← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΔΕΛΦΟΙ Π & Ν ΜΟΥΖΟΥΡΗ (ΕΚΣΚΑΦΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. 33543) κ.α., Αρ. Αγωγής: 14/08, 29/7/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΔΕΛΦΟΙ Π & Ν ΜΟΥΖΟΥΡΗ (ΕΚΣΚΑΦΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. 33543) κ.α., Αρ. Αγωγής: 14/08, 29/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 14/08 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-

  1. ΑΔΕΛΦΟΙ Π & Ν ΜΟΥΖΟΥΡΗ (ΕΚΣΚΑΦΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ (Αρ. Εγγρ. 33543)
  2. Νίκος Μουζούρης
  3. Ελευθέριος (Λευτέρης) Μουζούρης
  4. Ανδρούλλα Μουζούρη
  5. Άννα Μουζούρη Εναγόμενοι ---------------------------- 29 Ιουλίου,
  6. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Έλενα Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για τους Εναγόμενους 1-5: κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα Τράπεζα, η οποία είναι η διάδοχος των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του διαλυθέντος πλέον Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, στηριζόμενη σε συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 26.11.1998, διεκδικεί από την εναγόμενη 1, ως ενοικιαγοραστή και από τους εναγομένους 2, 3, 4 και 5, ως εγγυητές, το συνολικό ποσό των €248.360,59 σεντ, πλέον τόκους. Περαιτέρω, ζητά την έκδοση διαταγμάτων για παράδοση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, ήτοι, διάφορα οχήματα και γεωργικά μηχανήματα, ως λεπτομερώς περιγράφονται στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Οι εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι κατ' ουσία εικονική. Η θέση αυτή διατυπώνεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως ακολούθως: «Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στις παραγράφους 2, 3 και 5 της εκθέσεως απαιτήσεως και λέγουν ότι η επίδικη συμφωνία δεν είναι αληθινή και γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά προωθήθηκε και καταρτίστηκε από τους ενάγοντες με σκοπό την συγκάλυψη παραχώρησης δανείου στους εναγομένους 1 με παράνομους τόκους κατά παράβαση της Περί Τόκου Νομοθεσίας ή και με σκοπό την παραβίαση της Περί Τόκου Νομοθεσίας και την συγκάλυψη τέτοιας παραβίασης όπως επίσης και για την συγκάλυψη της διάπραξης ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση της Περί Τόκου Νομοθεσίας από τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι επιφυλάττονται να αναφερθούν σε όλες τις λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο.» Μια διαζευκτική γραμμή υπεράσπισης που σχετίζεται με κάποιο κατ' ισχυρισμό διακανονισμό των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 έναντι της ενάγουσας, η οποία διατυπώνεται στις παραγράφους 7, 8 και 10 του δικογράφου των εναγομένων, τελικώς εγκαταλείφθηκε με ρητή δήλωση του δικηγόρου τους στις 16.12.2013 και έτσι δεν θα αναφερθώ σε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ομοίως εγκαταλείφθηκε και η Ανταπαίτηση, η οποία ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τη γραμμή αυτή υπεράσπισης. Στην Απάντησή της η ενάγουσα απορρίπτει τη θέση περί εικονικότητας, εμμένοντας στον ισχυρισμό ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν γνήσια και νόμιμη. Μάλιστα προβάλλει τη θέση ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται (are estopped) δυνάμει εγγράφου και/ή συμπεριφοράς να προβάλλουν ισχυρισμούς περί εικονικότητας. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων, η υπόθεση, μετά από μακράν εκκρεμοδικία, προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την έναρξη της ακρόασης, οι διάδικοι προέβησαν στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
  7. Οι ενάγοντες είναι τραπεζίτες και καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Η εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα στην Ξυλοφάγου και ασχολείτο μεταξύ άλλων με εκσκαφές και χωματουργικές εργασίες.
  8. Οι εναγόμενοι 2 και 3 καθ΄ όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι διευθυντές της εναγομένης
  9. Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν χρηματοδοτικός οργανισμός και διεξήγαγε εργασίες σε όλη την Κύπρο.
