ARUSHA OILS LTD ν. PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD, Αρ.αγωγής: 398/2008, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 398/2008 Μεταξύ: ARUSHA OILS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD, από τη Λάρνακα Εναγομένων ------------ Ημερομηνία: 9.9.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Μ.Χριστοφόρου μαζί με Γ.Αβρααμίδη για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σια. Για την Εναγόμενη: Α.Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και Αγίας Φυλάξεως στη Λεμεσό λειτουργούσε για πάρα πολλά χρόνια πρατήριο πετρελαιοειδών. Το 1966 ο Άριστος Μαρκίδης (ΜΕ1) (Γραπτή Δήλωση - Τεκμήριο 1) διευθυντής της Ενάγουσας (Τεκμήριο 2) ενοικίασε το πρατήριο από την Εναγόμενη που τότε ονομαζόταν ΦΙΝΑ ΛΤΔ, καταβάλλοντας αποζημίωση για εμπορική εύνοια στον προηγούμενο ενοικιαστή. Το 1999, αφού ήδη συνεργαζόταν με τον αδελφό του Δημήτρη Μαρκίδη, από κοινού συνομολόγησαν γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 1.9.1999 (Τεκμήριο 4) με την ΛΙΝΑ ΛΤΔ (όπως είχε μετονομαστεί η ΦΙΝΑ ΛΤΔ) για τη χρήση του πρατηρίου. Η συμφωνία για τη χρήση του πρατηρίου μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης εταιρείας «Petrolina» (που απέκτησε τη ΛΙΝΑ ΛΤΔ) συνομολογήθηκε την 21.9.2000 (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με την αξίωση, περί τον Απρίλιο του 2005 η «Petrolina» ανακοίνωσε στην Ενάγουσα το ενδεχόμενο ο ιδιοκτήτης της γης όπου βρισκόταν το πρατήριο να μην ανανεώσει το συμβόλαιο ενοικίασης της και πρότεινε στην Ενάγουσα να της παραχωρήσει νέο πρατήριο υπό συγκεκριμένους όρους. Με επιστολή της ημερομηνίας 24.7.2006 (Τεκμήριο 10) η «Petrolina» ανακοίνωσε στην Ενάγουσα ότι δεν προτίθετο να συνεχίσει την συνεργασία τους πέραν της 31.8.2006 και με επιστολή της ημερομηνίας 5.2.2007 (Τεκμήριο 12) ανακοίνωσε στην Ενάγουσα ότι από 28.2.2007 τερματιζόταν η μεταξύ τους συνεργασία και πως το οικόπεδο εντός του οποίου λειτουργούσε το πρατήριο θα παραδιδόταν στους ιδιοκτήτες του. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο ιδιοκτήτης της γης δεν προτίθετο να τερματίσει τη μίσθωση της και η Ενάγουσα πληροφορήθηκε ή αντιλήφθηκε πως ό,τι επιθυμούσε ήταν την αύξηση του μισθώματος. Είναι αποδεκτό από την Ενάγουσα ότι είχε εκδοθεί άδεια για την κατεδάφιση του πρατηρίου, διατείνεται όμως ότι την άδεια εξασφάλισε με δόλιο τρόπο η «Petrolina» για να επιτύχει την απομάκρυνση της Ενάγουσας από αυτό. Είναι η περαιτέρω θέση της Ενάγουσας πως η «Petrolina» προσπάθησε, εκ νέου, να τερματίσει τη μεταξύ τους συνεργασία με επιστολή της ημερομηνίας 4.7.2007 και σταμάτησε να την προμηθεύει με πετρελαιοειδή παραβιάζοντας την μεταξύ τους συμφωνία και πρακτική και συνεργασία η οποία υπάρχει από το 1966 και πως συνεπεία του αυθαίρετου τερματισμού της συνεργασίας στερεί από την Ενάγουσα και τους ιδιοκτήτες της κάθε πόρο τους για ζωή. Αξιώνεται αποζημίωση για απώλεια της εμπορικής εύνοιας του πρατηρίου αξίας €250.000 - €300.000 και για διαφυγόντα κέρδη ή απώλεια κερδών για την περίοδο 16.8.2007 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 ποσό €91.353,
- Καταλογίζεται ακόμα στην «Petrolina» πως δόλια απέκρυψε από την Ενάγουσα τις προθέσεις του ιδιοκτήτη της γης εκβιάζοντας την να εκκενώσει το πρατήριο, δόλια της υποσχέθηκε να της δώσει νέο πρατήριο το οποίο ουδέποτε της έδωσε και δόλια σταμάτησε να καταβάλλει το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη της γης προκειμένου να προκληθεί πρόβλημα στην Ενάγουσα. Η Έκθεση Απαίτησης δεν είναι συνταγμένη κατά τον καλύτερο τρόπο. Η καταληκτική παράγραφος 17, που φαίνεται να υπέχει θέση παρακλητικού μέρους, αναφέρεται σε «Λεπτομέρειες Ζημιών» και περιλαμβάνει, πέραν του συγκεκριμένου ποσού των €91.353,24, διάφορες επικεφαλίδες αποζημιώσεων. Με την Έκθεση Υπεράσπισής της η «Petrolina» εγείρει ζήτημα καθ΄ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Εφόσον, υποστηρίζεται, η επίδικη διαφορά αφορά στη σχέση πρατηριούχου και εταιρείας πετρελαιοειδών, αυτή εμπίπτει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 και το μόνο αρμόδιο δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ακόμα πως, εφόσον η διαφορά αφορά θέμα που σχετίζεται με συμφωνία που αφορά την κατοχή ακινήτου στη Λεμεσό, το Δικαστήριο τούτο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα. Ισχυρίζεται ακόμα η «Petrolina» ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι θα μπορούσε τις απαιτήσεις που εδώ εγείρει να αξιώσει στην αγωγή 1163/08 Ε.Δ. Λεμεσού όπου, σε απαίτηση των ιδιοκτητριών της γης εναντίον της «Petrolina», είχε συνενωθεί ως τριτοδιάδικος. Επί της ουσίας, είναι η θέση της «Petrolina» πως η απόφαση της για μη συνέχιση της συνεργασίας με την Ενάγουσα ήταν νόμιμη και σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των συμφωνίας της 21.9.2000 την οποία παραδέχεται και πως, σε κάθε περίπτωση, η λειτουργία του πρατηρίου δεν μπορούσε να συνεχίσει αφού δεν παραχωρούνταν οι σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Αρνείται η «Petrolina» ότι ενήργησε δόλια όπως της καταλογίζεται, ότι έχει ευθύνη για τις όποιες ζημιές της Ενάγουσας τις οποίες αρνείται, ή υποχρέωση αποζημίωσης της. Διατείνεται ακόμα η «Petrolina» πως στις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρξε κατάληξη σε οποιαδήποτε συμφωνία και δεν δημιουργήθηκε κανένα έννομο αποτέλεσμα. Είναι η θέση του Μαρκίδη πως μόλις το 2005 αναφέρθηκε από την «Petrolina» το ενδεχόμενο διακοπής της συμφωνίας ενοικίασης της γης όπου βρισκόταν το πρατήριο. Η «Petrolina» πρότεινε όπως, σε περίπτωση που οι ιδιοκτήτες της γης ανακτούσαν την γη τους, παραχωρήσει στην Ενάγουσα νέο πρατήριο με μηνιαίο ενοίκιο ₤400 και με όρο ότι σε περίπτωση πώλησης του νέου πρατηρίου να εισπράξει αυτή το μισό της εμπορικής εύνοιας. Ακολούθησαν ανταλλαγές επιστολών και διαβουλεύσεις. Ο Μαρκίδης περιγράφει τις εξελίξεις. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 19.4.2005 (Τεκμήριο 6) χαρακτήριζε την πρόταση για να δικαιούται η «Petrolina» το μισό της εμπορικής εύνοιας άδικη και μονόπλευρη και ζητούσε όπως η «Petrolina» αναθεωρήσει την πρόταση της και απαλείψει την σχετική πρόνοια από το συμβόλαιο. Ακολούθησε νέα επιστολή ημερομηνίας 22.5.2006 (Τεκμήριο 7). Αναφέρεται στην αρχή της επιστολής:« Ως γνωστό η Εταιρεία αρκετές φορές μας είχε πληροφορήσει, ότι κατέστη αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας του Πρατηρίου μας, λόγω λήξης του συμβολαίου ενοικιάσεως της γης, και λόγω αδυναμίας στην εξασφάλιση άδειας για διάφορες εργασίες και επιδιορθώσεις, που κατά καιρούς πρέπει να γίνονται για την ομαλή λειτουργία του Πρατηρίου». Γίνεται αναφορά σε συνάντηση του Συνδέσμου Πρατηριούχων με την «Petrolina» όπου, όπως η επιστολή περιγράφει, η «Petrolina» πείσθηκε για το δίκαιο των πρατηριούχων και διαβεβαίωσε ότι το αίτημα σε σχέση με την εμπορική εύνοια θα αποσυρόταν, εν τούτοις στη συνέχεια, πάντα σύμφωνα με την επιστολή, ειπώθηκε στο Δημήτρη Μαρκίδη από τον Κωνσταντίνο Λευκαρίτη, προφανώς αξιωματούχο της «Petrolina», ότι μετά τη λήξη του συμβολαίου, ίσως και μιας ολιγόμηνης παράτασης από τους ιδιοκτήτες, η συνεργασία τελείωνε και το νέο πρατήριο που θα δημιουργείτο θα εκμεταλλευόταν η ίδια η «Petrolina». Ακολούθησε, κατά τον Μαρκίδη, συνάντηση με τον Σύνδεσμο Πρατηριούχων όπου παρευρέθηκαν αντιπρόσωποι της «Petrolina» και εξέφρασαν την δέσμευση τους όπως, σε περίπτωση που κάποιος πρατηριούχος χάσει το πρατήριο του, η «Petrolina» να τον αποζημιώνει. Ακολούθησε επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 31.5.2006 (Τεκμήριο 8) όπου, αφού γίνεται αποδεκτός ο τερματισμός της συνεργασίας και κατανοητό ότι η «Petrolina» θα λειτουργεί η ίδια τα πρατήρια της, ευχαριστεί η Ενάγουσα για το θετικό τρόπο που η «Petrolina» αντιμετώπισε το δίκαιο αίτημα της Ενάγουσας που φαίνεται να ήταν όπως, σε τέτοια περίπτωση, ο υφιστάμενος πρατηριούχος να αποζημιώνεται. Στη συνάντηση του Συνδέσμου Πρατηριούχων με την «Petrolina» αναφέρθηκε ο Μαρκίδης και στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέροντας ότι ο Κίκης Λευκαρίτης, προφανώς και αυτός αξιωματούχος της «Petrolina», συγκατένευσε και έδωσε προφορική υπόσχεση για αποζημίωση του πρατηριούχου. Η «Petrolina» με επιστολή της ημερομηνίας 24.7.2006 (Τεκμήριο 9) απέρριπτε το περιεχόμενο των προηγούμενων δύο επιστολών της Ενάγουσας αναφέροντας ότι: «Η εταιρεία ουδέποτε σας έδωσε οιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ούτε και ανέλαβε οιεσδήποτε υποχρεώσεις και αντιλαμβανόμαστε ότι η σχετική ισχυρισμοί σας γίνονται για δημιουργία εντυπώσεων γεγονός που δεν είναι αποδεκτό». Αυθημερόν με δεύτερη επιστολή (Τεκμήριο 10) η «Petrolina» πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι δεν επιθυμούσε ανανέωση των συμφωνιών τους και ότι δεν προτίθετο να συνεχίσει την συνεργασία μαζί της μετά την 31.8.