← Κύπρος

ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ Χ"ΑΝΤΩΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 1554/2010, 23/6/2014

ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ Χ"ΑΝΤΩΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 1554/2010, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1554/2010 Μεταξύ: ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ Χ"ΑΝΤΩΝΗ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗ, Εναγομένων ------- Αίτηση ημερ. 12/09/13 για παρακοή διατάγματος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Α. Κουκούνης. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Μ. Πάσιη) Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1-Εναγόμενη: κ. Κωνσταντίνου. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Ζένιου) Καθ΄ ης η Αίτηση 1 παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους ημερ. 12/09/13 ζήτησαν την τιμωρία της Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτηση λόγω της παρακοής της προς το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/11/
  2. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τη Δ.48 θ.1-5 και 9, Δ.42(Α) θ.1-13, Δ.42 θ.1-5, Δ.41 θ.1-3, Δ.43 θ.1-3, Δ.43(Α) θ.1-3, και Δ.43(Β) θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4 μέχρι 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου καθώς επίσης και στη γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα η αίτηση υποστηρίχθηκε αρχικά από την ένορκη δήλωση της Μαίρης Κόσσιφου υπαλλήλου των Εναγόντων-Αιτητών. Σύμφωνα με την ομνύουσα στις 26/10/10 η Εναγόμενη 1 είχε διαταχθεί όπως παραδώσει στους Ενάγοντες το όχημα με αριθμό εγγραφής KSB926, το οποίο αφορούσε το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής για να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό. Το συγκεκριμένο διάταγμα του Δικαστηρίου με τη δέουσα οπισθογράφηση είχε επιδοθεί δεόντως στην Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση στις 22/12/
  3. Η επίδοση ήταν προσωπική. Μετά την παρέλευση των 7 ημερών, χρονικό πλαίσιο που έτασσε το διάταγμα για την παράδοση του συγκεκριμένου οχήματος, το όχημα δεν παραδόθηκε αλλά εξακολουθεί να κατακρατείται και να χρησιμοποιείται από την Εναγομένη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση. Οι Αιτητές είχαν καταχωρίσει και ένταλμα παράδοσης με αριθμό 002773 αλλά δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεσή του γιατί η Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση είχε αρνηθεί να υποδείξει πού βρίσκεται το συγκεκριμένο όχημα. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας κατέστη απαραίτητη η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εκ μέρους των Αιτητών-Εναγόντων. Καταχωρίστηκαν με άδεια του Δικαστηρίου συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του κ. Σταύρου Καραγιώργη, δικαστικού επιδότη, και της κας Μαρίας Κόσσιφου. Η κα Μαρία Κόσσιφου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της καταγράφει ότι κατά ή περί τον Ιούλιο του 2012 σε συνομιλία που είχε ο Εναγόμενος 2 με την κα Λύτρα, Λειτουργό στην Υπηρεσία των Εναγόντων, του είχε αναφερθεί ότι οι Ενάγοντες δεν αποδέχονταν την αποπληρωμή του επίδικου χρέους δια μηνιαίων δόσεων και του επισημάνθηκε η επιτακτική ανάγκη παράδοσης του επίδικου οχήματος λόγω ακριβώς του προστακτικού χαρακτήρα του διατάγματος. Το γεγονός αυτό, της άμεσης εξόφλησης του επίδικου χρέους και άμεσης εκτέλεσης του εντάλματος παράδοσης, είχε επισημανθεί και στον κ. Σταύρο Καραγιώργη, δικαστικό επιδότη. Τον Οκτώβριο του 2012 ο συγκεκριμένος δικαστικός επιδότης είχε ερωτηθεί αναφορικά με την εκτέλεση του συγκεκριμένου εντάλματος παράδοσης και είχε αναφέρει ότι εκκρεμούσε η εκτέλεσή του. Καταλήγει, η ομνύουσα, ότι το επίδικο όχημα βρίσκεται στην κατοχή του Εναγομένου 2, συζύγου της Καθ΄ ης η Αίτηση, με τον οποίο σύμφωνα με δική της παραδοχή συγκατοικεί. Ο κ. Στ. Καραγιώργης, δικαστικός επιδότης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατέγραψε ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η εκτέλεση ενταλμάτων κινητής περιουσίας. Το επίδικο ένταλμα παράδοσης με αριθμό 002773, το οποίο αφορούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KSB926, ο ίδιος το είχε παραλάβει για εκτέλεση στις 16/01/
  4. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2012 είχε μεταβεί στην οδό Αγίας Σοφίας 10 για εκτέλεση του συγκεκριμένου εντάλματος παράδοσης και εκεί συνάντησε τόσο την Εναγόμενη 1, καθώς και το σύζυγό της. Η Εναγόμενη 1 είχε αρνηθεί να παραδώσει το συγκεκριμένο όχημα, παρόλο που αυτό βρισκόταν σταθμευμένο έξω από την οικία της στην οδό Αγίας Σοφίας
