Vincent Michael Smith κ.α. ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3122/07, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3122/07 Μεταξύ:
- Vincent Michael Smith
- Deanna Smith Εναγόντων και
- Χαράλαμπου Χαραλάμπους
- Χρίστου Χριστοφή Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 5/11/2013 για παρακοή διατάγματος Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Παπαγαπίου για Θ. Θωμά & Συνεργάτες (για να ακούσει απόφαση κα. Παναγιώτου) Για Ενάγοντες-Καθ'ων η Αίτηση: κ. Στυλιανού για Νικολαΐδη Στυλιανού Δ.Ε.Π.Ε. Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής με την αίτησή του ζητά την τιμωρία των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' ωνη Αίτηση για το λόγω ότι ηθελημένα δεν υπακούουν στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/09/
- Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσε η Δ.40 Θ.1-9, η Δ.42Α Θ.1-13, Δ.48 Θ. 2 και 3, Δ.64 Θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, σε σχέση με τα γεγονότα, από την ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Χαραλάμπους, Εναγόμενου 1 - Αιτητή. Σύμφωνα με τον ομνύοντα το Δικαστήριο, στις 12/9/11, είχε εκδώσει διάταγμα με το οποίο διέτασσε τον Εναγόμενο 1 όπως εντός τριών μηνών παραδώσει την κατοικία στους Ενάγοντες και αυτοί του καταβάλουν το ποσό των €24.373,20- πλέον €51.258,04- για τις επιπρόσθετες εργασίες. Οι Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση είχαν λάβει γνώση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 31/10/
- Είναι η θέση του ότι η ανέγερση της επίδικης κατοικίας είχε αποπερατωθεί πλήρως εντός των τριών μηνών από την επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου πλην όμως η άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή είχε ληφθεί στις 9/12/
- Στις 20/9/11 ο δικηγόρος είχε ενημερώσει τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι ο ίδιος θα ήταν έτοιμος να παραδώσει την κατοικία στους Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση σε σύντομο χρόνο. Περαιτέρω, στις 2/2/12, είχαν ενημερωθεί οι δικηγόροι των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση ήταν έτοιμοι να τους παραδοθεί. Στις 06/03/12 οι δικηγόροι των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση είχαν ζητήσει να επιθεωρήσουν την επίδικη κατοικία και αποστάληκε σχετική επιστολή από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1 - Αιτητή ότι οποιαδήποτε επιθεώρηση δεν θα ήταν σύμφωνη με το διάταγμα και κλήθηκαν οι Ενάγοντες 1 και 2 όπως παραλάβουν την κατοχή της επίδικης κατοικίας και καταβάλουν το χρηματικό ποσό, ως η διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/09/11 καθορίζοντας ημερομηνία παραλαβής της επίδικης κατοικίας. Οι Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση δεν προσήλθαν στην προκαθορισμένη συνάντηση για την παράδοση της κατοικίας και ο ίδιος μέσω των δικηγόρων του τους απέστειλε νέα επιστολή, ημερομηνίας 13/03/12, με την οποία τους πληροφορούσε ότι σε κανένα σημείο της απόφασης του Δικαστηρίου δεν αναγράφετο ότι θα προηγείτο της παράδοσης οποιαδήποτε επιθεώρηση. Προς απάντηση της επιστολής λήφθηκε τηλεομοιότυπο από τους δικηγόρους των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' η Αίτηση στο οποίο εκφραζόταν εκ νέου η επιθυμία τους όπως προηγηθεί επιθεώρηση της επίδικης κατοικίας. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του καθώς και των δικηγόρων του μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατή η υλοποίηση των διαταγμάτων της απόφασης ημερομηνίας 12/09/11 παρά το γεγονός αυτό οι Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση έχουν καταχωρήσει αίτηση για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής της επίδικης κατοικίας. Οι Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση έχουν καταφέρει να ανακτήσουν την κατοχή της επίδικης κατοικίας πλην όμως δεν έχουν υλοποιήσει το μέρος του διατάγματος που αφορά την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών προς τον Εναγόμενο
- Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από πλευράς των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση στην οποία κατεγράφησαν έξι
