← Κύπρος

SAVVAS GEORGIOU MARNEROS κ.α. ν. G.HASSAPIS HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1292/2011, 18/3/2014

SAVVAS GEORGIOU MARNEROS κ.α. ν. G.HASSAPIS HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1292/2011, 18/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1292/2011 Μεταξύ:

  1. SAVVAS GEORGIOU MARNEROS
  2. ANNA MARNEROS Εναγόντων - και -
  3. G.HASSAPIS HOLDINGS LIMITED
  4. HOUSEWELL DEVELOPMENTS LIMITED
  5. DESPINA VASILI MOLESKI
  6. ANDRIANA VASILI MOLESKI
  7. PARASKEVI VASILI MOLESKI
  8. STAYROS VASILI MOLESKI
  9. NIKOS VASILI MOLESKI Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 4.9.2013 Hμερ.: 18.3.2014 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 3 - 7 - Αιτητές: Α.Ζαχαρίου (κα) για Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: Α.Κλαϊδη (κα) για Ανδριάνα Κλαϊδη Temple Court Chambers Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με την αξίωση, την 1.6.2007 δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου οι Ενάγοντες αγόρασαν από τους Εναγόμενους μια υπό ανέγερση κατοικία στο χωριό Τερσεφάνου στη Λάρνακα. Η κατοικία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί συμφώνως συγκεκριμένων προδιαγραφών μέχρι 30.4.
  10. Τούτο δεν έγινε οπόταν την 9.3.2011 οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και στις 19.4.2011 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, αξιώνοντας διάφορα χρηματικά ποσά και διαζευκτικά ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και συναφείς θεραπείες. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση την 3.5.2011 μέσω του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ, υπερασπίζονται την αξίωση και γι΄ αυτούς η αγωγή είναι ορισμένη για ακρόαση την 5.11.
  11. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 3 - 7 την 30.4.
  12. Αυτοί παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την 12.6.2013 αίτηση για απόφαση εναντίον τους και την 2.7.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 3 - 7 ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των €401.051,47 πλέον τόκους και έξοδα. Την 4.9.2013 οι Εναγόμενοι 3 - 7 καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση εξαιτούμενοι διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή ακυρώνεται η εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση. Την αίτηση τους υποστηρίζει Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 4.9.2013 της Εναγόμενης
  13. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 3.2.2014 του Χρίστου Κοσιάρη δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Με άδεια του Δικαστηρίου η Εναγόμενη 3 καταχώρησε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση ημερ. 5.3.
  14. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί πως: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, να εξηγήσει και ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της δικονομικής του παράλειψης που είχε ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του και να δικαιολογήσει τυχόν καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τον παραμερισμό της. Στην Ιωάννου ν. Σκάφους «Veronica»

(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, 440 αναφέρεται ότι: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από την μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης..» Στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπη Στρητς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31 αναφέρεται πως: «. το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει.» Στην Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, 897 αναφέρεται ότι: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ότι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Στα πλαίσια αίτησης όπως η υπό κρίση, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης αλλά εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει κατά πόσο εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Κean Soft Drinks Ltd v. Safm. Conlt. Lines N.V. κ.α.