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 5.8.2006 (Τεκμήριο 11) επέμενε ότι κατά την συνάντηση της 25.5.2006 (προφανώς επρόκειτο για τη δεύτερη συνάντηση με τον Σύνδεσμο Πρατηριούχων) η «Petrolina» είχε δηλώσει ότι, μετά την αλλαγή στην πολιτική της να εκμεταλλεύεται η ίδια τα πρατήρια, ο επηρεαζόμενος πρατηριούχος θα αποζημιώνεται. Η «Petrolina» με επιστολή της ημερομηνίας 5.2.2007 (Τεκμήριο 12) βεβαιώνει ότι η μεταξύ των μερών συνεργασία τερματιζόταν στις 28.2.2007 και ότι το οικόπεδο μέσα στο οποίο βρισκόταν το πρατήριο θα παραδιδόταν στους ιδιοκτήτες. Ακολούθησε άλλη επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 12.2.2007 «άνευ βλάβης δικαιωμάτων» (Τεκμήριο 13) στην οποία η Ενάγουσα επικαλείται ότι το ζήτημα είχε συζητηθεί μεταξύ του Συνδέσμου Πρατηριούχων και της «Petrolina» αρκετές φορές «όπου είχαμε καταλήξει σε κατ΄αρχή συμφωνία σχετικά με τη μετακίνηση των Πρατηρίων». Σημειώνει η Ενάγουσα ότι τα πιο πάνω είχαν λεχθεί στην παρουσία οκτώ πρατηριούχων. Η «Petrolina» απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 20.2.2007 (Τεκμήριο 14) εξηγώντας πως οι λόγοι τερματισμού της συνεργασίας οφείλονταν στη λήξη του ενοικιαστηρίου συμβολαίου της γης επί της οποίας βρισκόταν το πρατήριο και στην μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου από το Δήμο Λεμεσού. Αντεξεταζόμενος ο Μαρκίδης συμφώνησε με δήλωση που είχε κάμει στα πλαίσια άλλης αγωγής ότι στις 2.3.2007 έγινε συνάντηση των διαδίκων στην παρουσία και του συμβουλίου του Παγκύπριου Συνδέσμου Πρατηριούχων της «Petrolina» (αυτή φαίνεται να ήταν η Τρίτη συνάντηση) όπου έγινε κατ΄ αρχήν συμφωνία, εφόσον συμφωνούσαν και οι ιδιοκτήτες της γης, να συνεχίσει η λειτουργία του πρατηρίου μέχρι της άρνησης έκδοσης άδειας λειτουργίας και κατεδάφισης του από το Δήμο Λεμεσού. Περαιτέρω ότι ο ίδιος θα έκανε προσπάθεια με τις ιδιοκτήτριες για πιθανή μείωση του ενοικίου και ότι έγινε πρόταση να πληρώσει η Ενάγουσα μέρος του ενοικίου αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Επεσήμανε ο Μαρκίδης πως, όπως στην προηγουμένη του δήλωση αναφερόταν, δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία. Την 21.3.2007 με νέα επιστολή της (Τεκμήριο 15) η «Petrolina» ενημέρωνε την Ενάγουσα ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του πρατηρίου ίσχυε όπως της είχε κοινοποιηθεί με τις προηγούμενες επιστολές. Γίνεται αναφορά σε προσπάθεια που ο Μαρκίδης θα αναλάμβανε ώστε να συνεχιστεί η μίσθωση της γης με ₤2.000 περίπου το μήνα, οπόταν και θα μπορούσε να παραταθεί η λειτουργία του πρατηρίου «μέχρι της αρνήσεως εκδόσεως άδειας λειτουργίας». Προκύπτει από το περιεχόμενο απαντητικής επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 27.3.2007 (Τεκμήριο 16) πως ο Μαρκίδης είχε κάποια συνάντηση με εκπρόσωπο των ιδιοκτητριών και αναμένετο η απάντηση τους. Αναφερόταν και σε αυτή την επιστολή πως η «Petrolina» είχε δεσμευτεί όπως το πρώτο πρατήριο που θα ανέγειρε στη Λεμεσό θα παραχωρείτο στην Ενάγουσα με τους ίδιους όρους που διέπουν τα συμβόλαια των άλλων πρατηριούχων. Στη συνέχεια την ανταλλαγή επιστολών ανέλαβαν οι δικηγόροι των μερών. Η «Petrolina» με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 4.7.2007 (Τεκμήριο 18) προέβηκε στον άμεσο τερματισμό της συνεργασίας και ζήτησε παράδοση ελεύθερης κατοχής του πρατηρίου μέχρι 16.8.2007 για να παραδώσει το τεμάχιο στις ιδιοκτήτριες. Γίνεται στην επιστολή αναφορά στο ζήτημα του ενοικίου και πως ήταν ασύμφορη η λειτουργία του πρατηρίου δεδομένου και του ότι η ανανέωση της άδειας λειτουργίας του ήταν αδύνατη. Η Ενάγουσα με επιστολή του τότε δικηγόρου της ημερομηνίας 31.7.2007 (Τεκμήριο 19) απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων της «Petrolina», δήλωνε την πρόθεση της να μην εγκαταλείψει το πρατήριο και επιφύλασσε τα δικαιώματα της. Ακολούθησαν άλλες τρεις επιστολές των δικηγόρων της «Petrolina» (Τεκμήριο 20 - 22). Η Ενάγουσα με επιστολή του τότε δικηγόρου της ημερομηνίας 23.12.2009 (Τεκμήριο 31 και 42) πληροφόρησε την «Petrolina» ότι σε ένδειξη καλής θελήσεως ήταν έτοιμη να παραδώσει αμέσως το πρατήριο με επιφύλαξη όμως όλων των δικαιωμάτων της. Η επιστολή έχει ως θέμα την αίτηση Ε169/
- Επρόκειτο για αίτηση που η «Petrolina» είχε καταχωρήσει εναντίον της Ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου (Τεκμήριο 40) ζητώντας μεταξύ άλλων κενή και ελεύθερη κατοχή του πρατηρίου. Η «Petrolina» με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 8.1.2010 (Τεκμήριο 32), ανάφερε ότι θα παραλάμβανε το πρατήριο στις 11.1.