(6)λόγοι ένστασης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση ημερομηνίας 05/11/13 μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αβάσιμη παράτυπη, αντικανονική, απαράδεκτη και δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έγκρισή της, ότι η αίτηση έγινε κακόβουλα εκδικητικά και για να παρενοχλήσει ή και να καθυστερήσει την απονομή της δικαιοσύνης, ότι κανένα διάταγμα δεν είχε εκδοθεί εναντίον τους στις 12/09/11, ότι η απόφαση ημερομηνίας 12/09/11 είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγομένου 1 και δεν εφεσιβλήθηκε και ότι ο Αιτητής δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η Ένσταση βασίστηκε στα άρθρα 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στην Δ.48 Θ.2 και Δ.42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία υποστήριξαν την Ένσταση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Λίτσας Χρίστου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση. Σύμφωνα με την ομνύουσα ο Αιτητής δεν παρουσίασε την πραγματική και αληθινή εικόνα των γεγονότων. Είναι ο ισχυρισμός της ότι τα διατάγματα στρέφονται εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή και όχι εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση. Η αναφορά του Δικαστηρίου στους Ενάγοντες προϋποθέτει την διενέργεια κάποιων πράξεων από τον Εναγόμενο 1 και δεν συνιστά διαταγή προς αυτούς αλλά απλά δίνει το δικαίωμα στον Εναγόμενο να έχει συγκεκριμένη απαίτηση από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τα συγκεκριμένα ποσά που καταγράφονται στα διατάγματα και οι Ενάγοντες όφειλαν να καταβάλλουν στον Εναγόμενο 1 ήταν υπό την αίρεση ότι ο Εναγόμενος 1 θα παρέδιδε την κατοικία αποπερατωμένη και με όλες τις επιπρόσθετες εργασίες εκτελεσμένες. Για να ελεγχθεί κατά πόσο είχαν διεκπεραιωθεί όλες οι εργασίες που καταγράφηκαν στην απόφαση έπρεπε να επιθεωρηθεί η εργασία, κάτι που κατηγορηματικά αρνήθηκε ο Εναγόμενος 1. Ο λόγος για την συγκεκριμένη άρνηση ήταν ότι οι εργασίες που προκαθορίστηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου ότι έπρεπε να εκτελεστούν δεν είχαν εκτελεστεί, σύμφωνα και με την Έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Βασίλη Βασιλείου. Καταλήγει δε ότι ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής ουδέποτε αποπεράτωσε ή και παρέδωσε την εν λόγω κατοικία σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου αλλά η κατοικία ανακτήθηκε από δικαστικούς επιδότες και μετά από εκτέλεση του εντάλματος κατοχής χωρίς να έχουν γίνει τα όσα καταγράφονται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στην βάση των γραπτών αγορεύσεων που κατατέθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους και των δυο πλευρών το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τηρουµένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγµα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίµου ή φυλακίσεως ή µεσεγγυήσεως πραγµάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συµφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγµα τοιούτον ποσόν υπό µορφήν αποζηµιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιµωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασµού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγµά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουµένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγµατος και εν γνώσει του και ηθεληµένα παροτρύνει ή συνεργεί στη µη υπακοή διατάγµατος.» Έχει εξηγηθεί στην Krasias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) A.A.Δ. σελ. 750 ότι το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών το δικονομικό πλαίσιο. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν. 14/60. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις, υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης παρακοής αποτελεί διαδικασία stricticimy uris, διαδικασία δηλαδή κατά την οποία όλα τα δικονομικά εχέγγυα και προϋποθέσεις θα πρέπει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα να τηρούνται, απόρροια των δραστικότατων συνεπειών που μπορεί να έχει η κατάληξη μιας αίτησης παρακοής για τον καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να σημειωθεί πως ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων είναι το ίδιο υψηλός όπως σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία βλ. Borrie & Lawe, The Law of Contempt, 3η εκδ. , σελ.565-567 και Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, τόμος 22, παρα. 75, σελ.61.) Στην απόφαση In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 128, στην σελίδα 137, ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα: «A contempt of court is an offence of criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time - honoured phrase, it must be proved beyond all reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man asked about it, he told lies. There must be further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence. ......................................................................................... Where there are two equally consistent possibilities open to the Court, it is not right to hold that the offence is proved beyond reasonable doubt.» Βλ. επίσης Savings and Inestment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975 , Knight v. Clifton [1971] Ch 700, Benham v. UK
(1996)22 E.H.R.R. 293 και Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η εκδ., παρ. 3-250, σελ. 226 κ.ε. και παρα. 12-35, σελ. 1012. Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει, που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βλ. David Bean: Injunctions,
(2004), 8η έκδ., σελ. 90 κ.ε., παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο. Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι «για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα» (βλ. Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd Πολ. Εφ. 180/90 ημερ. 08/03/2013). Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. Άκρως διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαργαρίτα Μιχαηλίδου
(2011)1A AAΔ.356 στις 364 κ.ε: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου v. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στη τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Έχω μελετήσει τα δεδομένα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί ενώπιόν μου και όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1938, 1943) και ιδιαίτερα το λεκτικό της απόφασης ημερομηνίας 12/09/11. Καταλήγω πως εν προκειμένω και λαμβανομένων υπ' όψιν των όσων έχουν τεθεί δεν υπάρχει οποιοδήποτε διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να συμμορφωθούν. Έχω αναγνώσει με πολύ προσοχή την απόφαση του αδελφού Δικαστή κ. Γεωργίου και δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε διαταγή που να βαραίνει τους Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση. Η όποια υποχρέωση των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση διέπεται από την προηγηθείσα παράδοση της κατοικίας από τον Εναγόμενο 1 σε αυτούς αφού διεκπεραιωθούν οι πρόσθετες εργασίες που περιγράφονται στην ίδια την απόφαση. Τέτοια παράδοση ουδέποτε είχε γίνει σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη θέση δεν αμφισβητήθηκε είτε με την προσκόμιση μαρτυρίας στην μορφή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή της αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας. Η έλλειψη αντεξέτασης οδηγεί στην αποδοχή των ισχυρισμών που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Οπόταν δεν υπήρχε οποιαδήποτε μορφή ανυπακοής στα όσα το Δικαστήριο αποφάσισε. Επιπρόσθετα με δεδομένη την έκταση, αλλά και πολυπλοκότητα του περιεχομένου του Τεκμ. «Α», ήτοι της απόφασης ημερομηνίας 12/09/11 και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από το περιεχόμενό του, καθίστατο επιβεβλημένη η ανάγκη παράθεσης και επακριβούς προσδιορισμού στο σώμα της Αίτησης των ισχυριζόμενων παραβιάσεων, ούτως ώστε να γνωρίζει η αντίδικη πλευρά με ικανοποιητική λεπτομέρεια την εναντίον της κατηγορία και, ανάλογα, να υπερασπίζεται. Η γενικότητα και αοριστία με την οποία περιβάλλεται το αίτημα για περιφρόνηση έχει προεκτάσεις και στην ίδια την ουσία, την απόδειξη δηλαδή των ισχυριζόμενων παραβιάσεων. Καθότι, παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση, το αίτημα για καταδίκη, αφού αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη, έχει ως αποτέλεσμα την κάλυψή του με χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος (βλ. Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου v. Μιράντας Σιδερά (ανωτέρω) και Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085, 1089). Έτσι εχόντων των πραγμάτων και με δεδομένη την παντελή έλλειψη λεπτομερειών ως προς τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις, καθίσταται αδύνατη η τεκμηρίωση ηθελημένης ανυπακοής και η απόδειξη της κατηγορίας με αναφορά σε γενικόλογες τοποθετήσεις, όπως αυτές προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Απόρροια όλων των πιο πάνω και της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την καταδίκη των Εναγόντων 1 και 2, είναι η απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο