αριθμό εγγράφων που καταδεικνύουν την αγορά όλων όσων από τα μηχανήματα δεν είχε εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι της ενάγουσας και την δυνατότητα άμεσης μεταβίβασης τους. Άλλωστε, για όσα οχήματα δεν ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας ο ίδιος είχε ερωτήσει τον εναγόμενο 2, πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, αν προτιμούσε να τα μεταβιβάσει πρώτα στην ενάγουσα και μετά στην εναγομένη 1 και ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν ήταν ανάγκη να γίνεται διπλός κόπος, αναλαμβάνοντας μάλιστα ρητά στην μεταξύ τους συμφωνία την υποχρέωση όπως η εναγομένη εταιρεία προβεί στις δέουσες ενέργειες για την μεταβίβαση αυτών των οχημάτων επ' ονόματι της. Η εναγόμενη εταιρεία, υπέδειξε, γνώριζε για τις οφειλές της ενάγουσας προς τις δύο τράπεζες και το υπόλοιπο που εκκρεμούσε προς εξόφληση του υπολοίπου των ενοικιαγορών που εξακολουθούσαν να εκκρεμούν για συγκεκριμένα μηχανήματα αντικείμενο της πώλησης, όχι μόνο κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αλλά και πριν από την υπογραφή της, αφού είχε ενημερωθεί προς τούτο από τον καιρό που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών για την πώληση των μηχανημάτων. Ταυτόχρονα επέμενε στη θέση ότι τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ήταν ενήμερες για το γεγονός της πώλησης των μηχανημάτων που αποτελούσαν αντικείμενο ενοικιαγοράς, χωρίς να έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα με την ολοκλήρωση της πράξης αφού θα λάμβαναν τα ποσά που οφείλονταν σε αυτές. Απορρίπτοντας την θέση ότι η ενάγουσα αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να λάβει μέτρα για την μεταβίβαση των πωληθέντων οχημάτων προέταξε ότι η τελευταία ικανοποίησε όλες τις απαιτήσεις των εναγομένων, ακόμη και αυτές που δεν προβλεπόταν από την συμφωνία, σε μια προσπάθεια να εισπράξει το λαβείν της, δυστυχώς όμως οι εναγόμενοι συνεχώς προέβαλλαν αξιώσεις ή δικαιολογίες ή προσκόμματα για να μην τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. Η πρώτη φορά υποδεικνύει η μάρτυρας που οι εναγόμενοι έκαναν νύξη περί επιστροφής των πωληθέντων οχημάτων στην ενάγουσα και επιστροφής από την ενάγουσα της προκαταβολής που κατέβαλαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν μόλις στις 2.4.2009 και μετά την ανάκληση επιταγών συνολικού ποσού €125.753,
  3. Η εναγόμενη εταιρεία, υπέδειξε, με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τις υποθέσεις της ενάγουσας που εκκρεμούσαν ήδη στο Δικαστήριο και να δημιουργήσει εντυπώσεις, ανακάλυψε κατά ή περί τον Απρίλιο 2010 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας του 2005, (τεκμήριο 20) με την οποία διατασσόταν εναγόμενος με το όνομα Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου, μεταξύ άλλων να παραδώσει το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής HPZ567 στην τράπεζα. Οι εναγόμενοι, υπέδειξε, έφτασαν στο σημείο να καλέσουν από μόνοι τους την αναφερόμενη τράπεζα να παραλάβει το συγκεκριμένο όχημα. Ακόμα και όταν η ενάγουσα μερίμνησε να ικανοποιήσει το λογαριασμό που αφορούσε η πιο πάνω άποφαση οι εναγόμενοι αρνήθηκαν πεισματικά να το παραλάβουν. Σχολιάζοντας την ως άνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 7643/05, (Τεκμήριο 20) σύμφωνα με την οποία από τις 23.11.2005 διατασσόταν, ανάμεσα σε άλλα, ο Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου, (εναγόμενος 1 στην εν λόγω αγωγή) να παραδώσει αμέσως και το φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HPZ567 προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους, υποδεικνύοντας ότι ο εναγόμενος 1 στην εν λόγο αγωγή δεν ήταν η ενάγουσα εταιρεία, υποστήριξε πως εν πάση περιπτώσει ο ίδιος δεν είχε υπόψη του τη συγκεκριμένη απόφαση παρά μόνο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο. Αποτέλεσε θέση του ότι οι δόσεις για την αποπληρωμή του συγκεκριμένου οχήματος πληρώνονταν κανονικά ενώ η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, όταν το 2008 τους ενημέρωσε για την πρόθεση του να πωλήσει ανάμεσα σε άλλα και το συγκεκριμένο φορτηγό συγκατατέθηκε προς τούτο, αναμένοντας την εξόφληση του τιμήματος. Σχολιάζοντας περαιτέρω το περιεχόμενο της ως άνω Δικαστικής απόφασης (Τεκμήριο 20) υπέδειξε ότι τα δύο μηχανήματα με αριθμούς εγγραφής 3825CT και 0354CT τα οποία επίσης αφορά η εν λόγο απόφαση, είχαν πράγματι ενεχυριαστεί από την ενάγουσα προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Παραδέχτηκε ότι δεν έχε αναφέρει τούτο στην εναγόμενη εταιρεία αφού δεν το θυμήθηκε. Αντιλήφθηκε τούτο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο, όταν εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης μερίμνησε να εκδώσει νέους τίτλους για τα συγκεκριμένα οχήματα. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, είχε εξασφαλίσει την συγκατάθεση του συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος εκ των προτέρων για να προβεί στην πώληση του συνόλου των μηχανημάτων. Οι μόνες οφειλές εξήγησε ο μάρτυρας που η ενάγουσα είχε σε σχέση με τα αντικείμενα της συμφωνίας ήταν το ποσό των €13.500 σε σχέση με την ενοικιαγορά του οχήματος με αριθμό εγγραφής HPZ567 και του ποσού των €17.500 στην Τράπεζα Κύπρου όσον αφορά 5 ρυμουλκούμενα. Εάν η εναγομένη εταιρεία, υπέδειξε, ως η μεταξύ τους συμφωνία κατέβαλλε κανονικά το τίμημα αγοράς, επιτρέποντας στις επιταγές που εξέδωσε να τιμηθούν, τότε οποιοδήποτε υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό από την ενάγουσα θα εξοφλείτο και το σύνολο των μηχανημάτων θα μεταβιβαζόταν κανονικά στους εναγομένους. Κληθείς να σχολιάσει διάφορα έγγραφα που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου προς ενίσχυση της ως άνω θέσης του όσον αφορά την δυνατότητα μεταβίβασης των μηχανημάτων επ' ονόματι της εναγομένης υπέδειξε ότι κάποια λάθη και αναντιστοιχίες που παρατηρούνται σε αυτά π.χ όσον αφορά τον αριθμό πλαισίου κλπ, με την περιγραφή τους στον κατάλογο των αντικειμένων όπως αυτός ενσωματώθηκε στη συμφωνία δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση την δυνατότητα τα αντικείμενα αυτά, που στο σύνολο τους πλην του ανυψωτικού μηχανήματος παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν από την εναγομένη, να μεταβιβαστούν επ' ονόματι της τελευταίας. Το ανυψωτικό μηχάνημα που συμφωνήθηκε να πωληθεί στην εναγομένη, σημείωσε, δεν είναι αυτό που απεικονίζεται στην φωτογραφία τεκμήριο 23, αφού το ανυψωτικό μηχάνημα που αφορούσε η συμφωνία των δύο πλευρών ήταν 6 τόνων ενώ το συγκεκριμένο ανυψωτικό μηχάνημα είναι γύρω στους 16 τόνους, ανήκε δε σε άλλη, τρίτη εταιρεία, η οποία ήταν πελάτης της ενάγουσας. Η τελευταία το χρησιμοποιούσε στο λιμάνι κατά το στάδιο που εξυπηρετούσε την συγκεκριμένη εταιρεία. Απορρίπτοντας την ανταπαίτηση της εναγομένης, υπέδειξε ότι ως στην μεταξύ τους σύμβαση καταγράφεται, η εναγομένη εταιρεία έλεγξε τα μηχανήματα και βρίσκοντας τα της απόλυτης αρεσκείας της τα παρέλαβε. Γνώριζε εξ' άλλου αυτά, αφού ήταν η ίδια που τα χρησιμοποιούσε, ακόμα και πριν την συμφωνία και την παράδοση-παραλαβή τους. Απέρριψε επίσης τη θέση ότι η εναγομένη εταιρεία υπέστηκε ζημιά ύψους €115.840,71 ενόψει του γεγονός ότι δεν μεταβιβάστηκαν τα συγκεκριμένα μηχανήματα, υποδεικνύοντας ότι το σύνολο των ρυμουλκούμενων η εναγομένη εταιρεία τα χρησιμοποιεί εδώ και τέσσερα χρόνια, αφού ο ίδιος κατ' επανάληψη στο μεσοδιάστημα τα είδε να κινούνται στους δρόμους εκτελώντας διάφορες εργασίες μεταφοράς φορτίων και προϊόντων. Υπέδειξε περαιτέρω ότι το ένα από τα τρία φορτηγά η εναγόμενη το έχει ήδη πωλήσει σε τρίτη εταιρεία, εισπράττοντας το ανάλογο τίμημα, ενώ το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής HPZ567, οι εναγόμενοι, αφού αφαίρεσαν από αυτό διάφορα εξαρτήματα έσπευσαν να το παραδώσουν στην τράπεζα θέλοντας να προκαλέσουν προβλήματα στους ενάγοντες. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας κλήθηκε ο Ευριπίδης Ευριπίδου. Εργάστηκε όπως υπέδειξε στην ενάγουσα εταιρεία από το 2005 μέχρι το 2008, εκτελώντας καθήκοντα οδηγού και χρέη επιστάτη. Όταν το 2008 η ενάγουσα πώλησε τα μηχανήματα της στην εναγομένη εταιρεία, ο ίδιος εργοδοτήθηκε πλέον από την τελευταία. Η ενάγουσα, υπέδειξε ο μάρτυρας, πώλησε στην εναγομένη το σύνολο των μηχανημάτων που χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των εργασιών της. Με την βοήθεια του ιδίου παραδόθηκαν κάποια από αυτά στις εγκαταστάσεις της εναγομένης. Ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης εταιρείας στην βιομηχανική περιοχή Αραδίππου, υπογράφοντας και ο ίδιος την συμφωνία αυτή ως μάρτυρας. Πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ο Γερόλεμος Γερολέμου παρέδωσε στον Ιωσήφ Πεκρή (Εναγόμενο 2) ένα μπλε «φάϊλ», μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κοτσάνια των οχημάτων και των καρότσων που η ενάγουσα πουλούσε στην εναγομένη. Ο Πεκρής άνοιξε το «φάϊλ» και είδε τι είχε μέσα ενώ είδε τον Γερόλεμο και τον Πεκρή να μετροφυλλούν τους τίτλους. Σε κάθε περίπτωση ο Γερολέμου ενημέρωσε τον Ιωσήφ Πεκρή ότι ένα από τα φορτηγά όπως και πέντε καρότσες ήταν σε ενοικιαγορά. Ο Ιωσήφ Πεκρής δήλωσε πως όταν θα αλλάζονταν οι πρώτες επιταγές θα εξοφλούνταν οι ενοικιαγορές για να μπορέσουν να γίνουν οι μεταβιβάσεις. Καθ' ον χρόνο ο ίδιος εργαζόταν στους ενάγοντες, γνώριζε ότι κάποια μηχανήματα ήταν με ενοικιαγορά, δεν γνώριζε όμως ότι για το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής ΗΡΖ567 είχε εκδοθεί απόφαση για παράδοση του στην Τράπεζα από το
  4. Γνώριζε επίσης ότι τα δύο φορτηγά είχαν σίγουρα τίτλους όπως επίσης και οι 16 καρότσες από τις 21 που αφορούσε η συμφωνία. Το ανυψωτικό μηχάνημα που απεικονίζεται στην φωτογραφία Τεκμήριο 23, υπέδειξε, ανήκει σε τρίτη εταιρεία και η ενάγουσα το είχε έξω από το λιμάνι για εκτέλεση εργασιών που αφορούσαν την συγκεκριμένη εταιρεία. Μετά την συμφωνία οι καρότσες συνέχισαν να εργάζονται κανονικά ενώ τα φορτηγά εργάστηκαν για λίγο και στην συνέχεια αφέθησαν στο χώρο στάθμευσης της εναγόμενης εταιρείας. Ένα από αυτά, το φορτηγό μάρκας Renault με αριθμούς εγγραφής ΚJQ630 πωλήθηκε από τους εναγομένους σε κάποια άλλη εταιρεία. Καθ' ων χρόνο ο ίδιος εργαζόταν στην εναγομένη εταιρεία, αφαιρέθηκαν, ενώ ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, τα μπροστινά ελαστικά και οι «αεροπουρούδες» από το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής HPZ
