← Κύπρος

CYKINGS CONSTRUCTIONS LIMITED ν. Παναγιώτη Τήλλυρου, Αρ. Αγωγής: 352/05, 6/3/2014

CYKINGS CONSTRUCTIONS LIMITED ν. Παναγιώτη Τήλλυρου, Αρ. Αγωγής: 352/05, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 352/05 Μεταξύ: CYKINGS CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγόντων και Παναγιώτη Τήλλυρου Εναγομένου ------------- Αίτηση ημερομηνίας 6.2.2013 για τροποποίηση Δικαστικής Απόφασης Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Χρίστος Α. Καμπούρης (Για να ακούσει απόφαση η κα Καραμανή) Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση : κ. Γιώργος Α. Βασιλείου (Για να ακούσει απόφαση η κα Κώστα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο, που καταχωρήθηκε στις 2.2.2005 στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αξιούσαν από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 5.253,92, αντιπροσωπεύον «υπόλοιπο τιμήματος συμφωνηθείσας και εκτελεσθείσας εργασίας». Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, κατά/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2002 οι ενάγοντες, οι οποίοι ασχολούντο με οικοδομικές εργασίες, συμφώνησαν με τον εναγόμενο να «φέρουν εις πέρας την οικοδομή του (οικία) που βρίσκεται στην οδό Σκύρου στον Στρόβολο, έναντι της λογικής ή/και συμφωνηθείσας τιμής των Λ.Κ. 21.417=». Ο εναγόμενος στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση του, ισχυρίζετο ότι οι ενάγοντες παράνομα, αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της μεταξύ των συμφωνίας, διέκοψαν τις εργασίες τους και εγκατέλειψαν την οικοδομή, καταλείποντας σ΄ αυτή πολλές ημιτελείς εργασίες και κακοτεχνίες, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιές, αφενός μεν λόγω της καθυστέρησης που προέκυψε στην αποπεράτωση της οικοδομής και αφετέρου λόγω των κακοτεχνιών. Ανταπαιτητικώς αξίωνε από τους ενάγοντες ποσό πέραν των Λ.Κ. 10.000= ως αποζημιώσεις. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν επίσης τα εξής: Ι. Στις 16.1.2007 και οι δύο πλευρές συμφώνησαν όπως η υπόθεση παραπεμφθεί σε διαιτησία. Διαιτητής διορίστηκε μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. Εξέδωσε την απόφαση του στις 26.9.2011. ΙΙ. Στις 9.12.2011 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου, για το ποσό των €3.710.23, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα, πλέον τα έξοδα του διαιτητή (€10.000). Θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 1.2.2012 και εάν μέχρι τότε καταχωρείτο από τον εναγόμενο στο αρμόδιο Δικαστήριο με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 20, αίτηση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητού ημερομηνίας 26.9.2011, τότε θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην εν λόγω αίτηση. ΙΙΙ. Στις 27.1.2012 καταχωρήθηκε (στα πλαίσια της παρούσας αγωγής) εκ μέρους του εναγομένου, αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της άλλης πλευράς και στο τέλος απεσύρθη στις 9.4.2013, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του εναγομένου. ΙV. Στις 8.4.2013 καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου, αίτηση με την οποία ζητείτο παράταση του χρόνου για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή. Στις 22.4.2013 που ήταν ορισμένη η αίτηση, ο εναγόμενος - αιτητής δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η Αίτηση απερρίφθη λόγω μη προώθησης της. Στις 6.6.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η απόφαση ημερομηνίας 9.12.2011 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλον αγωγή, διά της παράτασης του χρόνου για καταχώρηση αίτησης, παραμερισμού και/ή ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή κ. Χρίστου Παναγιωτίδη, ημερομηνίας 26.9.2011 μεταξύ των διαδίκων, για μια εργάσιμη ημέρα. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να επιτρέπεται η καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26.9.2011 μεταξύ των διαδίκων ως εμπρόθεσμης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται δια της παρούσης. Διαζευκτικώς: Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να κρίνεται ως εμπρόθεσμη και/ή έγκυρη και/ή νομότυπη η καταχωρηθείσα αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26.9.2011 μεταξύ των διαδίκων. Δ. Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία και/ή διάταγμα το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 5, Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3, 8 (
  2. qq)και 9, Δ.57, θ.2, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/60)άρθρα 31,37,38, 39 και 43, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 20, 21, 26

(3), 27 και 30, στην διακριτική ευχέρεια, στο δίκαιο της επιείκειας (equity) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ιδίου του εναγομένου, Παναγιώτη Τήλλυρου. Ο Εναγόμενος στην Ένορκη του Δήλωση αφού κάμνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, αναφέρει ότι ο τότε δικηγόρος του καταχώρησε στις 27/1/2012, αίτηση παραμερισμού της απόφασης του διαιτητή, πλην όμως λόγω λάθους ή αβλεψίας του Πρωτοκολλητείου, η αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και όχι ως πρωτογενής αίτηση. Το λάθος, προσθέτει, ήταν μοιραίο, μη δυνάμενο να θεραπευθεί και γι΄ αυτό η Αίτηση απεσύρθη. Είναι η θέση του ότι έχει πάρα πολύ καλές πιθανότητες να επιτύχει τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, καθότι παρήλθε μεγάλο και αδικαιολόγητο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία κατά την οποία διορίστηκε ο διαιτητής μέχρι την ημερομηνία που έκδωσε την απόφαση του (4 χρόνια περίπου) και επίσης τα έξοδα του διαιτητή είναι υπερβολικά. Είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να του αποστερήσει το δικαίωμα να ακουστεί (καταχωρώντας αίτηση για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης) και ότι ο ίδιος δεν θα πρέπει να υποστεί τις αρνητικές συνέπειες «του λάθους» του τότε δικηγόρου του. Υποστηρίζει επίσης ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η οποία να μην θεραπεύεται με την κατάλληλη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα, καθότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «όπως φαίνεται και από το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης ημερομηνίας 9.12.2011, κύριο μέλημα αμφοτέρων των διαδίκων ήταν να διαφανεί η πραγματική αλήθεια και γι΄ αυτό τον λόγο η ενάγουσα είχε συγκατατεθεί όχι μόνο για την ύπαρξη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 1.2.2012, ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να καταχωρήσω αίτηση παραμερισμού, αλλά περαιτέρω είχε αποδεχθεί περαιτέρω αναστολή της εκτέλεσης μέχρι και της τελικής εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού εναντίον της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26.9.2011.» Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση, καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους. «
  1. Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης και δεν παρέχεται οιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή.
  2. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται σε αυτό το στάδιο να επιδιώξει την τροποποίηση απόφασης αφού αυτή είχε εκδοθεί με την σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων των μερών και σε καμιά περίπτωση δεν πάσχει από τυπικά λάθη.
  3. Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για τροποποίηση απόφασης.
  4. Δεν παρέχεται από το Δικαστήριο δυνατότητα παροχής περαιτέρω αναστολής και ούτε αυτή προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  5. Έχει παρέλθει η προθεσμία που τάσσει ο Νόμος για καταχώρηση Έφεσης της διαιτητικής απόφασης εδώ και ενάμιση χρόνο.
  6. Ο αιτητής - εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα, καταχρηστικά, περιφρονητικά καθότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ενάμιση χρόνο μετά την εκδοθείσα υπό του Δικαστηρίου απόφαση.
  7. Η αιτούμενη κλίμακα της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη.
  8. Η καταβολή εξόδων δεν μπορεί να αποζημιώσει την ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού τα συνταγματικά δικαιώματα της παραβιάζονται και απώλλυνται η επιτυχία των εναγόντων αναφορικά με την εκδοθείσα απόφαση και επομένως οι ενάγοντες δεν θα τύχουν δίκαιης δίκης και ούτε είναι δυνατόν να απονεμηθεί δικαιοσύνη αν επιτραπεί να γίνει η αιτούμενη τροποποίηση.
  9. Η αίτηση καταστρατηγεί το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση, εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του Χρυσόστομου Παναγή, διευθυντού των εναγόντων. Ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου και την θέση του ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι οι λόγοι που αναφέρει ο εναγόμενος είναι ανεδαφικοί και/ή δεν ευσταθούν και ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπρεπε να είχαν τεθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες που τάσσει η σχετική νομοθεσία, στα πλαίσια της διαδικασίας της διαιτησίας. Προβάλλει ότι ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά καθότι η εναντίον του απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και παρόλο που του δόθηκε η περίοδος της αναστολής, ο εναγόμενος δεν έπραξε τα δέοντα. Διατείνεται ότι τα κατ΄ ισχυρισμό του εναγομένου γεγονότα (η πρόκληση καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης του οφείλεται στην αλλαγή και/ή ανεύρεση νέου δικηγόρου) ήταν γνωστά και/ή θα μπορούσαν να εντοπιστούν εντός της περιόδου της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Είναι επίσης η θέση του ομνύοντα ότι σκοπός του εναγομένου δεν είναι άλλος από την παρέκκλιση της διαδικασίας και την αποφυγή της συμμόρφωσης του με την δικαστική απόφαση. Αναφέρει, τέλος, ότι εάν γίνει δεκτή η αίτηση του εναγομένου θα πληγούν τα δικαιώματα των εναγόντων σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούν να θεραπευθούν με την έκδοση «κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα». Αφετηρία για την εξουσία του Δικαστηρίου να διορθώνει αποφάσεις ή διαταγές του αποτελεί η Δ.25 θ.6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός έχει ως εξής: «Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal». Οι πρόνοιες της Διαταγής 25, θ.6, είναι ταυτόσημες με τις πρόνοιες της Ο28.r.11, της Αγγλικής Πρακτικής του
  10. Στο Annual Practice του 1958, σε σχόλιο που γίνεται για την εφαρμογή του Κανόνα, διαβάζουμε ότι, εκτός από τον εν λόγω κανόνα, το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να διαφοροποιεί τις δικές του διαταγές ώστε να αποδίδει το δικό του νόημα (carry out its own meaning) και να κάμνει το νόημα του σαφές. Παρατίθεται δε από την απόφαση του Lord Watson στην υπόθεση Hatton v. Harris
(1892)AC 560 το ακόλουθο απόσπασμα: «When an error of that king has been committed, it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the judge obviously meant to pronounce. The correction ought to be made upon motion to that effect, and is not matter either for appeal or for rehearing». Εξάλλου, στην υπόθεση Bright v. Sellar
