ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αγωγή Αρ.: 4123/2013, 18/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αγωγή Αρ.: 4123/2013 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ Ενάγοντα -και- ΜΑΡΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία : 18/06/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Σ. Ιωάννου για Γιώργος Βασιλείου & Σια Για Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κα Μ. Σιακκού για κ. Νέστορα Νικηφόρου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Ενάγοντας / Αιτητής με την υπό εξέταση Αίτηση, αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, ως η παράγραφος 7 Α, Β και Γ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης του. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.2, κ. 6
(2), Δ.18, κ. κ. 1, 2 και 9, Δ.48, κ. κ. 1 έως 3 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα / Αιτητή, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Γνωρίζει πλήρως, απευθείας και προσωπικά, όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. II. Η βάση της αγωγής και της αξίωσης του εναντίον της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση, είναι η υπογραφή από μέρους της προς όφελος του, ενώπιον μαρτύρων, χρεωστικό γραμμάτιο ημερομηνίας 01/06/2011 και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραμμάτιο αναγνωρίσεως ύψους €5.
- Το εν λόγω χρεωστικό γραμμάτιο ημερομηνίας 01/06/2011 και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραμμάτιο αναγνωρίσεως ύψους €5.000, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα / Αιτητή. III. Το χρεωστικό γραμμάτιο ημερομηνίας 01/06/2011 και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραμμάτιο αναγνωρίσεως διέπετο από τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, όρους: (α) Θα ήταν πληρωτέο εντός ενός μηνός από την υπογραφή του. (β) Θα χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως επί του εκάστοτε υπόλοιπου από 01/06/2011 μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Παράλειψη ή άρνηση της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό εντός ενός μηνός από της υπογραφής του γραμματίου, καθιστά οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει σ' αυτόν, άνευ επηρεασμού οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και εισπράξει ολόκληρο το ρηθέν χρεωστικό γραμμάτιο και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραμμάτιο αναγνωρίσεως, έξοδα ή δικαιώματα, αμέσως. IV. Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να καταβάλει σ' αυτόν το ρηθέν ποσό κατά την ημερομηνία που αυτό κατέστη απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από μέρους του. V. Η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση δεν του έχει καταβάλει κανένα ποσό μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των €5.
- VI. Η Εναγομένη δεν έχει καμία υπεράσπιση στην υπόθεση. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ / ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η ειδοποίηση Ενστάσεως της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση βασίζεται στην Δ.2, κ. 6
(2), Δ.18, κ. κ. 1, 2 και 9, Δ.48, κ. κ. 1 έως 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, ως επίσης και επί του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, της συμφυούς Νομολογίας και επί των αρχών της επιείκειας. Μ' αυτήν, εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: I. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. II. Η Εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. III. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. IV. Ο Ενάγοντας στην ένορκο δήλωση του προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς γεγονός το οποίο δεν δύναται να θεωρηθεί ως μαρτυρία καθώς αντίκειται στην Δ.18 των Θ. Π. Δ. V. Η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την άσκηση πίεσης. VI. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλιπή και παραπλανητικά. VII. Το επίδικο έγγραφο είναι προϊόν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων του Ενάγοντα. VIII. Το επίδικο έγγραφο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη έννοια του νόμου καθότι δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στα Άρθρα 78 και 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- IX. Υπάρχουν σοβαρά και περίπλοκα θέματα επί της ουσίας της υπόθεσης τα οποία χρήζουν εξέτασης κατά την διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης. Η ειδοποίηση Ενστάσεως της Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της ίδιας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Δεν υπόγραψε ποτέ το επίδικο έγγραφο με γνώση του περιεχομένου του. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι αυτό δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. II. Είναι διευθύντρια της εταιρείας Faleka Developers Ltd η οποία συναλλασσόταν επαγγελματικά στο παρελθόν με την εταιρεία Α/φοι Χ' Ματθαίου & Σια Λτδ, διευθυντής της οποίας είναι ο Ενάγοντας. Αντίγραφο πιστοποιητικού αξιωματούχων της εν λόγω εταιρείας, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης. III. Σε μια από τις συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας με την εταιρεία του Ενάγοντα, η Faleka Developers Ltd επιθυμούσε την απόκτηση ενός χωραφιού στην Δρομολαξιά, - λεπτομέρειες του οποίου αναφέρει -, που ανήκε στην εταιρεία του Ενάγοντα. Για την απόκτηση του εν λόγω χωραφιού, η Faleka Developers Ltd την 12/05/2011 σύναψε με την εταιρεία του Ενάγοντα συμφωνία ανταλλαγής του χωραφιού, με δύο ακίνητα ιδιοκτησίας της, λεπτομέρειες των οποίων επίσης αναφέρονται. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ανταλλαγής, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης. IV. Σύμφωνα με την συμφωνία ανταλλαγής, η συνολική αξία των ακινήτων της Faleka Developers Ltd θα ήταν ίση μ' αυτήν του χωραφιού της εταιρείας του Ενάγοντα. V. Η συμφωνία ανταλλαγής δεν είχε οποιοδήποτε χρηματικό τίμημα. Η μόνη υποχρέωση ήταν η ανταλλαγή των ακινήτων μέχρι την 30/06/
- Υπεύθυνο μέρος για την διεκπεραίωση των διαδικασιών της ανταλλαγής και της καταβολής των εξόδων της διεκπεραίωσης της όλης συμφωνίας γενικότερα, ορίστηκε η Faleka Developers Ltd. VI. Από την υπογραφή της συμφωνίας ανταλλαγής η Faleka Developers Ltd είχε δύο μήνες για την διεκπεραίωση της ανταλλαγής, ήτοι μέχρι την 30/06/2011, δηλαδή την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία κατά την οποία το επίδικο έγγραφο θα καθίστατο πληρωτέο. Λόγω του διαστήματος αυτού των δύο μηνών μέχρι την διεκπεραίωση της διαδικασίας μεταβίβασης / ανταλλαγής των ακινήτων, ο Ενάγοντας την 01/06/2011, της ζήτησε να υπογράψει προσωπικά για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης του, έναντι της διεκπεραίωσης της συμφωνίας ανταλλαγής, το επίδικο έγγραφο. VII. Της ανέφερε δε ότι, εφόσον ολοκληρωνόταν η μεταβίβαση των αναφερομένων ακινήτων επ' ονόματι της εταιρείας του Ενάγοντα, το ποσό το οποίο αναγραφόταν επί του εγγράφου δεν θα ήταν απαιτητό από τον Ενάγοντα και το έγγραφο θα το κατέστρεφε, αφού αποτελούσε παράλληλη εξασφάλιση της διεκπεραίωσης της διαδικασίας μεταβίβασης των ακινήτων και του χωραφιού, τα έξοδα της οποίας τα επωμίστηκε η εταιρεία της. Η συμφωνία ανταλλαγής διεκπεραιώθηκε δεόντως και γι' αυτό το επίδικο έγγραφο δεν την δεσμεύει καθόλου. VIII. Συγκεκριμένα και αναφορικά με το επίδικο έγγραφο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό υπογράφτηκε, αναφέρει ότι: (α) Το επίδικο έγγραφο ο Ενάγοντας της το παρουσίασε ως μία απλή παράλληλη εξασφάλιση έναντι της διεκπεραίωσης της συμφωνίας ανταλλαγής των ακινήτων που είχε ως χρονική προθεσμία υλοποίησης της, την 30/06/
- (β) Το επίδικο έγγραφο το υπέγραψε στην απουσία μαρτύρων, οι υπογραφές των οποίων προστέθηκαν μεταγενέστερα. Αυτοί είναι συγγενικά πρόσωπα του Ενάγοντα και δεν είναι ικανοί προς το συμβάλλεται. (γ) Με σκοπό να την εξαπατήσει, ο Ενάγοντας της παρέστησε ότι το επίδικο έγγραφο αφορούσε την διαδικασία ανταλλαγής μεταξύ της εταιρείας της και της δικής του εταιρείας, αναφέροντας της επίσης ότι το έγγραφο αυτό δεν θα την δέσμευε προσωπικά. (δ) Ο Ενάγοντας της παρέστησε ότι το αναφερόμενο στο επίδικο έγγραφο ποσό, δεν θα ήταν απαιτητό, εφόσον η συμφωνία ανταλλαγής διεκπεραιωνόταν κανονικά και αυτός θα το κατέστρεφε. (ε) Ουδέποτε της παραδόθηκε το επίδικο έγγραφο ή αντίγραφο του. (στ) Ενδεικτικό των ψευδών παραστάσεων του Ενάγοντα είναι το γεγονός ότι το επίδικο έγγραφο χαρτοσημάνθηκε σχεδόν τρία χρόνια μετά την υπογραφή του, ήτοι την 14/02/
