← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ΛΙΛΙΑΝΑ ΣΤΟΙΜΕΝΟΒΑ, Αρ. Αγωγής: 3585/12, 16/1/2014

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ΛΙΛΙΑΝΑ ΣΤΟΙΜΕΝΟΒΑ, Αρ. Αγωγής: 3585/12, 16/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3585/12 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ενάγοντα - και - - ΛΙΛΙΑΝΑ ΣΤΟΙΜΕΝΟΒΑ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 14.1.2013 για παραμερισμό της Απόφασης. Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: Ο κ. Αντώνης Τερέντης (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Ζηντίλης) Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: Ο κ. Σ. Σταύρου για κ.κ. Αντωνάκη Σωτηρίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο ίδιος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εκδόθηκε στις 29.11.2012, ερήμην της εναγομένης, απόφαση εναντίον της για €5.547,21 πλέον τόκους και έξοδα, ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας δανείου. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η εναγομένη κατά ή περί τον Ιούλιο 2011, ζήτησε από τον ενάγοντα με τον οποίο συζούσε, €6000= ως δάνειο, ποσό το οποίο θα χρησιμοποιούσε για ανέγερση κατοικίας στην Βουλγαρία. Λόγω του ότι η ίδια δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο από οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα, ο εναγόμενος εξασφάλισε δάνειο (με εγγυητές συγγενικά του πρόσωπα) από την ΣΠΕ ΑΚΑΝΘΟΥΣ όπου αποτάθηκε, με την σύμφωνη γνώμη της εναγομένης ότι την εκάστοτε μηνιαία δόση θα την πλήρωνε η ίδια. Στις 15.7.2011 ο ενάγοντας έλαβε ως δάνειο από το προαναφερόμενο τραπεζικό ίδρυμα, το ποσό των €5.500= το οποίο θα εξοφλείτο με 18 μηνιαίες δόσεις εκ €350= η κάθε μία. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 5.9.2011 και οι υπόλοιπες την 1ην ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Αφού αφαιρέθηκαν από το ποσό των €5.500=, έξοδα μελέτης καθώς και άλλα έξοδα, εδόθη στον ενάγοντα το ποσό των €5.428.20 το οποίο ο τελευταίος έδωσε στην συνέχεια στην εναγομένη. Η τελευταία μετέφερε άμεσα το ποσό αυτό στην Βουλγαρία, συνοδευόμενη μάλιστα από τον ενάγοντα. Η εναγόμενη κατέβαλε στην ΣΠΕ ΑΚΑΝΘΟΥΣ (μέσω του ενάγοντα) μόνο δύο δόσεις, στις 15.10.2011 και στις 12.11.2011 και έκτοτε παρέλειψε να πληρώσει οποιαδήποτε άλλη δόση. Στις 10.9.2012, ο λογαριασμός δανείου του ενάγοντα δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €5.447,

  1. Ο Ενάγοντας με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 26.3.2012, ζήτησε από την εναγομένη την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Η τελευταία παρέλειψε να ανταποκριθεί και ο ενάγοντας με νέα επιστολή ημερομηνίας 6.9.2012, και πάλι μέσω των δικηγόρων του, τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.10.2012 και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 2.11.
  2. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης η εναγόμενη αρνήθηκε να υπογράψει και να παραλάβει το Κλητήριο Ένταλμα και ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης «της το άφησε προσωπικά». Στις 15.11.2012 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση, δυνάμει της Διαταγής Δ.17 θ.3, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 29.11.2012 προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης του και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω. Με την υπό κρίση Αίτηση, η εναγομένη - αιτήτρια αιτείται τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της απόφασης. Η Αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 θ.10, Δ.48 θ. 1 - 4, 9 και Δ.64 θ. 1, 2, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 30 και 32 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της ίδιας της εναγομένης, η οποία όπως αναφέρει κατάγεται από την Βουλγαρία και εργοδοτείτο από τον ενάγοντα ως οικιακή βοηθός για πέντε και πλέον έτη. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και υποστηρίζει ότι ουδέποτε ζήτησε από αυτό «δανεικά» για προσωπικούς λόγους και ειδικότερα για ανέγερση κατοικίας στην Βουλγαρία. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο ενάγοντας αρκετές φορές πήγε μαζί της διακοπές στη Βουλγαρία. Η ίδια είχε εκεί ένα οικόπεδο και ο ενάγοντας ο οποίος ήταν «εργολάβος οικοδομών ή κτίστης», από μόνος του προθυμοποιήθηκε και ήθελε να ανεγείρει εντός του οικοπέδου το εξοχικό του. Χωρίς να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες έσκαψε εντός του οικοπέδου για να κατασκευαστούν τα θεμέλια. Η ενέργεια του αυτή όμως ήταν αποτυχημένη και τώρα η ίδια θα πρέπει να διορθώσει τις εν λόγω ενέργειες αφενός μεν επειδή ήταν αποτυχημένες και αφετέρου για να μην έχει κυρώσεις. Είναι επίσης η θέση της ότι ο ενάγοντας της οφείλει δεδουλευμένους μισθούς, συνολικά €12.000=, ποσό το οποίο επιφυλάσσεται να διεκδικήσει. Όπως αναφέρει, εργαζόταν στο σπίτι του ενάγοντα «περί τα πέντε χρόνια και πλέον». Μόνο για τον πρώτο χρόνο την πλήρωνε €250= μηνιαίως. Για την υπόλοιπη περίοδο εργαζόταν στο σπίτι του χωρίς να την πληρώνει και όποτε ο ίδιος ήθελε, την έστελνε να καθαρίσει ξένα σπίτια, εισέπραττε την προμήθεια του και ακολούθως της έδινε ότι έμενε και κάποιες φορές δεν της έδινε τίποτα. Όσον αφορά την παράλειψη της να καταχωρήσει Εμφάνιση στην αγωγή αναφέρει τα εξής. Αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της «επιδόθηκε» χωρίς να το παραλάβει και χωρίς να το υπογράψει. Όταν το παρέλαβε επικοινώνησε, όπως πάντα, με τον ενάγοντα με τον οποίο επικοινωνούσε και αυτός την διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε εναντίον της και ότι το Κλητήριο «στάλθηκε από τον δικηγόρο του κατά λάθος». Ο Ενάγοντας της ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση από την ίδια και ότι «απλώς δεν είχε συνεννοηθεί με τον δικηγόρο του». Το θέμα είχε «ξανασυζητηθεί», μεταξύ τους με αφορμή δύο επιστολές που της είχαν επιδοθεί στον παρελθόν, για τις οποίες ο ενάγοντας της δήλωσε ότι δεν είχαν σημασία και ότι «τις έστειλε για να την κρατήσει κοντά του». Πεπεισμένη από τις διαβεβαιώσεις του ενάγοντα, και έχοντας κατά νου ότι δεν οφείλει οτιδήποτε σ΄ αυτόν, δεν έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο της για να «την υπερασπιστεί». Όταν πήρε ειδοποίηση από αρμόδιο δικαστικό επιδότη ότι εκκρεμεί εναντίον της Ένταλμα Κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας, αμέσως και χωρίς καθυστέρηση επισκέφθηκε τον δικηγόρο της στον οποίο έδωσε οδηγίες να προχωρήσει με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Καταληκτικά αναφέρει στον Ένορκη της Δήλωση «πιστεύω ότι έχω καλή και δίκαια υπεράσπιση την οποία αν μου διδόταν το συνταγματικό μου δικαίωμα να ακουστώ και να την προβάλω ενώπιον του δικαστηρίου, η έκθεση απαίτησης θα αποτύγχανε». Ο Ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ. 14, Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9 όπως επίσης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής: «
  3. Η υπό εξέταση αίτηση είναι πραγματικά και/ή αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου.
  4. Η αιτήτρια δεν δικαιολόγησε την παράλειψη της να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης ή/και η προβαλλόμενη δικαιολογία της δεν είναι επαρκής.
  5. Η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ημερ. 14/01/2013 συζητήσιμη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  6. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν αποκαλύπτουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της αιτήτριας ούτως ώστε να καθυστερήσει η εκτέλεση της ήδη εκδοθείσας εναντίον της απόφασης.
  7. Η αιτήτρια επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή/και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  8. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες». Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ο οποίος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς τις εναγομένης, τους οποίους χαρακτηρίζει γενικούς, ατεκμηρίωτους και «στηριζόμενους σ΄ άλλη βάση», επαναλαμβάνει δε τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς του. Είναι η θέση του ότι η εναγομένη δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έτσι ώστε το Δικαστήριο να στηριχθεί επ΄ αυτής και να ακυρώσει την απόφαση. Υποστηρίζει επίσης ότι στην Ένορκη της Δήλωση δεν προβάλλεται ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την παράλειψη της να «εμφανιστεί» στο Δικαστήριο εντός του καθορισμένου χρόνου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αδιαφορία της εναγομένης να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Καλεί τέλος το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση, καθότι δεν ικανοποιούνται οι προυποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης, κυρίως επειδή η εναγομένη «δεν έχει αποδείξει και δεν προκύπτει από τους ισχυρισμούς της, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που το Δικαστήριο να στηριχθεί και να ακυρώσει την απόφαση». Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης. "Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just". Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 - 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ. 31: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγομένος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 2004.] To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. Εν προκειμένω η εναγομένη δεν αμφισβητεί την επίδοση της αγωγής ούτε και ισχυρίζεται ότι η επίδοση είναι κακή. Συνεπώς το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον έχει καταφέρει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στην Ένορκη της Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι έχει καλή Υπεράσπιση. Υπενθυμίζω ότι το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Ποια είναι η θέση της εναγομένης ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης; Η εναγομένη προβάλλει μια γενική άρνηση. Αρνείται ότι ο ενάγοντας της δάνεισε χρήματα και ότι η ίδια οφείλει σ΄αυτόν οποιοδήποτε ποσό. Ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγοντας της οφείλει μισθούς από εργασία που του πρόσφερε, σαφώς και δεν μπορεί να θεωρηθεί Υπεράσπιση, δεδομένου του γεγονότος ότι η αιτία της αγωγής, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, είναι η παράβαση εκ μέρους της εναγομένης της μεταξύ των συμφωνίας δανείου. Η θέση της επίσης ότι ο ενάγοντας δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από την ίδια και ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από «λάθος» του δικηγόρου του (διατείνεται ότι αυτό της λέχθηκε από τον ενάγοντα σε επικοινωνία που είχε μαζί του μετά την καταχώρηση της αγωγής) και πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί Υπεράσπιση στην αγωγή. Η Εναγόμενη πέραν της άρνησης της οφειλής, δεν προβάλλει κανένα άλλο στοιχείο, ώστε να πείσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης», δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής. Ο λεκτικός μόνο ισχυρισμός της εναγομένης προς την ύπαρξη καλής Υπεράσπισης τον οποίο θα χαρακτήριζα γενικό, ασαφή και αόριστο, παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Η απλή άρνηση είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός που δεν βοηθά την υπόθεση της. Πέραν της άρνησης δεν παρουσίασε οποιαδήποτε θέση ή εκδοχή διαφορετική από εκείνη του ενάγοντα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης έτσι όπως προβλήθηκε, δεν παρουσιάζει υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχει καταστήσει τρωτή την θέση της με μοιραία αποτελέσματα ως προς την αίτηση της. Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση και των δύο άλλων παραμέτρων που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα. Της επιμέλειας την οποία επέδειξε η εναγομένη και της ταχύτητας με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Ως προς την δεύτερη παράμετρο, θεωρώ ότι η εναγομένη δεν αργοπόρησε στην καταχώρηση της αίτησης της αλλά έδρασε μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης (29.11.2012) μέχρι την καταχώρηση της αίτησης (14.1.2013) είναι ενάμιση (1 ½) μήνας. Ως προς την πρώτη παράμετρο, αυτή της επιμέλειας, η εναγόμενη διατείνεται ότι μετά που παρέλαβε το Κλητήριο της Αγωγής επικοινώνησε με τον ενάγοντα, ο οποίος την καθησύχασε και την διαβεβαίωσε ότι η αγωγή «στάλθηκε» από τον δικηγόρο του κατά λάθος. Παραδέχεται ότι προ της επίδοσης της αγωγής, ο ενάγοντας της απέστειλε και δύο επιστολές αναφορικά με το ίδιο θέμα. Πρόκειται για τις επιστολές ημερομηνίας 26.3.2012 (ο ενάγοντας αξιούσε την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού) και 6.9.2012 (ο ενάγοντας τερμάτιζε την μεταξύ τους συμφωνία δανείου) οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που καταχωρήθηκε στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσης. Και οι δύο επιστολές της επιδόθηκαν προσωπικά από ιδιώτη επιδότη, γεγονός που η εναγομένη δεν αρνείται. Με υπόβαθρο τα πιο πάνω γεγονότα, έτσι όπως εξελίχθησαν χρονολογικά, κρίνω ότι η εναγομένη ενήργησε επιπόλαια, όχι συνετά και με αδιαφορία ως προς την δικαστική διαδικασία. Η δικαιολογία που έδωσε για τη μη εμφάνιση της στην αγωγή (όλα έγιναν κατά λάθος, χωρίς ο ενάγοντας να έχει ουσιαστική απαίτηση εναντίον της αλλά με μοναδικό στόχο να «επιστρέψει κοντά του», ισχυρισμοί που εν πάση περιπτώσει αμφισβητούνται) κατά την κρίση μου αντίκειται στην κοινή λογική. Ένα τελευταίο σχόλιο στο επιχείρημα της εναγομένης ότι το δικαίωμα της «να ακουστεί», κατ΄ επιταγή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι συνυφασμένο με το «δικαίωμα ακρόασης της υπόθεσης». Είναι βαθιά εμπεδωμένο στο σύστημα της δικαιοσύνης ότι «ουδείς δικάζεται χωρίς να έχει ακουστεί». Αυτό αποδίδεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1ΑΑΔ 43, κρίθηκε ότι το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος συσχετίζεται με το ζήτημα της κανονικής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Θεωρήθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί». Στην προκειμένη περίπτωση το Κλητήριο της αγωγής επιδόθηκε κανονικά και νομότυπα στην εναγομένη. Γνώριζε τους λόγους για τους οποίους καλείτο στο Δικαστήριο. Και είχε την δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό της. Το συνταγματικό της δικαίωμα να ακουστεί στην υπόθεση δεν παραβιάστηκε. Η θέση της εναγομένης υποστηριζόμενη από το πραγματικό υπόβαθρο που ετέθη, δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο. Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, κρίνω ότι η εναγόμενη - αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε, να αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης, του βασικότερου κριτηρίου που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση της εναγομένης θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της. Δια ταύτα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της εναγομένης - αιτήτριας και υπέρ του ενάγοντα καθ΄ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.