(1904)1 K.B. 6, ελέχθη ότι το σφάλμα ή η παράλειψη πρέπει να είναι σφάλμα στην έκφραση της προφανούς πρόθεσης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να διορθώσει δικό του σφάλμα σε θέμα νόμου ή άλλως πως, παρόλο ότι είναι σαφές στην όψη της απόφασης ή διαταγής. Στην υπόθεση Thynne v. Thynne
(1955)3 All E.R. 129, γίνεται εκτενής ανασκόπηση των αρχών που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου για διόρθωση των αποφάσεων του. Χωρίς, όπως αναφέρεται στην απόφαση, να γίνεται προσπάθεια ταξινόμησης των περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο έχει εξουσία να επέμβει στην ίδια την απόφαση του, απαριθμούνται περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Και το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά ιδιαίτερα σε αγγλικές αποφάσεις, ασχολήθηκε με το ζήτημα και αποφάσεις του αποσαφηνίζουν το θέμα των ορίων της εξουσίας του Δικαστηρίου να διορθώνει δική του απόφαση. Στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R.581, στην σελίδα 587, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) μεταξύ άλλων αναφέρει: «The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court. The inherent jurisdiction of the Court to remedy errors in the process is not absolute but, as judicially acknowledged, confined to "...... matters necessary to maintain its character as a Court of justice". The Court has no authority to upset the terms of a compromise between the parties; on the contrary it will, in good conscience, extend its powers to implement their agreement. On the other hand, there is no authority under the slip rule to vary the terms of a compromise.» Στην υπόθεση Π. Σιβιτανίδης ν. Ε. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, σελίδα 183, γίνεται ερμηνεία του όρου «γραμματικό λάθος» όπως απαντάται στην Διαταγή 25 θ.6 και αναφέρει: «Όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω στην Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519-στα αγγλικά-και μεταγενέστερα στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664: «Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση» Ο όρος «γραμματικό λάθος» ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου» Περαιτέρω δε στη σελίδα 184 της απόφασης καθορίζονται και πάλι τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι « Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το Δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου». Το θέμα διαπραγματεύθηκε και πάλι το Ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Μ. Μονιάτη &Yιοί Λτδ ν. Γεώργιου Νεοφύτου, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2006, ημερομηνίας 20.5.2009, όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικονομική πρόνοια (Δ.25. Θ.6) και τη σχετική συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, είναι επιτρεπτή η προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου απόφασης στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (Δέστε: Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1043, Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 ΑΑΔ 179 και Ε.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443)». Από τα πιο πάνω προβάλλεται με αρκετή σαφήνεια ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαφοροποιεί την απόφαση του αν το νόημα και η πρόθεση του Δικαστηρίου δεν αποδίδονται στην απόφαση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση κρίση. Ένας από τους λόγους Ένστασης είναι ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη. Συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Η Αίτηση στηρίζεται στην Διαταγή 25 θ.5, η οποία αφορά τροποποίηση δικογράφων, ενώ η ορθή δικονομική διάταξη είναι η Διαταγή 25 θ.6, εφόσον με την Αίτηση επιζητείται η διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου. Ο καθορισμός του νομικού βάθρου σε ενδιάμεσες αιτήσεις με ακριβή αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα της νομοθεσίας και των κανονισμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί κατ΄ εφαρμογή της Δ. 48 θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών κανονισμών, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου [(Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ σελ. 965]. Βάσει όμως της νέας Διαταγής 64, καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς εξισώνεται με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί [(Βλ. Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Α.Ε. 1516, 1539, 1550, 1576, 1621, 1677, ημερομηνίας 19.7.1996] Με την αντικατάσταση, στις 24.2.1995, της Διαταγής 64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από την νέα Διαταγή
  1. Παρέχεται έτσι η δυνατότητα στο Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να διασώσει, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικά μέτρα τα οποία πριν από την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα. Σε κάθε περίπτωση πάντως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από την νέα Διαταγή 64, είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις. (Βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, ημερομηνίας 23.3.1999]. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich (ανωτέρω), έχει την υποχρέωση να εξετάσει τις επιπτώσεις της παρατυπίας σε κάθε περίπτωση είτε το θέμα εγείρεται είτε όχι από τους αντιδικούντες διαδίκους και ασκώντας την διακριτική του εξουσία να λάβει, αν κρίνει αναγκαίο, τα δέοντα μέτρα που προβλέπονται από την Διαταγή 64 θ.
  2. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας δυνάμει της Διαταγής
  3. Θ.2, είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της παρατυπίας καθώς επίσης και η πρόκληση της αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Wunderlich (ανωτέρω), να έχει υπόψη του ότι η νέα Δ.64 (αντίστοιχη με τη νέα Αγγλική Δ.2) θα πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο φιλελεύθερο στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό, για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η εμβέλεια της Δ.64, επιβεβαιώθηκε επίσης και στην υπόθεση Bank of Russian Federetion - v - ICC Chemicals Πολιτική Έφεση 10337 ημερομηνίας 13/9/99, όπου μετά από σχετική αναφορά στη νομολογία, αναφέρεται: «Η Δ.64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους Θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία.» Στην υπό συζήτηση υπόθεση το ζήτημα της μη αναφοράς του συγκεκριμένου θεσμού στην νομική βάση της Αίτησης, άπτεται ακριβώς θεμάτων εφαρμογής και συμμόρφωσης με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ενόψει του ότι η Αίτηση στηρίζεται και στην Διαταγή 64, κρίνω ότι η μη συμπερίληψη στην νομική βάση της Αίτησης, της Διαταγής 25 θ.6, θα πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες αρχές, το αίτημα του εναγομένου θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Τα δικόγραφα της αγωγής, η ίδια η απόφαση, οι δηλώσεις που έγιναν από τα μέρη αμέσως πριν την έκδοση της, καθώς επίσης και οι ενέργειες του εναγομένου μετά την έκδοση της απόφασης, παρέχουν ασφαλή βάση για αποκρυστάλλωση των γεγονότων. Στο κείμενο της απόφασης κατατίθεται με περισσή σαφήνεια, ό,τι εσυμφώνησαν τα μέρη. Θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 1.2.2012 και εάν μέχρι τότε ο εναγόμενος καταχωρούσε στο αρμόδιο δικαστήριο (η υπογράμμιση δική μου), με βάση το άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, αίτηση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητού, τότε θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην εν λόγω αίτηση. Ο Εναγόμενος εντός της προθεσμίας της αναστολής, καταχώρησε στις 27.1.2012 αίτηση παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης. Η αίτηση όμως αντί να καταχωρηθεί ως Πρωτογενής Αίτηση όπως καθορίζει το άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. Η θέση του κ. Καμπούρη ότι τούτο οφείλετο σε λάθος ή αβλεψία του Πρωτοκολλητείου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από τον φάκελο της υπόθεσης δεν καταδεικνύεται κάτι τέτοιο. Τουναντίον, είναι ο εναγόμενος μέσω του τότε δικηγόρου του, που επέλεξε να καταχωρήσει την εν λόγω αίτηση στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. Η αίτηση μετά από αρκετές αναβολές απεσύρθη στις 9.4.
  4. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου αίτηση για παράταση του χρόνου ώστε να καταχωρηθεί η επιδιωκόμενη αίτηση παραμερισμού. Λόγω μη εμφάνισης του δικηγόρου του εναγομένου, η αίτηση απερρίφθη λόγω μη προώθησης της. Ο Εναγόμενος διατείνεται ότι οι λανθασμένοι χειρισμοί της υπόθεση του μετά την έκδοση της απόφασης, οφείλονται στον τότε δικηγόρο του και ότι ο ίδιος δεν θα πρέπει να επωμιστεί τις συνέπειες των λαθών αυτών. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι δεν είναι ορθό κάθε φορά που ο δικηγόρος κάνει λάθος στον χειρισμό της υπόθεσης να το επικαλείται ο διάδικος ως δικαιολογία. Έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση των προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Αυτό θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της [Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 (B) AAΔ.698, σελ. 704 - 705]. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η επίδικη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εκτελεστή και ο ενάγοντας ως ο επιτυχών διάδικος, εμποδίζεται με τις ενέργειες του εναγομένου να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του. Είναι νομολογημένο ότι εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του εναγόμενου - αιτητή. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγομένου - αιτητή και υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.:) ..................................................... Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.