- IX. Ουδέποτε κλήθηκε από τον Ενάγοντα να του καταβάλει το αναφερόμενο στο επίδικο έγγραφο ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18, κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. και όπως έχει επανειλημμένα επιβεβαιωθεί μέσω της νομολογίας, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις: (α) Το Κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο όπως προνοείται στην Δ.2, κ. 6 των Θ. Π. Δ.. (β) Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων. (γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, δηλώνοντας συνάμα ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[i]. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση[ii]. Η διακρίβωση των προαναφερομένων προϋποθέσεων, δίδει το δικαίωμα στους ενάγοντες να αποταθούν για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης και μετατοπίζει το βάρος στους εναγομένους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση, ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή έτσι ώστε να τους δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Να καταδείξουν δηλαδή, ότι εγείρουν μια καλόπιστη υπεράσπιση, ή έστω ένα μεμονωμένο δικάσιμο θέμα[iii]. Βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί, ενώ μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, αρκετή. Τα εγειρόμενα προς υπεράσπιση θέματα, πρέπει να δίδονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες και στηρίζονται[iv]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν από κάθε πλευρά προς υποστήριξη της υπόθεσης της, χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχοντας εξετάσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αντιδικία, παρατηρώ τα εξής: Κατ' αρχήν υπενθυμίζεται ότι, δεν είναι ούτε η ώρα, ούτε το στάδιο να αξιολογήσει το Δικαστήριο προβαλλόμενα γεγονότα και ισχυρισμούς, ώστε να τα αποδεχθεί, να τα απορρίψει, ή έστω να τα σχολιάσει. Αυτό βέβαια ισχύει, τόσο για τις ισχυριζόμενες αντιφάσεις, παραλείψεις ή αδυναμίες οι οποίες τυχόν να αποδίδονται στην μαρτυρία της Εναγομένης, όσο και για ανάλογες παρατηρήσεις αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Θα προσεγγίσω το εγειρόμενο ζήτημα με γνώμονα τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, προς το σκοπό της διάγνωσης εκείνων που είναι απόλυτα αναγκαία στοιχεία, για σκοπούς της υπό εξέταση διαδικασίας. Διαπιστώνεται κατ' αρχήν, ότι πράγματι ικανοποιούνται στην περίπτωση αυτή οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις οι οποίες εκτίθενται στην Δ.18 κ. 1 των Θ. Π. Δ. Το βάρος μετατοπίζεται έτσι στην Εναγομένη να καταδείξει μια καλή υπεράσπιση ή ένα ζήτημα για το οποίο να δικαιολογείται όπως διεξαχθεί δίκη. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση της δικηγόρου της Εναγομένης ότι στην Ένορκη δήλωση του Ενάγοντα προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί ως προς την βάση της αξίωσης του. Το επίδικό έγγραφο επί του οποίου η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, προς επαλήθευση της, ενώ αυτός, κρίνω, αναφέρθηκε με επάρκεια και θετικά ως προς αυτό, προς ικανοποίηση των προνοιών της Δ.18 κ. 1 των Θ. Π. Δ. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, φαίνεται ότι, στο βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και επαληθεύει ότι η απαίτηση του βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως προκύπτει απ' αυτό, οι πιθανές υπερασπίσεις οι οποίες μπορούν να προβληθούν σε αγωγή βασιζόμενη σε γραμμάτιο είναι περιορισμένες από τον νόμο, για ευνόητους λόγους, οι οποίοι ανάγονται στην προσπάθεια του νομοθέτη να αποδώσει την απαιτούμενη βεβαιότητα σε τέτοιου είδους συναλλαγές, οι οποίες, αποδεικνύονται με την ύπαρξη ενός εγγράφου, για τις τυπικές προϋποθέσεις του οποίου τίθενται αυστηροί όροι συμμόρφωσης. Αποφεύγοντας να υπεισέλθω με οποιονδήποτε τρόπο σε θέματα ουσίας, όπως έχω ήδη εξηγήσει, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Εναγομένη με τα όσα έχει φέρει στο προσκήνιο στο στάδιο αυτό, κατάφερε να καταδείξει ότι εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή έστω ένα μεμονωμένο δικάσιμο θέμα, λόγω των οποίων θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη. Οι ισχυρισμοί της περί εξαπάτησης της στο να υπογράψει το γραμμάτιο έτσι ώστε να δοθεί εξασφάλιση στην ολοκλήρωση της συμφωνίας ανταλλαγής ημερομηνίας 12/05/2011 των εταιρειών Α/φοι Χ' Ματθαίου & Σια Λτδ και Faleka Developers Ltd, - στις οποίες οι διάδικοι σ' αυτή την υπόθεση ήταν αξιωματούχοι ή και είχαν εμπλοκή -, χωρίς αντιπαροχή και δημιουργώντας εικονικά και φαινομενικά χρέος το οποίο θα παραγράφονταν / εξαλειφόταν με την ολοκλήρωση της εν λόγω συμφωνίας την 30/06/2011, αν και δεν θα κριθούν τώρα, πιστεύω ότι παρέχουν έδαφος, με ικανοποιητική λεπτομέρεια και στοιχειοθέτηση, ώστε να μπορεί να οικοδομηθεί σ' αυτό μια από τις υπερασπίσεις τις οποίες παρέχει ο ίδιος ο νόμος. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς της Εναγομένης αναφορικά με το ότι το επίδικο έγγραφο δεν υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων, ο οποίος, κρινόμενος μαζί και με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της, παρέχει το έδαφος ώστε να της δοθεί άδεια να προβάλει την υπεράσπιση της ενώπιον του Δικαστηρίου σε κανονική δίκη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης έχει ήδη καταχωρηθεί και ως εκ τούτου, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει κανονικά, άνευ οποιοδήποτε όρου. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και συνεπώς, η Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση δικαιούται τα έξοδα της. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν σε βάρος του Ενάγοντα / Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782. Σ' αυτήν αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ..................................................................................................................................... Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts v. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ.1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθησή του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Έχουμε παραθέσει πιο πάνω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης. Ο ωμόσας την ένορκη δήλωση κάμνει αναφορά στην πηγή γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης. Η γνώση του - όπως λέγει - πηγάζει από έγγραφα τα οποία κατέχει, και από προσωπική επαφή και πείρα. Στη συνέχεια ο ωμόσας επέλεξε να κάμει ειδική αναφορά σε μερικά από τα έγγραφα. Ένα από αυτά τα έγγραφα είναι και η κατάσταση λογαριασμού - Τεκ. Δ. Η τελευταία είναι έγγραφο που έχει ετοιμαστεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Συνοδεύεται από δύο υπογραφές και από τη σφραγίδα "Τράπεζα Κύπρου Λτδ.". Δεν υπογράφεται από τον ωμόσαντα την ένορκη δήλωση. Η εφεσείουσα με την ένορκη δήλωσή της (βλ. παραγ. 5) είχε ισχυρισθεί, όπως έχουμε ήδη υποδείξει, ότι ο ωμόσας την ένορκη δήλωση δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει. Παρά την προβολή τέτοιου ισχυρισμού η εφεσίβλητη δεν είχε επιδιώξει να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έχουμε λάβει υπόψη τη φύση της αξίωσης. Πρόκειται για οφειλή που πηγάζει από τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στον πρωτοφειλέτη με την εγγύηση της εφεσείουσας. Η ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης δεν αναφέρει κατά πόσο ο ωμόσας είχε σχέση με την διακίνηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη ή με την κατάσταση του λογαριασμού του ή με την ετοιμασία του. Το ζητούμενο στην κρινόμενη περίπτωση είναι κατά πόσο ο ωμόσας είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ποσό στης επίδικης οφειλής. Ως προς αυτό το ζήτημα πηγή των πληροφοριών του είναι η κατάσταση λογαριασμού η οποία έχει ετοιμασθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και προσυπογράφεται από λειτουργούς άλλους από τον ωμόσαντα. Ο τελευταίος δεν έχει καταδείξει με την ένορκη δήλωσή του ότι είναι πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού. Η οποιαδήποτε γνώση του βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού. Η γνώση του δεν είναι γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ύψος της οφειλής αλλά γνώση που βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους. Βασίζεται πάνω σε γεγονότα για τα οποία είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να μιλήσει με βάση την προσωπική του γνώση αλλά με βάση πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους, οι οποίες, μάλιστα, προέρχονται από ηλεκτρονικό μέσο για το οποίο ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες δεκτότητας (Βλ. άρθρο 5Α του Κεφ. 9). Δεν ήταν, επομένως, πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Ακολουθεί πως το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση και το σχετικό περί του αντιθέτου συμπέρασμά του κρίνεται εσφαλμένο». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Δέστε επί του προκείμενου την υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135. [iii] Δέστε σχετικά επί του προκείμενου, τις υποθέσεις Kyriakides v. Ioannou
(1966)1 CLR 265 και Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333. [iv] Σχετική επ' αυτού, είναι η υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο