← Κύπρος

Εφραίμ Χριστάκη Εφραίμ ν. Αντώνη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής 18/2010, 7/7/2014

Εφραίμ Χριστάκη Εφραίμ ν. Αντώνη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής 18/2010, 7/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 18/2010 Μεταξύ: Εφραίμ Χριστάκη Εφραίμ, από το Κίτι Ενάγοντα -και- Αντώνη Ιωάννου, από την Αλαμινό Εναγόμενου --------- Ημερομηνία: 07 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Θ. Θωμά ( για να ακούσει απόφαση κα Θωμά). Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης ( για να ακούσει απόφαση κα Χρυσοστόμου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη λόγω της επίθεσης από τον Εναγόμενο καθώς επίσης ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.2.463- (ήτοι €4.208,29) και τιμωριτικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι στις 27/06/2005, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο χωράφι του στην Αλαμινό, υπέστη επίθεση από τον Εναγόμενο ο οποίος αναίτια και απρόκλητα του είχε χτυπήσει με πέτρα στο κεφάλι και στον δεξιό αντιβραχίονα με αποτέλεσμα να του προκαλέσει πραγματικές σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλειες. Καθορίζει τις ειδικές του ζημιές ως ακολούθως: €47,84- για την έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου, €256,29- για την ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Καλούδη, €854,30- για φάρμακα και οδοιπορικά και €3.178- ως απώλεια ημερομισθίων. Ως λεπτομέρειες των σωματικών του βλαβών καταγράφει την εγκεφαλική διάσειση, κάταγμα στη μεσότητα της δεξιάς κερκίδας, παραμόρφωση και τοπική ευαισθησία στη μεσότητα του βραχίονα, εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της δεξιάς κερκίδας με χειρουργική επέμβαση, το οίδημα του δεξιού αντιβραχίονα, το άλγος στην ουλή μήκους 20 εκατοστών, σημειολογία συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα στη δεξιά άκρα χείρα, η μυϊκή ισχύς του δεξιού αντιβραχίονα και της δεξιάς άκρας χείρας υπολείπεται του αριστερού, την παρουσία υλικών οστεοσύνθεσης κατάγματος και τον πόνο και την ταλαιπωρία. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι είχε μεταφερθεί στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας στις 27/06/2005 ενώ την 01/07/2005 με γενική αναισθησία του είχε γίνει εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος με την τοποθέτηση πλάκας και βιδών. Στις 05/07/2005 είχε εξέλθει του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία. Μετά το συμβάν δεν μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία του και βρισκόταν με άδεια ασθενείας από τις 27/06/2005 μέχρι τις 30/09/
  2. Μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση του, δεν μπορεί να εκτελέσει την εργασία που διεξήγαγε και δεν μπορεί να εργαστεί κανονικά γιατί έχει έντονα προβλήματα στο δεξιό του άκρο. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας τον είχε απειλήσει και του είχε επιτεθεί με αποτέλεσμα οι δύο τους να συμπλακούν. Αρνείται ότι είχε προκαλέσει στον Ενάγοντα τις ισχυριζόμενες ή και οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες ή απώλειες. Επιπρόσθετα, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα όπως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησής του. Ο Ενάγοντας προς απόδειξη των ισχυρισμών του κλήτευσε επτά

(7)μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.625 Ζήνωνας Ζήνωνος (Μ.Ε.1), ο οποίος υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στις 27/06/2005, γύρω στις 8:00 το βράδυ, είχε λάβει τηλεφωνικό παράπονο από τον Ενάγοντα ότι μετά από λογομαχία ο Εναγόμενος με μια μεγάλη πέτρα τον είχε κτυπήσει στον καρπό του δεξιού του χεριού και στο αριστερό μέρος της κεφαλής του, πάνω από το φρύδι. Ο ίδιος του είχε ζητήσει να περάσει από τον Σταθμό, πράγμα το οποίο έπραξε και του είχε χορηγήσει το σχετικό ιατρικό έντυπο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο Λάρνακας. Παράλληλα, είχε δημιουργηθεί και ποινικός φάκελος και καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση με αριθμό 10716/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο ίδιος είχε προβεί σε γραπτή καταγγελία, στις 28/06/2005, εναντίον του Εναγόμενου και είχε λάβει κατάθεση από τον κ. Παναγιώτη Αριστοδήμου. Δεν είχε κατηγορήσει τον Ενάγοντα γιατί ο Εναγόμενος δεν είχε παράπονο αρχικά. Όμως μετά παρέλευση πέντε
(5)ωρών είχε υποβάλει παράπονο αλλά ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι δεν ήταν σωστό να κατηγορήσει τον Ενάγοντα. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο Ενάγοντας του είχε παραδώσει μια μεγάλη πέτρα την οποία είχε παραλάβει ως τεκμήριο και του είχε αναφέρει ότι ο Εναγόμενος τον είχε κτυπήσει με αυτή. Ανέφερε ότι από τον ποινικό φάκελο απουσιάζει η κατάθεση του Ενάγοντα καθώς και του κ. Παναγιώτη Αριστοδήμου και ότι εντός του φακέλου υπάρχει μόνο η κατάθεση του ακτινολόγου και της ακτινογράφου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, την κατάθεση της Δρ. Δημητρίου και ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση της κας Ζαχαρίου, ακτινολόγου. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είχε φρεσκάρει τη μνήμη του για τα γεγονότα της υπόθεσης, πλην όμως μπορούσε να θυμηθεί και αρκετά πράγματα σε σχέση με την υπόθεση όπως το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί τον Αστυνομικό Σταθμό με τον υιό του και ότι πονούσε γι΄ αυτό και δεν είχε κατεβεί από το αυτοκίνητό του. Επίσης θυμόταν ότι ο Ενάγοντας είχε ισχυριστεί ότι είχαν έρθει σε λογομαχία με τον Εναγόμενο και ο Εναγόμενος του είχε σπάσει το χέρι του με μια πέτρα, τον είχε κτυπήσει με την πέτρα πάνω στο χέρι. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε καταγράψει στην κατάθεση του Ενάγοντα το παράπονο όπως του είχε λεχθεί από τον Ενάγοντα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσο μεγάλη ήταν η πέτρα γιατί τόσο η πέτρα καθώς και οι ακτινογραφίες είχαν καταστραφεί στις 28/07/2007. Σε σχέση με τον λόγο που δεν είχε κατηγορήσει τον Ενάγοντα για το περιστατικό ήταν ο ισχυρισμός του ότι θεώρησε σωστό, λόγω της παρόδου πέντε
