← Κύπρος

Σε ότι αφορά την Εταιρεία WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED, Αρ.Αίτησης 251/2013, 2/5/2014

Σε ότι αφορά την Εταιρεία WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED, Αρ.Αίτησης 251/2013, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A144 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης 251/2013 Σε ότι αφορά την Εταιρεία WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED από τη Λάρνακα και Σε ότι αφορά τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Ημερ.: 2.5.

  1. Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Χ.Φιλίππου (κα) για Λ.Λουκαϊδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία: Ν.Πουμπουρίδης για Νικόλας Α.Πουμπουρίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα που να διατάσσει όπως η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία White Κnight Holdings Ltd διαλυθεί και εκκαθαριστεί. H εκκαθάριση της White Κnight, γιατί ουσιαστικά αυτό ζητείται, επιδιώκεται με έρεισμα την αφερεγγυότητα της. Η Αίτηση καταχωρίστηκε την 13.12.2013 και αναφέρει ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται εκτίθενται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Νίκου Λαουρή, ημερ. 11.12.
  2. Προκύπτει πως ο Λαουρής ορκίστηκε και υπόγραψε την Ενορκη Δήλωση ενώπιον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου στις 11.12.2013, δηλαδή δύο ημέρες πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Κατά το χρόνο της υπογραφής της Ενορκης Δήλωσης η Αίτηση ήταν ανύπαρκτη. ΄Οσο και αν ο τίτλος της ήταν υπόψη της Αιτήτριας, οι δικηγόροι της οποίας την είχαν προφανώς συντάξει και επίκειτο η καταχώρηση της, ο αριθμός που η Αίτηση θα ελάμβανε στο Ε.Δ. Λάρνακας ήταν άγνωστος. Αναμφίβολα μετά την πιστοποίηση της από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου υπήρξε παρέμβαση στην Ενορκη Δήλωση με την προσθήκη ιδιοχείρως του αριθμού 251 του 2013 που η Αίτηση έλαβε με την καταχώρηση της στο Ε.Δ. Λάρνακας. Όχι βέβαια κακόπιστα. Στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank

(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 754, η ένορκη δήλωση είχε καταχωριστεί μετά την καταχώρηση της αγωγής, πριν όμως από την καταχώρηση της δευτερογενούς αίτησης που υποστήριζε. Κανένας Θεσμός δεν το απαγόρευε. Αναφέρθηκε στη σελ. 758 ότι: «Η Διαταγή 39 Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώρηση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευτεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Aρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν την καταχώρηση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μιας νέας ένορκης δήλωσης.» Στην Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 951-2, αναφέρεται ότι: «Στην υπόθεση Stavros Hotel Apartments Ltd. και Άλλοι (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, ... κρίθηκε ουσιαστικά ότι μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που προηγείται χρονικά της καταχώρησης της αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας. Απλούστατα γιατί το περιεχόμενό της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Στην ίδια όμως απόφαση τονίστηκε πως είναι δυνατή η λήψη υπόψη τέτοιας μαρτυρίας εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Αναφέρεται συναφώς ότι: "Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, παράγραφος 1059, (βλ. επίσης Annual Practice
(1958)τόμος 1, σελ. 922) αναφέρεται νομολογία σύμφωνα με την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα παρά το ότι ο όρκος δόθηκε πριν από την έκδοση του κλητηρίου, με την προσθήκη όμως πως το Δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης."» Η υπό κρίση Αίτηση είναι πρωτογενής. Επομένως, εφαρμόζεται αυτό που ειπώθηκε σε σχέση με την υπογραφή ένορκης δήλωσης πριν την καταχώρηση αγωγής. To ζήτημα είχε επισημανθεί και εγερθεί από την White Κnight στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που καταχώρησε. Αυτή υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 13.3.2014 του εκ των διευθυντών της Γιάννη Πίτσιλλου. Η Αιτήτρια δεν επεδίωξε όπως ο Λαουρή επανορκιστεί και καταχωρήσει νέα ένορκη δήλωση. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση όπου ο Λαουρή έδωσε διά ζώσης μαρτυρία επαναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τα όσα εμπεριέχονται στην Ενορκη του Δήλωση ημερ. 11.12.2013. Ο δικηγόρος της White Κnight υποστήριξε στην αγόρευση του πως η Αίτηση, όπως έχει προωθηθεί δεν έχει καθόλου πιθανότητα επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρθηκε στις Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ.2), Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 201 και Perpetti S.P.A. v. Lounic Confectionery Ltd.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 960. Σε κάθε μια από τις πιο πάνω υποθέσεις είχε καταλυτική σημασία πως το Δικαστήριο είχε ενεργήσει στη βάση της ένορκης δήλωσης που είχε υπογραφτεί πριν την καταχώρηση της αγωγής. Εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό αφού ως αποτέλεσμα της υπογραφής πριν την καταχώρηση της αγωγής δεν υπήρχε μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση κανένα διάταγμα δεν έχει εκδοθεί. Καμία δικαστική κρίση. Το όποιο διάταγμα τυχόν εκδοθεί στην παρούσα διαδικασία θα βασίζεται στην διά ζώσης δοθείσα μαρτυρία του Λαούρη, κατά την οποία, αυτός υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της Ενορκης του Δήλωσης της 11.12.2013. Καταλήγω πως στο στάδιο τούτο της διαδικασίας το Δικαστήριο έχει ενώπιον του πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Πρόκειται για την διά ζώσης μαρτυρία του Λαούρη που όχι μόνο παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε σε οιαδήποτε παράμετρο της. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι την 3.11.2011 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή αρ. 6476/2003 Ε.Δ. Λευκωσίας υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της White Κnight για το ποσό των €93.295,63 πλέον τόκους και €14.618,07 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκους, δικηγορικά έξοδα (Τεκμήριο 2). Ακολούθησε στην ίδια αγωγή η έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος το οποίο απαγόρευε και εμπόδιζε την White Κnight από του να αποξενώσει ή επιβαρύνει 30.000.000 μετοχές της εταιρείας White Κnight Properties Ltd που κατείχε ή να εισπράξει οιοδήποτε μέρισμα σε σχέση με αυτές. Το διάταγμα δεν παρουσιάστηκε ως τεκμήριο. Η αναφορά στο περιεχόμενο του προέρχεται από την περιγραφή στη μαρτυρία του Λαούρη. Ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε και έχει παρουσιάσει το διάταγμα ημερ. 7.9.2012 με το οποίο το προσωρινό επιβαρυντικό διάταγμα κατέστη απόλυτο, με την White Κnight να καταδικάζεται στην πληρωμή €2.249 πλέον Φ.Π.Α. εξόδων (Τεκμήριο 3). Κανένα ποσό δεν πληρώθηκε από την White Κnight έναντι των χρεών, παρά το ότι επανειλημμένα ζητήθηκε από την Αιτήτρια. Την 5.9.2013 επιδόθηκε στην White Κnight απαίτηση πληρωμής από την Αιτήτρια που περιλάμβανε το ποσό της δικαστικής απόφασης και των εξόδων όπως και των εξόδων του επιβαρυντικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 6476/2003 Ε.Δ. Λευκωσίας. Η απαίτηση πληρωμής είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 212 (α) του Κεφ.113 και σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημερ. 6.9.2013 της επιδότου Κούλας Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 4), αυτή αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της White Κnight στο Larnaka Bay Resort, House 40, στην Πύλα. Με την απαίτηση πληρωμής καθίστατο σαφές πως τα ποσά αφορούσαν στη δικαστική απόφαση και το επιβαρυντικό διάταγμα, ενώ αντίγραφα των τεκμηρίων 2 και 3 συνόδευαν την απαίτηση πληρωμής. Ούτε μετά την επίδοση απαίτησης πληρωμής η White Κnight ανταποκρίθηκε καθ΄ οιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με το άρθρο 211(
  1. e)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, μια εταιρεία μπορεί να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο εάν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Στο άρθρο 212, που ακολουθεί, αναφέρονται περιπτώσεις όπου η εταιρεία θεωρείται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Σύμφωνα με το εδάφιο (a), εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία, παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να το εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Η Αιτήτρια παρά το ότι εξασφάλισε δικαστική απόφαση για το λαβείν της δεν επιδίωξε, ή τουλάχιστον δεν φαίνεται να επιδίωξε, την εκτέλεση της απόφασης, γι΄ αυτό και δεν επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 212(
  2. b)που προνοεί ότι εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της εφόσον διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης παραμείνει, έστω και μερικώς, ανικανοποίητη. Η υπό κρίση Αίτηση έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 28.2.2014 (Τεκμήριο 5) και στην καθημερινή εφημερίδα Χαραυγή την 25.2.2014 (Τεκμήριο 6). Υποστήριξε ο δικηγόρος της White Κnight πως η Αιτήτρια δεν θα πρέπει να θεωρείται πιστωτής εν τη εννοία του νόμου, γιατί η προς αυτήν οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση. Και τούτο γιατί κατά της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της White Κnight εκκρεμεί έφεση (Πολ.Εφ. 454/2011), την οποία η White Κnight καταχώρησε με καλή πίστη, αμφισβητώντας ξεκάθαρα την οφειλή προς την Αιτήτρια. Επικαλείται ο δικηγόρος της White Knight απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδ., σελ. 1364-7, όπου αναφέρεται ότι συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών η προώθηση αίτησης διάλυσης που στοχεύει στην επιβολή πληρωμής οφειλής που αμφισβητείται. Το ίδιο απόσπασμα μνημονεύεται στην Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 (B) Α.Α.Δ. 991, 1000. Αναφέρεται ότι: «Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. `Substantial' here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. `Substantial' means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company `to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding'. In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive.» Αναφέρεται ακόμα στην Χατζηγιάννης (σελ. 998-9) ότι: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, ... , η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από `πιστωτή'. Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται `πιστωτής'... . Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως `πιστωτής' μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος `πιστωτής', βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει `a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent' - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης.» Η οφειλή της White Knight προς την Αιτήτρια έχει επικυρωθεί με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Η καταχώρηση Εφεσης δεν ενεργεί ως αναστολή της εκτέλεσης της εκτός στο βαθμό που τούτο θα διατάσσετο από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο (βλ. Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Αναφέρεται στην Χαραλάμπους ν. A.Panayides Contracting Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, 1982 πως: «Η 'Εφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. 'Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της 'Εφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη, όμως, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση ΄Εφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της' 'Εφεσης». Δεν αναφέρθηκε να έχει η White Knight επιδιώξει την αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον της δικαστικής απόφασης. Εάν η White Knight ήταν της θέσης πως εάν πλήρωνε την Αιτήτρια θα διέτρεχε κίνδυνο να μην ανακτήσει το καταβληθέν ποσό σε περίπτωση επιτυχίας της Εφεσης της, θα μπορούσε να επιδιώξει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, δεν υφίσταται πρόβλεψη ανάλογη του άρθρου 6
