← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. DOUBASHI SABER PARIA κ.α., Αρ. Αγωγής: 3382/09, 27/6/2014

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. DOUBASHI SABER PARIA κ.α., Αρ. Αγωγής: 3382/09, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3382/09 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσα -και-

  1. DOUBASHI SABER PARIA
  2. C.M.A. HOLDINGS LTD Εναγομένων Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/12/13 Ημερομηνία: 27 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Ν. Κλεάνθους Για Εναγόμενη 2: κος Κ. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €95.615,80 πλέον τόκο 14% από 1/7/09, δηλώσεις και διατάγματα, δυνάμει σύμβασης δανείου και εκχώρησης με την Εναγομένη 1 και σύμβασης εγγύησης με την Εναγομένη
  3. Εναντίον της Εναγομένης 1 αξίωνει και άλλο ποσό και τόκο. Κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αγωγή για ακρόαση εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 και έτσι η υπόθεση προχώρησε για ακρόαση εναντίον μόνο της Εναγομένης
  4. Η Εναγομένη 2 με την Έκθεση Υπεράσπισης αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη εξ' υπαρχής και κανέναν νόμιμο αποτέλεσμα δεν παράγει εφόσον προβλέπεται τερματισμός της με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το εν λόγω διαμέρισμα. Επίσης τόσο η σύμβαση δανείου όσο και η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρες ή/και παράνομες γιατί η Ενάγουσα δεν ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160

(1)/1999 και το αξιούμενο ποσό περιέχει παράνομους χρεωθέντες τόκους και επιβαρύνσεις. Τέλος αν κριθεί έγκυρη η σύμβαση εγγύησης η ευθύνη της Εναγόμενης 2 ανέρχεται μέχρι του ποσού των ΛΚ53.600 (€91.581,04). Με την Ανταπαίτηση της ανταξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 12/12/07 είναι άκυρη ή/και παράνομη, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Ενάγουσα στην απάντηση της στην Υπεράσπιση της Εναγομένης 2 και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Εναγομένης 2 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της, θέτει θέμα κωλύματος λόγω συμπεριφοράς της Εναγομένης 2 και θέτει αυτή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες, την Κατερίνα Λίλλη Παυλίδου, ΜΕ1, και την Κατερίνα Ανδρέου, ΜΕ2, και οι δύο υπάλληλοι της. Μέρος της κυρίως εξέτασης της ΜΕ1 αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση της. Η Εναγόμενη 2 δεν πρόσφερε οιανδήποτε μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν δέκα
(10)Τεκμήρια. Η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, η συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 3, η σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 4, η σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 5, η κατάσταση λογαριασμού της κάρτας της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 6, η επιστολή ημερομηνίας 29/5/09 Τεκμήριο 7 προς την Εναγόμενη 1 και με την οποία της αναφερόταν ότι το επιτόκιο θα αυξανόταν σε 14% μετά την πάροδο 21 ημερών και ο τόκος θα κεφαλαιοποιόταν δύο φορές τον χρόνο, και ενημέρωσε προς τούτο την Εναγομένη 2, η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 22/6/09, Τεκμήριο 8, για την οποία επίσης ενημέρωσε την Εναγομένη 2, επιστολή ημερομηνίας 10/12/07, Τεκμήριο 9 και η απόφαση της Εναγόμενης 2 να εγγυηθεί την Εναγόμενη 1 ημερ. 3/12/07, Τεκμήριο
  1. Η αντεξέταση των δύο μαρτύρων, με βάση την οποία έγιναν ανάλογες εισηγήσεις στην αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης 2, εστιάστηκε, στοχευμένα, σε πέντε συγκεκριμένα θέματα. (α) Στο ύψος της παροχής εγγύησης εκ μέρους της Εναγομένης 2, το οποίο κατά το συνήγορο της, ως η εισήγηση στην αγόρευση του, με βάση το Τεκμήριο 9 δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ53.600 σε ευρώ €91.581,04, (β) στην αύξηση του επιτοκίου σε 14%, το οποίο θεωρείται από την υπεράσπιση εξοντωτικό και ενάντια στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96, (γ) στο οφειλόμενο ποσό, το οποίο, σύμφωνα με το δικηγόρο της, δεν έχει αποδειχθεί αφού το ποσό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έγινε η σύγκριση του με το αρχείο που τηρείται ηλεκτρονικά από την Εναγόμενη αλλά απλά εξετάστηκε η κατάσταση λογαριασμού, (δ) επίσης στο ύψος του οφειλόμενου ποσού, από την άποψη ότι δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό οφειλόμενο ποσό, εάν αποδειχθεί βέβαια οφειλόμενο ποσό, αφού ακόμα και με 14% επιτόκιο δεν θα μπορούσε από την 1/7/09 που ήταν €95.615,80 να ανέλθει μέχρι την 31/12/13 σε €178.414,61 και (ε) στην απαλλαγή της ως εγγυήτριας αφού, ως αφήνεται να νοηθεί από την αντεξέταση του συνηγόρου της, εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας από τις 22/6/12 και ήταν έτοιμη να το μεταβιβάσει. Γι' αυτό το θέμα δεν έγινε σχετική εισήγηση και ανάπτυξη του στη βάση συγκεκριμένου όρου της σύμβασης εγγύησης, αλλά ως εξάγεται παραπέμπει στο Τεκμήριο
  2. Τέλος, ακροθιγώς γίνεται αναφορά και στους τόκους υπερημερίας που κατά τον συνήγορο δεν εδικαιούτο η Ενάγουσα. Από την άλλη ο δικηγόρος της Ενάγουσας με φόντο τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πρόβαλε τη θέση ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 για το ποσό του δανείου συν τους τόκους και τα έξοδα, η αύξηση του επιτοκίου σε 14% έγινε νομότυπα, το υπόλοιπο του οφειλομένου ποσού είναι αυτό που εμφαίνεται γνήσια νόμιμα και ορθά, ως η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2, στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2 και τέλος ότι η απαλλαγή της Εναγομένης 2 ως εγγυήτριας της Εναγομένης 1 θα μπορούσε να επέλθει είτε με την εξόφληση του δανείου είτε με την μεταβίβαση στην Εναγομένη 1 του διαμερίσματος και την ταυτόχρονη υποθήκευση του στην Ενάγουσα αλλά δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μετά την σκιαγράφηση σε αδρές γραμμές των επίδικων διαφορών, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και τη στάση ή τη θέση που έλαβαν οι αντίδικες πλευρές, την αποδοχή ή μη αμφισβήτησης της μαρτυρίας ή μη προσκομισθείσας αντίθετης μαρτυρίας από την Εναγόμενη αποδεικνύονται τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα είναι τράπεζα. Στα πλαίσια των τραπεζικών εργασιών της δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/12/07, Τεκμήριο 1, παρείχε δάνειο στην Εναγόμενη 1 ύψους ΛΚ53.600 σε ευρώ €91.581,04 για αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς εκ μέρους της του διαμερίσματος 8 στο ισόγειο που αγόρασε από την Εναγόμενη 2 στο συγκρότημα MARINA APARTMENTS στη Λάρνακα επί του ακινήτου με στοιχεία που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
  3. Προς εξασφάλιση του δανείου η Εναγομένη 1 υπέγραψε σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων της ημερομηνίας 12/12/07, Τεκμήριο 4, στην Ενάγουσα που εκπηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 5 και η Εναγόμενη 2 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 12/12/07, Τεκμήριο