(5)ωρών από το περιστατικό, ότι δεν θα έπρεπε να τον κατηγορήσει. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας, Εφραίμ Εφραίμ (Μ.Ε.2), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι στις 27/06/2007 είχε γίνει ένα επεισόδιο στο χωράφι του στην Αλαμινό. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο Εναγόμενος τον είχε επισκεφθεί, γύρω στις 6:00 με 7:00 το απόγευμα, για πρώτη φορά και συζητούσε μαζί του γιατί κάποιοι υπάλληλοί του είχαν ενοχλήσει τις κοπέλες οι οποίες εργάζονταν στα θερμοκήπια του Εναγόμενου. Ακολούθως είχε φύγει από το μέρος και είχε επιστρέψει με τον υιό του. Όταν επέστρεψε έσκυψε, έπιασε μια πέτρα 5 ίντσες μάκρος και 2-3 ίντσες χόντρος, μια «τσιακκίλα» και του κτύπησε στο μπροστινό μέρος του χεριού του και στο κεφάλι του. Το χέρι του είχε σπάσει και ο ίδιος είχε ζαλιστεί. Είχαν τηλεφωνήσει οι υπάλληλοί του στον υιό του, ο οποίος τον πήρε στην Αστυνομία και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Στο νοσοκομείο δεν μπορούσαν να τον εγχειρήσουν αμέσως, λόγω του κτυπήματος στο κεφάλι και της ζαλάδας, γι΄ αυτό και υποβλήθηκε σε εγχείρηση 3 με 4 μέρες μετά και παρέμεινε μετεγχειρητικά στο νοσοκομείο για 8 με 9 μέρες. Επισκεπτόταν το νοσοκομείο, μετά το εξιτήριο, για παρακολούθηση του χεριού του και για ένα με ενάμισι μήνα μετά το συμβάν δεν μπορούσε να δουλέψει. Παράλληλα, λόγω του ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει το επάγγελμα του γεωργού το εγκατέλειψε. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 3, ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο είχε στην κατοχή του. Υποστήριξε ότι του είχε χορηγηθεί άδεια ασθενείας από τον ιατρό και μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν μπορεί να δώσει βάρος στο χέρι του. Επισκέφθηκε και ιδιώτη ιατρό, τον Δρ. Καλούδη, ο οποίος του ανέφερε ότι μετά που θα σταματήσουν οι πόνοι θα πρέπει να εγχειριστεί. Μέχρι και σήμερα ξυπνά το βράδυ έχοντας ενοχλήσεις λόγω του σιδήρου που έχει τοποθετηθεί στο χέρι του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4, πιστοποιητικό χορηγήσεως άδειας ασθενείας και ως Τεκμήριο 5 ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Καλούδη. Υποστήριξε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν έχει μέχρι σήμερα υποβληθεί σε εγχείρηση. Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε πιστοποιητικό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2005 ο μισθός του ανερχόταν στις Λ.Κ.170- εβδομαδιαίως ενώ ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε την απόδειξη πληρωμής για την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι τον μετέφερναν τόσο η γυναίκα του καθώς και η κόρη του στον ιατρό γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να οδηγήσει. Στο φαρμακείο είχε ξοδέψει γύρω στις Λ.Κ.100- στα παυσίπονα που αγόραζε και για βενζίνη Λ.Κ.100- για τα μεταφορικά του. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του μπόρεσε να εργαστεί ξανά τον Αύγουστο του 2008 σε κουτσοδούλια και αυτή την εργασία έκανε για τρία χρόνια. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι παρών στο περιστατικό ήταν και ο υιός του Εναγόμενου καθώς και ο Παναγιώτης Αριστοδήμου. Ο υιός του Εναγόμενου, ήταν ο ισχυρισμός του, τον κρατούσε ακίνητο ενώ ο Πανίκος Αριστοδήμου μπήκε στη μέση για να τους χωρίσει. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι την ώρα που ο Εναγόμενος του είχε κτυπήσει με την πέτρα ο Πανίκος Αριστοδήμου τον κρατούσε ενώ ο υιός του Εναγόμενου είχε μπει μπροστά σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον πατέρα του. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπολόγιζε ότι ο Εναγόμενος θα του κτυπούσε με την πέτρα. Ερωτηθείς γιατί είχε εξελιχθεί το συμβάν ισχυρίστηκε ότι το παράπονο του Εναγόμενου αφορούσε το γεγονός ότι οι δικοί του υπάλληλοι έκοβαν καρπούζια από το χωράφι του Εναγόμενου. Όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να κάμει οτιδήποτε. Παραδέχθηκε στη συνέχεια, όταν του υποβλήθηκε, ότι ο Εναγόμενος είχε επίσης παραπονεθεί ότι οι δικοί του υπάλληλοι ενοχλούσαν τις εργάτριές του, δίνοντας τους καρπούζια από το δικό του χωράφι. Αναγνώρισε αντίγραφο της κατάθεσής του και η κατάθεσή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Όταν του υποδείχθηκαν κάποια σημεία στην κατάθεσή του, τα οποία έρχονταν σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι του είχε ληφθεί κατάθεση η ώρα 12:00 τη νύκτα. Ήταν η θέση του ότι και οι δύο βρίσκονταν κοντά στο αυτοκίνητο, όταν συζητούσαν, ήταν ακουμπημένοι στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε επιτεθεί στον Εναγόμενο και ακολούθως έβαλε τα χέρια του για να αμυνθεί και να πιάσει την πέτρα που κρατούσε ο Εναγόμενος με αποτέλεσμα να του κτυπήσει ο Εναγόμενος με την πέτρα πάνω στο χέρι. Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει και ο ίδιος είχε απαντήσει στις απειλές του λέγοντάς του ότι δεν τον λογαριάζει και ότι θα τον συναντήσει στο σπίτι του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι και οι δύο είχαν πέσει στο έδαφος από τη συμπλοκή. Ακολούθως όμως παραδέχθηκε ότι υπάλληλοί του τον είχαν βοηθήσει να σηκωθεί από το έδαφος και του είχαν πλύνει την πληγή στο πρόσωπο. Ερωτηθείς εκ νέου ήταν η θέση του ότι μπορεί και να έπεσε στο έδαφος αλλά το χέρι του είχε σπάσει όταν τον είχε κτυπήσει ο Εναγόμενος με την πέτρα ενώ στεκόταν. Όσο αφορά τον Παναγιώτη Αριστοδήμου ήταν η θέση του ότι είναι πρώτος ξάδελφος με τον Εναγόμενο και ο ίδιος τον είχε καλέσει σε μια προσπάθεια να απομακρύνει τον Εναγόμενο και να τον ηρεμήσει. Παραδέχθηκε ότι ο Παναγιώτης Αριστοδήμου δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Σε σχέση με την εργασία του, ήταν ο ισχυρισμός του ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στα δικά του χωράφια μαζί με δύο άλλα άτομα τα οποία εργοδοτούσε. Όταν τραυματίστηκε δεν προσέλαβε άλλο άτομο αλλά λιγόστεψε τις δουλειές του. Όταν του υποβλήθηκε ότι το κάταγμα το είχε υποστεί ως αποτέλεσμα της πτώσης του στο έδαφος, μετά από συμπλοκή με τον Εναγόμενο, αυτός ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πέσει από πολυκατοικία και ότι ο Εναγόμενος τον είχε κτυπήσει με την πέτρα στο χέρι αρχικά και όταν τον κτύπησε στο κεφάλι είχε πέσει στο έδαφος. Επίσης παραδέχθηκε ότι ο ίδιος τον είχε σπρώξει με το αριστερό του χέρι, τον Εναγόμενο, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Μαρτυρία δόθηκε από την κα Φωτεινή Λάρκου (Μ.Ε.3), Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και υπεύθυνη του Ποινικού Πρωτοκολλητείου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο φάκελος της Ποινικής Υπόθεσης 10716/06 βρισκόταν στην κατοχή της και κατηγορούμενος ήταν ο κ. Αντώνης Ιωάννου, ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης. Κατέθεσε αντίγραφο του κατηγορητηρίου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί την κατηγορία, ήταν η θέση της, στις 26/04/
  3. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το παραπεμπτικό στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Μαρία Ζαχαρίου (Μ.Ε.4), Ανώτερη Ακτινογράφος στο Νοσοκομείο Λάρνακας από τον Δεκέμβριο του 1986 μέχρι και σήμερα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 την υπογραφή της και υιοθέτησε το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Έκθεσης. Βλέποντας το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ισχυρίστηκε ότι είχε συνταχθεί από την ιατρό Γεωργιάδου η οποία έχει αποβιώσει. Ήταν η θέση της ότι η ίδια ήταν νυκτερινή το συγκεκριμένο βράδυ και γύρω στις 10:00 είχε επισκεφθεί το Νοσοκομείο ο ασθενής και μετά από παραπομπή της ιατρού Γεωργιάδου είχαν γίνει ακτινογραφίες δεξιού αντιβραχιονίου και θώρακα. Όταν η ίδια ολοκλήρωσε τη λήψη ακτινογραφιών τις παρέδωσε στην ιατρό Γεωργιάδου, η οποία τις είχε ζητήσει. Ισχυρίστηκε ότι τις συγκεκριμένες ακτινογραφίες συνήθως τις έχει στην κατοχή της η Αστυνομία, πλην όμως λόγω της παρέλευσης πολλών ετών θα πρέπει να έχουν αλλοιωθεί. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι όλα τα γεγονότα που είχε αναφέρει στο Δικαστήριο τα είχε θυμηθεί φρεσκάροντας τη μνήμη της από την κατάθεσή της. Επίσης ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον συγκεκριμένο ασθενή. Το μόνο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, το οποίο θα μπορούσε να αναγνωρίσει είναι το παραπεμπτικό της ιατρού, από αυτά που κατέγραφε. Μαρτυρία δόθηκε από τη Δρ. Αντρούλλα Δημητρίου (Μ.Ε.5), ακτινολόγο στο Νοσοκομείο Λάρνακας εδώ και 22 χρόνια. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 1 την υπογραφή της και ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος ασθενής είχε κάταγμα δεξιάς κερκίδος. Η ίδια είχε απλά προβεί σε διάγνωση και δεν είχε πράξει οτιδήποτε σε σχέση με τον συγκεκριμένο ασθενή. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον συγκεκριμένο ασθενή και όλα όσα είχε αναφέρει στο Δικαστήριο της είχαν λεχθεί από τον δικηγόρο του Ενάγοντα στο τηλέφωνο πριν τη δίκη. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Δρ. Γεώργιος Κοκκινόφτας (Μ.Ε.6), διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα σε σχέση με τον ασθενή, Χριστάκη Εφραίμ, είχε ετοιμάσει μια Έκθεση την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Έκθεσης και ισχυρίστηκε ότι είχε δει τον Ενάγοντα τον Δεκέμβρη του 2013 για τελευταία φορά. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε εξετάσει τον Ενάγοντα, το 2005, στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και είχε διαπιστώσει ότι η ωλένη ήταν σπασμένη. Το κάταγμα ήταν ένα απλό κάταγμα στη μεσότητα της ωλένης και ο ίδιος δεν γνώριζε από πού είχε προέλθει το συγκεκριμένο κάταγμα αφού υπάρχουν αρκετοί λόγοι και τρόποι από τους οποίου μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο κάταγμα. Ερωτηθείς κατά πόσο θα πρέπει ο ασθενής να υποβληθεί σε εγχείρηση για αφαίρεση των υλικών της οστεοσύνθεσης, ήταν η θέση του ότι αν οι ενοχλήσεις του ασθενή είναι τόσες πολλές που ο ίδιος να επιθυμεί να γίνει αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, τότε μπορεί να αφαιρεθούν. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι αδυναμίες στο κτυπημένο χέρι, το δεξί, θα υπάρχουν. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να δει τον ασθενή στον χώρο του Δικαστηρίου. Όμως παράλληλα, ήταν η θέση του, ότι μπορούσε με ευκολία να τον αναγνωρίσει και ο λόγος ήταν ότι τον είχε πρόσφατα εξετάσει. Ο ίδιος μπορούσε να θυμηθεί όχι μόνο τον ασθενή αλλά θυμόταν και πόσες βίδες είχε τοποθετήσει κατά την επέμβαση, τι πλατίνα είχε βάλει και τι εργαλεία είχε χρησιμοποιήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο ο συγκεκριμένος ασθενής είχε αποθεραπευτεί πλήρως ισχυρίστηκε ότι είχε αποθεραπευτεί πλήρως όμως είχαν παραμείνει κάποια κατάλοιπα λόγω του κατάγματος Εξήγησε ότι με τη θεραπεία που του είχε γίνει είχε αποθεραπευτεί πλήρως όμως τα αποτελέσματα, τα οποία είχαν επέλθει μετά τον τραυματισμό, είχαν παραμείνει και ο λόγος είναι γιατί δεν μπορεί οποιοδήποτε κάταγμα ή τραύμα να επουλωθεί έτσι όπως ήταν πριν τον τραυματισμό. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο ασθενής του είχε αναφέρει, όταν τον είχε εξετάσει στις Πρώτες Βοήθειες, ότι το συγκεκριμένο τραύμα είχε προκύψει από συμπλοκή. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το κάταγμα το οποίο υπέστη το συγκεκριμένο άτομο μπορούσε να προκύψει μόνο όταν το άτομο αυτό ήταν στη διαδικασία προστασίας του εαυτού του ή εάν έπεσε στο έδαφος πάνω σε πέτρα. Κατέληξε, ότι τα συγκεκριμένα κατάλοιπα θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με κινησιοθεραπεία και φυσιοθεραπεία. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Δρ. Ιωάννης Καλούδης (Μ.Ε.7), ο οποίος είναι Ορθοπεδικός Χειρούργος και είχε εξετάσει τον Ενάγοντα παλαιότερα. Αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το πιστοποιητικό που ο ίδιος είχε εκδώσει και υιοθέτησε τα ευρήματά του. Ήταν η θέση του ότι είχε ξαναδεί τον ασθενή, στις 23/12/2013, ενόψει της διαδικασίας στο Δικαστήριο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, ψηφιακό δίσκο ο οποίος περιείχε τις ακτινογραφίες που είχαν ληφθεί και αφορούσαν τον Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι κατά την τελευταία εξέταση του ασθενή ο ασθενής παρατηρήθηκε να έχει ευαισθησία στην ουλή της χειρουργικής επέμβασης, αδυναμία στον δεξιό αντιβραχίονα σε σχέση με το αριστερό και η μυϊκή μάζα του δεξιού του χεριού υπολείπετο του αριστερού. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η κατάσταση του ασθενή είναι μόνιμη και δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε βελτίωση. Όσον αφορά την αφαίρεση των υλικών υποστήριξε ότι αυτό αποφασίζεται από τον ασθενή. Όμως σε σχέση με το θέμα της εγχείρησης του καρπιαίου σωλήνα ήταν ο ισχυρισμός του ότι αυτός θα έπρεπε να είναι ήδη χειρουργημένος. Υποστήριξε ότι ο τραυματισμός του καρπιαίου σωλήνα πιθανόν να προέκυψε από αιμάτωμα, το οποίο να προκάλεσε πίεση στο νεύρο του καρπιαίου σωλήνα. Η εγχείρηση σήμερα στοιχίζει €2.000-, περίπου τα ίδια που θα στοίχιζε το
  5. Το συγκεκριμένο κάταγμα το κατέταξε "ως άμεση πλήξη". Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι ο όρος "άμεση πλήξη" σήμαινε ότι κάτι είχε κτυπήσει πάνω στο χέρι του ασθενούς. Όμως, δεν γνώριζε αν το κτύπημα ήταν στον αέρα ή αν ο ασθενής είχε πέσει στο έδαφος. Ερωτηθείς εξήγησε ότι η δική του αναφορά, στη Έκθεσή του, σε σχέση με τον τραυματισμό του αντιβραχιονίου είχε προκύψει από αυτά που του είχε αναφέρει ο Ενάγοντας και όχι από δικές του γνώσεις. Διευκρίνισε ότι όταν οι ορθοπεδικοί ιατροί αναφέρονται σε πλήρη αποκατάσταση εννοούν ότι το οστούν έχει κολλήσει όμως δεν σημαίνει ότι ο ασθενής επέστρεψε στην προ του τραυματισμού κατάστασή του. Επίσης ανέφερε ότι όταν ένας ιατρός αναφέρεται σε πλήρη αποθεραπεία του ασθενούς εννοεί ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα, ούτε υπάρχει πόνος ή περιορισμός των κινήσεων. Κατέληξε, ότι κανένας τραυματισμός δεν επανέρχεται στην προ του τραυματισμού κατάσταση και πάντοτε υπάρχει ένα κατάλοιπο. Αναγνώρισε ότι ο ειδικός ιατρός που είχε εξετάσει για πρώτη φορά τον Ενάγοντα, αμέσως μετά τον τραυματισμό του, ήταν σε καλύτερη θέση να εκφράσει άποψη για τον συγκεκριμένο τραυματισμό. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Παναγιώτη Αριστοδήμου (Μ.Υ.1), ο οποίος γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντα καθώς και τον Εναγόμενο, αφού τα κτήματά τους είναι ενωμένα. Ήταν η θέση του ότι στην αρχή του επεισοδίου ο ίδιος δεν βρισκόταν εκεί. Του είχε τηλεφωνήσει ο Εφραίμης και του είχε αναφέρει να πάει στα χωράφια γιατί συζητούσαν με τον Αντώνη. Όταν είχε φθάσει είχε βρει τον Αντώνη με τον Εφραίμη να λογοδοτούν και να υβρίζονται σε έντονο ύφος. Όταν τους ρώτησε ποιο ήταν το πρόβλημα ο Αντώνης του είχε αναφέρει ότι υπάλληλοι του Εφραίμη έπαιρναν καρπούζια στις κοπέλες του και τις καθυστερούσαν από τη δουλειά τους. Παρών ήταν και ο υιός του Αντώνη, ο Γιαννής. Αυτό είχε γίνει γύρω στις 6:30 με 7:00 το απόγευμα. Συνέχιζαν να συζητούν και ακολούθως ο Αντώνης είχε ρωτήσει τον Εφραίμη γιατί διαδίδει ότι θα τον ξυλοφορτώσει και ο Εφραίμης του απάντησε ότι θα πήγαινε και θα τον έδερνε στο ίδιο του το σπίτι. Τότε ήρθαν σε ρήξη και άρχισαν να κτυπιούνται χωρίς ο ίδιος να μπορεί να τους ελέγξει και φώναξε του υιού του Αντώνη για να τους χωρίσει. Ο Αντώνης είχε σκύψει και είχε πιάσει μια πέτρα στο μέγεθος του μεγάλου αυγού την οποία είχε ρίξει στον Εφραίμη κτυπώντας τον στο φρύδι. Οι δύο τους βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση ένα με ενάμισι μέτρο ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη μέση τους. Ακολούθως ξαναήρθαν σε ρήξη και έπεσαν στο έδαφος, αφού όταν ο Εφραίμης είδε το αίμα στο μέτωπό του επιτέθηκε του Αντώνη. Μετά την πτώση και των δύο στο έδαφος ο Εφραίμης είχε παραπονεθεί ότι είχε σπάσει το χέρι του. Του είχε εισηγηθεί να τον μεταφέρει στον ιατρό αλλά ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι θα τηλεφωνούσε του υιού του. Έφυγε ο ίδιος καθώς και ο Αντώνης. Όταν του υποβλήθηκε η θέση του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος του είχε σπάσει το χέρι του χτυπώντας τον με πέτρα στο χέρι, ισχυρίστηκε ότι τέτοιο πράγμα δεν είχε γίνει και ότι η πέτρα που είχε ρίξει ο Αντώνης ήταν μικρή και είχε κτυπήσει τον Εφραίμη στο κεφάλι και όχι στο χέρι. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι βρισκόταν σε μια απόσταση για να σπρώχνει τον ένα δεξιά και τον άλλο αριστερά. Ο λόγος που μπορούσε να θυμηθεί τα γεγονότα ήταν γιατί είχαν μείνει τυπωμένα καλά στο μυαλό του αλλά και γιατί ο κ. Μαθηκολώνης του είχε διαβάσει την κατάθεσή του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 12, την κατάθεσή του. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι οι δύο τους είχαν έρθει δύο φορές σε σύρραξη. Την πρώτη φορά τους έσπρωξε ο ίδιος και τότε ο Αντώνης βρήκε την ευκαιρία, πήρε την πέτρα μεγέθους μεγάλου αυγού και την έριξε στον Εφραίμη κτυπώντας τον στο φρύδι. Με το που είδε το αίμα ο Εφραίμης επιτέθηκε ξανά στον Αντώνη και τότε έπεσαν και οι δύο στο έδαφος. Με το πέσιμο στο έδαφος ο ίδιος είχε ακούσει τον Εφραίμη να λέει "Παναγία μου". Όμως, δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε, ούτε για το χέρι του, ούτε για το πόδι του. Διερωτήθηκε ο ίδιος πώς θα μπορούσαν να αλληλοκτυπιούνται με τον Αντώνη αν το χέρι του Εφραίμη ήταν σπασμένο. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι ο Αντώνης δεν είχε κτυπήσει τον Εφραίμη με την πέτρα στο χέρι και ότι όταν ο Εφραίμης είδε αίμα να τρέχει από το φρύδι του, όπως τον μαινόμενο ταύρο, είχε επιτεθεί του Αντώνη και είχαν πέσει στο έδαφος και οι δυο. Ισχυρίστηκε ότι εκεί που είχαν καυγαδίσει δεν υπήρχαν μεγάλες πέτρες γιατί ήταν δρόμος και ότι η πέτρα που είχε ρίξει ο Αντώνης στον Εφραίμη ήταν μεγέθους ενός μεγάλου αυγού. Κατέληξε, ότι το σπάσιμο στο χέρι του Εφραίμη είχε προέλθει από το πέσιμο κατά τη δεύτερη σύρραξη μεταξύ τους. Ακολούθως δόθηκε μαρτυρία από τον Εναγόμενο (Μ.Υ.2). Σύμφωνα με τον Εναγόμενο είναι 65 ετών και κατοικεί στην Αλαμινό. Ο Εφραίμης είναι γείτονάς του στα χωράφια, δηλαδή ενοικιάζει χωράφια δίπλα από τα δικά του. Γνωρίζεται με τον κ. Αριστοδήμου γιατί τα δικά του κτήματα βρίσκονται επίσης δίπλα τους. Σε σχέση με το περιστατικό, ήταν η θέση του ότι είχε εξελιχθεί γύρω στις 18:00 με 18:30 την ώρα που σχόλαναν από τα χωράφια τους. Είχε βρει τον Εφραίμη στο δρόμο και είχε κατεβεί για να του κάμει παρατήρηση γιατί οι δύο Μολδαβές, οι οποίες δούλευαν στα θερμοκήπια του, παρενοχλούνταν από τους δύο Ρουμάνους, υπάλληλους του Εφραίμη, ενώ περνούσαν από το κτήμα του. Του είχε απευθύνει και προηγουμένως παρατήρηση και δεν ήθελε να τσακωθούν. Ο Εφραίμης είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο και είχε αρχίσει να τον βρίζει. Αρχικά η συζήτηση δεν ήταν έντονη. Στο μεταξύ ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει του Παναγιώτη Αριστοδήμου, ο οποίος ήταν στο καφενείο και προσπάθησε, ο Αριστοδήμου, όταν έφθασε στο χώρο να σταματήσει τη συζήτηση. Όμως ο Εφραίμης θύμωσε πολύ και τον κτύπησε. Ο ίδιος έπιασε μια πέτρα, από τον δρόμο, την οποία του έριξε από απόσταση ένα με ενάμισι μέτρο στο φρύδι. Όταν ο Εφραίμης είδε το αίμα τότε του επιτέθηκε και έπεσαν και οι δύο στο έδαφος. Όταν έπεσαν στο έδαφος τον άκουσε να λέει «Παναγία μου». Ακολούθως παραπονείτο, στον Αριστοδήμου, ότι είχε σπάσει το χέρι του. Ο ίδιος απομακρύνθηκε και ο Εφραίμης μεταφέρθηκε από τον υιό του στο Νοσοκομείο. Ήταν η θέση του ότι η πέτρα με την οποία είχε κτυπήσει του Εφραίμη στο αριστερό φρύδι δεν ήταν μεγάλη. Ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσε με την ίδια πέτρα να σχίσει το φρύδι του Εφραίμη και παράλληλα να του σπάσει το χέρι. Υποστήριξε ότι είχε και ο ίδιος τραυματιστεί και είχε παραμείνει για ένα βράδυ στο Νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά ότι οι υπάλληλοι του Εφραίμη, από τη Ρουμανία, παρενοχλούσαν τις δικές του υπαλλήλους. Ερωτηθείς, εξήγησε ότι είχε παραπονεθεί στον Εφραίμη για την παρενόχληση αυτή και όταν διαμαρτυρήθηκε αυτός τον ύβρισε. Εξήγησε ότι με τον κ. Αριστοδήμου είναι τρίτα ξαδέλφια. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε εξυβρίσει τον Εφραίμη ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχε λόγος να τον κτυπήσει πρώτος ο Εφραίμης αν τον ύβριζε εκείνος. Ούτε είχε προσπαθήσει να τον κτυπήσει. Αντίθετα, ο Εφραίμης τον κτυπούσε με γροθιές στο κεφάλι και τότε ο ίδιος αναγκάστηκε να πιάσει στα χέρια του την πέτρα την οποία του έριξε. Δεν μπορούσε να του επιτεθεί ο ίδιος γιατί είναι μόνο 65 κιλά ενώ ο Εφραίμης υπερβαίνει τα 100 κιλά. Επέμενε στη θέση του ότι αν του έσπαζε το χέρι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να τον κτυπά και στη συνέχεια να βρεθούν και οι δύο στο έδαφος. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι πράγματι του είχε ρίξει μια μικρή πέτρα και του είχε σχίσει το φρύδι του, αδίκημα για το οποίο είχε καταδικαστεί και είχε πληρώσει το πρόστιμο. Όμως επέμενε ότι το χέρι του το είχε σπάσει μόνος του. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Γιάννος Ιωάννου (Μ.Υ.3), υιός του Εναγόμενου. Ήταν η θέση του ότι τη συγκεκριμένη μέρα ενώ κατευθυνόταν προς το σπίτι του, ακολουθώντας τον πατέρα του, ο Εφραίμης συνάντησε τον πατέρα του και είχαν αρχίσει να συζητούν για τους Ρουμάνους του Εφραίμη που παρενοχλούσαν τις δικές τους Μολδαβές. Ο Εφραίμης είχε αναφέρει στον πατέρα του ότι θα τον συναντήσει στο σπίτι τους για να τον δείρει εκεί και ο πατέρας του του είχε απαντήσει να τον δείρει εκεί που βρίσκονταν. Ακολούθως ο Εφραίμης είχε τηλεφωνήσει του Αριστοδήμου, ο οποίος πράγματι έφθασε στο μέρος για να τους χωρίσει. Όμως, είχαν πιαστεί στα χέρια με τον Εφραίμη να επιτίθεται πρώτος. Ο πατέρας του είχε πιάσει μια πέτρα, 5 πόντους διάμετρο, την οποία έριξε στον Εφραίμη βρίσκοντας τον στο φρύδι ενώ βρισκόταν σε απόσταση ενάμισι μέτρο. Όταν ο Εφραίμης είδε τα αίματα πανικοβλήθηκε και τότε ξέφυγε από τον έλεγχο τον δικό του και του Αριστοδήμου, επιτέθηκε του πατέρα του και έπεσαν στο έδαφος. Εκεί ήταν που έσπασε το χέρι του ο Εφραίμης. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι η συζήτηση μεταξύ των δύο είχε ξεκινήσει λόγω της παρενόχλησης των δικών τους υπαλλήλων από τους υπαλλήλους του Εφραίμη. Και οι δύο φώναζαν όμως ο Εφραίμης ύβρισε τον πατέρα του ενώ ο πατέρας του όχι και ήταν ο Εφραίμης που είχε αναφέρει στον πατέρα του ότι θα τον επισκεφτεί στο σπίτι του για να τον δείρει εκεί. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι όταν ο πατέρας του είχε ρίξει την πέτρα προς τον Εφραίμη βρίσκονταν σε απόσταση ενάμισι μέτρο ο ένας από τον άλλο και η πέτρα τον είχε βρει πάνω στο φρύδι. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η πέτρα είχε κτυπήσει το χέρι του. Είχαν πιαστεί ξανά στα χέρια όταν ο Εφραίμης είδε το αίμα να τρέχει από το φρύδι του. Τότε ήταν που είχαν πέσει και οι δύο στο έδαφος και ο Εφραίμης είχε σπάσει το χέρι του. Αν το έσπαζε στην πρώτη φάση της συμπλοκής δεν θα είχε τη δύναμη, ο Εφραίμης, να επιτεθεί ξανά στον πατέρα του. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι στο σημείο που είχε εξελιχθεί ο καυγάς ήταν δρόμος και παρόλο που υπήρχαν πέτρες δεν ήταν μεγάλης διαμέτρου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ. Θωμά αγόρευσε προφορικά ενώ ο κ. Μαθηκολώνης κατέθεσε γραπτή αγόρευση. Το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462 : «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους μάρτυρες για τον Ενάγοντα δεν μπορούσαν από μόνοι τους να θυμηθούν τα γεγονότα και τους τα είχε αναφέρει τηλεφωνικός ο δικηγόρος του Ενάγοντα πριν να δώσουν μαρτυρία. Αυτή η πρακτική είναι ανεπιθύμητη και το γεγονός αυτό από μόνο του ρίπτει σκιά στην μαρτυρία τους. Χαρακτηριστικό του γεγονότος αυτού ήταν τα ακόλουθα: Ενώ ο Αστ.625 (Μ.Ε.1) είχε αναφέρει ότι ο Ενάγοντας του είχε παραδώσει μια μεγάλη πέτρα, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσο μεγάλη ήταν η συγκεκριμένη πέτρα. Ο Δρ. Κοκκινόφτας (Μ.Ε.6), ενώ θυμόταν πολύ καλά μέχρι και τις βίδες που είχε βάλει και μπορούσε να αναγνωρίσει τον Ενάγοντα, όπως ήταν ο ισχυρισμός του, δεν είχε αναγνωρίσει τον Ενάγοντα εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου όταν του ζητήθηκε και ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν εντός της αίθουσας ενώ στην πραγματικότητα βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Αξιολογώντας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Ο Αστ.625 (Μ.Ε.1), κ. Ζήνωνος δεν είχε προσωπική γνώση για το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Γεννούνται εύλογα ερωτήματα αναφορικά με το γιατί είχε καταγγείλει μόνο τον ένα από τους δυο εμπλεκόμενους αφού ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι είχαν έρθει σε λογομαχία. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του δεν μπορεί να βοηθήσει στην εξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων αφού ο ίδιος είχε επιλέξει ουσιαστικά ποιόν είχε πιστέψει. Η μαρτυρία της κας Λάρκου (Μ.Ε.3), ήταν καθαρά τυπική και δεν χρίζει οποιουδήποτε σχολιασμού. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι μαρτυρία για καταδίκη μετά από παραδοχή είναι αποδεκτή (βλ. Hollington v. Hewthorn [1943] 2 All E.R. 35,
(1943)K.B, 587). Όμως στην υπό κρίση περίπτωση είχε τεθεί από τη μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου, μόνο το κατηγορητήριο, Τεκμήριο 9, στο οποίο η κατηγορία η αρχική ήταν πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και τελικά ο Εναγόμενος είχε παραδεχθεί ενοχή στο αδίκημα της πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ποιες ήταν οι λεπτομέρειες της πραγματικής σωματικής βλάβης που είχε προκαλέσει στον Ενάγοντα και την οποία είχε παραδεχθεί δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Οι λεπτομέρειες δεν αναφέρθηκαν οπόταν το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις λεπτομέρειες, σε σχέση με το αδίκημα, το οποίο είχε παραδεχθεί. Όσο αφορά τη μαρτυρία της κας Μαρίας Ζαχαρίου (Μ.Ε.4) και της Δρ. Δημητρίου (Μ.Ε.5), μπορούσαν και οι δυο να αναφέρουν τα γεγονότα, τα οποία είχαν παραθέσει στο Δικαστήριο, απλά και μόνο γιατί τους είχαν λεχθεί από τον συνήγορο του Ενάγοντα δια τηλεφώνου. Και οι δυο είχαν παραδεχθεί ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν λόγω της παρόδου του χρόνου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα θα πρέπει να αναφέρω ότι μου άφησε την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Άχθηκα στο συμπέρασμα αυτό γιατί η μαρτυρία του διακατεχόταν από σύγχυση αλλά και μια έντονη έχθρα στο πρόσωπο του Εναγόμενου. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι αρχικά, δηλαδή στην κυρίως εξέτασή του, δεν είχε πει την αλήθεια για τον λόγο που είχε οδηγήσει στον καυγά. Αρνήθηκε ότι είχαν, οι εμπλεκόμενοι, οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ τους ενώ στην αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο λόγος του καυγά ήταν γιατί οι δικοί του υπάλληλοι έκοβαν καρπούζια ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι ο Εναγόμενος του είχε παραπονεθεί για τη συμπεριφορά των δικών του υπαλλήλων. Και ενώ στην κυρίως εξέτασή του είχε προωθήσει τη θέση ότι είχε υποστεί επίθεση, κατά την αντεξέταση άλλαξε εκδοχή και παραδέχθηκε ότι και ο ίδιος είχε επιτεθεί στον Εναγόμενο και ότι είχε τραυματιστεί στην προσπάθειά του να πιάσει την πέτρα από τον Εναγόμενο. Σε σχέση με το θέμα αυτό έδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Δηλαδή, ότι είχε ορμίσει προς τον Εναγόμενο και είχε βάλει το χέρι του για να προστατευτεί, ότι είχε βάλει το χέρι του για να πιάσει την πέτρα και ότι είχε ορμήσει για να πιάσει την πέτρα. Προφανώς είχε ξεχάσει ότι είχε αναφέρει ότι κρατείτο ακίνητος από τον υιό του Εναγόμενου, ο οποίος είχε μπει μπροστά του. Και αφού είχε μπει ο υιός του Εναγόμενου μπροστά του, μεταξύ του και του Εναγόμενου, πώς είχε χτυπηθεί και πώς είχε βάλει το χέρι του για να προστατευτεί αφού κρατείτο; Τα δύο αυτά γεγονότα ήταν ουσιαστικής σημασίας πλην όμως η μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν τόσο εξωπραγματική που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το κατά πόσο είχε πέσει στο έδαφος. Αρχικά ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι είχαν πέσει στο έδαφος, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μπορεί και να έπεσε στο έδαφος και στο τέλος ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο είχε πέσει στο έδαφος. Πρόβαλλε διαφορετικές εκδοχές συνεχώς αφήνοντας έκθετη σε απόρριψη τη μαρτυρία του. Η αρχική εκδοχή του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος τον είχε χτυπήσει με την πέτρα πρώτα στο κεφάλι και ακολούθως στο χέρι, εκδοχή η οποία άλλαξε κατά την αντεξέταση και ότι το συγκεκριμένο χτύπημα στο χέρι του είχε προκαλέσει σπάσιμο εκφεύγει της λογικής αφού και ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι όταν χτυπήθηκε στο κεφάλι είχε πέσει στο έδαφος και ήταν ζαλισμένος. Στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ο υιός του Εναγόμενου τον κρατούσε. Αν αυτή του η θέση ήταν σωστή τότε κατά την κυρίως εξέταση του είχε ψευσθεί γιατί δεν θα μπορούσε να βάλει το χέρι του μπροστά για προστασία, αν τον κρατούσε ο υιός του Εναγόμενου. Επίσης δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι ενώ βρισκόταν σε απόσταση ένα με ενάμιση μέτρο ο Εναγόμενος τον είχε χτυπήσει στο δεξί χέρι και στο αριστερό φρύδι. Επιπρόσθετα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αντίθετη από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 8. Στην κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος είχε πάει πίσω από το αυτοκίνητο και είχε πιάσει κάτι, το οποίο ο ίδιος δεν μπορούσε να δει. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι τον είχε δει να σκύβει και να παίρνει μια μεγάλη πέτρα. Ισχυρίστηκε, στην κατάθεσή του, ότι πρώτα του είχε χτυπήσει με την πέτρα στο χέρι και μετά στο αριστερό μέρος της κεφαλής ενώ στην κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι όταν όρμησε να του πιάσει την πέτρα την έφαγε πάνω στο χέρι και στη συνέχεια είχε φύγει, η πέτρα, από το χέρι του Εναγόμενου και είχε βρει το μάτι του. Στην κατάθεσή του δεν ανέφερε ότι κατά τη συμπλοκή βρισκόταν μεταξύ των δυο τους ο υιός του Εναγόμενου. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, ήτοι των πολλών αντιφάσεων και εξωπραγματικών θέσεων, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ερωτηματικά εγείρονται και από το γεγονός ότι ενώ το περιστατικό είχε συμβεί στις 27/06/05 η αγωγή καταχωρίστηκε πέντε χρόνια μετά και ο ίδιος ενώ για επτά χρόνια δεν είχε επισκεφτεί τον Δρ. Κοκκινόφτα για να παραπονεθεί για οτιδήποτε, ήτοι από τις 07/02/06 που ήταν η τελευταία επίσκεψη του Ενάγοντα στο Δρ. Κοκκινόφτα, είχε ξαναπάει στις 10/12/13, μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής παραπονούμενος για συνεχή προβλήματα. Επίσης πώς θα μπορούσε να είχε παραδώσει την πέτρα με την οποία τον είχε χτυπήσει ο Εναγόμενος αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είχε εγκαταλείψει το μέρος του καυγά για να πάει στο Νοσοκομείο. Επέστρεψε μετά και την πήρε; Αν πράγματι επέστρεψε μετά πώς μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν η συγκεκριμένη πέτρα, με την οποία είχε χτυπηθεί, αφού όταν είχε εγκαταλείψει τη σκηνή ήταν ζαλισμένος, σύμφωνα πάντοτε με τα δικά του λεχθέντα. Από την άλλη δεν μπορώ όμως να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η μαρτυρία του είναι σε αρμονία, μέχρι του σημείου της συμπλοκής, με τη μαρτυρία του Εναγόμενου, του κ. Αριστοδήμου (Μ.Υ.1) και του κ. Ιωάννου (Μ.Υ.3). Εκεί που διαφέρει είναι ότι ο Εναγόμενος του είχε προκαλέσει το σπάσιμο στο χέρι με την πέτρα. Ο Εναγόμενος, ο κ. Αριστοδήμου (Μ.Υ.1) και ο κ. Ιωάννου (Μ.Υ.3), υποστήριξαν ότι μετά που έπεσε στο έδαφος, κατά τη συμπλοκή, ο Ενάγοντας είχε παραπονεθεί για το σπάσιμο του χεριού. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός υποστηρίζεται και από ιατρική μαρτυρία. Ο Δρ. Κοκκινόφτας (Μ.Ε.6), είχε παραδεχθεί ότι ένα τέτοιο τραύμα στο χέρι θα μπορούσε να είχε προκληθεί και από πτώση πάνω σε πέτρα. Αναφορικά με την ιατρική μαρτυρία είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπουν την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Όπως έχει λεχθεί και στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, σελ. 451-452: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.» βλ. επίσης Novichοva Daria ν. Θέμη Βλαβή Πολ. Εφ. 83/09 ημερ. 31/05/12) Η Έκθεση του Δρ. Κοκκινόφτα (Μ.Ε.6), Τεκμήριο 10, ουσιαστικά απεκάλυψε ότι τα σημερινά παράπονα του Ενάγοντα δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το τραύμα που υπέστη και την εγχείριση στην οποία υποβλήθηκε το
  1. Καταλήγει στην Έκθεσή του ότι το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, για το οποίο παραπονείται ο Ενάγοντας, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το κάταγμα και την επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί ο Ενάγοντας και ότι το κάταγμα που είχε υποστεί ήταν πωρωμένο και είχε αποθεραπευτεί τελείως. Αντίθετη ήταν η άποψη του Δρ. Καλούδη (Μ.Ε.7), ο οποίος θεωρεί την κάκωση του ασθενή βαριά και αναπηρική, Τεκμήριο 5, ενώ παράλληλα είχε εκφράσει την θέση ότι πιθανών τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο Ενάγοντας να οφείλονται στον προηγούμενο τραυματισμό του. Παραδέχθηκε όμως, ο Δρ. Καλούδης, ότι ο ειδικός ιατρός που είχε εξετάσει για πρώτη φορά τον ασθενή μετά το συμβάν ήταν σε καλύτερη θέση να εκφράσει άποψη για τον τραυματισμό. Σίγουρα ο Δρ. Κοκκινόφτας (Μ.Ε.6) ήταν σε καλύτερη θέση να βοηθήσει το Δικαστήριο αφού ήταν ο ίδιος που είχε εγχειρίσει τον Ενάγοντα και είχε συντάξει το αρχικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 3 και στην συνέχεια είχε ξαναεξετάσει τον Ενάγοντα στις 10/12/13 και είχε συντάξει την Έκθεση Τεκμήριο
  2. Θεωρώ πιο ασφαλές να βασιστώ στην δική του μαρτυρία για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου αφού αυτός είχε εξετάσει τον Ενάγοντα αρχικά καθώς και ακολούθως μετά που βγήκε από το Νοσοκομείο, στις 12/07/05 και 07/02/06 και πιο πρόσφατα, στις 10/12/13 μετά την έναρξη της ακρόασης. Προφανώς το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, το οποίο παρουσίασε ο Ενάγοντας οκτώ
(8)χρόνια μετά το συμβάν, δεν οφειλόταν στο συγκεκριμένο συμβάν. Θεωρώ τον κ. Αριστοδήμου (Μ.Υ.1) ανεξάρτητο μάρτυρα παρά την μακρινή συγγένειά του με τον Εναγόμενο. Όχι μόνο γιατί ήταν απόλυτα ειλικρινής στο Δικαστήριο αλλά και γιατί η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν σε συνοχή με την κατάθεσή του που είχε δώσει αλλά και γιατί και ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε παραδεχθεί ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα. Από την κατάθεσή του, Τεκμήριο 12, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος συζητούσε με τον Ενάγοντα και ο Ενάγοντας τον είχε προκαλέσει. Στην πρώτη φάση της συμπλοκής ο Εναγόμενος έπιασε μια πέτρα από το έδαφος και του την έριξε, από απόσταση ένα με ενάμιση μέτρο, τραυματίζοντας τον στο φρύδι. Ακολούθως όταν αντιλήφθηκε ο Ενάγοντας ότι είχε τραυματιστεί ξαναήρθαν σε σύρραξη και λόγω των χτυπημάτων είχαν πέσει στο έδαφος όπου στην συνέχεια, όταν σηκώθηκε από το έδαφος, ο Ενάγοντας είχε παραπονεθεί ότι είχε σπάσει το χέρι του. Θεωρώ την εκδοχή του την αληθινή εκδοχή για το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα, η οποία εκδοχή ήταν σύμφωνη με αυτή του υιού του Εναγόμενου (Μ.