- Η Δήμητρα Ζαχαρίου (ΜΥ), ανώτερη τεχνικός στο Δήμο Λεμεσού, εντός των ορίων του οποίου βρίσκεται ο χώρος του πρατηρίου, παρουσίασε επιστολή του Δήμου ημερομηνίας 2.2.2007 προς την «Petrolina» (Τεκμήριο 45) όπου, μεταξύ αναφορών για διάφορα πρατήρια στη Λεμεσό, αναφέρεται για το επίδικο ότι δεν εξασφαλίστηκε πιστοποιητικό καταλληλότητας από τα Δημόσια Έργα και την Πυροσβεστική Υπηρεσία και πως τυχόν προσπάθεια συμμόρφωσης με την νομοθεσία φαινόταν αδύνατη λόγω του μεγάλου επηρεασμού του τεμαχίου από την ρυμοτομία. Προειδοποιείτο η «Petrolina» ότι τυχόν συνέχιση της παράνομης πλέον λειτουργίας του πρατηρίου θα υποχρέωνε το Δήμο στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της. Όπως εξήγησε η Ζαχαρίου, η οποία ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας και καθ΄ όλα αξιόπιστη, το πρατήριο είχε εισόδους και εξόδους κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών, ζήτημα που είχε επισημανθεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων, οπόταν, δεν μπορούσε να εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας που ήταν προαπαιτούμενο για να δοθεί άδεια λειτουργίας από τον Δήμο. Υπήρχε αδυναμία συμμόρφωσης, αφού λόγω μεγάλης επέμβασης σε μεγάλο εμβαδό και βάθος στο τεμάχιο από το δημοσιευμένο ρυμοτομικό σχέδιο διαμόρφωσης της οδού Αγίας Φυλάξεως, δεν μπορούσε να γίνει άλλη ρύθμιση αναφορικά με τις εισόδους και εξόδους. Το πρόβλημα που αναφέρεται στην επιστολή του Δήμου προς την «Petrolina» δεν ήταν πρόσκαιρο. Προς τον Δήμο κοινοποιούνταν από το 2002 επιστολές του Τμήματος Δημοσίων Έργων που απευθύνονταν προς την «Petrolina» με τις οποίες ενημερωνόταν η εταιρεία για την αδυναμία έκδοσης πιστοποιητικού καταλληλότητας. Μετά την επιστολή τις 2.2.2007 υποβλήθηκε την 19.3.2007 αίτηση για την κατεδάφιση του πρατηρίου. Η αίτηση υποβλήθηκε από τις ιδιοκτήτριες του τεμαχίου Γεωργία και Θεοδοσία Ιωαννίδου και Άννα Πατζηνάκου. Την 27.7.2007 εκδόθηκε η Αδεια Οικοδομής 12402 (Τεκμήριο 46) με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στις ιδιοκτήτριες για την κατεδάφιση του πρατηρίου και η κατεδάφιση πραγματοποιήθηκε μετά την παράδοση του το
- Ο Μαρκίδης παραδέχτηκε ότι γνώριζε ότι ο Δήμος Λεμεσού ήθελε την απομάκρυνση του πρατηρίου επειδή παρακώλυε την κυκλοφορία και ο ίδιος είχε ιδία γνώση του γεγονότος ότι πολλά αυτοκίνητα χρησιμοποιούσαν το πρατήριο ως δίοδο για να εισέλθουν στην οδό Αγ. Φυλάξεως. Η Ενάγουσα παρουσίασε τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 16.4.2007 (Τεκμήριο 17) που φέρεται να υπογράφεται από τις τρεις συνιδιοκτήτριες στο οποίο αναφέρουν ότι δεν ζήτησαν το τερματισμό του συμβολαίου ενοικίασης με την «Petrolina». Ωστόσο, στη συνέχεια, οι συνιδιοκτήτριες εκίνησαν την αγωγή 1163/08 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της «Petrolina» αξιώνοντας την εκκένωση του πρατηρίου, έξωση της «Petrolina», παράδοση ελεύθερης κατοχής του πρατηρίου, αποζημιώσεις και οφειλόμενα ενοίκια. Η «Petrolina» ισχυρίστηκε ότι το πρατήριο κατείχε η νυν Ενάγουσα που αρνείτο να το παραδώσει και την συνένωσε ως τριτοδιάδικο καταχωρώντας εναντίον της Έκθεση Απαίτησης στις 9.2.2009 (Τεκμήριο 38). Η νυν Ενάγουσα καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης Τριτοδιαδίκου στις 3.3.2009 (Τεκμήριο 39). Την 30.6.2011 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή (Τεκμήριο 33) υπέρ των συνιδιοκτητριών, ενώ η διαδικασία τριτοδιαδίκου απορρίφθηκε λόγω έλλειψης καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Είναι η θέση του Μαρκίδη πως αρχικά η «Petrolina» τους ζήτησε να βρουν νέο οικόπεδο για νέο πρατήριο. Το νέο οικόπεδο βρέθηκε από την «Petrolina» και ο Κ. Λευκαρίτης του το υπέδειξε αναφέροντας του «τι καλό πρατήριο σας βρήκαμε Άριστε». Όμως όταν τους παρουσιάστηκε το συμβόλαιο αυτό εμπεριείχε απεχθείς για την Ενάγουσα όρους που δεν μπορούσε να αποδεχτεί. Ζητείτο ενοίκιο ₤1.000 και ότι εάν πωληθεί το πρατήριο, εννοώντας η εμπορική του εύνοια, η «Petrolina» να πάρει το μισό του ποσού. Αυτό ήταν το σημαντικότερο σημείο διαφωνίας των μερών. Όπως έθεσε το ζήτημα ο Μαρκίδης, εάν πράγματι ήταν αδύνατο να συνεχιστεί η λειτουργία του πρατηρίου, και όχι γιατί δόλια η «Petrolina» εξασφάλισε άδεια κατεδάφισης του, όφειλε η «Petrolina» όπως και συμφώνησε να τους παραχωρήσει νέο πρατήριο. Του υποβλήθηκε πως σε τέτοια συμφωνία ουδέποτε κατέληξαν με την «Petrolina» και απάντησε «Δεν είπα ότι καταλήξαμε». Ακριβώς γιατί αρνούνταν να υπογράψουν ο Κ. Λευκαρίτης είπε ότι θα έδιδαν το πρατήριο αλλού. Η θέση του Μαρκίδη ήταν ότι θα έπρεπε να τους προσφέρουν το νέο πρατήριο με όρους έστω παραπλήσιους με τους υφιστάμενους. Όπως παραδέχτηκε πως είπε κατά τη μαρτυρία του στην αγωγή 1163/2008, η διαφορά με την «Petrolina» δεν ήταν κατά πόσο ο Δήμος Λεμεσού θα τερμάτιζε την άδεια. Τον τερματισμό της λειτουργίας του πρατηρίου τον δέχθηκαν ως αναπόφευκτο κακό και η προσοχή τους δόθηκε στο νέο συμβόλαιο του νέου πρατηρίου που θα τους έδιδαν. Αυτή ήταν η διαφορά τους με την «Petrolina». Διασαφηνίζεται, ωστόσο, στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας (σελ.2, παρα.4 και 5) πως η βάση της αγωγής είναι ο, κατά την Ενάγουσα, παράνομος, αντισυμβατικός και καταχρηστικός τερματισμός εκ μέρους της «Petrolina» της συμφωνίας των διαδίκων ημερομηνίας 21.9.2000 που επεσυνέβηκε όταν η «Petrolina» ανακοίνωσε στην Ενάγουσα ότι δεν προτίθετο να συνεχίσει τη συνεργασία τους πέραν της 31.8.
- Αυτό δικογραφείται και στην παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης και πως έγινε με την επιστολή της «Petrolina» ημερομηνίας 24.7.
- Επισημαίνεται ακόμα στην αγόρευση πως στην πιο πάνω επιστολή δεν εξειδικεύεται και δεν αιτιολογείται ο λόγος τερματισμού της συμφωνίας. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των δικηγόρων της Ενάγουσας μόλις την 2.2.2007 ενημερώθηκε η «Petrolina» ότι το πρατήριο δεν μπορούσε να λειτουργήσει, οπόταν, κατά την 24.7.2006 που στάληκε η επιστολή τερματισμού το γεγονός ήταν άγνωστο στην «Petrolina» που συνεπώς δεν θα μπορούσε να το επικαλεστεί, όπως και δεν το επικαλέστηκε, ούτε να ενεργήσει στη βάση του. Το Τεκμήριο 35 είναι φωτοαντίγραφο της συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στο οποίο επισυνάπτονται πιστοποιητικά μετόχων και αξιωματούχων της Ενάγουσας που δεν επισυνάφθηκαν όταν άλλο φωτοαντίγραφο της συμφωνίας παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 5 από τον Μαρκίδη. Ηθέλησε η υπεράσπιση να υποδείξει πως έκτοτε υπήρξε αλλαγή στους μετόχους της Ενάγουσας οπόταν η χορηγηθείσα άδεια ανακαλείτο αμέσως και η συμφωνία τερματιζόταν σύμφωνα με τον όρο 8 (η) (ii), που προνοούσε για τέτοια συνέπεια εάν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επεσυνέβαινε αλλαγή ή διαφοροποίηση των υφισταμένων μετόχων ή του ποσοστού συμμετοχής των μετόχων της Ενάγουσας όπως παρουσιαζόταν σε πιστοποιητικό μετόχων που επισυνάφθηκε ως παράρτημα στη συμφωνία. Φαίνεται πως στον όρο η «Petrolina» απέδιδε σημασία. Σύμφωνα με την γραπτή δήλωση Μαρκίδη η συνομολόγηση συμφωνίας με εταιρεία ήταν επιθυμία της «Petrolina». Ωστόσο με τη δια ζώσης μαρτυρία του ο Μαρκίδης ανέτρεψε τη θέση αποδεχόμενος ότι, παρά την δική τους επιθυμία, η «Petrolina» αρνείτο πεισματικά να υπογράψει συμφωνία με εταιρεία, πολιτική που άλλαξε στη συνέχεια και υπογράφηκε το 2000 η συμφωνία με την Ενάγουσα. Όπως ο Μαρκίδης ανέφερε ο λόγος που η «Petrolina» προέβαλλε, όταν δεν αποδεχόταν να συμβληθεί με εταιρεία, ήταν ότι ήθελε να γνωρίζει πρατηριούχο, ενώ στην περίπτωση εταιρείας οι μετόχοι θα μπορούσαν να αλλάξουν. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό μετόχων ημερομηνίας 15.1.2000 που επισυνάπτεται στη συμφωνία μετόχοι ήταν τέσσερα φυσικά πρόσωπα οι Δημήτρης Κ. Μαρκίδης με 7.500 μετοχές και Αντώνης Α. Μαρκίδης, Γιάννης Α. Μαρκίδης και Κώστας Α. Μαρκίδης με 2.500 μετοχές έκαστος. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό μετόχων ημερομηνίας 14.1.2008 (Τεκμήριο 3) ο Δημήτρης Κ. Μαρκίδης έπαψε να είναι μέτοχος και οι μετοχές του φαίνεται να μοιράστηκαν στους Κώστα, Πολύδωρο και Τάσο Δ. Μαρκίδη. Σημειώνεται πως ο Άριστος Μαρκίδης δεν παρουσιάζεται να ήταν καθ΄ οιονδήποτε ουσιώδη χρόνο μέτοχος της Ενάγουσας. Δεν μαρτυρήθηκε πότε έγιναν οι αλλαγές των μετόχων, συνεπώς, δυνάμει του τεκμηρίου της συνέχειας, θεωρείται πως η κατάσταση που περιγράφεται στο πιστοποιητικό ημερομηνίας 15.1.2000 συνέχιζε να υφίσταται μέχρι την 14.1.2008 που οι αλλαγές επιμαρτυρούνται. Επομένως δεν τεκμηριώνεται ότι είχαν γίνει αλλαγές των μετόχων κατά τον επίδικο χρόνο τερματισμού της συμφωνίας. Επειδή ο Μαρκίδης αναφέρθηκε κατά κόρον σε υπόσχεση και διαβεβαίωση της «Petrolina» για να δώσει στην Ενάγουσα νέο πρατήριο και σε συμφωνία ή κατ΄ αρχή συμφωνία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή δεν εδράζεται σε