  10. Δυνάμει Διατάγματος ημερ. 13/12/2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) στην αίτηση με αρ. 531/07 του Ε.Δ.Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως στις 2/1/2006 στον Έφορο Εταιρειών ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων ενοικιαγοράς του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή ανατέθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες.
  11. Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερ. 13/12/2005, ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης ως το ψήφισμα που υιοθετήθηκε κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ που έλαβε χώρα κατά την 30ην Νοεμβρίου
  12. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 υπογράφηκε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και τους διάδικους όπως φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο.
  13. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 υπογράφηκε εκ μέρους της εναγομένης 1 από τους διευθυντές της - εναγόμενους 2 και
  14. Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν εκ μέρους της εναγομένης 1 και το τιμολόγιο αρ. 21935 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) στο οποίο καταγράφονται τα εμπορεύματα που αναφέρονται στη συμφωνία - ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  15. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει τις αναφερόμενες στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 μηνιαίες δόσεις από 26/4/2000 (μέρος) μέχρι 26/11/2001, συνολικού ποσού Λ.Κ.98.720,64σεντ.
  16. Λόγω της πιο πάνω μη πληρωμής των πιο πάνω δόσεων, οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους τις επιστολές ημερ. 31/10/2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6 (Α) - (Δ)) οι οποίες παραλήφθηκαν από τον κάθε ένα ξεχωριστά.
  17. Κατά την 31/10/2007, ήτοι το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 26/11/1998 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού 840-0-5207541 ανήλθε στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.145.359.- (ισάξιο με €248.360,59σεντ) πλέον τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.98.720,64σεντ (ισάξιο με €168.674,23σεντ) από 1/11/2007 μέχρι εξοφλήσεως ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  18. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της πιο πάνω οφειλής και μέχρι σήμερα δεν έχουν παραδοθεί στους ενάγοντες οποιαδήποτε από τα αντικείμενα που καταγράφονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  19. Περαιτέρω, κατατέθηκαν, είτε στην αρχή της δίκης εκ συμφώνου, είτε στην πορεία της δίκης χωρίς ένσταση, τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Αντίγραφο διατάγματος Δικαστηρίου στην αίτηση αρ. 531/05 (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 2 - Αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 3 - Συμφωνία ενοικιαγοράς πρωτότυπη (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 4 - Τιμολόγιο με αριθμό 21935 (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 5 - Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 31/10/2007 απευθυνόμενη προς την εναγομένη 1 (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 6Α-Δ - Δέσμη επιστολών ημερομηνίας 31/10/2007 απευθυνόμενες στους εναγομένους 2 μέχρι 5 (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 7 - Κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύεται από πιστοποιητικό/βεβαίωση δυνάμει του Άρθρου 35

(3)του Κεφ.9 (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 8 - Κατάλογος παραδεκτών γεγονότων (εκ συμφώνου). Τεκμήριο 9 Α - Τιμολόγιο με αριθμό 0248 (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 9 Β - Τιμολόγιο με αριθμό 000706 (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 9 Γ - Τιμολόγιο με αριθμό 24980 (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 9 Δ - Τιμολόγιο με αριθμό Ι0200308 (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 10Α-Γ - Αποκόμματα επιταγών (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 11 - Πρακτικό ημερομηνίας 2/1/2001 (χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 12 - Κοινοποίηση απόφασης (χωρίς ένσταση). Από πλευράς προφορικής μαρτυρίας, η ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ενώ οι εναγόμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες. Οι μάρτυρες που κάλεσε η ενάγουσα ήταν ο Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Ε.1), υπάλληλος της από το 1995 στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών της επαρχίας Λάρνακας - Αμμοχώστου. Ο Μιχάλης Κίρρης (Μ.Ε.2), διευθυντής του υποκαταστήματος της ενάγουσας στη Ξυλοφάγου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Σωτήρης Μούσκος (Μ.Ε.3) υπάλληλος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου μέχρι το 2006 και υπάλληλος της ενάγουσας μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 και ο Ηλίας Παπαντώνης (Μ.Ε.4), επίσης υπάλληλος της ενάγουσας μέχρι τον Ιούλιο του
  1. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η παρούσα περίπτωση αφορά επαναχρηματοδότηση υπό την έννοια ότι τα αντικείμενα - ως καταγράφονται στα τιμολόγια (τεκμήριο 9Α-Δ) - ήταν το αντικείμενο παλαιότερων ενοικιαγορών της εναγομένης 1 και εξοφλήθηκαν με την επίδικη χρηματοδότηση. Δηλαδή τα αντικείμενα - περιουσία της εναγομένης 1 - καταγράφηκαν στο τιμολόγιο (τεκμήριο 4) και ήσαν διαθέσιμα για νέα ενοικιαγορά. Αυτή η νέα ενοικιαγορά μετουσιώθηκε στην επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 3). Η εναγόμενη 1 δια των διευθυντών της, εναγομένων 2 και 3, σύμφωνα με τη δήλωση στο τεκμήριο 3, βεβαίωσε ότι παρέλαβε τα αντικείμενα ως καταγράφονται στο τεκμήριο
  2. Τα αντικείμενα αυτά ουδέποτε επεστράφησαν στην ενάγουσα. Αρχικά καταβλήθηκαν μερικά ενοίκια, αλλά στη συνέχεια η εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλλει τα συμφωνηθέντα ενοίκια με αποτέλεσμα, η ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία με την επιστολή ημερ. 31.10.2007 (τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι εξοφλήθηκαν με τη χρηματοδότηση οι παλαιότεροι λογαριασμοί (ενοικιαγορές), εξ ου και τα αντικείμενα ήταν διαθέσιμα για νέα ενοικιαγορά. Ο Μ.Ε.1 ήταν σταθερός και σαφής στις τοποθετήσεις του, προξενώντας μου έτσι καλή εντύπωση. Δέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Σημειώνω ότι κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και του έγινε οποιαδήποτε υποβολή διαζευκτικής θέσης. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3) υπογράφτηκε από τους εναγομένους στην παρουσία του στο υποκατάστημα της ενάγουσας στη Ξυλοφάγου. Τούτο έγινε προς εξυπηρέτηση των ίδιων των πελατών - εναγομένων. Η έγκριση βέβαια της συμφωνίας και η πληρωμή έγινε από το γραφείο του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ στη Λάρνακα. Στην αντεξέταση του υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις που σχετίζονταν με τις συνθήκες υπογραφής του τεκμηρίου 3 από τους εναγόμενους. Στο ίδιο πλαίσιο, του ζητήθηκε να διευκρινίσει ποια μέρη του τεκμηρίου 3 συμπλήρωσε ο ίδιος και γενικά ποια μέρη της συμφωνίας ήταν συμπληρωμένα όταν υπέγραψαν οι εναγόμενοι. Τέλος, επιβεβαίωσε, για άλλη μια φορά, ότι, για να φαίνεται στη συμφωνία η δική του υπογραφή στη θέση του μάρτυρα των υπογραφών, σίγουρα, οι εναγόμενοι υπέγραψαν στην παρουσία του και τους εξήγησε μάλιστα τη φύση του εγγράφου που υπέγραφαν. Ρωτήθηκε και για τα τιμολόγια (τεκμήρια 4 και 9Α-Δ) και ανέφερε ότι δεν είναι αυτός που τα συμπλήρωσε. Ο Μ.Ε.2 επίσης ήταν σταθερός στις τοποθετήσεις του προξενώντας μου καλή εντύπωση. Δεν υπάρχουν αμφίσημες αναφορές στη μαρτυρία του και έτσι την αποδέχομαι χωρίς επιφυλάξεις. Ούτε και η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, αμφισβητήθηκε επί της ουσίας. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε απλώς, ότι, με βάση τα γραφόμενα - χωρίς να έχει ο ίδιος θύμηση - υπέγραψε το τεκμήριο 3 ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους του Οργανισμού. Ως αναντίλεκτη και αξιόπιστη, αποδέχομαι και τη δική του μαρτυρία. Ο Μ.Ε.4 καταπιάστηκε με το θέμα του διακανονισμού που σχετιζόταν με τη διαζευκτική γραμμή υπεράσπισης των εναγόμενων, η οποία, ως προανέφερα, τελικώς εγκαταλείφθηκε. Συνεπώς, η μαρτυρία του είναι εν πολλοίς άσχετη. Εν πάση περιπτώσει, για ότι αξίζει, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη, αφού και αυτός ο μάρτυρας μου προξένησε καλή εντύπωση. Σε ότι αφορά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, οι προβληθείσες θέσεις, ως αναμενόταν, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η κα Ανδρέου εκ μέρους της ενάγουσας, στάθηκε ειδικά στα παραδεκτά γεγονότα και τη δοθείσα μαρτυρία (γραπτή και προφορική) για να τονίσει ότι το ύψος της οφειλής, περιλαμβανομένων των τόκων, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και η ύπαρξη και υπογραφή των τεκμηρίων 3 και 4 αμφισβητήθηκε. Ο μόνος ουσιαστικός ισχυρισμός των εναγομένων, κατά τη συνήγορο, αφορά στην εικονικότητα της συναλλαγής. Μέσα από μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των γεγονότων και σχετικής επί του θέματος νομολογίας, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, υποβάλλοντας, ότι, ουδεμία εικονικότητα έχει καταδειχθεί. Τα αντικείμενα, ανέφερε, ήταν υπαρκτά και η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3), υπό τις περιστάσεις, καθ' όλα γνήσια και νόμιμη. Για τον λόγο αυτό, εξέφρασε την άποψη ότι η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να πετύχει. Στον αντίποδα, ο κ. Μαθηκολώνης υποστήριξε ότι η όλη συναλλαγή ήταν ένα συγκεκαλυμμένο δάνειο και όχι ενοικιαγορά. Επί τούτου, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι τα αντικείμενα ήταν ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1 και αρά, δυνητικά, διαθέσιμα για νέα ενοικιαγορά. Ελλείπει μαρτυρία, υποστήριξε, η οποία να αποδεικνύει ότι ασκήθηκε το δικαίωμα αγοράς των αντικειμένων (option to purchase) που ενυπήρχε στα εκάστοτε συμβόλαια ενοικιαγοράς. Μόνο όταν ασκηθεί αυτό το δικαίωμα, υπέδειξε, μεταβιβάζεται η κυριότητα των αντικειμένων. Στην προκειμένη περίπτωση, συνέχισε, η μαρτυρία κατέδειξε ότι απλώς εξοφλήθηκαν ολικώς ή μερικώς οι ενοικιαγορές και τίποτε πέραν τούτου. Συνεπώς, η ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια των αντικειμένων και δεν θα μπορούσαν έτσι να αποτελέσουν αντικείμενα νέας ενοικιαγοράς. Απ' εκεί και πέρα, υπέδειξε ότι το τιμολόγιο (τεκμήριο 4), δεν φέρει ημερομηνία και ότι υπάρχει ανακολουθία μεταξύ του τεκμηρίου 4 και του τεκμηρίου 9Γ, αφού στο τεκμήριο 4 γίνεται λόγος για δύο μηχανές εκρίζωσης πατατών, ενώ στο τεκμήριο 9Γ γίνεται λόγος για μόνο μια τέτοια μηχανή. Παράλληλα, επισήμανε ότι στο τεκμήριο 3 γίνεται αναφορά σε τιμολόγιο με αριθμό 21922, ενώ το τεκμήριο 4 φέρει αριθμό
  3. Τα μαρτυρικά αυτά κενά, πάντα κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας. Έχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο της ανακύπτουσας διαφοράς, προχωρώ στον σχολιασμό της νομικής πτυχής της υπόθεσης, στην εξαγωγή συμπερασμάτων και στην κατάληξη ετυμηγορίας. Πρώτη μου επισήμανση είναι ότι από τα παραδεκτά γεγονότα 1, 3, 4 και 5 προκύπτει, ότι, ορθώς, η ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή εξ ονόματος της, αφού αυτή, ως διάδοχος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, είχε το αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με την όλη συναλλαγή. Η συναλλαγή είναι βεβαίως η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3). Η συμφωνία αυτή στην όψη