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1784). Λαμβάνεται υπόψη η εκδοχή του αιτητή αφού με βάση αυτή κρίνεται κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας. Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 αναφέρεται πως η αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Υιοθετείται (στη σελ. 799) απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρεται: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, τονίστηκε ότι απαιτείται από τον αιτητή να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης, επομένως δεν αρκεί η προβολή μιας θέσης αλλά η σε κάποιον έστω μικρό βαθμό τεκμηρίωσή της (βλ. Δωρίτη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφ. 405/2008 ημερ. 8.3.2012). Η υπεράσπιση που οι Εναγόμενοι 3 - 7 διατείνονται ότι έχουν στην αξίωση, παρουσιάζεται στις παρ. 7 και 8 της Ενορκης Δήλωσης της Εναγόμενης
  1. Οι Εναγόμενοι 3 - 7 ήταν οι ιδιοκτήτες τεμαχίου γης το οποίο πώλησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής. Ως αντάλλαγμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα τους παραχωρούσαν κάποιες από τις κατοικίες που θα ανεγείρονταν στο τεμάχιο. Αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο πάνω στο οποίο εδράζεται η αξίωση των Εναγόντων, είναι η θέση τους πως δεν υπόγραψαν ως πωλητές σε αυτό και τυχόν υπογραφές δεν είναι δικές τους αλλά πιθανόν των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι έπρεπε να υπογράψουν αναφέροντας ότι οι Εναγόμενοι 3 - 7 ήταν οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου και πως η υπογραφή τους τίθετο αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Είναι η περαιτέρω θέση τους πως οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι η υπογραφή τους τίθετο γι΄ αυτό το σκοπό. Αντιλαμβάνομαι ότι η αναφορά σε υπογραφή τους είναι σε ότι στο πωλητήριο έγγραφο παρουσιάζεται ως η υπογραφή τους. Δηλαδή οι ίδιοι δεν υπόγραψαν το πωλητήριο. Τυχόν υπογραφές που παρουσιάζονται ως δικές τους δεν είναι δικές τους. Αναφέρονται σε «τυχόν» υπογραφές προδήλως γιατί δεν ήταν παρόντες κατά τη συνομολόγηση του πωλητηρίου εγγράφου. Δεν αναφέρεται ρητά κατά πόσο οι Εναγόμενοι 3 - 7 εξουσιοδότησαν τους Εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή κάποιους αξιωματούχους τους αφού πρόκειται για εταιρείες, να υπογράψουν για λογαριασμό τους στο πωλητήριο. Φαίνεται όμως πως αυτή είναι η προβαλλόμενη θέση και πως οι εξουσιοδοτημένοι παρέβηκαν ή υπερέβηκαν την εξουσιοδότηση των Εναγομένων 3 - 7 και υπόγραψαν στο όνομα τους ως πωλητές που αναλάμβαναν να ανεγείρουν την πωλούμενη κατοικία, εναποθέτοντας σε αυτούς υποχρεώσεις με τις οποίες δεν είχαν εξουσιοδότηση να τους δεσμεύσουν. Η υποστηρικτική της Αίτησης Ενορκη Δήλωση δεν συντάχθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Επιθεώρησα το αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου που παρουσιάστηκε κατά την απόδειξη της αξίωσης εναντίον των Εναγομένων 3 -
  2. Είναι το Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 2.7.2013 της δικηγόρου Α. Κλαϊδη και βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Οι υπογραφές που αποδίδονται στους Εναγόμενους 3 - 7 φαίνονται να είναι οι ίδιες μεταξύ τους και ίδιες με αυτές που τέθηκαν για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. Η βασική θέση των Εναγομένων 3 - 7 ότι άλλος έθεσε τις υπογραφές όλων βρίσκει πραγματικό υπόβαθρο, έτσι που με την προέκταση ότι δεν εξουσιοδότησαν να τεθεί η υπογραφή τους για τα ζητήματα που αναφέρονται στο πωλητήριο να εγείρεται υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. θα προχωρήσω στην εξέταση και του ζητήματος της καθυστέρησης. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd.,
(1997)1(B) A.A.Δ. 712, αναφέρεται πως: «Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει.» σημειώνεται ωστόσο πως: «Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη.» Η αναφορά στην Βίκα πως πέραν του βασικού κριτηρίου της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή: «Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλή υπεράσπισης.» περιορίστηκε στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης στην Λυσιώτης ν. Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364, 378-379 όπου απορρίφθηκε η θέση πως η νομολογία έχει καταστεί ελαστικότερη στο θέμα της αργοπορίας στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, 1105-6 αναφέρεται ότι: «Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης.» Όσο και αν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως αν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση ή και η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για παραμερισμό κρίθηκαν ως αφ΄ εαυτών τροχοπέδη στο "επανάνοιγμα" της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (βλ. Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698, 704, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 793, 797 και Γεωργίου κ.α. ν. Χριστοδούλου Π.Ε. 266/2008, ημερ. 21.3.2011). Οι Ενάγοντες αναφερόμενοι στην κατά τη θέση τους καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης αναφέρονται στο χρόνο επίδοσης της αγωγής στους Εναγόμενους 3 -
  1. Η Αίτηση καταχωρίστηκε 2 χρόνια και 4 μήνες μετά την επίδοση της αγωγής. Όμως, αυτή η παράμετρος από μόνη της δημιουργεί παραπλανητική εικόνα. Η αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 3 - 7 καταχωρίστηκε 2 χρόνια και 1 μήνα μετά την επίδοση σε αυτούς. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί. Επομένως οι Εναγόμενοι 3 - 7 που κατά τη θέση τους ανέθεσαν στους Εναγόμενους 1 και 2 να διορίσουν δικηγόρο αφενός για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για την τύχη της υπόθεσης εναντίον τους, αφετέρου όμως για το ίδιο μεγάλο διάστημα δεν οχλήθηκαν από οιονδήποτε, δεν ενημερώθηκαν για την έκδοση οιασδήποτε απόφασης εναντίον τους και μπορούσαν να υποθέτουν πως η αγωγή τύγχανε υπεράσπισης και πως για την απαίτηση των Εναγόντων φρόντιζαν οι Εναγόμενοι 1 και
  2. Πληροφορήθηκαν για την εναντίον τους έκδοση απόφασης περί την 22.8.2013 όταν τους επιδόθηκαν οι Ειδοποιήσεις Πτώχευσης που αναφέρονταν στην απόφαση της 2.7.
  3. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία για το πότε επιδόθηκαν οι Ειδοποιήσεις Πτώχευσης που σύμφωνα με τους Ενάγοντες καταχωρίστηκαν την 9.8.
  4. Η καταχώρηση της Αίτησης σε λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά δεν συνιστά αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Η καταχώρηση επιβάρυνσης στην ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγομένων πραγματοποιήθηκε την 13.9.2013, μεταγενέστερα της καταχώρησης της Αίτησης και είναι συνεπώς γεγονός αδιάφορο. Στη βάση ότι η πραγματικότητα είναι ότι οι Εναγόμενοι 3 - 7 είναι οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου της γης που πώλησαν την περιουσία τους με όρους αντιπαροχής σε εταιρείες ανάπτυξης γης, και χωρίς να συνιστά επικρότηση της συμπεριφοράς τους, μπορούν να γίνουν πιστευτοί πως με καλή πίστη άφησαν το ζήτημα της υπεράσπισης της υπόθεσης στα χέρια εκείνων που ανάλαβαν την ανάπτυξη για να λύσουν τα προβλήματα με τους αγοραστές - Ενάγοντες. Είναι η κατάληξη μου πως οι παραλείψεις των Εναγομένων 3 - 7 σε σχέση με την υποχρέωση τους να καταχωρήσουν εμφάνιση δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και δεν ήταν το αποτέλεσμα έλλειψης ενδιαφέροντος εκ μέρους τους. Με δεδομένη την αποκάλυψη υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η εναντίον τους απόφαση να παραμεριστεί. Τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που είχαν συσσωρευτεί στην αγωγή πριν την καταχώρηση της Αίτησης και σπαταλήθηκαν, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 3 - 7, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η καταβολή των εξόδων αυτών θα είναι προϋπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερ. 2.7.2013 εναντίον των Εναγομένων 3 - 7 με τον όρο ότι οι Εναγόμενοι 3 - 7 θα καταβάλουν προς τους Ενάγοντες τα πιο πάνω έξοδα μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία της επίδοσης στο δικηγόρο τους σχετικής ειδοποίησης. Οι Ενάγοντες να υποβάλουν στον Πρωτοκολλητή σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 10 ημερών. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 3 - 7 να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 10 ημερών. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.