← Κύπρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. EXTENT DEVELOPING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1214/2014, 25/6/2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. EXTENT DEVELOPING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1214/2014, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1214/2014 Μεταξύ:

  1. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκ Σκιάθου 17, Πύλα, Λάρνακα
  2. ΑΥΓΗ ΑΥΓΟΥΣΤΗ, εκ Σκιάθου 17, Πύλα, Λάρνακα Εναγόντων και
  3. EXTENT DEVELOPING LTD, Πύλα
  4. ΣΙΜΟΣ ΜΥΤΙΔΗΣ, Πύλα
  5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων 1 & 2 ημερομηνίας 13.5.2014 για ενδιάμεσα διατάγματα Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2/Αιτητές: κ. Μ. Χριστοδούλου για κκ Γιάννη Πολυχρόνη & Μανώλη Χριστοδούλου Για Εναγόμενους 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ Ν. Νικηφόρου για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 13.5.
  6. Σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, μεταξύ άλλων, απόφαση ότι είναι οι νόμιμοι κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή δικαιούμενοι να εγγραφούν ως κύριοι ενός ακινήτου. Ζητούν επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να παρεμβαίνουν στο ακίνητο επί της οδού Σκιάθου 17, οικία 17, 7080 στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και συνεπεία ιδιοποίησης, ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ποσού €33.100 για ειδικές ζημιές και απώλειες αλλά και για παράβαση συμφωνίας. Αξιώνουν επίσης γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση «του δικαιώματος ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και/ή ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής» τους. Μαζί με την καταχώρηση του κλητηρίου, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση μονομερώς και με αυτή ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή προστιθέντες του από το να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί και/ή εντός και/ή διαμέσου της οικίας επί της οδού Σκιάθου 17, οικία αρ. 17, 7080, στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας και το οποίο κατέχεται από τους ενάγοντες μέχρι εκδικάσεως της αγωγής και/ή νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύσει στους Εναγόμενους 1 και 2 να ενοχλούν και/ή εμποδίζουν τους Ενάγοντες στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση, κατοχή και χρήση του ως άνω ακινήτου/οικίας τους μέχρι εκδικάσεως της αγωγής και/ή νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους όπως επέμβουν και/ή αποσυνδέσουν οποιαδήποτε παροχή κοινής ωφέλειας και/ή υδατοπρομήθειας και/ή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (utility) αναφορικά με την οικία επί της οδού Σκιάθου 17, οικία 17 7080, στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας μέχρι εκδίκασεως της αγωγής και/ή νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει τον εναγόμενους 1 και 2 όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες εντός 1 (μια) ημέρας από την επίδοση του παρόντος διατάγματος για να επανασυνδέσουν το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος υπ΄ αριθμό λογαριασμού 567 683 7287 4 και/ή υπογράψουν όλα τα αναγκαία έγγραφα ενώπιον της ΑΗΚ για την επανασύνδεση του ως άνω λογαριασμού ρεύματος σε σχέση με την εν λόγω κατοικία ούτως ώστε να αποκατασταθεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι εκδικάσεως της αγωγής και/ή νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Ε. Διαζευκτικά με το ανωτέρω Διάταγμα που να επιτρέπει στους ενάγοντες όπως αποταθούν οι ίδιοι για επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην ΑΗΚ και/ή επανασυνδέσουν επ' ονόματι τους της παροχή ρεύματος αναφορικά με οικία επί της οδού Σκιάθου 17, οικία 17 7080 μέχρι εκδικάσεως της αγωγής και/ή νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, άρθρα 39-43, στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1 και 2, στις αρχές του κοινοδικαίου, τα δόγματα της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του Γιώργου Γεωργίου, Ενάγοντα
  7. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών, είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας 2 με την οποία διαμένουν στην οικία με αριθμό 17, στην οδό Σκιάθου 17, 7080 στην Πύλα, μαζί με την 15χρονη κόρη τους (η επίδικη οικία). Είναι εργολάβος οικοδομών και περί το 2009 συνεργαζόταν με τους Εναγόμενους για την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος γνωστό ως Sunrise στην Πύλα. Η επίδικη οικία βρίσκεται στο εν λόγω συγκρότημα. Περί το 2011, όπως λέει, αναζητούσε οικία για αγορά με τη σύζυγο του και αποτάθηκε στους Εναγόμενους για αγορά μιας εκ των κατοικιών του συγκροτήματος Sunrise που δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί. Προσθέτει ότι συμφώνησε με τους Εναγόμενους να αγοράσει την επίδικη οικία. Η συμφωνία έγινε προφορικά με την προϋπόθεση ότι θα συνομολογούσαν γραπτό πωλητήριο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αναφέρει ότι όταν έγινε η συμφωνία, η επίδικη οικία δεν ήταν ολοκληρωμένη και χρειάζονταν εργασίες τις οποίες ανέλαβε ο ίδιος με δικά του έξοδα με τη συμφωνία ότι το κόστος των εργασιών αυτών θα λογιζόταν έναντι μέρους του τιμήματος πώλησης. Συμφώνησε, λέει, ότι θα μεταβίβαζε στους πωλητές διαμέρισμα που διατηρεί στην Πύλα επίσης έναντι του τιμήματος. Σε σχέση με το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, συμφώνησε μαζί με τους Καθ΄ων η Αίτηση όπως ο ίδιος εκτελεί διάφορες οικοδομικές εργασίες προς όφελος τους η αξία των οποίων θα αφαιρείτο και πάλιν από την τιμή αγοράς της επίδικης οικίας. Αναφέρει ότι με την πιο πάνω συμφωνία έλαβαν κατοχή της επίδικης οικίας και ξεκίνησε τη διεκπεραίωση των εναπομείναντων εργασιών της. Ακολούθως, συνεχίζει, κάλεσε τον Εναγόμενο 2 να καταρτίσουν γραπτό πωλητήριο έγγραφο όμως αυτός με διάφορες προφάσεις του έλεγε να περιμένει. Αυτός, λέει, έδωσε κάποια πίστωση χρόνου και επανήλθε με το αίτημα του για συνομολόγηση γραπτής συμφωνίας στις αρχές του
  8. Αναφέρει επίσης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχωρούσαν με τα έργα στα οποία θα εργαζόταν και για τα οποία η αμοιβή του θα πιστωνόταν έναντι του τιμήματος πώλησης. Έτσι συμφώνησαν ότι το αντίστοιχο ποσό του τιμήματος πώλησης θα πληρωνόταν τελικά από τους Ενάγοντες σε μετρητά από δάνειο που θα λάμβαναν από τη ΣΠΕ Μακράσυκας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, μετά από συνεχείς πιέσεις ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να καταρτιστεί γραπτή συμφωνία που υπεγράφη στις 6.3.2012, αντίγραφο της οποίας επισύναψε ως Τεκμήριο Β. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, είναι η θέση του ότι διασφαλίστηκαν ο ίδιος και η οικογένεια του ως νόμιμοι κάτοχοι της επίδικης οικίας. Από τότε, λέει, διατηρούν την κατοχή και φυσικό έλεγχο της. Αναφέρει ότι η μη υλοποίηση της συμφωνίας οφείλεται στους Εναγόμενους και ότι ο ίδιος πλήρωνε ανελλιπώς τους λογαριασμούς της ΑΗΚ και της υδατοπρομήθειας και είχε ενώσει με τηλεφωνική σύνδεση την επίδικη οικία. Προσθέτει ότι περί τις αρχές του 2014, ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι το ακίνητο είχε πουληθεί σε τρίτο πρόσωπο το οποίο θα εγκαθίστατο στην οικία και όταν ο ίδιος του είπε ότι αυτό ήταν παράνομο, ο Εναγόμενος 2 τον προειδοποίησε ότι θα τον ανάγκαζε να φύγει. Εξηγεί ότι δεν έδωσε σημασία στις απειλές γιατί θεωρούσε ότι ήταν νόμιμος ιδιοκτήτης της οικίας και η συμφωνία του δεν είχε τερματιστεί. Συνεχίζει λέγοντας ότι περί τις 28.3.2014 πληροφορήθηκε από την ΑΗΚ ότι διεκόπη η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην οικία και ο Εναγόμενος 2 του είπε ότι αυτό έγινε με δικές του οδηγίες. Αναφέρει ότι λόγω της διακοπής του ρεύματος ο ίδιος αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί γεννήτρια την οποία ενοικιάζει για €300 μηνιαίως και της οποίας το κόστος λειτουργίας σε καύσιμα ανέρχεται σε €10 ημερησίως. Αναφέρει επίσης ότι περί τις 7.4.2014 περί ώρα 11:30πμ ο Εναγόμενος 2 μαζί με άλλους πολίτες και με συνοδεία αστυνομικών αφαίρεσαν πόρτες και παράθυρα της επίδικης οικίας. Τους ζητούσε, είπε, να σταματήσουν αλλά αυτοί συνέχιζαν ενώ οι αστυνομικοί αδιαφορούσαν. Μετά, λέει, αναχώρησαν με τα κλοπιμαία. Αυτά, είναι η θέση του, συνιστούν παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και του δικαιώματος του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Προέβησαν σε καταγγελία, είπε, του περιστατικού στην αστυνομία αλλά δεν γνωρίζουν ποιες ενέργειες έλαβε η αστυνομία σε σχέση με την καταγγελία τους. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της αίτησης, δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους 1 & 2 / Καθ' ων η Αίτηση. Αυτοί εμφανίστηκαν στην διαδικασία δια του δικηγόρου τους και έφεραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι οι Ενάγοντες δεν είναι νόμιμοι κάτοχοι ή ιδιοκτήτες ή πρόσωπα δικαιούμενα προς εγγραφή του επίδικου ακινήτου, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορούν να επανασυνδέσουν το ρεύμα στην κατοικία καθότι δεν είναι ιδιοκτήτες ή δικαιούμενα πρόσωπα προς εγγραφή του ακινήτου το οποίο έχει πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, ότι οι Ενάγοντες κατέχουν παράνομα το ακίνητο, δεν έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη και δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η ένσταση υποστηρίζεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση του Σίμου Μυτίδη, Εναγόμενου
  9. Η εικόνα για τα γεγονότα που παρουσιάζει η πλευρά των Εναγομένων 1 & 2 / Καθ΄ ων η Αίτηση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή που προβάλλει η πλευρά των Αιτητών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ο Ενάγοντας μαζί με τον αδερφό του διατηρούν την εταιρεία P. Georgiou Bro/s Ltd η οποία ασκεί εργασίες εργολάβων οικοδομής και η Εναγόμενη 1 τους ανέθεσε το κτίσιμο και σοβάτισμα του συγκροτήματος Sunset Villas και όχι Sunrise, στην Πύλα. Το δε «σκελέτωμα και τελείωμα» του συγκροτήματος ανατέθηκε σε άλλους εργολάβους. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν περί τις αρχές 2009 και η εταιρεία του Ενάγοντα εξοφλήθηκε για τις υπηρεσίες της (Τεκμήρια Α και Β της ενόρκου δηλώσεως). Σε σχέση με την ανάληψη κατοχής της επίδικης οικίας από τους Ενάγοντες, λέει ότι περί τον Ιούνιο 2011 ο Ενάγων 1 ξεγέλασε τη γραμματέα του και πήρε το κλειδί της οικίας προφασιζόμενος ότι θα εκτελούσε εργασίες σε αυτήν. Μετά, λέει, χωρίς τη συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση ανέλαβαν κατοχή και κατοίκησαν στην οικία. Αναφέρει ότι όταν οι Ενάγοντες ανέλαβαν κατοχή, η κατοικία ήταν πλήρως ολοκληρωμένη, με όλες τις υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων της παροχής ηλεκτρισμού, υδατοπρομήθειας και τηλεφωνικών γραμμών ενώ πληρώνονταν και κοινωνικές υπηρεσίες. Σημειώνει επίσης ότι για να συνδεθεί με την παροχή ηλεκτρισμού μια οικία πρέπει να είναι ολοκληρωμένη και να έχει γίνει ο έλεγχος της οικοδομής από την Αρχή Ηλεκτρισμού (Τεκμήρια Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ της ενόρκου δηλώσεως). Αναφέρει ότι ο Ενάγοντας 1 του ζητούσε συχνά να του πωλήσει σπίτι στα πλαίσια ενοικιαγοράς αλλά ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι δεν προβαίνουν σε ενοικιαγορές αλλά μόνο πωλήσεις κατοικιών. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας 1 ενδιαφερόταν για αγορά κατοικίας στο συγκρότημα Sunset Villas και όχι Sunrise. Η θέση του είναι ότι έγιναν διάφορες συζητήσεις, προτάσεις και αντιπροτάσεις που αφορούσαν την αντιπαροχή και τον τρόπο πληρωμής της αλλά δεν κατέληξαν ποτέ σε συμφωνία. Όταν δε έμαθε ότι ο Ενάγοντας 1 έλαβε κατοχή της κατοικίας τον κάλεσε να υπογράψουν συμφωνία για την αγορά της και να πληρώσει προκαταβολή αλλά αυτός δεν έδωσε κανένα ποσό ως προκαταβολή και αρνιόταν να εγκαταλείψει την κατοικία. Σε σχέση με το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β της αίτησης, η θέση του είναι ότι αυτό δεν συνιστά συμφωνία. Σε σχέση με το εν λόγω έγγραφο, λέει ότι αφορά μια από τις προτάσεις που είχαν συζητηθεί κατά καιρούς. Συγκεκριμένα λέει ότι σε κάποιο στάδιο έγινε πρόταση από τον δεύτερο μέτοχο της Εναγόμενης 1, Θεοδόση Πέτρου, να λάβει ο ίδιος προσωπικά ως αντιπαροχή ένα διαμέρισμα που για το ποσό των €110.000, και θα εξασφάλιζε ο Ενάγοντας δάνειο για ποσό €120.
  10. Αφού δε καταβάλλονταν €230.000 έναντι του τιμήματος αγοράς με αυτό τον τρόπο, τότε θα ανατίθεντο στον Ενάγοντα 1 εργασίες σε άλλα οικοδομικά συγκροτήματα που θα ανέγειρε η Εναγόμενη 1 μελλοντικά για το ποσό των €70.000, Με αυτό τον τρόπο θα εξοφλείτο το συνολικό τίμημα πώλησης της κατοικίας ύψους €300.
  11. Προσθέτει ότι η πρόταση αυτή δεν κατέληξε σε συμφωνία διότι ο Ενάγων 1 δεν έλαβε ποτέ δάνειο αλλά και γιατί το διαμέρισμα που θα έδινε ο Ενάγοντας 1 ως μέρος της αντιπαροχής δεν άνηκε σε αυτόν αλλά στην εταιρεία Α/φοι Π. Γεωργίου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λιμιτεδ ενώ, επιπλέον ήταν υποθηκευμένο (Τεκμήριο Η). Περαιτέρω, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι το περιεχόμενο του εγγράφου, Τεκμήριο Β της αίτησης, έχει παραποιηθεί με την μεταγενέστερη προσθήκη της λέξης «Ενοίκιο» πριν από τη λέξη «Αγορά» και την προσθήκη των ονομάτων κάτω από τις υπογραφές. Οι εν λόγω παραποιήσεις, λέει, έγιναν στην απουσιά του υπογράφοντα Θεοδόση Πέτρου. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και μετέπειτα, σύμφωνα με την εκδοχή του Εναγόμενου 2, αλλά τα μέρη δεν κατέληξαν ποτέ σε συμφωνία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες έλαβαν κατοχή της επίδικης οικίας χωρίς τη συγκατάθεση των Καθ΄ων η Αίτηση, χωρίς να έχουν καταβάλλει ποτέ κανένα ποσό και αρνούνται να την εγκαταλείψουν παρά το ότι αυτό τους έχει ζητηθεί πολλές φορές. Συνεχίζουν δε να κατέχουν παράνομα την οικία μέχρι σήμερα. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των αιτητών για την σύνδεση της οικίας με την ΑΗΚ, ο ενόρκως δηλών αντιπαραβάλλει ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να παρέχει ρεύμα στους Αιτητές. Λέει επίσης ότι μετά τη διακοπή της παροχής ρεύματος ο Ενάγοντας επενέβη παράνομα στον μετρητή της ΑΗΚ και εξασφάλισε παράνομα ρεύμα μέχρι τις 4.4.2014 οπόταν καταγγέλθηκε το περιστατικό στην αστυνομία. Ο ενόρκως δηλών λέει ότι αφού ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να βρει τρόπο να αγοράσει την κατοικία, το επίδικο ακίνητο τελικά πωλήθηκε το 2012 σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο Κ). Προσθέτει ότι το σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 792/12 (Τεκμήριο Λ). Ο ενόρκως δηλών λέει ότι ενημέρωσε τον Ενάγοντα τον Αύγουστο 2012 ότι η επίδικη οικία πωλήθηκε και του ζήτησε να την εγκαταλείψει. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας 1 του ζήτησε χρόνο ένα μήνα για να το πράξει. Μετά του ζήτησε, λέει, να μείνει μέχρι τον Νοέμβριο
  12. Έκτοτε δεν έχει φύγει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Η δική του θέση είναι ότι οι Ενάγοντες διαμένουν παράνομα στην κατοικία από το 2011, χωρίς να έχουν υπογράψει καμία συμφωνία ούτε να έχουν δώσει οποιαδήποτε αντιπαροχή. Τέλος, ο ενόρκως δηλών παραδέχεται την αφαίρεση των πόρτων και παραθύρων της επίδικης οικίας και, λέει, ότι ο ίδιος είχε καλέσει την συγκεκριμένη μέρα την αστυνομία για να είναι παρούσα. Αναφέρει επίσης ότι μετά το συμβάν ο Ενάγοντας 1 προέβη σε ψευδή καταγγελία στην αστυνομία ότι του έκλεψε χρήματα και χρυσαφικά την οποία ο Ενάγοντας 1 απέσυρε την ίδια μέρα. Να αναφέρω εδώ παρενθετικά ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα η οποία και απορρίφθηκε για τους λόγους που επεξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.6.
  13. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εκτενή αναφορά στα γεγονότα, τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα ζητήματα και τη νομολογία, τις οποίες έχω διεξέλθει με προσοχή. Νομικές αρχές Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
  14. Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Επιπρόσθετα, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-

(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και (δ) ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με γνώμονα μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων ανατρέχω για καθοδήγηση στη νομολογία[3]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη ουσιαστικού επίδικου ζητήματος προς εκδίκαση[4]. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα έχει ερμηνευτεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν υπάρχει πιθανότητα με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[6]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[7]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[8]. Τέλος, σε σχέση με την τελευταία προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι κάτι υποκειμενικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, πρόσωπο που αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας. Ένα από τα δόγματα της επιείκειας επιτάσσει ότι αυτός ο οποίος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια (Ηe who comes into equity must come with clean hands). Αυτό σημαίνει ότι για να αποδοθεί δικαιοσύνη στον αιτητή με την παροχή θεραπείας που προέρχεται από την επιείκεια (equitable remedy), η επιείκεια απαιτεί και ο αιτητής οφείλει να αποδώσει και να αντιμετωπίσει με την ίδια δικαιοσύνη τον καθ' ου η αίτηση. Κατά την άποψη μου, απαραίτητη προϋπόθεση για την απόδοση θεραπείας κατ' εφαρμογή των κανόνων της επιείκειας είναι ο ίδιος ο αιτητής να έχει συμμορφωθεί με το πιο πάνω δόγμα και την υποχρέωση που δημιουργεί. Σε αντίθετη περίπτωση, το αναπόδραστο, θεωρώ, αποτέλεσμα είναι να του αποστερηθεί η θεραπεία (equitable remedy) την οποία επιδιώκει. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[9]. Το καθήκον βεβαίως του αιτητή είναι ακόμα μεγαλύτερο σε περιπτώσεις όπου το αιτούμενο διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Κατά την άποψη μου όμως ενυπάρχει και στις περιπτώσεις όπου και οι δύο πλευρές έχουν την ευκαιρία να ακουστούν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει. Αυτό διότι η ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται είναι και παραμένει θεραπεία που πηγάζει από τις αρχές της επιείκειας. Να αναφέρω επίσης ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα διακρίνονται σε απαγορευτικά και προστακτικά (mandatory). Σύμφωνα με τη νομολογία, προστακτικά διατάγματα μπορούν να εκδοθούν μόνο σε περιπτώσεις όπου η απαίτηση φανερώνει μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση και σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το προστακτικό διάταγμα[10]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Snell's Principles of Equity, 24η έκδοση, σελ 587: «But the grant of such an injunction is always discretionary and the court "will not interfere by way of mandatory injunction, except in cases in which extreme, or at all events very serious, damage will ensue from its interference being withheld."» Κλείνοντας την ενότητα αυτή, να αναφέρω ότι όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά[11]. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν βεβαίως όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί πριν το Δικαστήριο αποφασίσει. Ανάλυση Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Επαναλαμβάνω ότι παρά τις διαφορετικές εκδοχές που προβάλλει η κάθε πλευρά αναφορικά με τα γεγονότα, δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Στρέφομαι επομένως στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος για να διαπιστώσω ότι από τις θεραπείες που δικογραφούνται φαίνεται ότι η βάσεις αγωγής των Εναγόντων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, παράνομη επέμβαση, ιδιοποίηση και παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τη γενική οπισθογράφηση διαπιστώνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/60. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση, όπου η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[12]. Πρέπει να πω ότι οι αξιώσεις των παραγράφων Δ, Ε, Στ, Ζ, Η, Θ, Ι και Κ αφορούν γενικές, ειδικές, τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Θεωρώ ότι οι αξιώσεις αυτές δεν είναι σχετικές με την υπό κρίση αίτηση. Αυτό γιατί δεν γίνεται καμία αναφορά στις αξιούμενες αποζημιώσεις ούτε στην αίτηση ούτε και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Συνεπώς, δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο αναφορικά με τη ζημιά για την οποία διεκδικούν αποζημίωση και δεν φαίνεται να υπάρχει καμία συνάφεια μεταξύ των ενδιάμεσων διαταγμάτων που επιδιώκουν οι Αιτητές και των διεκδικήσεων αυτών. Συνακόλουθα, αναφορικά με αυτές τις αξιώσεις και ελλείψει οποιαδήποτε μαρτυρίας από τους Αιτητές δεν μπορώ να καταλήξω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τους Ενάγοντες. Σε σχέση με τις αξιώσεις των παραγράφων Α, Β και Γ του αιτητικού, σημειώνω τα ακόλουθα: Στην παράγραφο Α της γενικής οπισθογράφησης οι Ενάγοντες αξιούν: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο 1ος ενάγων και/ή οι δύο ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή δικαιούμενοι να εγγραφούν ως κύριοι του ακινήτου επί της οδού και/ή δικαιούχοι του.» Από την αυτούσια παράθεση της παραγράφου Α προκύπτει εν πρώτοις ότι δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες του ακινήτου που θα είναι το αντικείμενο ενός τελικού ενδεχόμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα, αγορεύοντας υπέρ της παρούσας αίτησης, ο συνήγορος των Αιτητών εγκατέλειψε την απαίτηση των Εναγόντων σε σχέση με το ότι είναι «ιδιοκτήτες και/ή δικαιούμενοι να εγγραφούν ως κύριοι» του ακινήτου και περιόρισε την απαίτηση στο ότι είναι «νόμιμοι κάτοχοι». Με την παράγραφο Β της γενικής οπισθογράφησης, οι Ενάγοντες ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να παρεμβαίνουν στο μέλλον στο ακίνητο επί της οδού Σκιάθου 17, οικία 17, 7080 στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας. Στην δε παράγραφο Γ, αξιώνουν «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους όπως προχωρήσουν στην άρση της παράνομης επέμβασης» και πάλιν όμως χωρίς να δικογραφούνται λεπτομέρειες του ακινήτου που θα είναι το αντικείμενο του τελικού διατάγματος αυτού εάν ενδεχομένως εκδοθεί. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στις παραγράφους Α, Β και Γ είναι η παράνομη επέμβαση. Για να αποδειχτεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, πρέπει ο ενάγων να δείξει ότι είναι νόμιμο κάτοχος του ακινήτου επί του οποίου διενεργείται η παράνομη επέμβαση. Οι Αιτητές βασίζουν ουσιαστικά τον ισχυρισμό τους ότι είναι νόμιμοι κάτοχοι της επίδικης οικίας στο έγγραφο που επισυνάπτουν ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και το οποίο περιγράφουν ως τη συμφωνία αγοράς της επίδικης οικίας. Η θέση αυτή αντικρούστηκε από τους Καθ΄ων η Αίτηση οι οποίοι λένε ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστά συμφωνία αλλά αποτυπώνει μια πρόταση η οποία συζητείτο χωρίς ποτέ να καταλήξει σε συμφωνία. Από την πλευρά μου, πρέπει να πω ότι, εκ πρώτης όψεως, και το έγγραφο αυτό δεν περιέχει λεπτομέρειες του ακινήτου που είναι θα ήταν ενδεχομένως το αντικείμενο της συμφωνίας, ο υπογράφων Θεοδόσης Πέτρου δεν φαίνεται να υπογράφει υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής ή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας και δεν προκύπτει ξεκάθαρα ποια είναι η αντιπαροχή. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω ότι σύμφωνα με τα όσα λένε οι ίδιοι οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η επίδικη οικία έχει πωληθεί από την Εναγόμενη 1 σε τρίτο πρόσωπο. Αυτή είναι και η θέση και των Καθ' ων η Αίτηση που λένε ότι το ακίνητο πωλήθηκε τον Αύγουστο 2012 και ότι το σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο (Τεκμήρια Κ και Λ της ενόρκου δηλώσεως τους). Το τρίτο αυτό πρόσωπο δεν είναι διάδικος στην αγωγή ή μέρος στη διαδικασία. Πέραν αυτού, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 14.4.2014 που απέστειλε η Ενάγουσα 2 στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και στον Υπουργό Εσωτερικών, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η ίδια η Ενάγουσα 2 αναφέρει ότι η συμφωνία που είχαν με τους Εναγόμενους για την επίδικη οικία ακυρώθηκε. Επαναλαμβάνω τη θέση των Αιτητών ότι το δικαίωμα τους για κατοχή της οικίας πηγάζει από την συμφωνία αυτή, Τεκμήριο Β στην αίτηση τους. Τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία που, στο παρόν στάδιο, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαπίστωση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και επομένως δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Πρέπει να πω ότι έχω διεξέλθει με προσοχή την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και δεν έχω εντοπίσει ισχυρισμό ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Πέραν τούτου δεν έχω εντοπίσει οιανδήποτε αναφορά σε γεγονότα τα οποία να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ο κίνδυνος, με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η άμεση ανάγκη που φαίνεται να είναι η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στην οικία καλύπτεται, όπως λένε οι ίδιοι οι Αιτητές, με τη καταβολή χρηματικού ποσού για τη μίσθωση και χρήση γεννήτριας. Σημειώνω ότι οι Ενάγοντες δεν διεκδικούν αποζημιώσεις για αυτό το ποσό με την αγωγή τους. Επομένως, κατά την άποψη μου ούτε, η τρίτη αυτή προϋπόθεση δεν πληρείται. Στη βάση των πιο πάνω, πρέπει να πω ότι δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και, συνακόλουθα, η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 δεν πληρείται. Πέραν των πιο πάνω, οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει γιατί οι Αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση για να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Από τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[13] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην παρούσα περίπτωση, παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έπρεπε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά και έτσι οι Καθ΄ων η Αίτηση είχαν την ευκαιρία να ακουστούν. Όμως, κατά την άποψη μου, αυτό δεν αναιρεί την εφαρμογή δόγματος της επιεικείας ότι αυτός που προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον του αιτητή για ειλικρινή και δίκαιη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης είναι και παραμένει δεδομένο. Η μόνη διαφορά είναι ότι το καθήκον αυτό καθίσταται πιο επιτακτικό σε μονομερείς αιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να βασιστεί μόνο στη μαρτυρία της πλευράς του αιτητή. Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι μέρος της αντιπαροχής για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, θα εξοφλείτο με τη μεταβίβαση διαμερίσματος τους, όπως το περιγράφουν, στους Καθ' ων η Αίτηση. Όμως, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, το διαμέρισμα αυτό δεν ανήκει στους αιτητές αλλά σε άλλο πρόσωπο, την εταιρεία Α/φοι Π. Γεωργίου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λιμιτεδ και προς απόδειξη επισυνάπτουν αντίγραφο του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου ως Τεκμήριο Η. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, το εν λόγω ακίνητο είναι υποθηκευμένο. Αυτά τα ζητήματα είναι σαφώς ουσιώδεις αφού αναιρούν πλήρως τη θέση των Αιτητών αναφορικά με το πώς θα καταβαλλόταν το αντίτιμο αγοράς που ισχυρίζονται ότι είχαν συμφωνήσει για την αγορά της επίδικης οικίας. Επιθυμώ να αναφερθώ σε ακόμα ένα θέμα. Το επιδιωκόμενο διάταγμα της παραγράφου Δ του αιτητικού της Αίτησης είναι προστακτικό. Έχω κατά νου ότι η έκδοση προστακτικών διαταγμάτων πρέπει να γίνεται σπάνια, με εξαιρετική προσοχή και φειδώ εξαιτίας ακριβώς της φύσης τέτοιων διαταγμάτων[14]. Η διεκδίκηση του προστακτικού διατάγματος δημιουργεί μια επιπρόσθετη ευθύνη και βάρος για τους Αιτητές[15] που, κατά την άποψη μου και με τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν έχουν αποσείσει. Σημειώνω ότι οι Αιτητές ζητούν με την αίτηση τους να διαταχθεί ο Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης οικίας και δεν φαίνεται να έχει κανένα δικαίωμα επ' αυτής, να αποκαταστήσει την σύνδεση της οικίας με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της ΑΗΚ. Τέλος, στην παράγραφο Ε του αιτητικού της αίτησης οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν διάταγμα που να τους επιτρέπει να αποταθούν στην ΑΗΚ για επανασύνδεση της παροχής ρεύματος στην επίδικη οικία. Πρέπει να πω ότι δεν έχω αντιληφθεί ποιος είναι ο σκοπός αυτού του διατάγματος ή πως αυτό θα εξυπηρετούσε τους ίδιους τους Αιτητές. Δεν έχω ενώπιον μου οτιδήποτε που να εισηγείται ότι εμποδίζονται με οποιοδήποτε τρόπο ή από οποιονδήποτε οι Αιτητές από το να αποταθούν στην ΑΗΚ και να ζητήσουν επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Εάν αυτό το οποίο επιζητούν είναι να διαταχθεί η ΑΗΚ να επανασυνδέσει το ρεύμα ή να αποδεχτεί την όποια σχετική αίτηση υποβάλλουν, τότε αυτό έπρεπε να ζητείται ειδικά. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 & 2/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [3] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [4] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [5] Οδυσσέως (ανωτέρω) [6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [7] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [8] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [9] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [10] Shepherd Homes Ltd v Sandham [1971] Ch. 340 [11] Άρθρο 9, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 [12] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [13] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [14] Αναφορικά με την Startport Nominees Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271 [15] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφοι 848, 849 και 900. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.