της, αλλά και σε περιεχόμενο, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας έγκυρης ενοικιαγοράς. Υπάρχει ιδιοκτήτης των αντικειμένων, ήτοι η εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία στη δήλωση εμπόρου, μεταξύ άλλων επιβεβαιώνει ότι "τα εν λόγω εμπορεύματα είναι αποκλειστική μας ιδιοκτησία και έχουμε το δικαίωμα να πωλήσουμε τα εμπορεύματα αυτά..". Υπάρχει εκμισθωτής, η οποία και πάλι είναι η εναγόμενη 1 εταιρεία. Υπάρχει χρηματοδότης που είναι ο Οργανισμός και υπάρχουν και αντικείμενα, τα οποία είναι αυτά που συγκαταλέγονται στο τιμολόγιο (τεκμήριο 4). Η πλευρά των εναγομένων αμφισβητεί βέβαια κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία. Προτού σχολιάσω την αμφισβήτηση αυτή, θα επισημάνω, ότι, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση, ιδιοκτήτης και ενοικιαστής παρουσιάζονται ως το ίδιο πρόσωπο ουδόλως αλλοτριώνει τη φύση της συμφωνίας. Είναι απαραίτητο να υπάρχουν αντικείμενα για να γίνει μια ενοικιαγορά. Δεν είναι όμως απαραίτητα αυτά τα αντικείμενα να ανήκαν προηγουμένως σε τρίτο πρόσωπο (έμπορο) και να πραγματοποιήθηκε μια συμβατικής μορφής πώληση των αντικειμένων. Στα πλαίσια μιας νόμιμης χρηματοδότησης αναγνωρίζεται και η δυνατότητα επαναχρηματοδότησης (refinancing), όπου απλώς διαφέρει στην ουσία ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής του προηγουμένως οφειλομένου ποσού. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ενοικιαγοραστής, επιδιώκοντας ρευστότητα, πωλεί τα αντικείμενα στον χρηματοδοτικό οργανισμό, εισπράττοντας το τίμημα και επιστρέφοντας το ποσό με δόσεις (βλ.Eastern Distributors v. Goldring [1957] 2 All E.R. 525 που μνημονεύεται στη Σολωμού κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση 184/2007, ημερ.21.1.2011). Στην πρόσφατη υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Χατζηνεοκλέους κ.α., Πολ. Έφεση 110/2007, ημερ.12.3.2013, υιοθετήθηκε ο λόγος της Thomas Liobay Developments Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση 170/2007, ημερ. 18.10.2011, στην οποία παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα The Law of Hire Purchase, A.G. Guest,
(1966)par.120-121: (Σε μετάφραση) «Όπως εκεί διευκρινίζεται, παρ' όλον ότι οι «διευκολυντικές συναλλαγές» του τύπου «πώληση και ενοικίαση πίσω» πρέπει να αποφεύγονται από εταιρείες χρηματοδότησης, αυτό δεν σημαίνει ότι μια γνήσια αγορά αντικειμένων από ένα ιδιοκτήτη συνοδευόμενη από μια γνήσια και ανεξάρτητη ενοικίαση πίσω των ίδιων αντικειμένων, αντιβαίνει τη νομοθεσία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως προστίθεται, δεν έχει σημασία ότι ο ενοικιαστής στην πραγματικότητα επιθυμεί να εξασφαλίσει δάνειο, νοουμένου ότι η συναλλαγή γίνεται μέσω μιας πραγματικής πώλησης και μιας αληθινής ενοικίασης.» Με την επισήμανση αυτή, επιστρέφω στην κύρια αμφισβήτηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων που αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των αντικειμένων. Είναι η θέση του συνηγόρου, ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, ότι, μετά την εξόφληση (ολική ή μερική) των προγενέστερων ενοικιαγορών, ασκήθηκε συνάμα και το δικαίωμα αγοράς (option to purchase) των αντικειμένων από την εναγόμενη 1 και ότι κατ' επέκταση απέκτησε την κυριότητα τους, έτσι ώστε να ήταν δυνατή η εκ νέου πώληση τους στην ενάγουσα υπό συνθήκες ενοικιαγοράς. Το επιχείρημα αυτό εδράζεται σε υποκειμενική και συνειρμική ερμηνεία δοθείσας μαρτυρίας και κατατεθέντων τεκμηρίων. Αγνοεί όμως τα δεδομένα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου σε ρητή και αδιαμφισβήτητη μορφή. Πρώτα απ' όλα υπάρχει το παραδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3) υπογράφτηκε από τους εναγομένους. Όπως προανέφερα, η εν λόγω συμφωνία ρητά αναφέρει και μάλιστα υπό μορφή δήλωσης της ίδιας της εναγόμενης 1, ότι, τα αντικείμενα είναι δικής της ιδιοκτησίας. Η υπογραφή μιας συμφωνίας, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δημιουργεί υποχρεώσεις, ευθύνες και δεσμεύσεις, ανάλογες του περιεχομένου της. Τούτο ισχύει γενικά για τις οποιεσδήποτε συμφωνίες και ειδικά, στην περίπτωση μας, για συμφωνία ενοικιαγορας, όπου το ένα μέρος επικαλείται εικονικότητα. Αυτός που επιθυμεί να απεμπλακεί από το περιεχόμενο μιας συμφωνίας, έχει και το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Τουτζικιάν κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα λεγόμενα στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, σύμφωνα με τα οποία.- " . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: "Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο". (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Παρομοίως στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ v. ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 48/08, ημερ. 25.1.2011, τονίστηκαν, ειδικά σε σχέση με ενοικιαγορές τα ακόλουθα: «Σε υποθέσεις όπου εγείρονται παρόμοιας φύσεως θέματα ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει τη νομιμότητα της γραπτής σύμβασης ενοικιαγοράς επί της οποίας στηρίζει τις απαιτήσεις του. Για το σκοπό αυτό οφείλει να αποδείξει τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης, ότι η σύμβαση αναφέρεται σε υπαρκτά αντικείμενα τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Ωστόσο, ο οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήταν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές κλπ των αντικειμένων για να αντικρούσουν ισχυρισμό του ενοικιαγοραστή περί εικονικότητας της σύμβασης. Όταν εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός από τον μισθωτή αυτός έχει και το βάρος να τον αποδείξει. Σε μια τέτοια συναλλαγή δεν απαιτείται η παρεμβολή εμπόρου καθότι η σύμβαση ενοικιαγοράς δεν είναι υποχρεωτικά τριμερής (έμπορος, χρηματοδότης και μισθωτής). Η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι ισχυρή εφόσον η πώληση είναι γνήσια, έστω και αν σε τελική ανάλυση, ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της ενοικιαγοράς βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 781, T.J.S. Enterprises Ltd v. Λαϊκή
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 1726, Λαϊκή v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1432, Eastern Distributors Ltd v. Goldring
(1957)2 All E.R. 524 και Kingsley v. Sterling Industrial Securities Ltd
(1966)2 All E.R. 413.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Συνεπώς, αν η πλευρά των εναγομένων επιθυμούσε να ανατρέψει το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, όφειλε η ίδια να το πράξει, προσάγοντας μαρτυρία. Στο πλαίσιο αυτό θα της επιτρεπόταν να προσαγάγει ακόμα και εξωγενή μαρτυρία (βλ. Σολωμού (ανωτέρω)). Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά των εναγομένων επέλεξε να μην καλέσει μαρτυρία. Αντίθετα, με το προαναφερθέν παραδεκτό γεγονός, αλλά και με τη μη αμφισβήτηση της ρητής αναφοράς του Μ.Ε.1 ότι "είναι φανερό ότι τα καταγραμμένα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 οχήματα, μηχανήματα και εξοπλισμός αποτελούσαν περιουσία της εναγομένης 1 εταιρείας διαθέσιμα προς ενοικιαγορά" εκλαμβάνεται, αποδεικτικά ομιλούντες, ότι, το αποδεχόταν. Δεν υποβλήθηκε καμία ερώτηση στο μάρτυρα επί του σημείου αυτού, ούτε και του έγινε οποιαδήποτε υποβολή είτε επί του προκειμένου θέματος, είτε επί του ισχυρισμού για εικονικότητα γενικότερα. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα." Συνεπώς, υπήρξε κατ' ουσία μαρτυρική συμπόρευση των δύο πλευρών σε σχέση, όχι μόνο με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αντικειμένων, αλλά και σε ότι αφορά την ορθότητα και γνησιότητα του συνόλου του περιεχομένου του τεκμηρίου
  1. Οι πιο πάνω αναφορές απαντούν πιστεύω και στις άλλες αιτιάσεις της πλευράς των εναγομένων. Υπάρχει παραδεκτό γεγονός, ότι, η εναγόμενη 1, δια των διευθυντών της (εναγόμενων 2 και 3), υπέγραψε και το τιμολόγιο (τεκμήριο 4) - όπου, ειρήσθω εν παρόδω πάλι παρουσιάζεται ως ιδιοκτήτης των αντικειμένων - στο οποίο "καταγράφονται τα εμπορεύματα που αναφέρονται στη συμφωνία - ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Αυτό, σε συνάρτηση με την αναντίλεκτη μαρτυρική επιβεβαίωση του Μ.Ε.1, αποδεικνύει την ύπαρξη και προσδιορίζει τα αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ως εκείνα που αναφέρονται στο τιμολόγιο- τεκμήριο
  2. Με αυτά τα δεδομένα, το ζήτημα θα πρέπει κατ' ουσία να θεωρηθεί λήξαν. Δεν είναι δυνατό, χωρίς καν να υπήρξε κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ανάδειξη, ανακίνηση ή αμφισβήτηση από πλευράς εναγομένων, να εγείρεται τώρα υπό μορφή επιχειρηματολογίας στα πλαίσια αγόρευσης, ότι υπάρχει αριθμητική ανακολουθία τιμολογίων, ότι απουσιάζει μια μηχανή εκρίζωσης πατατών ή ότι δεν υπάρχει ημερομηνία στο τεκμήριο 4 και άρα είναι άγνωστη, τάχατες, η ημερομηνία παραλαβής των αντικειμένων. Η παραλαβή των αντικειμένων από την εναγόμενη 1 επιβεβαιώνεται από την ίδια τη συμφωνία - τεκμήριο
  3. Τα αντικείμενα, ήσαν και παρέμειναν υπό την κατοχή της εναγόμενης 1, αφού εκείνο που συνέβη ήταν η επαναχρηματοδότηση τους. Με βάση τα όσα προανέφερα η ενάγουσα απόσεισε το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένη, σε αντίθεση με τους εναγόμενους, οι ισχυρισμοί των οποίων παρέμεναν έωλοι και ατεκμηρίωτοι. Καταλήγοντας, βρίσκω ότι τα ουσιώδη, πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η ενάγουσα Τράπεζα, η οποία έχει αναλάβει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του διαλυθέντος πλέον Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, έχει αγώγιμο δικαίωμα και ορθώς κίνησε την παρούσα αγωγή εξ ονόματος της. Στις 26.11.1998 υπεγράφη μεταξύ του εν λόγω Οργανισμού, αφενός, και των εναγομένων 1-5, αφετέρου, η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3) η οποία προέβλεπε για την επαναχρηματοδότηση (refinancing) των αντικειμένων που περιγράφονται στο τιμολόγιο (τεκμήριο 4). Τα αντικείμενα ήταν προηγουμένως ιδιοκτησία της εναγόμενης 1 και με το τεκμήριο 3 διατέθηκαν στην ενάγουσα και αυτή τα ενοικίασε στην εναγόμενη 1 υπό μορφή ενοικιαγοράς. Τα αντικείμενα ήσαν στην κατοχή της εναγόμενης 1 και ουδέποτε επεστράφησαν στην ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει τις αναφερόμενες στο τεκμήριο 3 μηνιαίες δόσεις από 26.4.2000 (μέρος) μέχρι 26.11.2001, συνολικού ποσού Λ.Κ.98.720,64 σεντ. Λόγω της μη πληρωμής των εν λόγω δόσεων, η ενάγουσα απέστειλε στους εναγόμενους, αντιστοίχως, τις επιστολές ημερ. 31.10.2007 (τεκμήρια 5 και 6 (Α) - (Δ)), οι οποίες παραλήφθηκαν από τον κάθε ένα ξεχωριστά. Κατά την 31.10.2007, ήτοι το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανήλθε στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.145.359.- (ισάξιο με €248.360,59σεντ) πλέον τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.98.720,64σεντ (ισάξιο με €168.674,23σεντ) από 1.11.2007 μέχρι εξοφλήσεως, ως η κατάσταση λογαριασμού -τεκμήριο
  4. Έκτοτε οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει κανένα ποσό, ούτε έχουν επιστρέψει τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Ως εκ των ανωτέρω,
(1)εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1-5, αλληλέγγυα και ξεχωριστά, ως η παράγραφος Γ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης
(2)εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και
(3)επιδικάζονται έξοδα, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1-5, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. (Υπ) .................................... Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.