  5. Ο ίδιος αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγόμενης εταιρείας τέλος Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2009, όταν του ανακοινώθηκε ότι θα του απέκοπταν από τον μισθό του ποσό ύψους €450 ενόψει ζημιάς που προκλήθηκε σε μηχάνημα των εναγομένων που ο ίδιος οδηγούσε. Ακόμη και μετά που έφυγε από την εναγόμενη εταιρεία, εξακολουθούσε να κινείται στους δρόμους απασχολούμενος στον τομέα των μεταφορών (λατομεία) και έβλεπε τις καρότσες που πωλήθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη να κινούνται κανονικά στους δρόμους, μεταφέροντας διάφορα προϊόντα. Δύο από τις καρότσες που αναφέρονται στη συμφωνά και οι οποίες παραδόθηκαν στην εναγομένη εταιρεία εντοπίστηκαν από τον ίδιο στις 3.8.2012 έξω από το Λιμάνι Λεμεσού, έχοντας πλέον αναγράφει σε αυτές το όνομα Pekris. Απορρίπτοντας την θέση ότι ο λόγος της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει την ενάγουσα αφού ήταν πικραμένος από τον τρόπο που αποχώρησε από την υπηρεσία της Εναγομένης εταιρείας, υπέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Είναι γεγονός, παραδέχτηκε, ότι αποχώρησε από την εναγομένη εταιρεία απογοητευμένος από την στάση των εργοδοτών του, όμως επρόκειτο για ένα συμβάν το οποίο έγινε το 2009 και αφορούσε ένα πραγματικά πολύ χαμηλό ποσό, πραγματικότητες που σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν ικανές να τον επηρεάσουν. Οι Παύλος Ζήνωνος (ΜΕ3), Χρίστος Πλατύς (ΜΕ4), Κωνσταντίνος Καρατσιόλης (ΜΕ5), Πέτρος Σταύρου (ΜΕ6), Γιώργος Παναγιώτου Τελεβάντος (ΜΕ7) και Αντρέας Πάμπουκκας (ΜΕ8) αποτέλεσαν μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας, οι οποίοι παρουσίασαν και/ή αναγνώρισαν διάφορα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη τους, υποδεικνύοντας ότι οι ίδιοι ή εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσαν είχαν σε διάφορους χρόνους πωλήσει μηχανήματα στην ενάγουσα τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτά που η τελευταία συμφώνησε να πωλήσει στην εναγομένη εταιρεία και τα οποία περιλαμβάνονται στη συμφωνία Τεκμήριο
  6. Ο καθένας από αυτούς εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο συναλλάχτηκε με την ενάγουσα, κατά τρόπο που στο τέλος της ημέρας ήταν δυνατό είτε άμεσα να μεταβιβαστούν τα μηχανήματα στο όνομα της τελευταίας είτε παραχωρώντας της τα ανάλογα έγγραφα, τιμολόγια, έντυπα τελωνείου, ανοικτά έγγραφα μεταβιβάσεων κλπ, να γίνει τούτο όποτε η ενάγουσα επιθυμούσε. Η Έλενα Γαλαταριώτη, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου στο υποκατάστημα Κοκκινοτριμυθιάς, ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τον λογαριασμό της ενάγουσας στην εν λόγο τράπεζα. Η ενάγουσα, υπέδειξε η μάρτυρας, διατηρούσε δάνειο ενοικιαγοράς με αντικείμενο 5 ρυμουλκούμενα οχήματα τα οποία και προσδιόρισε. Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού του ως άνω δανείου, (Τεκμήριο 26) υποδεικνύοντας ότι από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και τον Αύγουστο του 2008 οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά. Οι πληρωμές συνέχισαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2008 όπου σύμφωνα με την ως άνω κατάσταση λογαριασμού εντοπίζεται η τελευταία πληρωμή. Αναφερόμενη γενικότερα στη πρακτική και μεθοδολογία που ακολουθείται όταν ζητηθεί η συγκατάθεση της τράπεζας για πώληση μηχανημάτων που αποτελούν αντικείμενο ενοικιαγοράς, σημείωσε ότι την τράπεζα δεν ενδιαφέρει η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Βασική επιδίωξη και προϋπόθεση, υπέδειξε, είναι να εξοφληθεί το υπόλοιπο της ενοικιαγοράς και να εξασφαλίσει η τράπεζα το λαβείν της. Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε, χωρίς την υπογραφή της Τράπεζας τα αντικείμενα δεν μπορούν να αποδεσμευτούν. Η μάρτυρας επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία τον Ιούλιο του 2008 ενημέρωσε την Τράπεζα για την πρόθεση της να πωλήσει τα ως άνω ρυμουλκούμενα οχήματα και ότι η τράπεζα έδωσε την προφορική της συγκατάθεση προς τούτο, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι θα εξοφλείτο το υπόλοιπο της ενοικιαγοράς. Εξ' όσων ήταν σε θέση να θυμάται, ως προτιθέμενος αγοραστής αναφέρθηκε στην ίδια ότι ήταν μια εταιρεία με το όνομα Πεκρής. Δέκατη μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας κλήθηκε η Αγγέλα Αριστοτέλους, υπεύθυνη στο Τμήμα Εγγραφής Οχημάτων, Αδειών Κυκλοφορίας - Μεταβίβασης και Άδειας Οδηγού στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λάρνακας. Επιβεβαίωσε ότι τα τρία φορτηγά οχήματα που περιγράφονται στη συμφωνία ημερ. 09.08.2008 ανήκουν στην ενάγουσα εταιρεία. Το ίδιο και το όχημα με αριθμό πλαισίου OLM726615, το οποίο τελεί υπό ενεχυρίαση στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Το ένα από τα ως άνω τρία φορτηγά, ειδικότερα το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJQ630, παρουσιάστηκε για επιθεώρηση στις 2.2.
  7. Για επιθεώρηση παρουσιάστηκαν επίσης, σε διάφορες ημερομηνίες κατά το 2010, τέσσερα ρυμουλκούμενα οχήματα στα οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας, τα οποία περιλαμβάνονται επίσης στα μηχανήματα που συμφωνήθηκε να πωληθούν και παραδόθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο ήταν το πρόσωπο που παρουσίασε τα πιο πάνω για σκοπούς επιθεώρησης. Ο Παύλος Τίμινης αποτέλεσε τον ενδέκατο μάρτυρα για την πλευρά της ενάγουσας. Δηλώνοντας λογιστής, ήταν το πρόσωπο που τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας εταιρείας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η ενάγουσα για την διεξαγωγή των δραστηριοτήτων της διατηρούσε τρία φορτηγά αυτοκίνητα, 21 καρότσες, ένα ανυψωτικό μηχάνημα (Fork Lift), ένα βαν αυτοκίνητο δύο θέσεων, ένα διπλοκάμπινο και με την επιφύλαξη του λάθους εκ μέρους του, ένα σαλούν αυτοκίνητο. Το ανυψωτικό μηχάνημα ήταν 5-6 τόνων περίπου. Στη Λαϊκή Τράπεζα (χρηματοδοτήσεις) Λτδ η ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό αφού ένα από τα φορτηγά αυτοκίνητα της, ειδικότερα το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΖ567 ήταν σε καθεστώς ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με κατάσταση του εν λόγο λογαριασμού την οποία εξασφάλισε από την τράπεζα, (τεκμήριο 29) στις 04.08.2008 κατεβλήθη η τελευταία δόση πληρωμής εκ €1000 έναντι του συγκεκριμένου λογαριασμού ενοικιαγοράς πριν αυτός σε μεταγενέστερο στάδιο εξοφληθεί πλήρως. Το τεκμήριο 3, υπέδειξε, αποτελεί την απόδειξη πληρωμής του εν λόγο ποσού. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε ως ο ελεγκτής της εταιρείας χωρίς να έχει δικαίωμα να υπογράφει ελεγμένους λογαριασμούς. Ενημερώθηκε από τον διευθυντή της ενάγουσας ότι η τελευταία σταμάτησε τις εργασίες της και πώλησε τα μηχανήματα της στην εναγόμενη εταιρεία ενώ δεν γνώριζε ότι το 2005 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΖ567 και για άλλα οχήματα (καρότσες) που ήταν ενεχυριασμένα. Ούτε είχε υπόψη του οποιαδήποτε επιστολή από την τράπεζα για καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου. Καταθέτοντας ο εναγόμενος 2, Ιωσήφ Πεκρής, διευθυντής και μέτοχος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της εναγομένης εταιρείας, υπέδειξε ότι με την συμφωνία ημέρ. 09.08.2008, η εναγόμενη αγόρασε από την ενάγουσα εταιρεία τα μηχανήματα που αναφέρονται στον κατάλογο που συνοδεύει την σύμβαση, σε καμία περίπτωση όμως την πελατεία ή την επιχείρηση της ενάγουσας. Ενόψει του γεγονότος ότι τα μηχανήματα δεν ήταν μαζεμένα σε ένα χώρο, χρειάστηκε αρκετός χρόνος και η βοήθεια του Εύρου Ευρυπίδου, πρώην υπαλλήλου της ενάγουσας, για να μπορέσουν να εντοπιστούν και να παραληφθούν από την εναγομένη. Ανάμεσα στα μηχανήματα που παρέλαβε ήταν και ανυψωτικό μηχάνημα που η εναγόμενη θεωρούσε ότι περιλαμβανόταν στα μηχανήματα που αγόρασε από την ενάγουσα εταιρεία. Εξήγησε ότι στην πρώτη δόση του τιμήματος, η οποία καταβλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, συμπεριλαμβανόταν και το ποσό που η ενάγουσα εταιρεία όφειλε στην εναγομένη, αποτέλεσμα διαφόρων εργασιών που η εναγομένη εταιρεία εκτελούσε για λογαριασμό της ενάγουσας. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος πριν την υπογραφή της συμφωνίας αναζήτησε τους τίτλους ιδιοκτησίας όλων των μηχανημάτων, εντούτοις, παρασυρόμενος και δίνοντας πίστη στις διαβεβαιώσεις όχι μόνο του διευθυντή της ενάγουσας (Γερόλεμου Γερολέμου) αλλά και της δικηγόρου της τελευταίας, (κας. Πιερίδου) ότι αυτοί υπάρχουν και θα ετίθεντο στη διάθεση του τις αμέσως επόμενες μέρες, ως επίσης στις διαβεβαιώσεις του ως άνω διευθυντή της ενάγουσας ότι τα μηχανήματα ήταν δικά της ενάγουσας και ότι ήταν έτοιμος να τα μεταβιβάσει, έκανε το λάθος να υπογράψει τελικά την συμφωνία χωρίς να τους ελέγξει. Τα φορτηγά αυτοκίνητα, υπέδειξε ο μάρτυρας, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να μεταβιβαστούν εντός 30 ημερών για να μπορούν να κινούνται νόμιμα στο δρόμο. Τούτο δεν έγινε, ενώ παρά τις προσπάθειές του αδυνατούσε να εντοπίσει τον διευθυντή της ενάγουσας για να συνεννοηθούν. Αντιλαμβανόμενος ότι καμία μεταβίβαση δεν έγινε, θεώρησε ότι εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας υπήρξε παράβαση της συμφωνίας και ως εκ τούτου έκρινε ότι έπρεπε να σταματήσει την πληρωμή της πρώτης επιταγής. Όταν τελικά τον Σεπτέμβριο του 2008 ο Γερολέμου του έφερε τους τίτλους των φορτηγών οχημάτων με τις σχετιές άδειες «Α», διαφάνηκε ότι ένα από αυτά τα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της Λαϊκής Τράπεζας. Θορυβημένος ζήτησε να του γνωστοποιηθούν τα υπόλοιπα των λογαριασμών που εκκρεμούσαν στις τράπεζες. Παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε πλέον ότι κάποια από τα μηχανήματα εξακολουθούσαν να είναι σε ενοικιαγορά, έχοντας κατά νου ότι η πλευρά της εναγομένης είχε ήδη πληρώσει γύρω στις €40.000 συνέχισε τις προσπάθειες να εκτελεστεί η συμφωνία. Όταν τελικά κατάφερε να επικοινωνήσει με τον διευθυντή της ενάγουσας του υπέδειξε ότι δεν ήταν δυνατό να προχωρήσουν οι μεταβιβάσεις χωρίς να έχει στην κατοχή του τα αναγκαία έγγραφα προς μεταβίβαση των μηχανημάτων. Ενόψει του γεγονότος ότι μέχρι τις 9.10.08 με δεδομένη την έλλειψη συνεργασίας από την πλευρά της ενάγουσας και παρά την καλή πρόθεση του ιδίου δεν έγινε οτιδήποτε αφού έλειπαν κάποια έγγραφα για την προώθηση σχετικών αιτήσεων, όπως τα «προσαρτήματα», τα οποία είχε υποχρέωση να τον εφοδιάσει ο διευθυντής της ενάγουσας, οι φόβοι του πλέον άρχισαν να επιβεβαιώνονται και ο ίδιος έδωσε οδηγίες όπως σταματήσει και η επόμενη επιταγή. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε να εξασφαλίσει τα αναγκαία έγγραφα και υπογραφές από την πλευρά της ενάγουσας εταιρείας για να μπορέσει να προχωρήσει στις μεταβιβάσεις των οχημάτων, τούτο δεν κατέστη δυνατό με αποτέλεσμα ο ίδιος να συνεχίζει να ανακαλεί την πληρωμή των επιταγών. Τον Απρίλιο του 2009 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της εναγομένης να τερματίσουν την συμφωνία, κάτι που οι τελευταίοι έπραξαν με επιστολή ημερομηνίας 2.4.
  8. Με την πάροδο του χρόνου και ενώ προχωρούσε η εκδίκαση διαφόρων ποινικών υποθέσεων που η ενάγουσα δρομολόγησε σε βάρος της εναγομένης, αποτέλεσμα της μη πληρωμής των επιταγών, διαπίστωσε ότι το φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΖ567, όχι μόνο ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς αλλά γι' αυτό εκδόθηκε και απόφαση προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, στα πλαίσια αγωγής που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την οποία διατασσόταν η ενάγουσα να παραδώσει το συγκεκριμένο όχημα στην τράπεζα. Τελικά το συγκεκριμένο όχημα παραλήφθηκε από την τράπεζα από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης εταιρείας στην Αραδίππου. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι πράγματι σε κάποιο χρόνο ο ίδιος πώλησε το ένα από τα τρία φορτηγά οχήματα σε τρίτη εταιρεία, πράξη όμως που τελικά ματαιώθηκε, αφού δεν μπορούσε να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επ' ονόματι του αγοραστή. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι το ανυψωτικό μηχάνημα που απεικονίζεται στην φωτογραφία τεκμήριο 23, το οποίο επίσης σε κάποιο στάδιο μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, υπέδειξε ότι ο διευθυντής της ενάγουσας ήταν αυτός που έδωσε στον ίδιο να αντιληφθεί ότι το μηχάνημα που αφορούσε η μεταξύ τους πώληση ήταν αυτό που απεικονίζεται στο Τεκμήριο
  9. Σε κάθε περίπτωση μετά την παραλαβή του συγκεκριμένου ανυψωτικού μηχανήματος από την ιδιοκτήτρια εταιρεία του, η πλευρά της εναγομένης ούτε είδε ούτε παρέλαβε ανυψωτικό μηχάνημα 6 τόνων. Αναφερόμενος στα τεκμήρια 32 και 33 υπέδειξε ότι η καταβολή από την πλευρά του των ποσών που αυτά περιλαμβάνουν και διεκδικούνται στην ανταπαίτηση της εναγομένης εταιρείας, αφορούν επιδιορθώσεις που ήταν αναγκαίες να γίνουν σε διάφορα μηχανήματα που αγόρασε από την ενάγουσα για να μπορούν αυτά με ασφάλεια να κινούνται σε αυτοκινητόδρομους και λιμάνια εκτελώντας διάφορες εργασίες, (τεκμ. 33) ως επίσης ποσά που αναγκάστηκε η εναγομένη να καταβάλει για την μίσθωση οχημάτων προς εξυπηρέτηση πελατών της, εξαιτίας της υπαναχώρησης ή και παράβασης της συμφωνίας από την ενάγουσα (τεκμ. 34). Δεύτερος μάρτυρας από την πλευρά των εναγομένων κλήθηκε ο Μιχάλης Πεκρής, διευθυντής της εναγομένης εταιρείας και εναγόμενος 3 στις αγωγές υπ΄ αριθμό 324/09 και 2166/
  10. Ήταν παρών κατά το χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας, υπογράφοντας την ως εγγυητής των υποχρεώσεων της εναγομένης εταιρείας. Όλες τις προηγούμενες διαβουλεύσεις για την κατάληξη στην συμφωνία είχε κάνει για λογαριασμό της εναγομένης ο αδελφός του, Ιωσήφ Πεκρής. Στην παρουσία του, κατά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας, ο αδελφός του Ιωσήφ Πεκρής πριν την υπογράψει για λογαριασμό της εναγομένης, ζήτησε να δει όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των μηχανημάτων που αυτή αφορούσε και ο Γ. Γερολέμου, του είπε ότι θα του τα προσκομίσει από εβδομάδας. Κανένα φάκελο δεν αντιλήφθηκε να δίνει ο Γ. Γερολέμου στον αδελφό του. Σε μεταγενέστερο στάδιο πληροφορήθηκε από τον ως άνω αδελφό του ότι η ενάγουσα δεν προέβαινε σε μεταβίβαση οποιουδήποτε μηχανήματος και ότι ο διευθυντής της Γερόλεμος Γερολέμου δεν απαντούσε στα τηλέφωνα του. Οι προσπάθειες και του ίδιου να εντοπιστεί ο Γ. Γερολέμου απέβησαν άκαρπες. Στο μεταξύ πληροφορήθηκε από τον αδελφό του Ιωσήφ Πεκρή ότι η ενάγουσα δεν ήταν ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων που προσπάθησε να πωλήσει στην εναγομένη και ότι έπεσαν θύματα εξαπάτησης, πλάνης και ψευδών παραστάσεων από τον διευθυντή της ενάγουσας. Αναγνωρίζοντας ως λάθος της πλευράς της εναγομένης το γεγονός ότι υπέγραψε την συμφωνία χωρίς να δουν τους τίτλους ιδιοκτησίας, υπέδειξε ότι στην περίπτωση που ο ίδιος γνώριζε ότι η ενάγουσα δεν ήταν ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων που προσπάθησε να πωλήσει στην εναγομένη εταιρεία, δεν θα δεχόταν να υπογραφτεί η συγκεκριμένη συμφωνία, ούτε και θα υπόγραφε ως εγγυητής. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας οι δύο πλευρές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου γραπτό κείμενο, (Έγγραφο Γ) το περιεχόμενο του οποίου δήλωσαν και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός. Σύμφωνα με αυτό: Η αγωγή υπ' αριθμό 7643/05 καταχωρήθηκε στις 11.10.2005 από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ εναντίον
  11. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου,
  12. Κυριακής Γερολέμου και
  13. Γερόλεμου Γερολέμου. Σύμφωνα με ένορκη δήλωση επιδότη, στο φάκελο της αγωγής, η αγωγή επιδόθηκε στη Κυριακή Γερολέμου ως γραμματέα του Εναγόμενου 1, ως συγκάτοικο του Εναγόμενου 2 και προσωπικά. Και οι επόμενες επιδόσεις που έγιναν στην υπόθεση αυτή, έγιναν προς την ίδια. Στις 23.11.2005 εκδόθηκε, λόγω έλλειψης εμφάνισης των Εναγομένων, η απόφαση Τεκμήριο 20 στις συνεκδικαζόμενες αγωγές. Υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη στο φάκελο της αγωγής περί επίδοσης της απόφασης στις 4.2.2006 στον Εναγόμενο 1 ήτοι Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου δια της επιδόσεως της στην Κούλλα Γερολέμου ως «συνιδιοκτήτη». Στις 29.5.2009 έγινε έρευνα στο φάκελο της αγωγής από την κα Βαρβάρα Πιερίδου, δικηγόρο, με εξουσιοδότηση του κ. Γερόλεμου Γερολέμου, Εναγόμενου
  14. Στις 25.6.2009 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες μονομερής αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ούτως ώστε το όνομα του Εναγόμενου 1, από Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου να καταστεί Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. Το δικαστήριο διέξταξε την επίδοση της αίτησης στους Εναγόμενους 2 και 3 και επιπλέον στην εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. Στις 27.10.2009 καταχωρήθηκε ειδοποίηση της Βαρβάρας Πιερίδου προς τον Πρωτοκολλητή ότι έχει οδηγίες της εταιρείας Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ, η οποία δεν ήταν διάδικος στην αγωγή, να εμφανιστεί εκ μέρους της στην προαναφερόμενη αίτηση και να καταχωρήσει ένσταση. Στις 17.2.2010 καταχωρήθηκε η ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 και της εταιρείας Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ, που συνοδευόταν με ένορκη δήλωση του Γερόλεμου Γερολέμου, Εναγομένου
  15. Οι Ενάγοντες απέσυραν την προαναφερόμενη αίτηση τροποποίησης και στις 22.4.2010 καταχώρησαν νέα (δια κλήσεως) επίσης για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και με αίτημα όπως το μεν όνομα των Εναγόντων από Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ καταστεί Marfin Popular Bank Puplic Co Ltd, το δε όνομα του Εναγόμενου 1 από Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου καταστεί Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της νέας αίτησης στην εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. Στις 20.09.2010 καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 αίτηση για παραμερισμό της νέας αίτησης τροποποίησης των Εναγόντων και στις 23.09.2010 καταχωρήθηκε από τους ίδιους Εναγομένους και την εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ένσταση στην αίτηση τροποποίησης. Και οι δύο συνοδεύονταν από ένορκη δήλωση του κου. Γερολέμου. Στις 4.3.2011 με απόφαση του Δικαστηρίου το αίτημα των Εναγομένων για παραμερισμό εγκρίθηκε και η αίτηση των Εναγόντων για τροποποίηση απορρίθφηκε. Μέχρι σήμερα ο τίτλος της αγωγής αρ. 7643/05 παραμένει ο ίδιος. Η ποινική υπόθεση 27455/08 εκδικάστηκε ενώπιν της κας Καπετάνιου Ε.Δ. στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο κ. Γερολέμου έδωσε ένορκη μαρτυρία στην ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 27455/08 την 25.11.2010 και 09.12.
  16. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιων μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή, έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα τους καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη στις τοποθετήσεις τους υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων, το φυσικό ή υπερβολικό των αντιδράσεων τους καθ' όν χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν καθ' όν χρόνο προσέφεραν την μαρτυρία τους. Τα ως άνω βέβαια, έχοντας πάντα κατά νου το λόγο της υπόθεσης Νικολάου ν Παπαϊωάννου, Π.Ε.250/08, ημερ. 20.10.11, ως εκ τούτου το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει. (βλ. επίσης Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Αξιολογώντας την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει να εκτιμάται αποσυναρτημένα με το επίπεδο απόδειξης), το Δικαστήριο έχει επίσης κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Θετική ήταν σε γενικές γραμμές η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του διευθυντή της ενάγουσας Γερόλεμου Γερολέμου. Επιχειρώντας να θέσει ενώπιων του Δικαστηρίου όλο το πλέγμα των σχέσεων των αντιδικούντων πλευρών, δεν έχω αμφιβολία ότι η μαρτυρία του σε σχέση με την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων και πτυχών που απασχολούν στην παρούσα υπόθεση, ήταν μαρτυρία αλήθειας και ο ίδιος ειλικρινής. Οι θέσεις και τοποθετήσεις του άλλωστε φαίνεται να παρουσιάζουν μια λογική συνέχεια και συνέπεια, συνάδουσες είτε με γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από τις δύο πλευρές, είτε συμπλέουσες με στοιχεία και τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ως πιο κάτω στα πλαίσια της παρούσας θα διαφανεί. Παρά την εμφανή συναισθηματική φόρτιση του καθ' ον χρόνο κατέθετε για τα πιο πάνω γεγονότα στα πλαίσια και της παρούσας διαδικασίας, απόρροια προφανώς και του γεγονότος ότι είχε προηγηθεί η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα σε άλλες Δικαστικές διαδικασίες στα πλαίσια της χρονολογούμενης αντιδικίας της ενάγουσας με τους εναγομένους, σε διάφορα επίπεδα, είμαι πεπεισμένος ότι τούτο δεν επηρέασε την ποιότητα της μαρτυρίας του, σε βαθμό που το Δικαστήριο να μην μπορεί στηριχτεί σε αυτή για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Σπεύδω να σημειώσω ότι δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η ανεπιτυχής προσπάθεια εκ μέρους του μάρτυρα, αποστασιοποίησης της ενάγουσας από την υπόθεση υπ. αριθμό 7643/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη στις 23.11.2005 απόφαση σε σχέση και με το όχημα με αρ. εγγραφής HPZ567 και δύο άλλα μηχανήματα, (τεκμήριο 20) και ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης αυτής μόλις το 2010, στα πλαίσια εκδίκασης ποινικής υπόθεσης που αφορούσε επιταγή που εκδόθηκε από την εναγόμενη στο πλαίσιο της υπό εξέταση συναλλαγής τους, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι έχοντας προηγηθεί η διενέργεια έρευνας του σχετικού φακέλου του Δικαστηρίου για λογαριασμό του ιδίου ως εναγομένου αρ.3 στην εν λόγο υπόθεση, ήτοι στις 29.5.2009, στις 27.10.2009 καταχωρήθηκε ειδοποίηση εμφάνισης εκ μέρους της ενάγουσας στις εκεί εκκρεμούσες διαδικασίες (Έγγραφο Γ). Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς το γεγονός ότι πράγματι στον τίτλο της ως άνω απόφασης αναφέρεται ως εναγόμενος αρ.1 Μεταφορές Γερόλεμος Ν Γερολέμου και όχι Μεταφορές Γερόλεμος Ν Γερολέμου Λτδ και ότι τούτο ανεπιτυχώς επιχειρήθηκε να τροποποιηθεί, πλην όμως η μεταγενέστερη συμπεριφορά του διευθυντή της ενάγουσας για το ζήτημα και ειδικότερα το γεγονός ότι τελικά εξοφλήθηκε από την ενάγουσα ο σχετικός με την ως άνω απόφαση λογαριασμός, (τεκμήριο 29) καταδεικνύουν ότι τα πιο πάνω εκ μέρους του διευθυντή της ενάγουσας, στη βάση πάντα όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αποτελούσαν «εφεύρημα» και προσπάθεια δημιουργίας νομικού αναχώματος παρά ουσιαστική θέση του μάρτυρα για το ζήτημα. Γεγονός παραμένει ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς μέσω της Λαϊκής Τράπεζας (χρηματοδοτήσεις) Λτδ, την ύπαρξη της οποίας ούτως ή άλλως η πλευρά της ενάγουσας δεν αμφισβητεί, ενώ φροντίζει στην πορεία να ικανοποιήσει την ως άνω απόφαση. Πρόκειται για τοποθέτηση του μάρτυρα που εκ των πραγμάτων απολήγει ήσσονος σημασίας, μη δυνάμενη να κλονίσει και μάλιστα συνθέμελα, την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ούτε μπορεί να υιοθετηθεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι η προβολή εκ μέρους του μάρτυρα της θέσης πως εκτός από τα αντικείμενα του σχετικού καταλόγου που ενσωματώθηκε στη συμφωνία, μέσω της τελευταίας πωλείτο και η πελατεία της ενάγουσας στην εναγομένη, αποτελεί στοιχείο που από μόνο του αποκαλύπτει την αναξιοπιστία του σαν μάρτυρα. Η ερμηνεία μιας σύμβασης, και μάλιστα όπως αυτής που συνομολογήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, όπου ο τρόπος που τίθεται το ζήτημα της εξυπηρέτησης των πελατών της ενάγουσας μετά την πώληση των μηχανημάτων (όροι 8 και 9 της σύμβασης) είναι δυνατό να προκαλέσει κάποια σύγχυση, απολήγει στο τέλος της ημέρας να είναι θέμα νομικό, κρινόμενο αν τούτο κριθεί αναγκαίο, από αρμόδιο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει προσεγγίσει την μαρτυρία του μάρτυρα Ε. Ευριπίδου με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου ότι αποτέλεσε πρώην εργοδοτούμενο τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης εταιρείας. Ούτε υποτιμήθηκε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, ως ο ίδιος υπέδειξε, τερμάτισε απογοητευμένος τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη εταιρεία, όταν η τελευταία τον ενημέρωσε ότι θα αποκοπτόταν από τον μισθό του το συνολικό ποσό των €450 για ζημιά που προκλήθηκε σε όχημα της που ο ίδιος οδηγούσε. Έχοντας κατά νου την γενικότερη ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, την αμεσότητα και την ευθύτητα του λόγου του δεν θεωρώ ότι μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να στερηθεί τον χαρακτηρισμό του μάρτυρα της αλήθειας, ο οποίος κατέθεσε από το εδώλιο του μάρτυρα αποστασιοποιημένος πλέον από διαδίκους και γεγονότα. Πέραν της ως άνω δικής του αναφοράς για τον τρόπο που αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης, τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δυνάμενο να οδηγήσει βάσιμα στην κατάληξη ότι ο μάρτυρας εμφορείτο από αλλότρια ή εκδικητικά κίνητρα για οποιονδήποτε από τους δύο αντιδικούντες στα πλαίσια της παρούσας πρώην εργοδότες του και ειδικότερα της εναγομένης εταιρείας. Ενισχυτικό της ως άνω αντίληψης του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του, αποτελεί το γεγονός ότι δεν δίστασε να δηλώσει πως όχι μόνο δεν γνώριζε ότι κάποιες από τις καρότσες που αποτελούν μέρος των μηχανημάτων που αφορά η συμφωνία τελούσαν υπό ενεχυρίαση αλλά ούτε και άκουσε τον διευθυντή της ενάγουσας να αναφέρει τούτο στον διευθυντή της εναγομένης κατά την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης. Είναι άλλωστε φανερό ότι η αναφορά του πως οι 16 από τις 21 καρότσες που πουλήθηκαν στην εναγομένη είχαν τίτλο, σε συνάρτηση με την αντίληψη που ευρύτερα φαίνεται να επικρατεί στους επαγγελματίες του κλάδου, για την οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι αυτή έγινε από τον μάρτυρα υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε πρόβλημα μεταβίβασης αυτών των μηχανημάτων αφού ήταν κανονικά αγορασμένες και εξοφλημένες από την ενάγουσα και όχι ότι αυτές ήταν ήδη τιτλοποιημένες επ' ονόματι της τελευταίας. Οι ισχυρισμοί που τέθηκαν στο Δικαστήριο από την πλευρά της εναγομένης, μέσω ανάλογων υποβολών αλλά και σχετικής μαρτυρίας, ότι ο μάρτυρας Ευριπίδου ήταν μεν παρών στον χώρο των γραφείων της εναγομένης εταιρείας στην Αραδίπου κατά την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, πλην όμως λόγω στενότητας του χώρου ήταν εκτός του γραφείου, χωρίς να βλέπει ή να ακούει τι διαμείφθηκε μεταξύ των διευθυντών των δύο συμβαλλομένων εταιρειών, παρά μόνο κλήθηκε για ελάχιστο χρόνο να υπογράψει ως μάρτυρας τη συμφωνία και να αποχωρήσει, από μόνοι τους δεν πείθουν και απορρίπτονται. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, όχι μόνο όταν επέμενε στη θέση ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας την οποία και επιμαρτύρησε, αλλά και ότι την ίδια μέρα τέθηκε υπόψη του διευθυντή της εναγομένης ο γνωστός στο μάρτυρα, κατά τον τρόπο που εξήγησε, μπλε φάκελος, εντός του οποίου υπήρχαν τίτλοι και άλλα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τα μηχανήματα της ενάγουσας. Κατά τον ίδιο τρόπο, γίνεται αποδεκτή η σθεναρή του θέση πως στην παρουσία του, αναφέρθηκε στον διευθυντή της προτιθέμενης να αγοράσει τα μηχανήματα εναγομένης εταιρείας, το γεγονός ότι το ένα από τα τρία φορτηγά οχήματα και πέντε από τα ρυμουλκούμενα εξακολουθούσαν να τελούν σε καθεστώς ενοικιαγοράς, ως επίσης η θέση του πως η συνεννόηση μεταξύ των παρισταμένων ήταν ότι τα σχετικά υπόλοιπα των ενοικιαγορών θα εξοφλούνταν μέσω των επιταγών της εναγομένης για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση και αυτών των αντικειμένων επ' ονόματι της τελευταίας. Καθόλα θετική ήταν επίσης η αντίληψη του Δικαστηρίου για το σύνολο των μαρτύρων που η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε, ουσιαστικά για να βεβαιώσουν ότι και για τα μηχανήματα αντικείμενο της συμφωνίας ημερ. 9.8.2008 που δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας, η τελευταία νόμιμα τα είχε αποκτήσει από αυτούς με τον τρόπο που ο κάθε ένας εξήγησε. (μάρτυρες 3 μέχρι και 8) Οι εν λόγο μάρτυρες, κατά τρόπο πειστικό και με παραπομπή σε διάφορα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, όπως τιμολόγια, έντυπα τελωνείου κλπ, επιβεβαίωσαν ουσιαστικά το γεγονός πως παρά την μη ολοκλήρωση των μεταβιβάσεων των ως άνω οχημάτων επ' ονόματι της ενάγουσας, πρακτική που φαίνεται να μην είναι ασύνηθες στον συγκεκριμένο τομέα επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, η τελευταία είχε κάθε δικαίωμα να τα διαχειρίζεται και να τα αξιοποιεί ως δικά της οχήματα, έχοντας ανά πάσα στιγμή την δυνατότητα να προχωρήσει στην εκ του νόμου απαιτούμενη μεταβίβαση και τιτλοποίηση τους επ' ονόματι της. Έμπειρη τραπεζική υπάλληλος, η κα Γαλαταριώτου, δεν έχω αμφιβολία ότι παραμένοντας ουδέτερη επί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου όλα όσα η ίδια γνώριζε, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξήγησε στο τέλος της ημέρας την πάγια πρακτική της τράπεζας στην περίπτωση που κάποιος πελάτης της επιθυμεί να πωλήσει ένα αντικείμενο που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ενοικιαγοράς που χρηματοδότησε η τράπεζα. Αυτή η πρακτική φαίνεται να ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της ενάγουσας, σκοπούσα προφανώς να διασφαλίσει τα οικονομικά δικαιώματα και συμφέροντα της τράπεζας. Το σύνολο της μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτό. Κατά τον ίδιο τρόπο, αποδεκτή γίνεται από το Δικαστήριο και η μαρτυρία της κας. Αλεξάνδρου υπαλλήλου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λάρνακας, αλλά και του Παύλου Τίμινη, προσώπου που τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας κατά πάτα ουσιώδη χρόνο. Πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία της κας. Αλεξάνδρου ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά, δεν βρίσκω λόγο γιατί το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τις αναφορές και τοποθετήσεις και των δύο πιο πάνω για τα ζητήματα που προσέφεραν την μαρτυρία τους, αφού πέραν από κάποιες περί του αντιθέτου αόριστες υποβολές σε σχέση με ισχυρισμούς και τοποθετήσεις του Τίμινη, τίποτα δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να κλονίσει την μαρτυρία και των δύο. Το γεγονός ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε σε μηχάνημα με αριθμό πλαισίου OLM726615 ότι εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της ενάγουσας, ενώ στη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών αναφέρεται ως ένα από τα μηχανήματα που πωλούνταν μηχάνημα με αριθμό πλαισίου QLM726615, επιβεβαιώνει κατά την αντίληψη μου ότι πράγματι επρόκειτο περί λάθους του μάρτυρα Ευριπίδου, όταν του ζητήθηκε να καταγράψει όπως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο τα στοιχεία του συνόλου των μηχανημάτων που θα πωλούνταν στην εναγομένη. Η εμφάνιση άλλωστε του ίδιου λάθους στη σχετική λίστα που ο ίδιος ετοίμασε, (τεκμήριο24) ενισχύει την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου. Η αντίληψη που αφήνει στον τρίτο παρατηρητή η παρουσία και η μαρτυρία του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας, Ιωσήφ Πεκρή, ήταν ότι επρόκειτο για μάρτυρα που τόσο κατά την διάρκεια της εξέλιξης των γεγονότων όσο και εκ των υστέρων, είτε αναζητούσε είτε προσπαθούσε να δημιουργήσει ερείσματα και αιτιάσεις που να δικαιολογούν την ενέργεια της εναγόμενης να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας. Προς εξυπηρέτηση του πιο πάνω στόχου, προέβαλε θέσεις και την δική του εκδοχή για την εξέλιξη των γεγονότων, οι οποίες όμως, είτε δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής αφού από μόνες τους δεν φαίνεται να παρουσιάζουν λογική συνέπεια και συνέχεια, είτε προσκρούουν στην ίδια τη συμφωνία των μερών αλλά και την εν γένει στάση και συμπεριφορά του ιδίου κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Έχοντας πειστεί ότι στόχος του ήταν να παρουσιάσει γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση κατά τρόπο που να εξυπηρετεί την υπόθεση της ενάγουσας, το Δικαστήριο δεν αισθάνεται ασφάλεια να βασιστεί στη μαρτυρία του για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για τα διαδραματισθέντα. Είναι γεγονός ότι στο προοίμιο της συμφωνίας ημερομηνίας 9.8.2008, διακηρύσσεται ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτης των μηχανοκινήτων οχημάτων και/ή αντικειμένων που περιγράφονται και καταγράφονται στον κατάλογο που επισυνάπτεται στην συμφωνία και τα οποία προσδιορίζεται ότι αποτελούν το αντικείμενο της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Το γεγονός τούτο, προβάλλει ο μάρτυρας και η πλευρά του επιχειρηματολογεί, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι κάποια τουλάχιστον από αυτά δεν ανήκαν στην ενάγουσα, αποτελώντας για παράδειγμα αντικείμενο ενοικιαγοράς ενώ για αρκετά άλλα δεν είχε εκδοθεί και ως εκ τούτου δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι της ενάγουσας, καταδεικνύει ότι ψευδώς η ενάγουσα παράστησε ότι είναι ιδιοκτήτης των μηχανημάτων που αποτελούν αντικείμενα της συμφωνίας. Η υπερβολικά και επιτηδευμένα κατά την άποψη του Δικαστηρίου απλούστευση του ζητήματος εκ μέρους του μάρτυρα, στην προσπάθεια του ως γίνεται αντιληπτό να προωθήσει την εκδοχή του για το ζήτημα, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της ίδιας πιο πάνω συμφωνίας, ειδικότερα στον όρο 7, αφού στο μεταξύ σε προηγούμενο στάδιο (όρος 3) γίνεται αναφορά στον τρόπο καταβολής του τιμήματος αγοράς, υποδεικνύεται πως: «Τα υπόλοιπα Αντικείμενα όσα εξ' αυτών είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του πωλητή θα μεταβιβαστούν επ' ονόματι του Αγοραστή επίσης σταδιακά, αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων και της αξίας εκάστου αντικειμένου, ..................... ......... Για εκείνα εκ των αντικειμένων που ο Πωλητής δεν έχει τίτλο ο Αγοραστής αναλαμβάνει ίδιος να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την μεταβίβαση τους επ' ονόματι του.» Διαπιστώνεται δηλαδή πως ενώ στο προοίμιο διακηρύσσεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πωλητής είναι ιδιοκτήτης των αντικειμένων που πωλούνται, στην συνέχεια, γίνεται ειδική πρόνοια για αντικείμενα που ο πωλητής δεν έχει τίτλο και για τα οποία επαφίεται στον αγοραστή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την μεταβίβαση αυτών των αντικειμένων επ' ονόματι του. Χωρίς να απαιτείται καν δηλαδή σε αυτό το στάδιο, στη βάση πάντα των γνωστών κανόνων ερμηνείας μιας σύμβασης να δρομολογηθούν οι αναγκαίες διεργασίες στα πλαίσια των οποίων να αναζητηθεί για να διαπιστωθεί η πραγματική πρόθεση των μερών, είναι φανερό από το ίδιο το λεκτικό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ότι το ζήτημα της μη ύπαρξης τίτλων ιδιοκτησίας για όλα τα μηχανήματα που αποτελούν αντικείμενο της πώλησης και ηγέρθη και απασχόλησε τις δύο πλευρές. Έδωσαν μάλιστα με την συμφωνία τους λύση στο ζήτημα. Με δεδομένο άλλωστε ότι η ίδια η συμφωνία αποκαλύπτει ότι υπάρχουν μηχανήματα που δεν είναι τιτλοποιημένα στην ενάγουσα και ότι η εναγόμενη αναλαμβάνει να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την μεταβίβαση τους επ' ονόματι της, η επιμονή του μάρτυρα στην προβολή της εκδοχής ότι η εναγομένη ξεγελάστηκε από την ενάγουσα σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μηχανημάτων, όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αλλά πλήττει στο τέλος της ημέρας την ποιότητα της μαρτυρίας του. Δεν πρέπει άλλωστε, στη βάση πάντα όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, να παραβλέπεται το γεγονός πως στο συγκεκριμένο τομέα επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, φαίνεται να μην αποτελεί παντελώς ξένη πρακτική ανάμεσα στους επαγγελματίες του κλάδου, μηχανήματα αυτού του είδους να πωλούνται και να αγοράζονται, χωρίς να υπάρχει σχετικός τίτλος και χωρίς την άμεση μεταβίβαση και τιτλοποίηση του αντικειμένου επ' ονόματι του αγοράζοντος δικαιούχου. Να συνομολογούνται δηλαδή αγοραπωλησίες, έναντι πάντα συμφωνηθέντος τρόπου καταβολής του οφειλόμενου τιμήματος, μόνο με την παράδοση του αντικειμένου και διαφόρων εντύπων του τελωνείου ή ακόμη απλών τιμολογίων, τα οποία επιτρέπουν ασφαλώς την κατά νόμο επιβαλλόμενη μεταβίβαση και τιτλοποίηση του μηχανήματος. Με αυτό τον τρόπο, άλλωστε, φαίνεται να ενήργησε και η πλευρά της εναγομένης, όταν πώλησε το ένα από τα τρία φορτηγά σε τρίτη εταιρεία χωρίς αυτό να έχει τιτλοποιηθεί στο όνομα της. Εντύπωση επίσης προκαλεί και πάντως αφαιρεί από την αξιοπιστία του μάρτυρα η ευκολία με την οποία επιχείρησε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τελικά υπέγραψε την σύμβαση χωρίς να τεθούν υπόψη του οι τίτλοι ιδιοκτησίας και αποδεικτικά στοιχεία ότι τα αντικείμενα που η εταιρεία του αγόραζε ανήκαν πράγματι στην ενάγουσα, αποδίδοντας τούτο σε λάθος χειρισμού του ζητήματος από την πλευρά του. Σύμφωνα με τον ίδιο τον μάρτυρα, το ζήτημα ήταν τέτοιας σημασίας για τον ίδιο και την εναγομένη, ώστε την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής της σύμβασης σε συνάντηση που είχε μαζί με τον διευθυντή της ενάγουσας και την δικηγόρο του, όταν αναζήτησε τους τίτλους και άλλα αποδεικτικά στοιχεία για τα αντικείμενα και δεν του υπεδείχθησαν, να αναζητήσει αυτά επισταμένα, υποδεικνύοντας ότι η υπογραφή της συμφωνίας θα γινόταν μόνο αφού προέβαινε σε σχετική επιθεώρηση τους. Προς τον σκοπό τούτο εξ' άλλου ορίστηκε το ραντεβού υπογραφής της συμφωνίας την επόμενη ημέρα, στα γραφεία της εναγομένης στην Αραδίπου. Ενώ λοιπόν συμφωνά με τον ίδιο τον μάρτυρα ένας από τους λόγους για τους οποίους ορίστηκε η συγκεκριμένη μέρα προς υπογραφή της συμφωνίας δεν ικανοποιήθηκε, εν τούτοις ο μάρτυρας προχωρά και υπογράφει την σύμβαση. Η αναφορά του ότι καθησυχάστηκε από τις διαβεβαιώσεις του εκπροσώπου της ενάγουσας ότι οι τίτλοι θα του παραδίδονταν την Δευτέρα αντί να του παραδοθούν και/ή υποδειχθούν το Σάββατο, ως ήταν άλλωστε κατά τον μάρτυρα η συνεννόηση την προηγούμενη ημέρα, δεν πείθει. Θα ανέμενε κανείς πως αν τούτο συνέβαινε, οι όποιες ανησυχίες του να πολλαπλασιάζονταν παρά να καμφθούν. Ούτε μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός πως ενώ ως διατείνεται δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις που έλαβε, αφού δεν του παραδόθηκαν ή υπεδείχθησαν τα σχετικά έγγραφα και τίτλοι, ούτε κατάφερε παρά τις πολλές προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τον διευθυντή της ενάγουσας ή τη δικηγόρο του, εντούτοις και ενώ το ζήτημα για τον ίδιο ήταν τόσο σημαντικό, δεν προχώρησε, ενώ είχε την ευκαιρία, σε ανάκληση της αρχικής επιταγής του τιμήματος. Το γεγονός εξάλλου ότι η ως άνω θέση του μάρτυρα Ιωσήφ Πεκρή για το ζήτημα φαίνεται να έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνο με την μαρτυρία του διευθυντή της ενάγουσας αλλά και του μάρτυρα Ευριπίδου, ο οποίος ήταν παρών και επιμαρτύρησε την υπογραφή της σύμβασης και ο οποίος έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος μάρτυρας, ενισχύουν την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι ο διευθυντής της ενάγουσας μεταβαίνοντας το Σάββατο, 9.8.2008 στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας στην Αραδίπου προς τον σκοπό υπογραφής της συμφωνίας, έθεσε υπόψη του Ιωσήφ Πεκρή το σχετικό φάκελο στον οποίο φυλάσσονταν οι τίτλοι και άλλα αποδειχτικά στοιχεία και έγγραφα που επέτρεπαν την πώληση των αντικειμένων στην εναγομένη εταιρεία. Αυτός ήταν και ο λόγος που έγινε κατορθωτή η υπογραφή της συμφωνίας την καθορισμένη προς τούτο ημερομηνία, αφού δηλαδή ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας «επείσθη» ελέγχοντας τους σχετικούς τίτλους και άλλα έγγραφα τα οποία απαίτησε ούτως ή άλλως προκαταβολικά να δει, για την δυνατότητα υλοποίησης της μεταξύ των δύο εταιρειών συμφωνίας. Ζήτημα που αφαιρεί επίσης από την αξιοπιστία του μάρτυρα, αποτελεί και η επιμονή του ότι ξεγελάστηκε από την πλευρά της ενάγουσας και σε σχέση με το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (fork lift) που αφορούσε η συμφωνία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η ενάγουσα τον άφησε να πιστεύει ότι το αντικείμενο που αγόρασε ήταν αυτό που αποτυπώνεται στην φωτογραφία τεκμήριο 23, με τον ίδιο να αντιλαμβάνεται ότι ξεγελάστηκε μόνο όταν αναζήτησε το ανυψωτικό μηχάνημα που αποτυπώνεται στο τεκμήριο 23 ο πραγματικός ιδιοκτήτης του, προτάσσοντας παράλληλα ότι σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις εργασίες της εναγομένης ανυψωτικό μηχάνημα έξι μόλις τόνων. Είναι φανερό ότι οι πιο πάνω τοποθετήσεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις ξεκάθαρες πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Με σαφήνεια καταγράφεται και περιγράφεται στην συμφωνία ότι το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα που η ενάγουσα πωλεί στην εναγομένη εταιρεία είναι 6 τόνων. Δυσμενή εντύπωση στο τέλος της ημέρας προκαλεί η επιμονή του μάρτυρα για το ζήτημα, δοθέντος του γεγονότος ότι και ο ίδιος αναγνώρισε πως το ανυψωτικό μηχάνημα που απεικονίζεται στο τεκμήριο 23, και το οποίο η πλευρά της εναγομένης φρόντισε μετά τη συμφωνία να μεταφέρει από την περιοχή του λιμανιού στις εγκαταστάσεις της, δεν αποτελεί ανυψωτικό μηχάνημα 6 τόνων. Το γεγονός, ως υποστήριξε, ότι με το μηχάνημα της δυναμικότητας αυτού που στο τέλος της ημέρας ο ίδιος συμφώνησε να αγοράσει και το οποίο προσδιορίστηκε στη συμφωνία δεν θα εξυπηρετούντο οι ανάγκες της εναγόμενης, προφανώς δεν αποτελεί ζήτημα που θα μπορούσε σοβαρά υπό τις περιστάσεις να απασχολήσει και για το οποίο να ευθύνεται ο αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης. Ως οι πρόνοιες της μεταξύ των δύο εταιρειών συμφωνίας, (όροι 3, 6 και 7) η μεταβίβαση των αντικειμένων της συμφωνίας θα ήταν σταδιακή και σε συνάρτηση και αναλόγως πάντα των καταβληθέντων δόσεων. Ο διευθυντής της εναγομένης, Ιωσήφ Πεκρής, επέμενε ότι τα τρία φορτηγά και οι σχετικές με αυτά άδειες «Α», θα έπρεπε να του μεταβιβαστούν εντός τριάντα ημερών. Το δικαιολογημένο ή μη της πιο πάνω θέσης του όσον αφορά το χρονικό περιθώριο των τριάντα ημερών, απασχολεί σε άλλο στάδιο της παρούσας. Ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος, για σκοπούς συζήτησης και μόνο, υιοθετούσε την ως άνω θέση του μάρτυρα, είναι εύκολα διακριτή η αντίθεση των θέσεων του με τα συμφωνηθέντα, αφού παρά το γεγονός ότι ο ίδιος έχει κοστολογήσει τα τρία οχήματα με τις άδειες «Α» στις €92.000, εξακολουθούσε να υποστηρίζει σθεναρά πως αυτά θα έπρεπε να του μεταβιβαστούν εντός του πιο πάνω διαστήματος, χωρίς εκ των πραγμάτων η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος - μέσω των επιταγών που εξέδωσε - τις ανάλογες δόσεις του τιμήματος αγοράς. Η θέση του μάρτυρα εξάλλου ότι τα φορτηγά και τα υπόλοιπα μηχανήματα παρέμειναν ακινητοποιημένα και σταθμευμένα στο χώρο στάθμευσης της εναγόμενης εταιρείας, (τα πρώτα ένα μήνα περίπου μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενώ τα δεύτερα στο αμέσως επόμενο αλλά πάντως σύντομο χρονικό διάστημα) φαίνεται εκ των πραγμάτων να έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με τις τοποθετήσεις ήδη κριθέντα αξιόπιστου μάρτυρα προς τούτο, του Ευριπίδου, σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος έβλεπε τα φορτηγά οχήματα για κάποιο διάστημα να κινούνται στους δρόμους ενώ για πολύ περισσότερο διάστημα εντόπιζε τα ρυμουλκούμενα να χρησιμοποιούνται κινούμενα στους δρόμους, δύο μάλιστα εξ' αυτών εντοπίστηκαν από τον ίδιο το 2012 στη περιοχή του Λιμανιού Λεμεσού να φέρουν πλέον επιγραφή που παρέπεμπε στην εναγόμενη, αλλά και με τις τοποθετήσεις της αρμόδιας υπαλλήλου στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, (κα. Αριστοτέλους) οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά. Η εν λόγο μάρτυρας επιβεβαίωσε ουσιαστικά το γεγονός ότι αριθμός ρυμουλκούμενων, τα οποία παρελήφθησαν κατά τον τρόπο που εξήγησε ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας ήδη από το 2008, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2010 παρουσιάστηκαν για σκοπούς επιθεώρησης στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα. Η εισήγηση ότι θα μπορούσε κάποιος τρίτος, ξένος προς την εναγομένη εταιρεία να οδηγήσει τα συγκεκριμένα ρυμουλκούμενα για σκοπούς επιθεώρησης, ενώ αυτά σύμφωνα με τον διευθυντή της εναγομένης έκτοτε και από μακρού χρόνου βρισκόταν σταθμευμένα στο χώρο στάθμευσης της εταιρείας του, από μόνη της δεν πείθει ούτε υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα αισθάνομαι ότι μπορεί σοβαρά να απασχολήσει. Στην προσπάθεια άλλωστε της εναγομένης εταιρείας και ειδικότερα του διευθυντή της Ιωσήφ Πεκρή, να δικαιολογήσουν την ανάκληση των επίδικων επιταγών, εντάσσεται προφανώς και η σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο πρόσκληση ουσιαστικά προς την Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, να παραλάβει το όχημα που η ίδια η εναγομένη εταιρεία από το 2008 κατείχε και για κάποιο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσε (επιστολή ημερ. 23.3.2010 τεκμήριο 35). Για το συγκεκριμένο φορτηγό όχημα, παρά την έκδοση από το 2005 σχετικής απόφασης, (Τεκμήριο 20) η πλευρά της ενάγουσας ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου κατέβαλε προς την τράπεζα περιοδικά διάφορα ποσά χωρίς ποτέ να αναζητηθεί από την τράπεζα η επιστροφή του ενώ ως έγινε ήδη αποδεκτό, πριν την συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ των μερών, η ενάγουσα είχε εξασφαλίσει ήδη την συγκατάθεση και της συγκεκριμένης τράπεζας για την πώληση του στην εναγομένη. Το γεγονός ότι στην απαντητική επιστολή της τράπεζας προς τους δικηγόρους της εναγομένης εταιρείας (τεκμήριο 21) αναφέρεται το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν θα έπρεπε να παραδοθεί το συγκεκριμένο αντικείμενο από την πλευρά της ενάγουσας στην εναγομένη εταιρεία, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Από την στιγμή που η τράπεζα δεν εξοφλήθηκε, η αντίδραση της ως εκδηλώθηκε στην επιστολή ημερ.6.5.2010, (τεκμήριο 21) ήταν καθόλα φυσιολογική και αναμενόμενη. Τούτο, αντικειμενικά θεωρούμενο, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε εκ των προτέρων εξασφαλίσει την έγκριση των τραπεζών για πώληση και μεταβίβαση στην εναγομένη εταιρεία των μηχανημάτων που τελούσαν σε καθεστώς ενοικιαγοράς, νοουμένου βεβαίως πάντα ότι θα εξοφλείτο κάθε υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό προς τις τράπεζες. Ο Μιχάλης Πεκρής, διευθυντής και ο ίδιος της εναγομένης εταιρείας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή στις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν για την κατάληξη στη συμφωνία, στηριζόμενος ουσιαστικά σε πληροφόρηση που ελάμβανε από τον αδελφό του Ιωσήφ Πεκρή, ήταν φανερή η προσπάθεια αλλά και τα κίνητρα του - όχι μόνο σαν διευθυντής της εναγομένης εταιρείας αλλά και σαν εγγυητής των υποχρεώσεων της τελευταίας που απορρέουν από την συμφωνία - να προσαρμόσει την μαρτυρία του κατά τρόπο που να ενισχύει τις αναφορές και τοποθετήσεις του αδελφού του όσον αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα, στοχεύοντας και ο ίδιος να δικαιολογήσει την επιλογή της ενάγουσας να υπαναχωρήσει από τα συμφωνηθέντα και να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών που εκδόθηκαν από την εναγομένη και παραδόθηκαν στην ενάγουσα προς ικανοποίηση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Στο βαθμό και την έκταση που οι τοποθετήσεις του οι οποίες ενδιαφέρουν για την συζήτηση ουσιαστικών πτυχών της παρούσας ταυτίζονται με αυτές του Ιωσήφ Πεκρή και οι οποίες για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω δεν έχουν υιοθετηθεί από το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά για τους ίδιους λόγους να απορριφτούν επίσης. Το Δικαστήριο, δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να στηριχτεί στις αναφορές και τοποθετήσεις του συγκεκριμένου μάρτυρα σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων στην προσπάθεια του να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Στη βάση της πιο πάνω προσέγγισης του Δικαστηρίου όσον αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων, σε συνδυασμό θεωρούμενη με το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ως αυτά έγιναν αποδεκτά, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία μεταξύ των δύο αντιδικούντων εταιρειών σε καμία περίπτωση δεν ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και/η απάτης και/η δόλου εκ μέρους της ενάγουσας, ως προβάλλεται από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας. Αντίθετα, η εναγόμενη προσήλθε στη συμφωνία όντας ενήμερη για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μηχανημάτων που αγόραζε, τα οποία όχι μόνο της παραδόθηκαν αλλά και σε χρόνο προγενέστερο αρκετά από αυτά γνώριζε και τα χρησιμοποιούσε. Ήδη κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων μεταξύ των δυο πλευρών, τέθηκε υπόψη της εναγομένης εταιρείας από την ενάγουσα ότι το ένα από τα τρία φορτηγά, ήτοι το όχημα υπ. αριθμούς εγγραφής ΗΡΖ567, όπως και 5 ρυμουλκούμενα - καρότσες εξακολουθούσαν να τελούν υπό καθεστώς ενοικιαγοράς το μεν πρώτο στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ τα δε ρυμουλκούμενα στην Τράπεζα Κύπρου. Δεν ήταν η πρώτη φορά άλλωστε που η πλευρά της εναγομένης εταιρείας, όπως ρητώς παραδέχθηκε ο διευθυντής της, Ιωσήφ Πεκρής, αγόρασε μηχανήματα ενώ αυτά τελούσαν υπό ενοικιαγορά. Η πλευρά της ενάγουσας είχε ήδη εξασφαλίσει εκ των προτέρων την συγκατάθεση των ως άνω τραπεζών για την πώληση και αυτών των μηχανημάτων, όπως επιβεβαίωσε ενώπιων του Δικαστηρίου και υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, αφού η εξασφάλιση του λαβείν τους διασυνδέθηκε και διασφαλίστηκε ότι θα γίνει με την πληρωμή του τιμήματος αγοράς. Είναι εξάλλου σημαντικό να σημειωθεί πως ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η θέση της εναγομένης εταιρείας, ότι δηλαδή κατά τον τρόπο που η πλευρά της έθεσε στο Δικαστήριο δεν της αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι συγκεκριμένα μηχανήματα τα οποία συμφώνησε να αγοράσει τελούσαν σε ενοικιαγορά, ή ακόμα ότι ήταν αντικείμενα ενεχυρίασης ή άλλης τραπεζικής δέσμευσης, γεγονός παραμένει πως ως ο ίδιος ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας υποδεικνύει, όταν έμαθε τελικά στις 13.9.2008 ότι κάποια από τα μηχανήματα τελούσαν σε ενοικιαγορά, το μόνο που προσπάθησε να διασφαλίσει ήταν ότι από τα ποσά που η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη ούτως ή άλλως να καταβάλει στην ενάγουσα, θα αποπληρώνονταν κατά προτεραιότητα τα υπόλοιπα των λογαριασμών των ενοικιαγορών. Το ζήτημα δηλαδή δεν φαίνεται να απασχολεί την πλευρά της εναγομένης εταιρείας, το αποδέχεται και το προσπερνά, αποφασίζοντας να το προβάλει ως λόγο τερματισμού της συμφωνίας σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο και ενώ στο μεταξύ η πλευρά της είχε ανακαλέσει την πληρωμή αρκετών επιταγών. Ούτε το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε εξ' αρχής στην πλευρά της εναγομένης ότι μηχάνημα που συμφωνήθηκε να πωληθεί σε αυτή ήταν ενεχυριασμένο προς εξασφάλιση της ως άνω ενοικιαγοράς, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα φαίνεται να διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη δέσμευση δεν αποκλείει, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, την πώληση και την μεταβίβαση ενός αντικειμένου. Παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση μεταβίβασης ενός μηχανήματος ελεύθερου κάθε βάρους και επιβάρυνσης είναι δεδομένη και αυτονόητη κατά τον χρόνο που αυτό θα μεταβιβαζόταν τελικά στην εναγόμενη, θα πρέπει να εντοπιστεί ότι δεν αποτελεί συμβατική δέσμευση της ενάγουσας τα μηχανήματα που συμφωνήθηκε να πωληθούν στην εναγομένη, θα έπρεπε να ήταν ελεύθερα κάθε βάρους και επιβάρυνσης και πριν από την μεταβίβαση τους στην τελευταία, κατά τον τρόπο που τούτο συμφωνήθηκε. Το ζήτημα στην υπό συζήτηση περίπτωση απολήγει να είναι πραγματικά ουδέτερο, αφού ως έγινε αποδεκτό, η ενάγουσα πωλήτρια είχε ήδη εξασφαλίσει την συγκατάθεση των τραπεζικών ιδρυμάτων για την πώληση όλων των μηχανημάτων, διασφαλίζοντας ότι μέσω του τιμήματος και πριν την μεταβίβαση τους στην αγοράστρια-εναγομένη εταιρεία θα εξοφλείτο κάθε υπόλοιπο προς αυτές. Σε κάθε περίπτωση δε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα και έγιναν αποδεκτά, δεν μπορεί βάσιμα να διαπιστωθεί οποιοδήποτε στοιχείο δόλου ή διάθεση εξαπάτησης της πλευράς της εναγομένης από την ενάγουσα εξαιτίας του γεγονότος τούτου, ζήτημα το οποίο ως πειστικά εξηγήθηκε στο Δικαστήριο διέλαθε της προσοχής του διευθυντή της ενάγουσας. Ζήτημα που απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, αποτελεί το δικαιολογημένο ή μη του φερόμενου τερματισμού της συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, όπως προέβαλε τούτο κατά το στάδιο που έδινε μαρτυρία ο διευθυντής της ενάγουσας Ιωσήφ Πεκρής και η πρόσκληση προς την ενάγουσα να παραλάβει τα πωληθέντα και παραδοθέντα στην εναγομένη αντικείμενα, μαζί με την επιστροφή των χρημάτων που είχαν καταβληθεί στις 11.08.2008 ες επίσης τα ποσά που κατ' ισχυρισμό καταβλήθηκαν για την επιδιόρθωση μηχανημάτων που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας. Στις δικογραφημένες θέσεις της εναγομένης, στο πλαίσιο των οποίων θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προτάσσεται με ευθύτητα ζήτημα τερματισμού της συμφωνίας, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας: «(α) Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας των οχημάτων, συγκεκριμένα αρνήθηκαν να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα έγγραφα και να τα καταθέσουν στις αρμόδιες αρχές για να καταστεί εφικτή η χρήση των φορτηγών οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων σε δημόσιους οδούς. (β) Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να παραδώσουν στους Εναγόμενους το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (fork lift). (γ) Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να μεταβιβάσουν τις άδειες «Α». (δ) Οι Ενάγοντες δεν ήταν ιδιοκτήτες των αντικειμένων και δεν είχαν δικαίωμα να πωλήσουν και/ή να τα παραδώσουν στους Εναγόμενους.» Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων μιας σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Amethyst Distributors Ltd v Ιερά Μονή Κύκκου
(2011)1Α ΑΑΔ 199 και Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 B AAΔ 1156). Οι ερμηνευτικοί κανόνες άλλωστε χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου είναι ασαφές. (βλ. Pell Frischmann Cons. Ltd ν Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 33) Κρίνεται χρήσιμο σε αυτό το στάδιο να σημειωθεί ότι η θέση του διευθυντή της ενάγουσας πως στη βάση της μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνίας, αντικείμενο της πώλησης ήταν και η πελατεία της ενάγουσας προς την εναγομένη εταιρεία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί και από το Δικαστήριο. Η συμφωνία φαίνεται ότι προσδιορίζει με σαφήνεια το αντικείμενο της. Πρόκειται για μηχανοκίνητα οχήματα και/ή αντικείμενα που περιγράφονται και καταγράφονται σε κατάλογο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Το γεγονός ότι στους όρους 8 και 9 της συμφωνίας καταγράφεται η υποχρέωση της ενάγουσας να συστήσει στους πελάτες της την εναγομένη εταιρεία, χωρίς όμως η ενάγουσα, όπως ρητά καταγράφεται στη συμφωνία να αναλαμβάνει οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη ή υποχρέωση έναντι της εναγομένης όσον αφορά το πελατολόγιο της, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ότι η συμφωνία περιλαμβάνει και το πελατολόγιο της ενάγουσας. Άλλωστε, η τελευταία διαφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να επανέλθει και να εκτελεί μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων των πελατών της σε περίπτωση που ο αγοραστής αδυνατεί να εκτελέσει τις μεταφορές ή ακόμη περισσότερο, εάν η εναγόμενη εταιρεία δεν κατορθώσει να εξυπηρετήσει ή να κρατήσει τους πελάτες της ενάγουσας. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο, είναι γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είχε κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας τίτλους ιδιοκτησίας για όλα τα αντικείμενα. Τούτο όμως, ευθύς εξ' αρχής και πριν την υπογραφή της συμφωνίας γνώριζε και αποδέχτηκε η εναγόμενη εταιρεία, αναλαμβάνοντας την συμβατική υποχρέωση να μεριμνήσει η ίδια αυτά τα αντικείμενα να τιτλοποιηθούν απευθείας στο όνομα της. Η ενάγουσα, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο Δικαστήριο και έγινε αποδεκτό, έχοντας προ πολλού εξοφλήσει το τίμημα αγοράς τους ή όπου τούτο ήταν αναγκαίο, έχοντας εξασφαλίσει εκ των προτέρων την συγκατάθεση των τραπεζικών ιδρυμάτων για όσα ήταν σε καθεστώς ενοικιαγοράς ή βαρύνονταν με οποιαδήποτε άλλη δέσμευση, είχε την δυνατότητα να προχωρήσει στην σύναψη της συμφωνίας πώλησης τους, πράγμα που έπραξε. Διασυνδέθηκε μάλιστα από τους συμβαλλομένους η μεταβίβαση των αντικειμένων με την καταβολή της αξίας τους, ως αυτή θα καθοριζόταν από τον πωλητή. Όπως δε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και επίσης γίνεται αποδεκτό, μέρος του τιμήματος που θα καταβαλλόταν με τις επίδικες επιταγές της εναγομένης, η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε, θα χρησιμοποιείτο για την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού προς τις τράπεζες, για να καταστεί έτσι δυνατή η ολοκλήρωση της μεταβίβασης και η τιτλοποίηση όλων των μηχανημάτων επ' ονόματι της εναγομένης, πράγμα για το οποίο η τελευταία εξ' αρχής ήταν ενήμερη. Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου είναι φανερό ότι η τελευταία ως άνω προβαλλόμενη από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας παράβαση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Ούτε μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε μομφή στη γενικότερη συμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας όσον αφορά την συνδρομή της, στο βαθμό που απαιτείται αυτό από την συμφωνία μεταξύ των μερών, στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου για να καταστεί δυνατή η χρήση των φορτηγών οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων σε δημόσιους δρόμους. Ως έχει τεθεί και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, το σύνολο των μηχανημάτων πλην του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος το οποίο έκτοτε παραμένει στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας προς παραλαβή από την εναγομένη, παραδόθηκαν και παρελήφθησαν από την εναγομένη. Τόσο τα φορτηγά, για κάποιο τουλάχιστο διάστημα όσο και τα ρυμουλκούμενα, για πολύ μεγαλύτερο χρόνο, χρησιμοποιούνταν από αυτούς που τα παρέλαβαν και τα είχαν στη κατοχή τους για την διεκπεραίωση διάφορων εργασιών. Ο διευθυντής της ενάγουσας, χωρίς καν να εισπραχθεί οποιοδήποτε ποσό δυνάμει των επίδικων επιταγών, προχώρησε στην παράδοση διαφόρων τίτλων και εγγράφων που θα επέτρεπαν στην εναγομένη να προβεί για κάποια τουλάχιστο από αυτά, άμεσα σε μεταβιβάσεις επ' ονόματι της. Ο ίδιος εξάλλου, έχοντας ουσιαστικά παραδώσει το σύνολο των μηχανημάτων της ενάγουσας στην εναγομένη, αναλαμβάνοντας για κάποιο χρονικό διάστημα να μην εκτελεί μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων, πέραν από λογικό και αναμενόμενο, ήταν φανερό από την εξέλιξη των γεγονότων και την εν γένει συμπεριφορά του ως έχει εκτεθεί στο Δικαστήριο από τον ίδιο και γίνεται αποδεκτή, ότι επεδείκνυε κάθε διάθεση συνεργασίας με την εναγομένη, συνδράμοντας την τελευταία στην προώθηση των διαφόρων αιτήσεων για την μεταβίβαση των μηχανημάτων επ' ονόματι της. Στο βαθμό που του αναλογούσε, δεν αρνήθηκε ούτε αμέλησε να συνδράμει την εναγόμενη στην προώθηση οποιασδήποτε αίτησης. Όταν, για παράδειγμα, πληροφορήθηκε από την πλευρά της εναγομένης, η οποία εκ της συμβάσεως ήταν η υπεύθυνη να προωθήσει τις σχετικές αιτήσεις, ότι ήταν αναγκαίο το «προσάρτημα» για να προωθηθεί η σχετική αίτηση μεταβίβασης των αδειών «Α», φαίνεται ότι έσπευσε χωρίς χρονοτριβή να διευθετήσει το ζήτημα, υποβάλλοντας σχετική αίτηση και εξασφαλίζοντας το, ενώ όταν τελικά προωθήθηκε εκ μέρους της εναγομένης η σχετική αίτηση, ο ίδιος φορτικά «ενοχλούσε» τις αρμόδιες υπηρεσίες για την ολοκλήρωση της εξέτασης της και την έγκριση της. Άλλωστε όταν επιλύθηκε το ζήτημα και ενεκρίθησαν οι σχετικές άδεις από την αρμόδια αρχή, τότε μόνο προκρίθηκε από την πλευρά της εναγομένης ζήτημα πλέον πιστοποίησης των υπογραφών, το οποίο και πάλι ο διευθυντής της ενάγουσας προσφέρθηκε να συνδράμει στην επίλυση του, συναντώντας όμως την απροθυμία του διευθυντή της εναγομένης κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί το γεγονός πως κατά τον χρόνο που σταδιακά ανακαλούσε πέραν των μισών επιταγών που εξέδωσε για την αποπληρωμή του τιμήματος, δεν φαίνεται οι ισχυριζόμενες σήμερα από τον μάρτυρα Ιωσήφ Πεκρή παραλήψεις, αρνήσεις και αμέλεια εκ μέρους της ενάγουσας να τον απασχόλησαν, προβαίνοντας συνεπεία αυτής της συμπεριφοράς της ενάγουσας, σε άμεσο τερματισμό της συμφωνίας. Ο καθορισμός εκ μέρους της πλευράς της εναγομένης της χρονικής προθεσμίας των τριάντα ημερών εντός της οποίας θα έπρεπε να γίνουν οι μεταβιβάσεις των σχετικών αδειών «Α», για να μπορούν τα μηχανήματα να κινούνται νόμιμα ως υπέδειξε ο Ιωσήφ Πεκρής, δεν φαίνεται να αποτελεί ζήτημα για το οποίο να υπήρξε ειδική πρόβλεψη-ρύθμιση στη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Θα ανέμενε κανείς πως αν συγκεκριμένες ενέργειες εκ μέρους των συμβαλλομένων θα έπρεπε να γίνουν εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος - για να μπορούν τα οχήματα ως εισηγήθηκε ο διευθυντής της εναγομένης να κινούνται άμεσα και σύννομα στους δημόσιους δρόμους - τούτο να ρυθμιζόταν ανάλογα από την συμφωνία. Ως ο όρος 6 της συμφωνίας, τα τρία φορτηγά οχήματα μετά την έκδοση της αναγκαίας άδειας μεταβίβασης τους, για την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να υποβάλει σχετική αίτηση η εναγομένη εταιρεία, θα μεταβιβάζονταν επ' ονόματι της τελευταίας σταδιακά και αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων και της αξίας εκάστου αντικειμένου, όπως αυτή μάλιστα θα υπολογιζόταν από την ενάγουσα. Ήταν δηλαδή άρρηκτα συνδεδεμένη η μεταβίβαση των φορτηγών - όπως και των υπόλοιπων αντικειμένων - (βλέπε όρο 7 σύμβασης), με την πληρωμή των δόσεων του τιμήματος αγοράς όπως αυτές συμφωνήθηκαν στον όρο 3 της συμφωνίας. Η αξία των τριών φορτηγών με τις σχετικές άδειες «Α» για αυτά, όπως ο ίδιος ο διευθυντής της ενάγουσας την προσδιόρισε, ανερχόταν στις €92.000. Τούτου δοθέντος, ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος διαπίστωνε ηθελημένη καθυστέρηση ή παράληψη της ενάγουσας να συνδράμει στην μεταβίβαση τους κατά τον τρόπο που ορίζει η συμφωνία των δύο πλευρών, κάτι που εδώ δεν αποδέχομαι ότι συμβαίνει, αφού η εξέλιξη των γεγονότων αποκαλύπτει ότι η πλευρά της ενάγουσας ήταν έτοιμη και πρόθυμη να ενεργήσει και πέραν των συμβατικών της υποχρεώσεων προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή εκ μέρους της εναγομένης των συμφωνηθέντων, είναι φανερό ότι στη βάση της μεταξύ των δύο μερών συμφωνίας, δεν θα υπήρχε και πάλι στο συγκεκριμένο στάδιο υποχρέωση μεταβίβασης των συγκεκριμένων μηχανημάτων, αφού δεν θα είχε καταβληθεί το ανάλογο με την αξία τους ποσό. Διερωτάται κάποιος πως υπήρξε παραβίαση της υποχρέωσης της ενάγουσας να μεταβιβάσει τα μηχανήματα ή τις άδεις «Α» ως καθορίζεται τούτο στη μεταξύ των μερών συμφωνία, δυνάμενης μάλιστα να οδηγήσει σε δικαίωμα της πλευράς της εναγομένης να καταγγείλει και να τερματίσει την σύμβαση, όταν το γενεσιουργό γεγονός της έναρξης αυτής της υποχρέωσης δεν επισυνέβη, αφού η πλευρά της εναγομένης, για δικούς της λόγους, είχε φροντίσει ήδη να ανακαλέσει την πληρωμή, μέσω των επίδικων επιταγών, καταβληθέντων δόσεων. Για τους λόγους που πιο πάνω έχουν ήδη αναφερθεί, είναι φανερό ότι η προβολή από την πλευρά της εναγομένης ως λόγου παράβασης της μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνίας, το γεγονός ότι οι ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να παραδώσουν στους εναγομένους το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, κατά τρόπο που να δικαιολογεί τούτο τον τερματισμό της, δεν αντέχει στη βάσανο σοβαρής συζήτησης και ενασχόλησης. Ως στο άρθρο 36 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994)προνοείται, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας, τα πωληθέντα αγαθά είναι παραδοτέα στον τόπο όπου βρίσκονται κατά το χρόνο της πώλησης. Το συγκεκριμένο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα που αποτέλεσε αντικείμενο της σύμβασης ήταν κατά τον χρόνο πώλησης του και εξακολουθεί να βρίσκεται στα υποστατικά της ενάγουσας, αναμένοντας έκτοτε την παραλαβή του από τους εναγομένους. Εάν ο εκδότης μιας επιταγής την ανακαλέσει χωρίς εύλογη αιτία, υπέχει, υπό προϋποθέσεις πάντα, πέραν από αστική και ποινική ευθύνη. Στην υπόθεση Heatron co ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους, Πολ. Έφεση Αρ.344/08, ημερ. 23.5.2012, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, ασχολήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, με την έννοια, την σημασία και το σκοπό της επιταγής. Αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova Jersey) Knit Ltd ν. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H
(1977)2 All E.R. 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2)
(1950)1 All E.R. 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Tlais
(1991)1 AAΑ 239). Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση (Nova Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μια συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής.» Ως υποδεικνύεται επίσης πιο κάτω στην ίδια ως άνω απόφαση: «Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαραχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου 1991) 1 ΑΑΔ 991).» Ως έχει άλλωστε σημειωθεί στην υπόθεση Βάσος Χαραλαμπίδης Λτδ ν Πάμπου Ψαρά
(2001)1 ΑΑΔ 849, το τεκμήριο που δημιουργείται και το οποίο μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης, ενεργοποιείται αφού αποδειχθεί ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είναι κάτοχος της επιταγής. Ο ενάγοντας, ως υποδεικνύεται στην ίδια απόφαση απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής, εάν στην υπεράσπιση του εναγομένου υπάρχει σχετική παραδοχή προς τούτο. Σχόλια εξάλλου που εντοπίζονται στην νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury's Law of England 4η έκδοση, Τόμος 4 σελ. 164, παραγ. 379, για το ζήτημα, φαίνεται να βρίσκονται σε πλήρη σύμπνοια με τον νόμο και την ως άνω ενδεικτικά αναφερόμενη νομολογία. Ειδικότερα αναφέρεται ότι: «Presumption of consideration. It has been already stated that bills of exchange and promissory notes, unlike other forms of simple contract, are presumed to stand upon the basis of a valuable consideration. .................................. ............................... The effect of the presumption, therefore, is that it shifts the burden of proof from the shoulders of the plaintiff who relies upon the instrument to those of the defendant who impugns it. » Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το σύνολο των επίδικων επιταγών εξεδόθησαν από την εναγομένη 1 εταιρεία προς όφελος και επ' ονόματι της ενάγουσας εταιρείας. Ούτε αμφισβητείται ότι στο σύνολο τους οι επιταγές αυτές, δεόντως και κατ' εφαρμογή της συμφωνίας των δύο πλευρών παραδόθηκαν στην ενάγουσα, παρουσιάστηκαν για πληρωμή και δεν τιμήθηκαν. Το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας σχετική ειδοποίηση για την μη τίμηση τους προς τον εκδότη, ως οι πρόνοιες του άρθρου 48 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 παραμένει αδιάφορο στην υπό συζήτηση περίπτωση, αφού η πληρωμή τους έχει ανακληθεί από τον εκδότη τους (άρθρο 50 (β) Κεφ. 262). Ενόψει όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, αναπόδραστη είναι η κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν μπορεί να ελεγχθεί ότι ενήργησε κατά παράβαση της μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνίας, κατά τον τρόπο τουλάχιστο που της αποδίδεται από την εναγομένη. Ούτε έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο από την πλευρά της εναγομένης, στο βαθμό που απαιτείται από αυτήν, ότι η ενάγουσα ενήργησε με δόλο εξασφαλίζοντας τις επίδικες επιταγές ή ότι μπορεί να χρεωθεί με αποτυχία στην αντιπαροχή κατά τρόπο που θα μπορούσε να αποκαλυφθεί βάσιμη υπεράσπιση από την πλευρά της εναγομένης για την ανάκληση των επιταγών [βλ Heatron co ltd (ανωτέρω)]. Αντίθετα, η πλευρά της ενάγουσας για λόγους που αφορούν την ίδια φαίνεται αδικαιολόγητα να υπαναχώρησε από την συμφωνία, μη επιτρέποντας κατ' εφαρμογή του συμφωνηθέντος τρόπου αποπληρωμής, να καταβληθεί μέσω των επίδικων επιταγών το τίμημα και να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση με τον τρόπο που συμφωνήθηκε των μηχανημάτων τα οποία συμφώνησε να αγοράσει από την ενάγουσα, τα οποία, πλην του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος περιήλθαν στην κατοχή της. Η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας, οδηγεί αναπόδραστα στην ενεργοποίηση της εγγύησης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 στις αγωγές υπ. αριθμό 324/2009 και 2166/2010 των υποχρεώσεων της που απορρέουν από την συμφωνία. Εγγύησης που η ύπαρξη και το περιεχόμενο της ως ενσωματώθηκε στη συμφωνία, όχι μόνο δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης αλλά ούτε και αντιπαράθεσης ή οποιασδήποτε συζήτησης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Πριν την ολοκλήρωση της παρούσας κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση, με συντομία έστω και με το ζήτημα της κατάχρησης των Δικαστικών διαδικασιών, όπως προβάλλεται στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων. Σύμφωνα με την πλευρά τους, υπάρχει κατάχρηση εκ μέρους της ενάγουσας «καθ' ότι οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει επανειλημμένως αγωγές καθώς και ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις εναντίων των Εναγομένων στηριζόμενοι στην ίδια Συμφωνία, σε διάφορες επαρχίες.» Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, (τεκμήριο 34) έχουν προωθηθεί σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, πέραν των υπό συζήτηση πολιτικών αγωγών, αριθμός ποινικών υποθέσεων. Κάποιες από αυτές, ως έχει αναφερθεί κατά την εξέλιξη της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας έχουν στο μεταξύ ήδη αποσυρθεί ενώ παράλληλα, για διάφορους λόγους, σχετικές με τις ως άνω υποθέσεις πρωτόδικες αποφάσεις, έχουν εφεσιβληθεί. Μία από τις αποφάσεις που εφεσιβλήθηκε ήταν και απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που έκρινε πως η καταχώρηση πολλαπλών ποινικών σε δύο επαρχίες σε σχέση με τις επίδικες επιταγές αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου προχώρησε σε απαλλαγή των κατηγορουμένων. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία ανέτρεψε την θεώρηση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για το ζήτημα, εξηγώντας γιατί η περίπτωση δεν αποτελούσε κατάχρηση δυνάμενη να δικαιολογήσει αναστολή της διαδικασίας. Έθεσε δε την υπόθεση εκ νέου ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνέχιση, ενόψει του ευρήματος του τελευταίου ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίων των κατηγορουμένων - εφεσίβλητων. (βλ. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ v Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ, Ποινική Έφεση 80/2011 ημερ. 11/9/2013). Στην υπόθεση Στυλιανού ν Αστυνομίας,
(2008)2 ΑΑΔ 646, όπου απασχόλησε επίσης ζήτημα κατάχρησης Δικαστικών διαδικασιών, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, έχει αναλυθεί η έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Είχε εκεί αποφασιστεί, κατά πλειοψηφία, από την Πλήρη Ολομέλεια, ότι δεν πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να μένει ατιμώρητος ο παραβάτης, επειδή έχει ληφθεί απόφαση υπέρ του παραπονούμενου για το οφειλόμενο από τον παραβάτη ποσό. Στην υπόθεση εκείνη καταγράφηκε ρητά με αναφορά και στην Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 CLR 363, ότι το ελατήριο του παθόντος να καταγγείλει ή μη μια υπόθεση δεν σχετίζεται με το ταυτόχρονο δικαίωμα του να προβεί σε δίωξη. Και περαιτέρω, ότι η τυχόν επιδιωκόμενη τιμωρία και ο φόβος που ενυπάρχει στο ενδεχόμενο της, συνυφασμένος με τη σωφρονιστική πολιτική του ποινικού δικαίου, δεν συνιστά κατάχρηση όταν υπάρχει ή προωθείται παράλληλα και αστική διαδικασία είσπραξης του ποσού.» (βλ. επίσης την απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσης Αίτηση του FOTIOU BROS SHIPPING LTD, και άλλων για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων Certiorari, Prohibition και Mandamus, Πολ. Αίτ. Αρ. 4/2013, ημερ. 15.1.2003, όπου ουσιαστικά επαναλήφθηκε η καλά καθιερωμένη πλέον νομολογία για το ζήτημα.) Είναι νομολογημένο ότι η καταχώρηση ξεχωριστών υποθέσεων για διαφορετικές επιταγές και μάλιστα μεταχρονολογημένες δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή ακυρότητα της δίκης (βλ. N.C.P. Diamonds Co Ltd v Ιωαννίδη κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 162). Στην υπό συζήτηση περίπτωση θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί το γεγονός ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, αριθμός ποινικών υποθέσεων που έχουν καταχωρηθεί σε σχέση με επιταγές που η πληρωμή τους ανακαλείτο από τον εκδότη, έχουν ήδη αποσυρθεί από την πλευρά της ενάγουσας. Περαιτέρω, με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών, το Δικαστήριο έχει προχωρήσει στην συνεκδίκαση των τριών πιο πάνω πολιτικών αγωγών. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, συνολικά θεωρούμενα και συμπλέοντας με την ως άνω ενδεικτική για το ζήτημα νομολογία, δεν θεωρώ ότι η προώθηση των ως άνω αγωγών, αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Με δεδομένη την απόρριψη της θέσης ότι η πλευρά της ενάγουσας είχε οποιαδήποτε ευθύνη για την μη ολοκλήρωση - υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ των μερών μέχρι σήμερα, είναι φανερό ότι η ανταπαίτηση από την πλευρά της εναγομένης του ποσού των €115.840,71 ως χρήματα που η τελευταία διατείνεται ότι υποχρεώθηκε να καταβάλλει μισθώνοντας φορτηγά οχήματα από τρίτους για να διεκπεραιώσουν τις εργασίες τους μέχρι και την 11.2.2009, ως επίσης του ποσού των €39,297,83 που οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει προς τους ενάγοντες ως αντάλλαγμα που απέτυχε, δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει επιτυχή κατάληξη. Σε σχέση άλλωστε με το διεκδικούμενο ποσό των €115.840,71 δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά που έφερε το βάρος απόδειξης της συγκεκριμένης ζημιάς, ούτως ή άλλως υπολείπονται των αυστηρών πλαισίων που απαιτούνται προς τούτο. Η παρουσίαση αντιγράφων κάποιων τιμολογίων (Τεκμήριο 33) που εκδόθηκαν από τρίτη εταιρεία, τα οποία στο σώμα τους δηλώνουν ότι αφορούν «διάφορες μεταφορές», από μόνη της και χωρίς την παράθεση οποιουσδήποτε άλλου στοιχείου, επεξήγησης και αποδεκτής μαρτυρίας, ικανά να διασυνδέσουν με ασφάλεια τις «διάφορες μεταφορές» με την διεκδικούμενη αποζημίωση συνεπεία της μίσθωσης φορτηγών οχημάτων για την διεκπεραίωση των εργασιών της εναγομένης εταιρείας, δεν ικανοποιούν τον υψηλό βαθμό απόδειξης που απαιτείται για την περίσταση. Έχοντας εξ' άλλου υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε με ασφάλεια να καταλήξει στον προσδιορισμό της πραγματικής ζημιάς που οι εναγόμενοι ανταπαιτούν για το ζήτημα και συνακόλουθα τον επιδικασμό της. Η εκτέλεση διαφόρων εργασιών από την εναγομένη, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, γινόταν έναντι ανάλογης αμοιβής. Και αν ακόμα γινόταν αποδεχτό ότι πράγματι το συγκεκριμένο κονδύλι διατέθηκε από την εναγομένη εταιρεία προς μίσθωση ανάλογων φορτηγών για να μπορέσει να διεκπεραιώσει τις εργασίες της, αποτέλεσμα ενεργειών ή παραλείψεων της ενάγουσας, από το συγκεκριμένο ποσό θα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό που οι πελάτες της εναγομένης εταιρείας θα κατέβαλλαν στην ίδια για την ούτως ή άλλως εξυπηρέτηση τους. Με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να επιτρέψει τον ακριβή προσδιορισμό της τυχόν υπάρχουσας ζημιάς, μετά την αφαίρεση από το διεκδικούμενο ποσό του ποσού που η εναγομένη θα εισέπραττε ως αμοιβή από την εξυπηρέτηση των πελατών της, οποιαδήποτε απόπειρα του Δικαστηρίου καθ' υπολογισμό να προσδιορίσει τούτο, θα ήταν πέραν από αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη. Ούτε η διεκδίκηση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας του ποσού των €8.401 μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Και σε αυτή την περίπτωση προς απόδειξη του διεκδικούμενου ποσού τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου αντίγραφο σχετικής κατάστασης που ετοιμάστηκε από την ίδια την εναγομένη (Τεκμήριο 32) σε σχέση με τις ισχυριζόμενες επιδιορθώσεις, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε άλλου στοιχείου ή κατάλληλης και αποδεκτής μαρτυρίας, ικανών να αποδείξουν στο βαθμό που απαιτείται, τόσο την αναγκαιότητα για τις ισχυριζόμενες επιδιορθώσεις όσο και την ορθότητα της κοστολόγηση τους. Η μαρτυρία του Ιωσήφ Πεκρή για το ζήτημα, πέραν του γεγονότος ότι από μόνη της δεν πείθει, απογυμνωμένη από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή αποδεκτή μαρτυρία παρέμεινε στο τέλος της ημέρας μετέωρη μη δυνάμενη εκ των πραγμάτων να ικανοποίηση τον υψηλό βαθμό απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη ζημιών ως οι διεκδικούμενες. Δεν μπορεί παράλληλα παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ρητά καταγράφεται στην συμφωνία των δύο πλευρών ότι «ο αγοραστής γνωρίζει τα αντικείμενα και τα έχει επιθεωρήσει και βρήκε της απολύτου αρεσκείας του». Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χ΄ Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση δεν μπορεί στην συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, όπου η αμέσως πιο πάνω απόφαση των Κυπριακών Δικαστηρίων παραπέμπει, υποδείχθηκε ανάμεσα σε άλλα ότι ένα πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Έχοντας ήδη διαπιστωθεί η ευθύνη της εναγομένης στη μη υλοποίηση των συμφωνηθέντων και καταλήγοντας ότι η πλευρά της εναγομένης εταιρείας απέτυχε να αποδείξει, στο βαθμό που απαιτείται από αυτήν, την ύπαρξη δόλου εκ μέρους της ενάγουσας και την αποτυχία αντιπαροχής εκ μέρους της τελευταίας, ως επίσης ότι απέτυχε να καταδείξει το βάσιμο της ανταπαίτησης της, εκδίδεται σε αυτό το στάδιο διάταγμα αποσυνένωσης των ως άνω αγωγών. Στην αγωγή υπ' αριθμό 2774/08 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €47.157,39 . Το ως άνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Η εναγομένη θα επιβαρυνθεί τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα ενόψει της συνεκδίκασης των αγωγών και της ανταπαίτησης. Στην αγωγή υπ' αριθμό 324/09 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €31.438,26 ποσό το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης, ενώ οι εναγόμενοι θα επιβαρυνθούν τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην αγωγή υπ' αριθμό 2166/10 εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €78.595,65, ποσό το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Οι εναγόμενοι θα επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι από την ημερομηνία που εκδόθηκε διάταγμα συνεκδίκασης των ως άνω αγωγών, ένα σετ εξόδων θα υπολογιστεί, τα οποία θα κατανεμηθούν από 1/3 σε κάθε αγωγή. (Υπ.).......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.