  4. Επειδή η Εναγόμενη 1, δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, (υπήρξαν καθυστερήσεις πληρωμών) που απόρρεαν από την συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 29/5/09, Τεκμήριο 7, ανάφερε αυτό το γεγονός στην Εναγομένη 1 και ότι το επιτόκιο θα μεταβαλλόταν μετά την παρέλευση 21 ημερών από τις 29/5/09 και θα αυξάνετο σε 14% και ο τόκος θα κεφαλαιοποιόταν κάθε 1 Ιανουαρίου και 1 Ιουλίου έκαστου έτους και ενημέρωνε σχετικά την Εναγόμενη 2 περί τούτου και έθετε αυτή προ των ευθυνών της που εκπηγάζαν από τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο
  5. Επειδή η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται στις συμβατικές της υποχρεώσεις με επιστολές ημερομηνίας 22/6/09, Τεκμήριο 8, η Ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση δανείου και ενημέρωνε σχετικά την Εναγόμενη 2 για τις επιπτώσεις που θα είχε που απόρρεαν από την σύμβαση εγγύησης. Αφού κινήθηκε η αγωγή στις 19/11/09 η Εναγόμενη 2 με επιστολή, για την οποία δεν υπάρχει μαρτυρία πότε αποστάληκε, ανάφερε στην Ενάγουσα ότι είχε εκδοθεί τίτλος στις 22/6/
  6. Δεν τέθηκε καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι όντως εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το εν λόγω διαμέρισμα. Η παραδοχή από την ΜΕ1 ότι έλαβε επιστολή ότι εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας στις 22/6/12 δεν αποτελεί παραδοχή ότι πράγματι εκδόθηκε ο τίτλος. Εκείνο δε το οποίο στη συνέχεια ανάφερε η ΜΕ1 ήταν ότι η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 ότι ήταν έτοιμη για υποθήκευση του διαμερίσματος και αφού η Εναγόμενη 2 επικοινωνούσε με την Εναγόμενη 1 θα ήταν παρούσα στο κτηματολόγιο για τα περαιτέρω. Πράγμα που δεν έγινε εκ μέρους της Εναγομένης 2 αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα θέματα κρίνω ορθότερο όπως εξεταστεί πρώτα το θέμα του ύψους της εγγύησης της Εναγόμενης 2, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης των διαδίκων ενόψει της διαφορετικής ερμηνείας που δίδεται από τους συνηγόρους των δύο πλευρών αλλά και της ΜΕ1 όταν κλήθηκε να απαντήσει σε σχετικά περί τούτου του θέματος ερωτήματα, υπό το φως του Τεκμηρίου 3, το οποίο είναι η σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 12/12/07, που δεν υπάρχει αμφισβήτηση για την υπογραφή του εκ μέρους της Εναγομένης 2, του Τεκμηρίου 9 που είναι η επιστολή ημερομηνίας 10/12/07 από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, επί της οποίας στηρίζει τη θέση ο συνήγορος της Εναγόμενης επικαλούμενος την τελευταία παράγραφο αυτής που αναφέρεται «νοείται περαιτέρω ότι η ολική ευθύνη βάση του πιο πάνω εγγυητήριου δεν θα υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ53,600» και του Τεκμηρίου 10 το οποίο είναι η απόφαση της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 3/12/07, για να εγγυηθεί την Εναγομένη 1 στην παράγραφο 1 της οποίας αναφέρεται «. για να παράσχει εγγύηση ύψους £53,600 (Πενήντα τρεις χιλιάδες εξακόσιες, Λίρες Κύπρου) πλέον τόκους, έξοδα και επιβαρύνσεις.». Έχοντας υπόψη ότι το Τεκμήριο 10 προηγήθηκε του Τεκμηρίου 9, και το λεκτικό της παραγράφου 1 του Τεκμηρίου 10 ταιριάζει με το λεκτικό της παραγράφου 18 του Τεκμηρίου 3, αφού αναφέρονται και τα δύο στο ύψος της εγγύησης των £53,600 πλέον τόκο, επιβαρύνσεις, έξοδα και τραπεζικές χρεώσεις δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόθεση και των δύο μερών ήταν όπως η εγγύηση μη περιοριστεί μόνο και μέχρι του ποσού των £53,600 ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 που βασίστηκε στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 9, η οποία ως εξάγεται από τα πιο πάνω αναφερόταν απλά στο ύψος του ποσού της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1 και δεν αποτελούσε περιορισμό της διεκδίκησης της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 2 μέχρι του ποσού των £53,
  7. Άλλωστε καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Εναγόμενη 2 ότι υπήρξε συμφωνία ότι η εγγύηση της Εναγόμενης 2 θα περιοριζόταν μέχρι το ποσό των £53,600 και για κάποιο λόγο δεν μεταφέρθηκε ή αποτυπώθηκε ορθά η πρόθεση των μερών στη σύμβαση εγγύησης. Προχωρώντας στην εξέταση του ζητήματος εφαρμογής του Νόμου 93(Ι)/96, το οποίο σύμπλεξε ο δικηγόρος της Εναγομένης 2 με το πιο πάνω θέμα, πέραν του γεγονότος ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισης στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96και η επίκληση του γίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης 2 και δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, η επίκληση της νομοθεσίας αυτής δεν μπορεί να έχει εφαρμογή όχι μόνο γιατί αναφέρεται σε αυτή καθ' εαυτή τη καταναλωτική σύμβαση (σύμβαση δανείου) αλλά και γιατί η Εναγομένη 2 δεν εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, αφού καταναλωτής είναι μόνο φυσικό πρόσωπο. Ως εκ των πιο πάνω, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εγγύηση επεκτεινόταν πέραν των £53,600 ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 με τόκους, επιβαρύνσεις και έξοδα. Επόμενο θέμα εξέτασης είναι η θέση της υπεράσπισης ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 εφόσον εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα η Εναγόμενη 2 θα απαλλασσόταν της εγγύησης. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. Εκείνο που λέχθηκε από την ΜΕ1 κατά την αντεξέταση της ήταν ότι αποστάληκε επιστολή από την Εναγομένη 2 στην οποία αναφερόταν ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του εν λόγω διαμερίσματος και όχι ότι είπε ότι όντως εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Έπειτα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 η Εναγόμενη 2 θα απαλλασσόταν από την σύμβαση εγγύησης σε δύο περιπτώσεις, και όποια από αυτές συνέβαινε πρώτη. Στην πρώτη περίπτωση όταν το διαμέρισμα μεταβιβαζόταν στην Εναγομένη 1 και ταυτόχρονα εγγραφόταν πρώτη υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας. Στη δεύτερη περίπτωση όταν εξοφλόνταν πλήρως όλες οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που απόρρεαν από τη σύμβαση δανείου. Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι κλήθηκε η Εναγόμενη 1 για να γίνει η μεταβίβαση και η Ενάγουσα για να το υποθηκεύσει στο όνομα της και η τελευταία αρνήθηκε. Πολύ περισσότερο βέβαια ότι εκπληρώθηκαν τα πιο πάνω. Ούτε επίσης υπάρχει μαρτυρία ότι εξοφλήθηκε το δάνειο, όχι μόνο γιατί η Εναγομένη 1 δέχθηκε απόφαση εναντίον της, αλλά και γιατί δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για εξόφληση του δανείου. Ούτε η μία ούτε η άλλη προϋπόθεση πραγματοποιήθηκε. Ως εκ τούτου η σχετική θέση που προβάλλεται στην υπεράσπιση της από την Εναγομένη 2 απορρίπτεται. Έπεται ότι η σύμβαση εγγύησης βρίσκεται σε ισχύ. Τα εναπομείναντα άλλα τρία ζητήματα προς εξέταση συμπλέκονται μεταξύ τους αφού αφορούν το κατά πόσο αποδείχθηκε οιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι αποδείχθηκε, ποιο είναι το ύψος του πραγματικού οφειλόμενου ποσού, αφού ακόμα και αν το επιτόκιο ήταν 14% από 1/7/09 επί του ποσού των €91.851,01, το οποίο κατά την Εναγομένη προσκρούει στο Νόμο 93(Ι)/96, δεν θα μπορούσε να ήταν €178.414,61 στις 31/12/13 και ως εκ τούτου θα εξεταστούν μαζί. Όσον αφορά τη θέση ότι η αύξηση του επιτοκίου σε 14% από την 1/7/09 είναι αντίθετη με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96 ως τροποποιήθη ισχύει ότι λέχθηκε και όταν εξεταζόταν το πρώτο θέμα. Δηλαδή ότι η μόνη αναφορά γίνεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αυτή σε σχέση με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 και όχι με βάση το Νόμο 93(Ι)/96 και εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να έλκει δικαιώματα από τρίτο, ήτοι την Εναγομένη 1, με βάση της αρχής της συμβατικής σχέσης (Privity of Contract) βλ. Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1154, η οποία παρεμπιπτόντως δέχθηκε απόφαση εναντίον της, αλλά ούτε και θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η νομοθεσία αυτή αφού αυτή προστατεύει καταναλωτή που σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο και όχι νομικό πρόσωπο και ακόμα επιπλέον λόγος ότι η κατάρτιση της σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο Νόμος 93(Ι)/96 ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την επιχείρηση του φυσικού προσώπου. Τέλος δεν θα μπορούσε να έχει εφαρμογή με βάση το άρθρο 3 του Νόμου 93(Ι)/96 αφού από την μια υπάρχει η μαρτυρία της ΜΕ1 για την κατάρτιση της σύμβασης δανείου και δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού του θέματος, και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, και από την άλλη υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας από την υπεράσπιση ως προς τις συνθήκες κατάρτισης της σύμβασης δανείου. Όσον αφορά το θέμα της αύξησης του επιτοκίου ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 7, αυτή έγινε δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 και σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου και βέβαια με αντανάκλαση στη σύμβαση εγγύησης η οποία υπηρετεί τη σύμβαση δανείου. Έπεται ούτε αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Σε σχέση με το κατά πόσο από την μαρτυρία που δόθηκε έχει αποδειχθεί οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό αφού κατά τον δικηγόρο της Εναγομένης 2 καταδεικνύεται ότι δεν έγινε σύγκριση του αρχείου που διατηρεί η Ενάγουσα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, σχετική είναι τόσο η μαρτυρία της ΜΕ1 όσο και της ΜΕ
  1. Στη δήλωση κατάθεση της ΜΕ1 και συγκεκριμένα στην 7η παράγραφο ανάφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, αποτελούν μέρος του αρχείου της τράπεζας και επιβεβαίωσε ότι σύγκρινε και έλεγξε προσωπικά τις καταστάσεις με τα πρωτότυπα που φυλάττονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας. Επί τούτου δεν αντεξετάστηκε η ΜΕ
  2. Εκείνο για το οποίο αντεξετάστηκε η ΜΕ1 ήταν για την ορθότητα των καταχωρήσεων που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 2, και την ορθότητα του ύψους του οφειλόμενου ποσού. Κατά πόσο δηλαδή γνώριζε εάν ήταν ορθή η κάθε καταχώρηση σε αυτές και το τελικό υπόλοιπο. Πέραν των γενικών εξηγήσεων που έδωσε με βάση την πείρα της για το επιτόκιο που έπρεπε να χρεωνόταν ο λογαριασμός πριν τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και ότι μετά τον τερματισμό της το επιτόκιο ήταν 14%, δεν μπορούσε με ακρίβεια να αναφερθεί ούτε στις χρεώσεις που επιβλήθηκαν, εκτός από το να αναφέρει το χαρακτηρισμό της χρέωσης όπως προδίδεται από την αναγραφή του στο Τεκμήριο 2, ούτε για την ορθότητα του τελικού υπολοίπου, για το οποίο είπε ότι αυτό φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού. Προφανώς αναγνωρίζοντας την αδυναμία της μαρτυρίας επί του σημείου τούτου επιχειρήθηκε η κάλυψη του με την μαρτυρία της ΜΕ
  3. Όμως αν και στην εξέταση της ανάφερε ότι έχουν ελέγξει τις συναλλαγές του συγκεκριμένου λογαριασμού με βάση το αρχείο συναλλαγών και είναι ορθές, στη συνέχεια της εξέτασης της ανάφερε ότι τα στοιχεία τα παίρνουν από τις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των λογιστικών βιβλίων των τραπεζών. Κατά την αντεξέταση δε βλέποντας το Τεκμήριο 2 και αφού ρωτήθηκε αν είναι γι' αυτές τις καταστάσεις λογαριασμού που αναφέρεται, ανάφερε ότι είναι γι' αυτές. Στην επόμενη δε ερώτηση αν ήταν αυτές οι καταστάσεις λογαριασμού το βασικό στοιχείο επί του οποίου μελετούν και ελέγχουν την ακρίβεια των υπολογισμών τους απάντησε «από τις καταστάσεις λογαριασμού» και στην ακολουθήσασα ερώτηση «Δηλαδή εκλαμβάνεται ως βάση ελέγχου της ορθότητας ή μη των υπολογισμών της τράπεζας, εκλαμβάνεται ως δεδομένο οι καταστάσεις λογαριασμού;» απάντησε «Ναι. Από τις καταστάσεις λογαριασμών». Ούτε από την επανεξέταση που έγινε προέκυψε διαφορετική, διορθωτική εξήγηση επί των πιο πάνω αναφορών της. Στο άρθρο 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 54(Ι)/94 αναφέρεται ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.» Στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου προνοούνται τα ακόλουθα: «Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.» Στο εδάφιο
(3)προβλέπονται τα εξής: «Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Έλλη Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1320 επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή γιατί οι καταστάσεις λογαριασμών δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Να λεχθεί ότι στις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια δεν παρουσιάζονταν τα στοιχεία από την ημέρα έναρξης του λογαριασμού. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 846 στην οποία για απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου κατατέθηκε περίληψη και όχι αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού. Τονίστηκε δε ότι η δήλωση της υπαλλήλου της Τράπεζας ότι οι λογαριασμοί «είναι ορθοί» έστω και χωρίς αντεξέταση δεν είναι αρκετή για να αποδείξει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο σε μία υπόθεση που ήταν υπό αμφισβήτηση. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(20010)1 Α.Α.Δ. 1858 τονίστηκε ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη γεγονότων που εκτίθενται σε αυτή. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο δίδεται ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) v. Coral Foods Ltd κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 956 λέχθηκε ότι «το βάρος απόδειξης κάθε μέρους της απαίτησης, εφόσον αυτή αμφισβητείται βαρύνει τον Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία να καταδείξει το βάσιμο της εκδοχής του. Η Εφεσείουσα παρουσίασε δυνάμει του άρθρου 5Α
(1)του ΚΕΦ. 9 (Ν.54(Ι)/94)τους λογαριασμούς στη βάση των οποίων στήριξε την αξίωση της, όπως δηλαδή και στην υπόθεση Μαρσέλ, ένα αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο υπόκειτο σε αξιολόγηση, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονται σ' αυτό». Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι τούτο συνιστούσε σοβαρό ρήγμα στη μαρτυρία και συνακόλουθα στην απόδειξη της οφειλής. Στη βάση της μαρτυρίας της ΜΕ1, η οποία ναι μεν δεν αντεξετάστηκε σε αυτό που είπε για το θέμα της σύγκρισης του πρωτότυπου αρχείου που βρίσκεται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, με τις εξ αρχής αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 2, και αναφέρθηκε στη χρέωση Quart. Interest, όμως δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί συγκεκριμένα και με ακρίβεια στις άλλες καταχωρημένες χρεώσεις ούτε στη χρέωση τόκου πριν τον τερματισμό και στην ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού και της ΜΕ2 που τον έλεγχο τον έκανε από το Τεκμήριο 2 και όχι με βάση το πρωτότυπο αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Ενάγουσας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κάνει εύρημα για την ορθότητα του ύψους του οφειλομένου ποσού με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 2, ενόψει της αδυναμίας εξήγησης των καταχωρημένων χρεώσεων σε αυτές. Επίσης να τονισθεί σε σχέση με την αδυναμία στη μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα περί τούτου του θέματος, ότι σε υποβολή του δικηγόρου της Εναγομένης 2 στην ΜΕ1 ότι δεν θα μπορούσε το ποσό των €95.615,80 σε 4 με 4 ½ χρόνια να ανέλθει στις €180.000,00 με επιτόκιο 14%, η απάντηση που δόθηκε ήταν ότι αυτό το ποσό φαίνεται από το Τεκμήριο 2. Επομένως καμιά ικανοποιητική μαρτυρία δόθηκε, προς απόδειξη του ύψους του οφειλόμενου ποσού. Ως εκ των πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η ορθότητα του ύψους του οφειλόμενου ποσού των καταστάσεων λογαριασμού. Τίθεται τώρα το ερώτημα, ενόψει της μη απόδειξης της ορθότητας του ύψους του οφειλομένου ποσού των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 2, έχει αποδειχθεί οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό; Κατά την άποψη του Δικαστηρίου εκ μόνης της γενικής αναφοράς της υπεράσπισης ότι η οφειλή της Εναγομένης 2 δεν θα ήταν περισσότερο από τις £53.600 δηλαδή €91.584,04 δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έδαφος για εύρημα παραδοχής οφειλής. ΄Ομως κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 έγινε η εξής υποβολή: «Οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν να καταβάλουν εκείνο που πραγματικά όφειλαν, περιοριζόμενοι στο ποσό των 53.600ΛΚ». Στην υπόθεση Union Agricoles de Cereales v. Apak Industries κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 542 κρίθηκε ότι η παραδοχή στην υπεράσπιση συγκεκριμένου ποσού στην άλλη αγωγή, όχι μόνο της εγγύησης αλλά έμμεσα και του ποσού των 60.000 Γαλλικών Φράγκων, οφειλόταν δυνάμει της εγγύησης, ήταν ικανοποιητική απόδειξη της οφειλής δυνάμει της σύμβασης εγγύησης. Ως εκ τούτου καταδεικνύεται η παραδοχή οφειλής του ποσού των £53.600 ήτοι €91.584,04 εκ μέρους της Εναγομένης 2 προς την Ενάγουσα. Αποτελεί δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχει αποδειχθεί ως ποσό οφειλής το αρχικό ποσό των €91.584,04. Υπό τις περιστάσεις κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επί του ως άνω ποσού να είναι ο νόμιμος τόκος από της καταχώρησης της αγωγής. Σε σχέση με τα διατάγματα τα οποία η Ενάγουσα ζητεί ως η παρ. 18Δ
(1)- 18Δ
(5)της Έκθεσης Απαίτησης, τίποτε δεν έχει προβληθεί εκ μέρους της υπεράσπισης γιατί να μην εκδοθούν ως η άρνηση της στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της. Τα διατάγματα που ζητούνται με την παρ. 18Δ
(1)και 18Δ
(2)εκτός από μια λέξη κατά τα άλλα είναι πανομοιότυπα. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, ενόψει της απόρριψης της θέσης της Εναγομένης 2 ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εγγύησης βρίσκεται σε ισχύ, αυτή δεν μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €91.584,04 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, 19/11/09, μέχρι εξόφλησης, καθώς και διατάγματα ως η παρ. 18Δ
(2), 18Δ
(3)και 18Δ
(5)πλέον έξοδα στην κλίμακα €50.000-€100.000 ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκεί που τα έξοδα είναι κοινά με την αγωγή θα υπάρχει ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.