  5. Η Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση είχε ζητήσει πίστωση χρόνου για να διευθετήσει το επίδικο χρέος. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί τους επόμενους μήνες τους Εναγόμενους 1 και 2 στην οδό Αγίας Σοφίας 10 υπενθυμίζοντάς τους την υποχρέωση άμεσης παράδοσης του συγκεκριμένου οχήματος. Τον Ιούλιο του 2012 μετά από συνομιλία με την κα Λύτρα, Λειτουργό στην Υπηρεσία των Εναγόντων, του είχε επισημανθεί η αναγκαιότητα άμεσης εκτέλεσης του συγκεκριμένου εντάλματος παράδοσης. Είχε προσπαθήσει, ανεπιτυχώς, να εκτελέσει το συγκεκριμένο ένταλμα. Τον Σεπτέμβριο του 2012 είχε πληροφορηθεί τηλεφωνικώς, από τον Εναγόμενο 2, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απουσίαζαν στο εξωτερικό. Τον Απρίλιο του 2013 είχε αναφερθεί στον ίδιο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν εγκαταλείψει τη διεύθυνση στην οδό Αγίας Σοφίας 10 και ότι η Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η αίτηση αρνείται να παραδώσει το συγκεκριμένο όχημα. Στις 30/04/13 ο ίδιος είχε εκδώσει ειδοποίηση προς τους δικηγόρους των Εναγόντων και ως εκ παραδρομής κατέγραψε λάθος το όνομα της Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η αίτηση. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ομνύοντα ότι η ειδοποίηση χωρίς ημερομηνία εκ παραδρομής είχε τοποθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν είχε ποτέ εκδοθεί ή υπογραφτεί ως επίσημη ειδοποίηση και ποτέ δεν είχε σταλεί στους δικηγόρους των Εναγόντων. Σημειώνει δε ότι οι επίσημες ειδοποιήσεις που αφορούν την εκτέλεση κινητής περιουσίας υπογράφονται από τους δικαστικούς επιδότες, φέρουν ημερομηνία και απευθύνονται στους δικηγόρους των Εναγόντων στους οποίους και παραδίδεται το πρωτότυπο της εν λόγω ειδοποίησης. Το συγκεκριμένο έντυπο είχε συμπληρωθεί από τον ίδιο ως προσχέδιο ειδοποίησης. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την Εναγομένη 1-Καθ΄ ης η αίτηση. Καταγράφηκαν δώδεκα

(12)λόγοι ενστάσεως οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε καμιά θεραπεία, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις διότι δεν υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα, ότι η Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η αίτηση ουδέποτε είχε ειδοποιηθεί για να παραδώσει το επίδικο όχημα, ότι η Εναγομένη 1-Καθ΄ ης η αίτηση δεν είχε ποτέ στην κατοχή της το επίδικο όχημα, ότι οι Αιτητές καταχώρισαν καταχρηστικά την Αίτηση, ότι παραβιάζονται με την Αίτηση τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ΄ ης η αίτηση, όπως αυτά διατυπώνονται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσαν τα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τη Δ.48 θ.1-5 και 9, Δ.42(Α) θ.1-13, Δ.42 θ.1-5, Δ.41 θ.1-3, Δ.43 θ.1-3, Δ.43(Α) θ.1-3, και Δ.43(Β) θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4 μέχρι 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου καθώς επίσης και στη γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Χριστίνας Χ"Αντώνη, Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτηση. Σύμφωνα με την ομνύουσα η ίδια δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε γίνει επίδοση της οπισθογραφημένης απόφασης. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια γιατί απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα. Είναι η θέση της ότι από τον Ιούνιο του 2011 διαμένει με το σύζυγό της, Εναγόμενο 2, στην οδό Έγκωμης 3, στα Λειβάδια, Λάρνακας. Στην οδό Αγίας Σοφίας 10 διέμενε μαζί με τον σύζυγό της πριν τη μόνιμη εγκατάστασή τους στα Λειβάδια. Ουδέποτε είχε λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση παράδοσης του επίδικου οχήματος και ουδέποτε είχε παραλάβει ένταλμα. Σε σχέση με το ένταλμα παράδοσης του οχήματος η ίδια είχε λάβει γνώση μετά την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως την πληροφόρησε ο δικηγόρος της, από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου είχε διαφανεί ότι το συγκεκριμένο ένταλμα επεστράφη ανεκτέλεστο γιατί η ίδια είχε εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση. Κατά τη δική της άποψη στην προσπάθεια επίδοσης του συγκεκριμένου εντάλματος παράδοσης είχε γίνει λάθος ως προς το πρόσωπο στο οποίο επιχειρήθηκε η επίδοση. Καταλήγει ότι οι Αιτητές είχαν καταχωρίσει καταχρηστικά την υπό κρίση Αίτηση αφού μετά την έκδοση της απόφασης είτε η ίδια είτε ο Εναγόμενος 2 κατέβαλλαν προς εξόφληση του επίδικου χρέους διάφορα ποσά. Κατά την ακρόαση της Αίτησης είχαν γίνει παραδεκτά γεγονότα η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 26/11/10, στις 22/12/10 από την ιδιώτη επιδότη κα Κωνσταντίνου, καθώς και η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στις 10/01/14 στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Οι Αιτητές ζήτησαν την αντεξέταση της Καθ΄ης η Αίτηση. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι διαμένει και συγκατοικεί με τον σύζυγό της. Όσο αφορά το επίδικο όχημα KSB 926 ήταν ο ισχυρισμός της ότι ευρίσκεται στο σπίτι τους, είναι εγγεγραμμένο στο όνομά της αλλά το οδηγεί ο σύζυγός της. Υποστήριξε ότι μέχρι τον Ιανουάριο 2014 η ίδια δεν γνώριζε ότι αντιμετώπιζαν πρόβλημα με τις πληρωμές του αυτοκινήτου. Ερωτηθείσα δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε υπογράψει για την παραλαβή της αγωγής γιατί η ίδια δεν διαβάζει Ελληνικά. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε για το διάταγμα γιατί δεν διαβάζει Ελληνικά και όταν ρώτησε τον άντρα της ανέφερε να μην ανησυχεί γιατί όλα ήταν εντάξει. Ισχυρίστηκε ότι στην οδό Αγίας Σοφίας διέμεναν από το 2002, ενώ πριν διέμεναν στην οδό Παυλίδη και το 2011 μετακόμισαν στα Λειβάδια. Ήταν η θέση της ότι η ίδια δεν γνωρίζει τον κ. Ρωτή ούτε και είχε επισκεφτεί ποτέ τον Δήμο Λειβαδιών και υποστήριξε ότι δεν την γνώριζε οποιοσδήποτε για να μπορεί να δώσει τη συγκεκριμένη βεβαίωση που είναι επισυνημμένη στην ένορκη δήλωσή της. Κατέληξε, ότι η ίδια, μέχρι τον Ιανουάριο 2014, δεν γνώριζε ότι αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτοκίνητο. Όμως ισχυρίστηκε ότι ακόμα και να το γνώριζε η ίδια δεν θα μπορούσε να το παραδώσει γιατί το οδηγεί ο άντρας της. Οι θέσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως αυτές διαφάνηκαν κατά την αντεξέταση βρίσκονται σε αντίθεση με τα όσα η ίδια κατέγραψε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Στην ένορκη δήλωσή της δήλωνε ότι είχε γίνει επίδοση του διατάγματος σε λάθος πρόσωπο ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι παρέλαβε το διάταγμα αλλά δεν διαβάζει ελληνικά. Επίσης ισχυρίζεται, στην ένορκη δήλωσή της, ότι μετά την έκδοση της απόφασης προέβαινε τόσο η ίδια καθώς και ο συζυγός της σε πληρωμές, πλην όμως ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε πρόβλημα σε σχέση με τις πληρωμές του αυτοκινήτου. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της Καθ΄ ης η Αίτηση και οι δυο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και η Δ.42(Α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τηρουµένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγµα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίµου ή φυλακίσεως ή µεσεγγυήσεως πραγµάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συµφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγµα τοιούτον ποσόν υπό µορφήν αποζηµιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιµωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασµού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγµά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουµένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγµατος και εν γνώσει του και ηθεληµένα παροτρύνει ή συνεργεί στη µη υπακοή διατάγµατος.» Έχει εξηγηθεί στην Krasias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) A.A.Δ. σελ. 750 ότι το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ η Δ.42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών το δικονομικό πλαίσιο. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν. 14/
  1. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις, υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης παρακοής αποτελεί διαδικασία stricticimy uris, διαδικασία δηλαδή κατά την οποία όλα τα δικονομικά εχέγγυα και προϋποθέσεις θα πρέπει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα να τηρούνται, απόρροια των δραστικότατων συνεπειών που μπορεί να έχει η κατάληξη μιας αίτησης παρακοής για τον καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να σημειωθεί πως ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων είναι το ίδιο υψηλός όπως σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία βλ. Borrie & Lawe, The Law of Contempt, 3η εκδ., σελ.565-567 Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, τόμος 22, παρα. 75, σελ.
  2. Στην απόφαση In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 128, στην σελίδα 137, ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα: «A contempt of court is an offence of criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time - honoured phrase, it must be proved beyond all reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man asked about it, he told lies. There must be further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence. .................................................................................. Where there are two equally consistent possibilities open to the Court, it is not right to hold that the offence is proved beyond reasonable doubt.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση στην υπόθεση Berry Piling Systems Ltd v. Sheer Projects Ltd [2013] EWCH 347 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην παράγραφο 25: «[25] In Malgar Ltd v RE Leach (Engineering) Ltd
(1999)EWHC 843 (Ch), [2000] FSR 393, the Vice-Chancellor on an application to bring contempt proceedings in relation to allegedly false statements in witness statements supported by a statement of truth said: "It is, I think, necessary to make clear that Rules of Court cannot make substantive changes in the law of contempt. There is much case law describing in what circumstances a contempt of court is committed. There are civil contempts and there are criminal contempts and the line between the two is not always easy to draw. But the circumstances which may justify a finding of contempt are established by case law and set out in the text books on the subject. It is not open to Rules of Court to introduce a new category of contempt, and CPR 32.14 does not do that. It provides for the possibility of a person being prosecuted for contempt if he makes or causes to be made a false statement, etc, but it does not predict what the outcome of the prosecution will be. That is a matter which must be left to the general law . . . . So what is the general law in this particular area? The general law of contempt is that actions done by an individual which interfere with the course of justice or which attempt to interfere with the course of justice are capable of constituting contempt of court. In order for the individual who has done acts which fall into that category to be liable for contempt, an appropriate state of mind of the individual must be shown. As to this the case law is not entirely clear and I am certainly not going to attempt to resolve it on this application. On one view it must be shown that the individual who is being prosecuted for this species of contempt intended to interfere with the course of justice. The other view is that it must be shown that the individual intended to do the acts in question, and that the acts interfere with the course of justice. I only mention that for the purpose of showing that there are difficulties which may arise if an attempt is made to commit for a contempt consisting of interference with the course of justice. The difficulty lies in knowing quite what mental state on the part of the accused has to be shown.» ( η υπογράμμιση είναι δική μου) Βλ. επίσης Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975 , Knight v. Clifton [1971] Ch 700, Benham v. UK
(1996)22 E.H.R.R. 293 και Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η εκδ., παρ. 3-250, σελ. 226 κ.ε. και παρα. 12-35, σελ. 1012. Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει, που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βλ. David Bean: Injunctions, 8η έκδ.,
(2004)σελ. 90 κ.ε. παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο. Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι «για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα» βλ. Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd Πολ. Εφ. 180/90 ημερ. 08/03/2013. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. Άκρως διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαργαρίτα Μιχαηλίδου
(2011)1(A) AAΔ.356 στις 364 κ.ε: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Στην Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ΄ ου και (γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ΄ ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ.395). Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης, ανωτέρω, απ΄ όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 ΑΑΔ 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «...για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του δικαστηρίου.». Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφ΄όσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1). Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Στο σύγγραμμα Borrie & Lowe: "The Law of Contempt", 3η έκδοση, σελ. 568, σε σχέση με παρακοή θετικής υποχρέωσης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants.» Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται παρατηρώ τα ακόλουθα: Ότι το διάταγμα ημερομηνίας 26/11/10 έχει εκδοθεί και η σύνταξη και η οπισθογράφηση του διατάγματος είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες της Δ.42(α) θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση του διατάγματος στην Καθ' ης η Αίτηση ήταν προσωπική, σύμφωνα και με τα παραδεκτά γεγονότα, και είχε γίνει στις 22/12/10 το ίδιο και η επίδοση της αίτησης παρακοής. Από τη στιγμή που ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση έχει αποδεχθεί την προσωπική επίδοση του διατάγματος στην Καθ΄ης η Αίτηση δεν μπορεί στη συνέχεια να προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με την επίδοση, όπως πράττει στη σελίδα 9 της γραπτής του αγόρευσης. Αυτό που μένει να εξετάσω είναι αν υπάρχει ηθελημένη ανυπακοή της Καθ' ης η Αίτηση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι το όχημα το κατέχει ο σύζυγός της και ότι η ίδια δεν μπορεί να το παραδώσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού με τον σύζυγό της διαμένουν στο ίδιο σπίτι ως ζευγάρι και το όχημα παρόλο που είναι εγγεγραμμένο στο όνομά της το οδηγεί ο σύζυγός της. Δεν τίθεται θέμα ανικανότητας συμμόρφωσης με το διάταγμα, αφού το όχημα βρίσκεται στην κατοχή της και υπό τον έλεγχό της. Η ίδια είχε λάβει γνώση του προβλήματος που υπήρχε σε σχέση με το αυτοκίνητο οπόταν η θέση της ότι δεν γνώριζε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η λέξη «ηθελημένα» ερμηνεύεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ως ακολούθως: «ηθελημένος-η,-ο αυτός που γίνεται με πρόθεση, σκόπιμα . . » Στην υπό κρίση υπόθεση θεωρώ ότι η Καθ΄ης η Αίτηση γνώριζε για το διάταγμα που είχε εκδοθεί εναντίον της και σκόπιμα δεν παρέδιδε το όχημα λόγω του ότι κατά καιρούς προέβαινε σε σκόρπιες πληρωμές προς τους Αιτητές, όπως προκύπτει και από τα τεκμήρια που επισυνάφτηκαν στην καταχωρηθείσα Ένσταση. Όμως οι πληρωμές αυτές φαίνεται να σταμάτησαν στις 06/06/2012. Αυτό οδηγεί και στον σχολιασμό του λόγου Ένστασης που έχει εγερθεί και αφορά την καθυστέρηση. Προφανώς οι Αιτητές έδιναν χρόνο στην Καθ΄ης η Αίτηση να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της αναφορικά με την οφειλή της. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί εναντίον των Αιτητών. Αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα μετά την έκδοση της οποιασδήποτε απόφασης, στην οποία υπάρχει διάταγμα παράδοσης κινητού, να καταχωρείται αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης αίτηση παρακοής και να μην παρέχεται καμιά πίστωση χρόνου εξόφλησης της αξίωσης. Σημειώνεται ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του κ. Καραγιώργη, του οποίου η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είχε καταχωριστεί μετά την παροχή άδειας, οπόταν παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι είχε ενημερώσει την Καθ' ης η Αίτηση από τα τέλη Φεβρουαρίου 2012 για την ύπαρξη του εντάλματος παράδοσης και ότι η ίδια αρνείτο να το παραδώσει ζητώντας πίστωση χρόνου για να διευθετήσει το χρέος της προς τους Αιτητές. Η έλλειψη αντεξέτασης οδηγεί στην αποδοχή των ισχυρισμών που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. Καραγιώργη. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Συνεπακόλουθο των πιο πάνω είναι ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είχε την ένοχη σκέψη να παρακούσει το διάταγμα του Δικαστηρίου αφού γνώριζε για αυτό και αρνείτο να παραδώσει το αυτοκίνητο. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι η Καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου καταλήγω ότι η πράξη της Καθ΄ ης η Αίτηση να μην συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/11/10 αποτελεί ανυπακοή στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και η Καθ΄ ης η Αίτηση κρίνεται ότι έχει παραβεί το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/11/10. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.