Υ.3) και του Εναγόμενου αλλά και πιο πραγματική, ρεαλιστική. Ο Εναγόμενος επίσης ήταν πολύ ειλικρινής. Δεν αρνήθηκε ότι είχε κάνει παρατήρηση του Ενάγοντα για την συμπεριφορά των υπαλλήλων του, ούτε αρνήθηκε ότι του είχε πει, του Ενάγοντα, να τον δείρει εκεί και ότι τελικά του είχε ρίξει πέτρα και τον είχε και εκείνος χτυπήσει όταν του είχε επιτεθεί γιατί εκείνος ήταν πιο σωματώδεις. Σίγουρα βλέποντας και τους δυο στην αίθουσα του Δικαστηρίου η εκδοχή του Εναγόμενου είναι πιο αληθοφανής αφού ο Εναγόμενος είναι πολύ αδύνατος σε μέγεθος και ο Ενάγοντας πολύ πιο σωματώδης. Θεωρώ ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μια αλήθεια που υποστηρίχθηκε και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, κ. Αριστοδήμου αλλά και του Μ.Υ.3, κ. Ιωάννου. Όσο αφορά τη μαρτυρία του κ. Ιωάννου (Μ.Υ.3), θα πρέπει νε ιδωθεί με επιφυλακτικότητα γιατί είναι ο υιός του Εναγόμενου. Αυτό που οδηγεί στην αποδοχή της είναι το γεγονός ότι ταυτίζεται με τη μαρτυρία του κ. Αριστοδήμου (Μ.Υ.1), χωρίς να διαπιστώνονται διαφορές οι οποίες θα την έθεταν ανοιχτή σε απόρριψη. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Εναγόμενος, λόγω του ότι ήταν ενοχλημένος από τη συμπεριφορά των αλλοδαπών υπαλλήλων του Ενάγοντα, όταν συνάντησε τον Ενάγοντα, στις 27/06/05, στην τοποθεσία που ήταν τα χωράφια και τον δυο άρχισε να συζητά μαζί του με αποτέλεσμα η συζήτηση να γίνει έντονη και να καλέσει, ο Ενάγοντας και τον Μ.Υ.1, φίλο και των δυο, για να επιλύσει το πρόβλημα. Η συζήτηση αντί να ομαλυνθεί είχε γίνει εντονότερη και όταν ο Ενάγοντας απείλησε τον Εναγόμενο ότι θα πάει σπίτι του να τον δείρει ο Εναγόμενος απάντησε στην πρόκλησή του λέγοντάς του να τον δείρει εκεί. Ο Ενάγοντας επιτέθηκε του Εναγόμενου και λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, γιατί η σωματική του διάπλαση ήταν αδύνατη ενώ του Ενάγοντα ήταν σωματώδης, άρπαξε μια πέτρα από το έδαφος την οποία στην συνέχεια του έριξε, ενώ βρισκόταν σε απόσταση 11/2 μέτρο. Η πέτρα βρήκε τον Ενάγοντα στο κεφάλι και τον τραυμάτισε στο φρύδι, προκαλώντας του αιμορραγία. Διαπιστώνοντας, ο Ενάγοντας, ότι είχε τραυματιστεί επιτέθηκε του Εναγόμενου χτυπώντας τον και λόγω και της σωματικής του διάπλασης έπεσαν και οι δυο στο έδαφος. Λόγω του τρόπου που είχε πέσει στο έδαφος ο Ενάγοντας είχε υποστεί κάταγμα στη μεσότητα της δεξιάς κερκίδας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αστικό αδίκημα της επίθεσης προβλέπεται από το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Το άρθρο 26 του προαναφερόμενου Νόμου προνοεί ως ακολούθως: «Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του, ή με τη συναίνεση του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού αυτού.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης πρέπει να αποδειχθεί η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, η ύπαρξη πρόθεσης και η έλλειψη συναίνεσης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se, γεγονός που σημαίνει πως δεν απαιτείται η πρόκληση ζημίας. Στην απόφαση της υπόθεσης Letana v. Cooper
(1964)2 All E.R. 919, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, στο τόμο 38, σελ.760,παράγραφος 1251, κάτω από τον τίτλο «Trespass to the Person (Classification)» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Trespass to the person is a wrong committed against the personal security liberty of any man by another. There are three varieties of trespass to the person, namely, assault, assault and battery, and wrongful imprisonment. The act complained of must be either intentional or negligent. The onus of proof lies on the plaintiff who must plead either that the act was intentional or that the defendant was negligent, stating the facts alleged to constitute the negligence. The act must be done against the will of the person who sues for the wrong.» Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε δια μέσου κάποιου οργάνου. Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442 επιβεβαιώθηκε, ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ' ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Έτσι, είναι επίθεση είτε είναι το χέρι του παραβάτη, που έρχεται σε επαφή με το σώμα του παραπονούμενου, είτε είναι ένα όργανο, το οποίο ο παραβάτης κρατά στο χέρι του και χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία. Στη παρούσα υπόθεση με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πράξη του Εναγομένου έναντι του Ενάγοντα, η ρίψη της πέτρας, εμπίπτει στην συμπεριφορά που περιγράφεται ως επέμβαση στην προσωπικότητα ή στο πρόσωπο του και που στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Έχοντας ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου καθώς και η ενέργειά του μπορεί να χαρακτηριστεί ως επίθεση και να ενταχθεί στις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 26 του Κεφ. 148, το επόμενο ζήτημα το οποίο πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το θέμα των αποζημιώσεων. Σε σχέση με τη ζημιά που είχε προκληθεί στο χέρι του Ενάγοντα το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι αυτή δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε πράξη του Εναγόμενου αφού είχε πέσει στο έδαφος κατά τη σύρραξη και μετά που ο ίδιος είχε επιτεθεί στον Εναγόμενο. Οπόταν δεν μπορούν να του αποδοθούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τραυματισμό του από τη ρήξη της πέτρας δεν έχει προσκομισθεί ίχνος μαρτυρίας για να μπορούν να του αποδοθούν γενικές ή ειδικές αποζημιώσεις. Η μαρτυρία που προσάχθηκε είχε επικεντρωθεί στον τραυματισμό του χεριού του. Το σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, στη σελίδα 1009, αναφέρει σε σχέση με τις αποζημιώσεις, στις περιπτώσεις όπως αυτή που μας απασχολεί στην παρούσα υπόθεση, και τα εξής: "Damages in Trespass. Any trespass to the person, however slight gives a right of action to recover at any rate nominal damages. The defendant may still be liable in trespass for all the consequences flowing from the tort whether or not those consequences are foreseeable. Even where there has been no physical injury, substantial damages may be awarded for the injury to a man΄s dignity or for the discomfort or inconvenience." Λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο, τόπο και τον τρόπο του συμβάντος, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις επιπρόσθετα από τις ειδικές ζημιές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αποδειχθούν. Επαναλαμβάνεται ότι δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας σε ότι αφορά τον τραυματισμό του φρυδιού και την κατ ισχυρισμό εγκεφαλική διάσειση οπόταν ειδικές ή γενικές ζημιές δεν μπορούν να αποδοθούν. Στην υπόθεση Γιάλλουρου v. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558 ο τότε Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κος Πικής ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα επί του συγκεκριμένου θέματος: «Οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Οι αρχές αυτές εξηγούνται υπό το πρίσμα της Νομολογίας, Αγγλικής, Κυπριακής και Κοινοπολιτειακής στην Παπακόκκινου v. Κάνθερ
(1982)1 CLR 65, στην οποία παραπέμπει το Πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. επίσης Kennedy Hotels Ltd v. Indirchian 1992 1 ΑΑΔ 400).» Όμως, στην Αγγλία, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις Rookes v. Bernard
(1964)1 All E.R. 367 και Cassell Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801, ο παραδειγματισμός, μέσω των αποζημιώσεων, έχει περιοριστεί και σε κάθε περίπτωση το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος. Σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, αναφέρονται και τα ακόλουθα στην απόφαση του τότε Προέδρου στην υπόθεση Γιάλλουρου (ανωτέρω): «Κατά πόσο δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις δεν αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο του Στρασβούργου μέχρι σήμερα ή, ακριβέστερα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Law of the European Convension of Human Rights των D.J. Harris, M O´ Boyle και C. Warbrick, δεν έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα τέτοιας φύσης αποζημιώσεις. (Βλ. επίσης B-V-UK Α 136 - Dparas 7-12
(1988)(Article 50). Εν τούτοις επισημαίνουμε ότι η απόφαση στη Zander v.Sweden A 279-B paras 30-35
(1994)υποστηρίζει εμφατικά ότι ο συσχετισμός μεταξύ του μεγέθους της ηθικής βλάβης και του ύψους των αποζημιώσεων είναι άμεσος, γεγονός που αμβλύνει τη διάκριση που γίνεται στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ συνήθων και επιβαρυντικών αποζημιώσεων.» Η Κυπριακή νομολογία έχει προσεγγίσει διαφορετικά το θέμα και έχει νομολογηθεί ότι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιπτώσεων. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Κάνθερ
(1982)1 C.LR. 65 είναι καθοδηγητική. Το Δικαστήριο ρητά εξέφρασε την προτίμησή του σε μια ευρύτερη προσέγγιση του θέματος, κατά τρόπο που επιτρέπει να επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα όταν αυτή η συμπεριφορά είναι τόσο αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη, πολύ δε περισσότερο όταν στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα του αστικού αδικήματος, που της αξίζει τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Αυτή τούτη, η ευρύτερη προσέγγιση του ζητήματος, από τα κυπριακά Δικαστήρια, διαφαίνεται από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Γρηγοριάδης ν. Κυριακίδης
(1970)1 C.L.R. 120, η οποία αποφασίστηκε 6 χρόνια μετά την Αγγλική υπόθεση Rookes v. Bernard (ανωτέρω), και στην οποία αποφασίστηκε ότι η απρόκλητη επίθεση πρώην πεθερού εναντίον του γαμπρού του στο χώρο του Δικαστηρίου ήταν περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να δοθούν παραδειγματικές αποζημιώσεις αυξάνοντας την αποζημίωση από £100 σε £300. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε παραδειγματικές αποζημιώσεις και σε υπόθεση που αφορούσε αθέτηση υπόσχεσης γάμου χωρίς ν΄ ακολουθήσει την απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Bernard (ανωτέρω), βλ. Σάββας Παρασκευά ν. Δέσποινα Μούζουρα
(1973)1C.L.R. 88. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις θα πρέπει να διακρίνονται από τις καλούμενες επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις οι οποίες στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στη θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αστικού αδικήματος. Με τον επιδικασμό επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα να επιδικαστούν αποζημιώσεις όχι σαν μέτρο τιμωρίας του Εναγομένου αλλά πάντως σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ατόμου, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Εναγομένου. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Κάνθερ (ανωτέρω) οι επαυξημένες αποζημιώσεις αποτελούν μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ των αποζημιώσεων αποκατάστασης (compensatory) και των τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, προορισμένων να καταδείξουν την αποδοκιμασία και την απόρριψη από το Δικαστήριο της συμπεριφοράς του Εναγομένου, οι οποίες όμως εν πάση περιπτώσει κινούνται εντός των αποζημιώσεων αποκατάστασης. Στην υπόθεση Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254 όπου γενικότερα σχολιάζεται το θέμα των επαυξημένων και τιμωρητικών αποζημιώσεων, γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, (10th Edition) στις σελ. 555-556, στο οποίο αναφέρεται ότι: «In any case in which damages are at large, that is, where they cannot be precisely calculated in money terms, the Court may take into account the motives and conduct of the defendant, and where these aggravate the plaintiffs injury the damages will be correspondingly increased. These 'aggravated damages' are truly compensatory, being given for the injury to the plaintiffs proper feelings of dignity and pride. Exemplary damages, on the other hand, are not compensatory but are awarded to punish the defendant and to deter him from similar behaviour in the future, ... ... ...» Στην απόφαση Andrian Holdings ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1988)1 Α.Α.Δ. 1836 λέχθηκε ότι οι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται εκεί όπου «η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από Πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που σημειώνεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Επίσης στην υπόθεση Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων έχει ταυτιστεί με την διάπραξη του αστικού αδικήματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η μαρτυρία του Εναγόμενου είναι ότι συζητούσε με τον Ενάγοντα αναφορικά με την ενόχληση των εργατριών του από τους εργάτες του Ενάγοντα. Λόγω του ότι δεν μπορούσε να αντεπιτεθεί στον Ενάγοντα του έριξε μια πέτρα αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Αυτή η αδιαφορία είναι που θα πρέπει να τιμωρηθεί παρόλο που οι συνέπειες της αδιαφορίας αυτής δεν αποδείχθηκαν δια μέσου της προσκομισθείσας, από τον Ενάγοντα μαρτυρίας. Δεν λησμονείται εν προκειμένω ότι η πράξη του Εναγομένου πλήττει καίρια βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, συνταγματικά κατοχυρωμένα. Η επέμβαση στη σωματική ακεραιότητα του ατόμου δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό, αφαιρεί, και μάλιστα με τρόπο βάναυσο, μέρος της αξιοπρέπειάς του. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το ποσό των €1000- είναι εύλογο και δίκαιο για να τον αποζημιώσει, τον Ενάγοντα, αλλά και για να δείξει την απαρέσκεια του Δικαστηρίου στην πράξη του Εναγόμενου. Στην κοινωνία των πολιτισμένων πολιτών οι οποιεσδήποτε διαφορές πρέπει να επιλύονται πολιτισμένα και όχι με την χρήση της οποιασδήποτε μορφής βίας. Ως εκ των πιο πάνω θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω τιμωριτικές αποζημιώσεις ύψους €1.000-. Ως προς τις λοιπές θεραπείες η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.