τέτοια συμφωνία και αθέτησή της από την «Petrolina». Δεν δικογραφείται στο σώμα της αγωγής ότι η «Petrolina» συμφώνησε να παραχωρήσει νέο πρατήριο με τους όρους που η Ενάγουσα θα ήθελε ή θα αποδεχόταν. Ότι συναφές δικογραφείται είναι στην παράγραφο 7 της Εκθεσης Απαίτησης, και αφορά την πρόταση της «Petrolina» για παραχώρηση νέου πρατηρίου με τον όρο να δικαιούται στο μισό της εμπορικής του εύνοιας, κάτι που η Ενάγουσα απέρριπτε. Ούτε υπάρχει διατυπωμένη θεραπεία που να έχει ως έρεισμα την παραβίαση από την «Petrolina» συμφωνίας να παραχωρήσει νέο πρατήριο στην Ενάγουσα. Ο Μαρκίδης μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Ωστόσο, από αυτή δεν προκύπτει σαφώς η θέση ότι οι διάδικοι κατέληξαν σε συγκεκριμένη δεσμευτική συμφωνία για την παραχώρηση από την «Petrolina» νέου πρατηρίου στην Ενάγουσα. Ούτε και θα μπορούσα να αποδεχτώ τέτοια θέση ενόψει των αναφορών του Μαρκίδη σε διαβεβαιώσεις, υποσχέσεις, σε αποζημιώσεις του πρατηριούχου, για κατ΄ αρχή συμφωνία και ότι δεν κατέληξαν με την «Petrolina». Ούτε και θα μπορούσε να διαγνωστούν οι όροι μιας τέτοιας συμφωνίας. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 (σήμερα οι περί Ενοικιοστασίου Νόμοι του 1983 μέχρι 2013) «ενοικίασις» δεν περιλαμβάνει ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, όμως: «... το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και, σε περίπτωση μετακίνησης του σταθμού σε άλλο ακίνητο, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα αυτά του πρατηριούχου, εφαρμοζομένων, σε τέτοια περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 14
(1)(β) του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών». Το άρθρο 14 προνοεί ότι: «
(1)Ενοικιαστής καταστήματος: (α) Εναντίον του οποίου εξεδόθη απόφασις ή διάταγμα δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (η) του εδαφίου
(1)του άρθρου 11, και (β) Του οποίου το επιτήδευμα ή η εργασία συνεδέθη κατά τα τελευταία πέντε έτη με το κατάστημα, κατά τοιούτον τρόπον ώστε να υποστή ζημία εάν μεταφέρη και συνεχίση το επιτήδευμα ή την εργασίαν του εις άλλο κατάστημα, δύναται, εν η περιπτώσει τα νέα ακίνητα περιλαμβάνουν οιονδήποτε κατάστημα, να απαιτήση δια της επί τούτο επιδόσεως ειδοποιήσεως εις τον ιδιοκτήτη, εντός τριών μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως ή του διατάγματος, την εις αυτόν, παραχώρησιν νέας ενοικιάσεως τοιούτου καταστήματος, εάν υπάρχη, επί προσφορά δικαίου ενοικίου ... » Το άρθρο 4
(1)του Νόμου προνοεί την ίδρυση Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων τα οποία έχουν αρμοδιότητα, επί οιουδήποτε θέματος εγειρόμενου κατά την εφαρμογή του προαναφερόμενου Νόμου, συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος. Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 537, 542 αναφέρεται ότι είναι προφανές από τον ορισμό της ενοικιάσεως στο άρθρο 2 του Νόμου ότι η ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, μεταξύ δηλαδή του ιδιοκτήτη της γης και της εταιρείας πετρελαιοειδών, δεν διέπεται από τον Νόμο, ενώ το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή του ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ της εταιρείας πετρελαιοειδών και του πρατηριούχου διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Στην Papageorghiou v Karayiannis
(1988)1 CLR 571 ερμηνεύτηκε η φράση «συμπεριλαμβανομένου παντός παρεπίμπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος» στο άρθρο 4
(1). Ζητήματα έξωσης καλύπτονται από το Νόμο και ζητήματα ανάκτησης καθυστερημένων ενοικίων θεωρούνται ως παρεπίμπτοντα του ζητήματος της έξωσης (Petsas v Pavlides
(1980)1 CLR 158). Στην Papageorghiou (σελ.577) αναφέρεται πως το κύριο θέμα του περί Ενοικιοστασίου Νόμου είναι ο περιορισμός της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα έξωσης όπως το άρθρο 11 του Νόμου εξαντλητικά καθορίζει, η ρύθμιση του ενοικίου η αποζημίωση του ενοικιαστή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και η παροχή νέας ενοικιάσεως στον ενοικιαστή κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου
- Όταν εγείρεται διαφορά που αφορά αυτά τα ζητήματα, τότε πρόκειται για διαφορά που αφορά ζήτημα που εγείρεται κατ΄ εφαρμογή του Νόμου και ξεκάθαρα εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (βλ. ακόμη Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά και Lukoil Cyprus Ltd v Χαράλαμπου Φελλά κ.ά. Πολ. Έφ. 153/2009, ημερ. 8.3.
- Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι δεν εφαρμόζεται ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος γιατί η Ενάγουσα ουδέποτε κατέστη θέσμιος ενοικιαστής, ενώ το πρατήριο είχε παραδοθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και η Ενάγουσα δεν αξιώνει την κατοχή του. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι το πρατήριο είχε παραδοθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 29.2.2008 ενώ το πρατήριο παραδόθηκε από την Ενάγουσα στην «Petrolina» τον Ιανουάριο του
- Στην Efthymiadou v Zoudros and Others
(1986)1 CLR 341 καταχωρίστηκε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για καθυστερημένα ενοίκια και ζημιές στο ενοικιαζόμενο ακίνητο. Το ακίνητο είχε πρωτοενοικιαστεί το 1974 και ενέπιπτε κάτω από τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ο ενοικιαστής το είχε εκκενώσει το 1982 και η αγωγή καταχωρίστηκε το 1983, δηλαδή δεν εγειρόταν ζήτημα ανάκτησης κατοχής του αλλά η αξίωση ήταν μόνο χρηματική. Αποφασίστηκε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας αφού αποκλειστική καθ΄ ύλην αρμοδιότητα είχε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αναφέρεται (σελ.345) ότι: «... it is fairly clear to us the legislature intended to refer every matter relevant to the terms of occupation of controlled premises and liability arising thereunder to the Court set up under the provisions of s.4
(1).» Η βάση της παρούσας αγωγής είναι ότι η «Petrolina» παράνομα τερμάτισε την συμφωνία ημερομηνίας 21.9.2000 με την οποία η «Petrolina» εταιρεία πετρελαιοειδών παραχωρούσε άδεια χρήσης του επιδίκου πρατηρίου στην Ενάγουσα πρατηριούχο. Μπορεί η αξίωση να είναι μόνο χρηματική αλλά έχει ως υπόβαθρο τη συμφωνία και η όποια απόδοση αποζημιώσεων θα πρέπει να έχει ως έρεισμα τη διαπίστωση ότι η «Petrolina» διέρρηξε τη συμφωνία. Λόγω της φύσης του επίδικου υποστατικού, πρόκειται δηλαδή για πρατήριο πετρελαιοειδών, και της υπόστασης των συμβληθέντων, δηλαδή εταιρείας πετρελαιοειδών και πρατηριούχου, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 επεμβαίνει στη συμφωνία της 21.9.2000 και στους όρους της και κατά πόσο υπήρξε διάρρηξη της ή και παραβίαση των δικαιωμάτων του πρατηριούχου είναι ζήτημα που ξεκάθαρα εμπίπτει εντός των προνοιών του Νόμου. Επομένως οι αξιώσεις της Ενάγουσας, που δεν μπορούν να εξεταστούν παρά μόνο μετά τη διακρίβωση των πιο πάνω ζητημάτων, επίσης εμπίπτουν εντός των προνοιών του Νόμου. Η συμφωνία των διαδίκων ημερομηνίας 21.9.2000, με την οποία η «Petrolina» παραχωρούσε άδεια χρήσης του πρατηρίου στην Ενάγουσα, ήταν για περίοδο ενός έτους, δηλαδή έληγε την 31.8.
- Προνοείτο (όρος 5) ότι η συμφωνία θα ανανεώνετο αυτόματα κατά την εκάστοτε λήξη της για περίοδο ενός έτους κάθε φορά εκτός εάν οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους ειδοποιούσε γραπτώς τον άλλο ένα μήνα πριν από τη λήξη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της. Εφόσον η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε, κατά τη θέση της, κεκτημένα, αυτό που θα πρέπει εκ πρώτοις να σημειωθεί είναι πως είναι πρόδηλο πως η συμβατική κατοχύρωση της Ενάγουσας ήταν πολύ περιορισμένη. Και τούτο, αφού ήταν συμβατικό δικαίωμα της «Petrolina» ένα μήνα πριν το τέλος Αυγούστου κάθε έτους να ειδοποιεί γραπτώς την Ενάγουσα ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας. Το δικαίωμα φαίνεται να ήταν απόλυτο, για κάθε μέρος, που δεν υποχρεούτο να δώσει λόγο ή να δικαιολογήσει την μη επιθυμία του για ανανέωση της συμφωνίας και τον συνεπακόλουθο τερματισμό της στο τέλος Αυγούστου. Επομένως, η επιστολή της «Petrolina» ημερομηνίας 24.7.2006, με την οποία ανακοίνωσε στην Ενάγουσα ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της μεταξύ τους συμφωνίας και δεν προτίθετο να συνεχίσει τη συνεργασία τους μετά τη λήξη της συμφωνίας την 31.8.2006, συνιστούσε νόμιμο τερματισμό ή επέφερε νομότυπα την εκπνοή της συμφωνίας. Και, στην έκταση που εξετάζεται η καθαρά συμβατική σχέση των διαδίκων, η Ενάγουσα ουδεμία απαίτηση φαίνεται να μπορούσε να είχε κατά της «Petrolina». Καμιά αξίωση για διαφυγόντα κέρδη φαίνεται να στοιχειοθετείται με βάση τις εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα, ενώ καμιά πρόνοια δεν υπάρχει στη συμφωνία αναφορικά με αποζημίωση της Ενάγουσας για εμπορική εύνοια ή υποχρέωση της «Petrolina» για παραχώρηση νέου πρατηρίου. Με την Εκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα αρνείται ότι η ρηθείσα επιστολή επέφερε το νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας. Δεν δικογραφείται ισχυρισμός ότι τυχόν νόμιμος τέτοιος τερματισμός ανακλήθηκε με τη συναίνεση ή ανοχή της «Petrolina» λόγω της συνέχισης της λειτουργίας του πρατηρίου μετά την 31.8.
- Αλλά, ακόμα και αν θα μπορούσε να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 4.7.2007 με την οποία τερματιζόταν άμεσα η συνεργασία των μερών και γινόταν, μεταξύ άλλων, αναφορά στο ότι η ανανέωση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου ήταν αδύνατη. Με δεδομένο αυτό που εξάγεται από την Εκθεση Απαίτησης, ότι η «Petrolina» σταμάτησε να προμηθεύει με πετρελαιοειδή την Ενάγουσα από τις 16.8.2007, οι όποιες αποζημιώσεις για μη προμήθεια με πετρελαιοειδή θα ήταν περιορισμένες. Ακόμα, με δεδομένο το δικαίωμα στην «Petrolina» που κατοχυρώνει ο όρος 5 της συμφωνίας οι όποιες αποζημιώσεις της Ενάγουσας δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα διαφυγόντα κέρδη για ένα έτος. Η αξίωση για νέο πρατήριο θα μπορούσε, ίσως, να επιδιωχθεί κατ΄ επίκληση του άρθρου 14
(1)(β) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, εφόσον η Ενάγουσα καταδείκνυε ότι η περίπτωση της καλυπτόταν από τις διατάξεις του. Φαίνεται δε πως η όποια απαίτηση για εμπορική εύνοια εκ μέρους πρατηριούχου δεν εδράζεται σε καθαυτό δικαίωμα για τέτοια, αλλά στη διαπραγματευτική ισχύ που μπορεί να του εξασφαλίζουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Η Ενάγουσα ήταν αυτή που θα έπρεπε να επιδιώξει την ένταξη της υπόθεσης και των αξιώσεών της κάτω από τις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, επικαλούμενη τις όποιες προστατευτικές ή ευνοϊκές για τον πρατηριούχο διατάξεις του. Στην καθαρά συμβατική πτυχή της υπόθεσής της δεν θα μπορούσε να έχει καμιά τύχη. Σε σχέση με τη θέση ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή οι δικηγόροι της «Petrolina» παρέπεμψαν στην Θεοδώρου ν Μάντη
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1036, 1043 όπου γίνεται αναφορά στο ζήτημα του issue estoppel, ενώ οι δικηγόροι της Ενάγουσας επισήμαναν ότι η παρούσα καταχωρίστηκε την 29.2.2008 πριν την αγωγή 1163/08 Ε.Δ. Λεμεσού που καταχωρίστηκε την 17.4.2008, την Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου που καταχωρίστηκε στις 3.10.2008 και την Έκθεση Απαίτησης της «Petrolina» εναντίον της που καταχωρίστηκε το 2009 (9.2.2009). Οι δικηγόροι της «Petrolina» δεν επιχειρηματολόγησαν σε σχέση με το ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας του Ε.Δ. Λάρνακας, ενώ οι δικηγόροι της Ενάγουσας προέβαλαν το γεγονός ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της «Petrolina» είναι στη Λάρνακα (παραδεκτό στη δικογραφία) και στις σχετικές διατάξεις των περί Δικαστηρίων Νόμων, άρθρο 21
(1)(β). Μετά την κατάληξη μου αναφορικά με την έλλειψη καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου θα ήταν άτοπο να εξετάσω τις υπόλοιπες ενστάσεις. Εφόσον υπάρχει έλλειψη καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου ούτε το Ε.Δ. Λεμεσού θα είχε δικαιοδοσία είτε στην αγωγή 1163/08 είτε διαφορετικά να εκδικάσει τα επίδικα ζητήματα. Η κατάληξη οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (βλ. Βουνού ν Βουνού
(1995)1 ΑΑΔ 168). Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για σκοπούς πληρότητας θα αναφερθώ στις αποζημιώσεις τις οποίες η Ενάγουσα απαιτούσε. Ο Πανίκος Χασάπης (ΜΕ2), ελεγκτής της Ενάγουσας, μαρτύρησε πως, βάσει των εξελεγμένων λογαριασμών της Ενάγουσας (Τεκμήριο 43) τα καθαρά της κέρδη για τα έτη 2002 - 2006 ήταν ₤7.972, ₤4.032, ₤14.642, ₤19.811 και ₤12.950 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 34). Αποδέχομαι πως κατά τα πιο πάνω έτη η Ενάγουσα είχε τα καθαρά κέρδη που μαρτυρήθηκαν. Το δείγμα της πενταετίας θα θεωρούσα, υπό τις περιστάσεις, ασφαλή καθοδήγηση για τα κέρδη που η Ενάγουσα θα μπορούσε να πραγματοποιήσει στην περίπτωση που συνεχιζόταν η λειτουργία του πρατηρίου. Η μαρτυρία για την εμπορική εύνοια του επίδικου πρατηρίου δεν ήταν ικανοποιητική ώστε να ήταν δυνατό στη βάση της να αποδοθεί αποζημίωση. Κατά πρώτο λόγο το διεκδικούμενο ποσό δεν συναρτήθηκε με τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί ως εμπορική εύνοια για άλλα πρατήρια που πωλήθηκαν. Η μαρτυρία του Μαρκίδη ήταν γενική στη βάση του τι ακούστηκε για άλλο πρατήριο στη Λεμεσό που πωλήθηκε σε τιμή «μπαμ» σε κάποιο από την Αφρική. Ούτε ο μάρτυρας Χασάπης μπορούσε να παραθέσει οποιαδήποτε μεθοδολογία για τον καθορισμό της εμπορικής εύνοιας ενός πρατηρίου πετρελαιοειδών. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ορθή η επιχειρηματολογία των δικηγόρων της «Petrolina» πως με βάση τα κέρδη του πρατηρίου, όπως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, κανένας λογικός επιχειρηματίας δεν θα πλήρωνε το ποσό που η Ενάγουσα ισχυρίζεται για να αποκτήσει το πρατήριο. Πέραν δε τούτου, η όποια εμπορική εύνοια του πρατηρίου είχε εξανεμιστεί με δεδομένη την απόφαση του Δήμου Λεμεσού να μην ανανεώσει την άδεια λειτουργίας του. (Υπ.)...................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο