← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΙΜΟΣ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «ΑΝΕΛΙ») ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «Πρατήριο ΒΡ», Αρ. Αγωγής: 4101/12, 11/6

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΙΜΟΣ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «ΑΝΕΛΙ») ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «Πρατήριο ΒΡ», Αρ. Αγωγής: 4101/12, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4101/12 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΙΜΟΣ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «ΑΝΕΛΙ») από την Αθήνα, Ελλάδα Ενάγοντα - και - ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ (που εμπορεύεται με την επωνυμία «Πρατήριο ΒΡ» Γρίβα Διγενή 4 Λάρνακα), από την Λάρνακα Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 8.8.2013 για Παραμερισμό της Απόφασης Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: Ο κος Αντώνης Μιχαηλίδης Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: Η κα Μαίρη Τερψοπούλου για Α.Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό κα τίτλο εκδόθηκε στις 31.1.2013, ερήμην του εναγομένου, απόφαση εναντίον του για το ποσό των €7.740.20 πλέον τόκους και έξοδα στην βάση τιμολογίων και/ή Κατάστασης Λογαριασμού. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγοντας βάσει συμφωνίας του με τον εναγόμενο ημερομηνίας 25.2.2009, παραχώρησε σ΄ αυτόν εξοπλισμό πρατηρίου καυσίμων και συναφή εμπορεύματα για το ποσό των €51.254.00 το οποίο στη συνέχεια μειώθηκε στο ποσό των €48.891.00, ύστερα από έκπτωση που έγινε στον εναγόμενο. Ο ενάγοντας εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του, σχετικά τιμολόγια. Έναντι του ποσού των €48.891=, ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των €41.250.80 και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €7.740.20, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα για την εξόφληση του. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.11.2012 και επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 9.12.2012 ο οποίος όμως αρνήθηκε να υπογράψει και να παραλάβει το κλητήριο Ένταλμα. Ο δικαστικός επιδότης αναφέρει επί λέξει στην σχετική Ένορκη του Δήλωση «αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή θέλοντας με να περάσω αύριο γιατί βάζει βενζίνη, στο πρατήριο του». Στις 10.1.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση δυνάμει της Δ.17 θ.3, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφανίσεως. Στις 10.1.2013 προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης του και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο εναγόμενος - αιτητής αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης και/ή την επαναφορά (reinstatement) της αγωγής. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.48 θ.θ. 2, 4, 8 και 9, στο άρθρο 10 του Συντάγματος καθώς επίσης στις αρχές της επιείκειας και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από δύο Ένορκες Δηλώσεις. Του εναγομένου και της συζύγου του Ελένης Σταύρου. Ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι ο ίδιος έλαβε γνώση της εναντίον του εκδοθείσης απόφασης περί τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους

(2013)καθότι η αγωγή δεν επεδόθη στον ίδιο προσωπικά (απουσίαζε από το πρατήριο) αλλά στη σύζυγο του Ελένη Σταύρου. Η τελευταία «λησμόνησε» να τον ενημερώσει για την επίδοση της αγωγής, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Είναι η θέση του ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αφενός μεν επειδή το κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε χωρίς να συνοδεύεται από έντυπο διορισμό δικηγόρου και αφετέρου καθ΄ ότι το Ε.Δ. Λάρνακος δεν έχει κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την αγωγή, επειδή όλες οι συμφωνίες μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντα καταρτίστηκαν στην Ελλάδα και «κατάλληλο» δικαστήριο (the most suitable court) είναι τα ελληνικά Δικαστήρια και όχι τα κυπριακά. Ως προς την ύπαρξη Υπεράσπισης, προβάλλει ότι ο ενάγοντας παρέβηκε ουσιώδεις όρους της μεταξύ των συμφωνίας, επειδή οι χρηματοδέκτες που του παρεχώρησε ήταν ελαττωματικοί και παρά τις υποσχέσεις του να τους αντικαταστήσει, δεν το έπραξε. Ο ίδιος αναγκάστηκε να αγοράσει χρηματοδέκτες από τρίτη εταιρεία και τούτο είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά πέραν του €1.000.000=. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που έχει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Η Ελένη Σταύρου, σύζυγος του εναγομένου, σε μια λακωνική Ένορκη Δήλωση αναφέρει, «η αγωγή επιδόθη εις εμέ κατά την απουσία του συζύγου μου από το πρατήριο. Όταν ο σύζυγος μου επέστρεψε στο πρατήριο, λησμόνησα να τον ενημερώσω για την αγωγή». Ο Ενάγοντας - καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, Δ.39, Δ.48 θ.4, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και στη πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής: «1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση Διατάγματος παραμερισμού δικαστικής απόφασης η οποία έχει ληφθεί κανονικά. 2) Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράτυπη και/ή έχει παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης. 3) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλειπής και/ή δεν δικαιολογεί επαρκώς την έλλειψη εμφάνισης του Εναγομένου - Αιτητή και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν επαρκές και ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση Διατάγματος παραμερισμού της απόφασης. 4) Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν προβάλλει και/ή αποκαλύπτει καλή και σοβαρή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. 5) Η όλη συμπεριφορά και/ή η διαγωγή του Εναγομένου - Αιτητή είναι αμελής και/ή αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας καθώς και των δικαιωμάτων του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση. 6) Η αίτηση είναι αντίθετη και/ή πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και/ή την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας της δικαστικής διαδικασίας και τυχόν επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της διαγωγής του Εναγομένου - Αιτητή θα υπονόμευε την ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 7) Η αίτηση αυτή συνιστά κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας». Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Στέλλας Γεωργιάδου από τη Λεμεσό, δικηγόρου στο γραφείο Α. Γ. Παφίτη και Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του ενάγοντα. Όπως αναφέρει, μετά την έκδοση της απόφασης καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα στις 20.2.2013 αίτηση για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του εναγομένου. Εκδόθηκε το ένταλμα (writ) κινητών με αριθμό 334/2013. Οι δικαστικοί επιδότες αφού επανειλημμένα οχλούσαν τον εναγόμενο όπως εξοφλήσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του και αυτός αρνείτο και/ή αμελούσε να το πράξει, προχώρησαν τον Ιούλιο του 2013, βάσει του εντάλματος κινητών, στην κατάσχεση δύο οχημάτων του εναγομένου (ISUZU FUEL TANKER με αριθμό εγγραφής ΕΖΝ 578 και PEUGEOT 306 με αριθμό εγγραφής ΕΖΗ 345) τα οποία θα επωλούντο σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 4.9.2013. Στις 8.8.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση. Ταυτόχρονα καταχώρησε και αίτηση για αναστολή της διαδικασίας πώλησης των δύο οχημάτων. Η αίτηση επεδόθη στον ενάγοντα κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, και αυτός συμφώνησε όπως η πώληση αναβληθεί μέχρι την αποπεράτωση της υπό κρίση Αίτησης. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσης ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου και της συζύγου του αναφορικά με την επίδοση της αγωγής, είναι ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανυπόστατοι και/ή εκ των υστέρων κατασκευασμένοι. Είναι η θέση της επίσης ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι οι περί τούτου ισχυρισμοί του εναγομένου είναι ανυπόστατοι και/ή αόριστοι και/ή ασαφείς και/ή ατεκμηρίωτοι. Προβάλλει τέλος ότι δεν απαιτείτο το Κλητήριο Ένταλμα να συνοδεύεται από έντυπο διορισμού δικηγόρου εφόσον ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού και ότι κατά τόπον αρμοδιότητα έχει το Ε.Δ. Λάρνακος εφόσον ο εναγόμενος είναι μόνιμος Λάρνακος. Καταληκτικά καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση καθότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης. "Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just". Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσης ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 - 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ. 31: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 2004.] To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Όπως έχω προαναφέρει το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Έτσι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο εναγόμενος - αιτητής έχει καταφέρει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στις Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, ότι έχει καλή Υπεράσπιση. Ποια είναι η θέση του εναγομένου ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης; Ο εναγόμενος δεν αρνείται την σύναψη της αναφερόμενης στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντα. Ισχυρίζεται όμως ότι οι καταστάσεις Λογαριασμού στις οποίες βασίστηκε ο ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του, είναι αναληθείς και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί για ποιο λόγο είναι αναληθείς και χωρίς να τεκμηριώνει με την παρουσίαση στοιχείων, τους ισχυρισμούς του. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι χρηματοδέκτες που του παραχωρήθηκαν ήσαν ελαττωματικοί και γι΄ αυτό αγόρασε άλλους από τρίτη εταιρεία. Δεν προσκόμισε όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε και παρέθεσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για την ισχυριζόμενη αγορά. Τα ίδια ισχύουν και για το θέμα της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Κανένα στοιχείο ή λεπτομέρεια δόθηκε που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώνει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης», δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής. Οι λεκτικοί μόνο ισχυρισμοί του εναγομένου ως προς την ύπαρξη καλής Υπεράσπισης, τους οποίους θα χαρακτήριζα γενικούς, ασαφείς και αόριστους, παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Έτσι όπως προβλήθηκαν, δεν παρουσιάζουν υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχουν καταστήσει τρωτή την θέση του με μοιραία αποτελέσματα ως προς την Αίτηση του. Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση και των δύο άλλων παραμέτρων που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα. Της επιμέλειας την οποία επέδειξε ο εναγόμενος και της ταχύτητας με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του. Ως προς την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία, έχω να πω τα εξής. Εξάγεται από την υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) ότι παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που να επιβάλλει ότι ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει λογική εξήγηση γιατί η απόφαση αφέθη να εκδοθεί ερήμην, η δεδομένη εξήγηση είναι ένα από τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπόθεση Eros Travel and Tours (Limassol Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, αναφέρεται πως: «Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για τον λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψη του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Όμως «Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη». Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μία αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση κρίθηκε ως αφ΄ εαυτής τροχοπέδη στο «επανάνοιγμα» της υπόθεσης. Είναι θέση του εναγομένου ότι η αγωγή επεδόθη στην σύζυγο του, καθότι ο ίδιος απουσίαζε από το πρατήριο. Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα καταγράφει ο επιδότης στην ένορκη του δήλωση, σχετικά με την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή επεδόθη στον εναγόμενο προσωπικά ο οποίος όμως αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ένορκη Δήλωση Επίδοσης, καταρτίστηκε στις 10.12.2012, μία μέρα μετά την επίδοση της αγωγής. Ο επιδότης δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και τα όσο ανέφερε, παραμένουν αναντίλεκτα. Ο εναγόμενος έλαβε γνώση της απόφασης όπως ο ίδιος αναφέρει, τον Μάρτιο του
  2. Παρόλο που δεν διευκρινίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε γνώση, από την Ένορκη Δήλωση της Στέλλας Γεωργιάδου που υποστηρίζει την Ένσταση, φαίνεται αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου του γεγονότος ότι το writ κινητών εκδόθηκε μετά τις 20.2.2013, ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αίτηση για την έκδοση του. Προσέφυγε στο Δικαστήριο τον Αύγουστο του 2013 όταν ήδη είχε οριστεί δημόσιος πλειστηριασμός στις 4.9.2013, για την πώληση των δύο οχημάτων του. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό από μέρους του στην παράγραφο 3 της Ένορκης του Δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. Με υπόβαθρο τα πιο πάνω γεγονότα, έτσι όπως εξελίχθηκαν χρονολογικά, κρίνω ότι ο εναγόμενος ενήργησε επιπόλαια, όχι συνετά και με αδιαφορία ως προς την δικαστική διαδικασία. Εκδήλωσε ενδιαφέρον μόνο όταν αντιμετώπισε τις συνέπειες των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Εν προκειμένω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν επέδειξε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια στο χειρισμό της υπόθεσης του. Εκ του περισσού ίσως θα πρέπει να λεχθεί ότι το Ε.Δ. Λάρνακος είναι κατά τόπον αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή εφόσον ο εναγόμενος είναι κάτοικος Λάρνακος και επίσης ότι ορθά το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε χωρίς να συνοδεύεται από το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου εφόσον ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού. Ένα τελευταίο σχόλιο στο επιχείρημα του εναγομένου ότι θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Είναι βαθιά εμπεδωμένο στο σύστημα της δικαιοσύνης ότι «ουδείς δικάζεται χωρίς να έχει ακουστεί». Αυτό αποδίδεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1ΑΑΔ 43, κρίθηκε ότι το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος συσχετίζεται με το ζήτημα της κανονικής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Θεωρήθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί». Στην προκειμένη περίπτωση το Κλητήριο της Αγωγής επιδόθηκε κανονικά και νομότυπα στον εναγόμενο. Γνώριζε τους λόγους για τους οποίους καλείτο στο Δικαστήριο. Και είχε την δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό του. Το συνταγματικό του δικαίωμα να ακουστεί στην υπόθεση δεν παραβιάστηκε. Η θέση του εναγομένου υποστηριζόμενη από το πραγματικό υπόβαθρο που ετέθη, δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο. Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, κρίνω ότι ο εναγόμενος - αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε, να αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης, του βασικότερου κριτηρίου που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα. Δεν επέδειξε επίσης την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης του. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Αίτηση του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγομένου - αιτητή και υπέρ του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.