(4)του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ.5, σύμφωνα με το οποίο όπου η πράξη πτώχευσης αποτελείται από μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, εξασφάλιση κλπ. εξ αποφάσεως χρέους, το Δικαστήριο μπορεί, αν το θεωρεί πρέπον, να αναστείλει ή να απορρίψει την αίτηση για διάταγμα παραλαβής για το λόγο ότι εκκρεμεί έφεση από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, αναφέρεται πως οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος. Προκύπτει από την αναφορά στον Palmer's πως το βάρος είναι στην Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρεία να καταδείξει ουσιαστική αμφισβήτηση της οφειλής. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση που η οφειλή εδράζεται σε δικαστική απόφαση. Το γεγονός ότι εναντίον της απόφασης έχει καταχωριστεί έφεση δεν εξυπακούει ότι υφίσταται ουσιαστική, καλή τη πίστη αμφισβήτηση της οφειλής. Στην Ενορκη Δήλωση Πίτσιλλου επισυνάπτεται αντίγραφο της πολυσέλιδης Ειδοποίησης Εφεσης που καταχωρίστηκε. Δεν επισυνάπτεται το κείμενο (σκεπτικό) της απόφασης της 3.11.2011. Επομένως, ακόμα και αν θα έπρεπε το Δικαστήριο να εκτιμήσει στο στάδιο τούτο την παράμετρο της πιθανότητας ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης, θα ήταν σε ουσιαστική αδυναμία να το πράξει. Σημειώνεται, ακόμα, πως ο επιδικασμός των εξόδων στη διαδικασία του επιβαρυντικού διατάγματος δεν προσβάλλεται με την καταχωρηθείσα Εφεση, και το ποσό των εξόδων από μόνο του υπερβαίνει το ελάχιστο που προνοείται στο άρθρο 212 (a). Υποστηρίζει, ακόμα, ο δικηγόρος της White Knight πως η Εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και παραπέμπει στα αντίγραφα της «Εκθεση και Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2012» τόσο για την White Knight όσο και για την White Knight Properties Ltd, που επισυνάπτονται στην Ενορκη Δήλωση Πίτσιλλου. Αναφέρεται ακόμα στη ρηθείσα Ενορκη Δήλωση πως η White Knight είναι αξιόπιστη και αξιόχρεα με μεγάλο κύκλο εργασιών και συμμετοχή σε αριθμό εταιρειών οι οποίες δραστηριοποιούνται εμπορικά. Ακόμα, η White Knight δραστηριοποιείται σε διάφορους τομείς μέσω θυγατρικών εταιρειών. Στο σύγγραμμα Burckley on the Companies Act, 13η έκδ., σελ. 460, αναφέρεται ότι το κριτήριο σχετίζεται με την εμπορική αφερεγγυότητα μιας εταιρείας και δεν είναι αρκετό να υπάρχουν κεφάλαια που ρευστοποιούμενα μπορούν να βοηθήσουν στην αποπληρωμή των χρεών. Μια εταιρεία μπορεί να είναι και πλούσια και ταυτόχρονα αφερέγγυος. Στην M.Moulettaris Machinery Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649, 1651, αναφέρεται πως στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212 το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια και διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας, ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια. Τέλος, ο δικηγόρος της White Knight ανέφερε πως δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός της πλήρους εξασφάλισης της Αιτήτριας συνεπεία του εκδοθέντος επιβαρυντικού διατάγματος. Στην περίπτωση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν ισχύει αυτό που ισχύει σε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής περιουσίας φυσικού προσώπου, ότι δηλαδή ο αιτητής θα πρέπει να αποποιηθεί την εξασφάλιση του. Αιτητής σε αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας μπορεί να είναι πιστωτής που κατέχει εξασφάλιση εφόσον αποδεικνύει ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, δεν θα μπορέσει να εισπράξει ολόκληρη ή έστω μέρος της απαίτησης του (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 6, σελ.537). Αναφέρθηκε από τον Λαούρη κατά τη μαρτυρία του πως η Αιτήτρια δεν είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στον Ν.31(Ι)/1992 για πώληση των μετοχών, αφού η Αιτήτρια πιστεύει ότι οι μετοχές δεν έχουν καμία αξία και απλά εάν ακολουθούσε τη διαδικασία πώλησης τους θα επιβαρυνόταν η ίδια με περαιτέρω έξοδα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Λαούρη. Θα ήταν αναμενόμενο η Αιτήτρια να προχωρούσε στην πώληση των μετοχών αν λογικά προσδοκούσε πως κάποιο ουσιαστικό ποσό θα μπορούσε να εξασφαλιστεί από την πώληση. Καταλήγω ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια να διαβιβάσει το συντομότερο δυνατό αντίγραφο του διατάγματος τούτου στον 'Εφορο Εταιρειών. (Υπ.).......................... Χ.Μαλαχτός /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.