ARLYCO LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ.αγωγής 3977/2013, 12/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 3977/2013 Μεταξύ: ARLYCO LTD Eνάγουσας και ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενης Αίτηση ημερ. 3.12.2013 Ημερ.: 12 Μαρτίου
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Παναγιώτου (κα) για Τορναρίτης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: Καραμανλή (κα) για Κούσιος & Κορφιώτης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από την Εναγόμενη εταιρεία €1.465.304,11 για εμπορεύματα που της πώλησε και της παρέδωσε ή και υπηρεσίες που της πρόσφερε και αυτή αποδέχτηκε επί πιστώσει την περίοδο Ιουλίου - Δεκεμβρίου
- Το χρέος ήταν μεγαλύτερο αλλά η Ενάγουσα παρέλαβε έναντι δυο επιταγές της Εναγόμενης που παρά το ότι ότι δεν τιμήθηκαν ακολούθησε γι΄ αυτές άλλη διαδικασία. Η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση και σύντομα μετά την υπό κρίση Αίτηση. Καταγράφεται αριθμός θεραπειών. Η ουσία της Αίτησης εμπεριέχεται σε μέρος από το αιτητικό Α όπου η Εναγόμενη εξαιτείται αναστολή της διαδικασία της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης αρ. 168/2012 Ε.Δ. Λάρνακας επειδή θα υπάρξει αρνητικός επηρεασμός των δικαιωμάτων ορισμένων πιστωτών. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 29.11.2013 του Κωνσταντίνου Ιωάννου Γενικού Διευθυντή της Εναγόμενης. Στο ουσιαστικό της μέρος απλά επιβεβαιώνει την καταχώρηση και εκκρεμοδικία της αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας επισυνάπτοντας ως τεκμήριο αντίγραφο της. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 20.1.2014 του Παύλου Ιωάννου υπαλλήλου της. Πλείστοι λόγοι ένστασης και στο μεγαλύτερος της μέρος η υποστηρικτική Ενορκη Δήλωση αλλά και η γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας αναφέρονται στο ζήτημα του κατά πόσον η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Και όχι άδικα, αφού η Εναγόμενη για λόγους ακατανόητους επέλεξε να εμπλέξει το ζήτημα στην Αίτηση και να αναφερθεί στη Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη νομική βάση της Αίτησης. Στην έκταση αυτή η Αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Η πιο πάνω περιγραφή της αξίωσης της Ενάγουσας αναδεικνύει με σαφήνεια την αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης. Η νομολογία στην οποία αναφέρονται οι δικηγόροι της Ενάγουσας είναι σχετική με το ζήτημα. Οιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα θα προσέδιδε υπόσταση σε ένα πλήρως αδικαιολόγητο αίτημα. Το ουσιαστικό αιτητικό εδράζεται στο άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο προνοεί ότι: «Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή η διαδικασία για αναστολή διαδικασίών σε αυτή και (β) ... και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τις διαδικασίες με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει κατάλληλους.» Στην Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (Αρ.1)
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1806, 1811 αναφέρεται ότι: «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων (βλ. Βοwkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch.D.), [1973] 1 W.L.R. 63)». Aκόμα στη σελ. 1812: «Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1 αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: '...Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. .................................................................................................. Where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc. to proceed notwithstanding the winding-up'». (Βλ. ακόμη Νικολάου κα ν. Α & G Property Wise Development Ltd ΠΕ αρ. 302 / 2008, ημερ. 5.4.2013). Στην Bowkett με αναφορά στο άρθρο 140 του Companies (Consolidation) Act 1908 της Αγγλίας που είναι ουσιαστικά το ίδιο με το δικό μας άρθρο 215, αναφέρεται στις σελ.163 - 165 ότι: «The general policy of the Court in exercising this jurisdiction, when a petition has been presented which may result in a winding-up order or a scheme, is to secure that no creditor shall thenceforward gain priority over others of his class, and when an application is made to stay proceedings under s.140 very exceptional circumstances must exist to justify the Court in refusing to accede to the application, because if the plaintiff's action is not stayed he will get payment in full while if his action is stayed he will take his place properly among other creditors of his class. I cannot see any exceptional circumstances in the present case. To allow the plaintiff to proceed would be in effect, during the interval between the presentation of a petition and the working out of a scheme of arrangement, to allow certain creditors to help themselves out of the assets of the company in priority to some others in a less fortunate position. No doubt the Court has a discretion whether it will stay a plaintiff's action, but it is against the policy of the Court to exercise that discretion by allowing the plaintiff to proceed except in very special circumstances. Furthermore when a petition has been presented power is given by s.140 to the High Court to stay proceedings pending in that Court so as to prevent a scramble by the creditors while the Court is considering whether it will wind up the company or not, and to insure that all creditors of the same class shall obtain equal terms. .................................................................................................. ...where a petition has been presented Parliament has given the Court power to stay proceedings pending therein. In the present case the Court has that power and the power must be exercised unless there are special circumstances to induce the Court to hold its hand. If there were special circumstances the Court of Appeal would be slow to interfere with the discretion of the judge in chambers, but something must be shown beyond a judgment and an impending execution to induce the Court to depart from what I understand to be the ordinary practice in the Chancery Division, which is to stay proceedings so that all creditors of the same class may be dealt with on equal terms». Στην Re Oak Pitts Colliery Co.
(1882)21 Ch.D.322, 329 αναφέρεται ότι: «The object of the winding up provisions of the Companies Act 1862, is to put all unsecured creditors upon an equality, and to pay them pari passu.» Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η Εκδ. Τ.1 σελ. 1448-1450, παρ.88-69 αναφέρεται ότι για να επιτευχθεί ο πιο πάνω σκοπός είναι αναπόφευκτο όπως οι διαδικασίες εναντίον της εταιρείας είτε υπό την μορφή αγωγής, είτε υπό την μορφή εκτέλεσης ανασταλούν. Σε αντίθετη περίπτωση η διάλυση θα οδηγούσε σε μια διαμάχη για την περιουσία της εταιρείας.» Στην Ιn re Dynamics Corpn σελ. 66 αναφέρεται με αναφορά στο άρθρο 226 του Companies Act 1948 ότι: «Τhe general principle is that when a winding up petition has been presented creditors should be restrained from pursuing their remedies in order to avoid their getting an unfair advantage over other creditors. That principle is to be found in Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160. ................................................................................. Ιt follows then that I ought to make the order in the absence of exceptional circumstances.» Το απόφθεγμα της νομολογίας αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 συνοψίζεται ως ακολούθως: Εφόσον τηρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις επίκλησης του άρθρου η εξουσία του Δικαστηρίου είναι δυνητική και ασκείται ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της νομοθεσίας που είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση πλεονεκτήματος. Αυτός ο σκοπός εξυπηρετείται συνήθως με την αναστολή της αγωγής. Ενδεχομένως αρμόζει πιο ισχυρή διατύπωση ότι κατά κανόνα και ως ζήτημα προσέγγισης του Δικαστηρίου διατάττεται η αναστολή των διαδικασιών αφού πολύ εξαιρετικές περιστάσεις πρέπει να υφίστανται ώστε να δικαιολογείται παρέκκλιση. Δύο είναι οι συνισταμένες που κρίνουν το ουσιαστικό ζήτημα. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός της εκκρεμοδικίας αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας και η πλήρωση και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 215 και η δεδομένη απουσία οιωνδήποτε ιδιαίτερων περιστάσεων που θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν ώστε να δικαιολογείται παρέκκλιση από την προαναφερθείσα πρακτική. Η διαπίστωση των πιο πάνω συνισταμένων μέσα στα πλαίσια των κατευθυντήριων γραμμών της νομολογίας εξαντλεί τη δυναμική του όποιου λόγου ένστασης της Ενάγουσας που άπτεται του ουσιαστικού ζητήματος. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Αίτησης Εκκαθάρισης 168/12 Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της Εναγόμενης. Οσον αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη τα όσα αρχικά αναφέρθηκαν για την ακατανόητη συμπερίληψη θεραπειών στο αιτητικό που απορρίφθηκαν, κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας Εναγόμενης το ½ των εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο