Έλενας Ατάμοβιτς Χατζηκωσταντή ν. Φλουρέντζου Γεωργίου Κουλουμά, Αρ. Αγωγής: 1039/2013, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1039/2013 Μεταξύ: Έλενας Ατάμοβιτς Χατζηκωσταντή Ενάγουσας Και Φλουρέντζου Γεωργίου Κουλουμά Εναγόμενου ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/02/2014 για αναστολή εκτέλεσης ή/και ακύρωσης της απόφασης ημερ. 18/11/2013 Ημερομηνία: 02 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: κα. Πέτρου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σια Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κος. Σοφοκλέους για Α. Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής-Εναγόμενος με Αίτησή του, ημερομηνίας 03/02/2014, ζήτησε όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 18/11/2013 μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής. Παράλληλα ζήτησε διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η εκδοθείσα, στις 18/11/2013, απόφαση του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.
- Δ.5, Δ.5Β, Δ.9, Δ.16, Δ.17 θ.3,5,7 και 10, Δ.19, Δ.20, Δ.26 θ.14, Δ.35, Δ.40, Δ.48 θ. 1-4, 8 και 9, Δ.50, Δ.59 και Δ.64 θ.1 και 2, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και στο δίκαιο της επιείκειας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση καταγράφηκαν στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή Φλουρέντζου Κουλουμά. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο ίδιος δεν είχε καταχωρήσει έγκαιρα εμφάνιση στην αγωγή γιατί ήταν με την εντύπωση ότι ο ίδιος δεν χρειαζόταν να κάνει προσωπικά οποιαδήποτε ενέργεια γιατί θα αναλάμβανε η ασφάλειά του «Κεντρική ΛΤΔ». Ο ίδιος όμως δεν είχε επαφή με την ασφαλιστική εταιρεία. Σύμφωνα με ενημέρωση που είχε από την ασφαλιστική του εταιρεία είχαν προσπαθήσει να τον εντοπίσουν για να υπογράψει διοριστήριο αλλά δεν κατέστη δυνατό γιατί προσπάθησαν να τον εντοπίσουν σε λανθασμένο τηλέφωνο. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ισχυρίζεται ότι οφείλεται στο γεγονός ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η ασφαλιστική εταιρεία γνώριζε για την έκδοση της απόφασης και είχαν ενημερωθεί με την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 16/01/
- Είναι η θέση του ότι έχει καλή υπεράσπιση γιατί κατά την δική του άποψη η σύγκρουση του οχήματος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας με το αυτοκίνητο τρίτου ατόμου, το οποίο ήταν σταματημένο σε αναμονή, είχε γίνει λόγω της λανθασμένης εντύπωσης του οδηγού του οχήματος της Ενάγουσας ότι ο ίδιος θα έστριβε δεξιά και θα του απέκοπτε την πορεία του ενώ ο ίδιος ήταν σταματημένος σε αναμονή, στην δική του μεριά, περιμένοντας να καθαρίσει ο δρόμος και να στρίψει. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση. Κατεγράφησαν δεκαεπτά
(17)λόγοι ένστασης οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη, ανεπίτρεπτη και αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου, ότι βασίζεται σε λανθασμένους θεσμούς, ότι με την αίτηση και την ένορκη δήλωση δεν προβάλλονται επαρκείς λόγοι για τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου, ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ότι η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί ο Αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την αγωγή, η αίτηση έγινε για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα προς αποφυγή της εξόφλησης της εξ αποφάσεως οφειλής, ότι δεν κατέγραψε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως, ότι δεν απέσεισε το βάρος και απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση, ότι προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του λόγους οι οποίοι είναι αναληθείς και/ή αντίκεινται στην κοινή λογική ή /και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι προσπαθεί να καθυστερήσει ή περιπλέξει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης με αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, ότι δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια, ότι κωλύεται από του να προχωρήσει γιατί δεν έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και ότι τυχόν ακύρωση ή παραμερισμός της απόφασης θα προκαλέσει ζημιά στην Ενάγουσα. Νομική βάση της Ένστασης συνιστούν η Δ.33 θ.5, η Δ.39, η Δ.48 θ.1-4 και 6-12, η Δ.17 θ.10 - 11 και η Δ.64 θ.1 - 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 1- 11 και 14 του Περί Ερμηνείας Νόμου, τα άρθρα 2,9, 11 και 12 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης Ποικίλες Διατάξεις Νόμου, τα άρθρα 1-3, 21, 22, 29 και 30 του Περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς επίσης και η γενική, η συμφυής και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του Θεοδόση Σοφοκλέους δικηγόρου και συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η αγωγή είχε καταχωριστεί στις 15/03/2013 και είχε επιδοθεί προσωπικά στον Εναγόμενο στις 09/07/2013, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Λόγω αυτής της παράλειψης του Εναγόμενου είχε καταχωριστεί, στις 11/09/2013, αίτηση για έκδοση απόφασης και στις 18/11/2013 είχε εκδοθεί απόφαση. Είχε προηγηθεί, στις 19/03/2013, αποστολή ειδοποίηση σε σχέση με την έγερση της υπο κρίση αγωγής στην κεντρική Ασφαλιστική Λτδ, σύμφωνα και με τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμο, η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα του Εναγόμενου. Η συγκεκριμένη ειδοποίηση είχε σταλεί τόσο με τηλεομοιότυπο καθώς και με συστημένη επιστολή και υπήρχαν τα αποδεικτικά στοιχεία παραλαβής της. Την ημέρα παραλαβής της είχε σταλεί με τηλεομοιότυπο, επιστολή ημερομηνίας 26/03/2013 από τους δικηγόρους του Αιτητή - Εναγόμενου με την οποία πληροφορούσαν ότι είχαν οδηγίες να εμφανιστούν στην αγωγή. Ακολούθησε επιστολή από τους συνηγόρους της Ενάγουσας προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου με την οποία ζητείτο ενημέρωση κατά πόσο προτίθεντο να καταχωρίσουν Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή, στην οποία δεν είχε ληφθεί απάντηση. Στάλθηκε και άλλη επιστολή, ημερομηνίας 27/08/2013, προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου με την οποία πληροφορούντο ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τον ομνύοντα δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απάντηση στις δυο επιστολές αλλά ούτε και ενημερώθηκαν ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία του Εναγόμενου τον έψαχνε. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι εκτός από το γεγονός ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική η καταχώρισή της προσλαμβάνει και τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού δεν έχει δώσει, ο Αιτητής, ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί την μη καταχώριση Σημειώματος Εμφανίσεως ακόμη και μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού του Αιτητή ότι δεν γνώριζε την διαδικασία ο ομνύοντας καταγράφει ότι είχε προηγηθεί, στις 26/09/2012, η καταχώριση άλλων δυο αγωγών εναντίον του Αιτητή - Εναγόμενου, σε σχέση με το ίδιο δυστύχημα, στις οποίες ο Αιτητής - Εναγόμενος είχε ορίσει ως δικηγόρους του τους κ Χατζηιωάννου & Σια και Θεοφάνη Παυλήμπεη δηλαδή τους ίδιους δικηγόρους που καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση και είχε υπογράψει έντυπα διορισμού και στις δυο αγωγές. Οπόταν τα γεγονότα αυτά καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν γνώριζε την διαδικασία και ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορούσε να τον εντοπίσει. Καταλήγει, υιοθετώντας τους λόγους Ένστασης, ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, μεταξύ άλλων, γιατί έχει καταχωριστεί καθυστερημένα, γιατί ο Αιτητής επέδειξε αδιαφορία και γιατί δεν αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Η ακρόαση της αίτησης είχε διεξαχθεί στην βάση των γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Πρωταρχικά πρέπει να εξεταστεί το αίτημα του Αιτητή για παραμερισμό ή/και ακύρωσης της απόφασης γιατί είναι καταλυτικό σε σχέση με την εξέλιξη της Αίτησης. Η. Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800) και πρόσφατα στην Κυριακή Τσεμελόγλου ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. 252/09, ημερ. 15/01/13. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκος δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο Aιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο Αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο, είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο Αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Στην Γεωργίου κ.α. ν. Χριστοδούλου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 561αναφέρθηκε, στην σελίδα 566, ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι « υπάρχει πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο.» Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής προβάλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, παραθέτοντας λακωνικά τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Επιπλέον αναμένεται από το Δικαστήριο, ότι ο αιτητής θα δώσει και κάποια λογική εξήγηση γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ερήμην. Στην προκείμενη περίπτωση τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείοντας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης ....... Εκτιμούμε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείοντας έθεσε ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου αυτός απέτυχε να ικανοποιήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώθηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που να τις υποστηρίζουν.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο- Αιτητή, στις 09/07/13. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας είχαν καταχωρίσει, στις 15/03/13, την αγωγή και στις 19/03/13 είχαν στείλει ενημερωτική επιστολή στην ασφαλιστική εταιρεία για την καταχώρισή της. Το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο στην υπό κρίση Αίτηση, στις 26/03/13 είχε ενημερώσει το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα ότι θα εμφανιζόταν για να αμφισβητήσει την απαίτηση, όμως δεν έπραξε οτιδήποτε. Στις 23/07/13, τέσσερεις μήνες μετά, οι δικηγόροι της Ενάγουσας ενημερώνουν τους δικηγόρους του Εναγόμενου - Αιτητή ότι η αγωγή είχε επιδοθεί και ότι θα έπρεπε άμεσα να καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης. Στις 27/08/13 στάλθηκε εκ νέου επιστολή από τον δικηγόρο της Ενάγουσας για το θέμα της μη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως. Η απόφαση είχε εκδοθεί στις 18/11/13 χωρίς να έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης. Τρείς μήνες μετά καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Δηλαδή, ο Ενάγοντας επέδειξε αδιαφορία για ένα και πλέον χρόνο από την καταχώριση της αγωγής. Απ' τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν έδρασε άμεσα αλλά επέδειξε αδιαφορία και απλά από τον Ιούλιο 2013, που του είχε επιδοθεί η αγωγή, δεν είχε ενδιαφερθεί για την τύχη της. Θεωρώ ότι όχι μόνο επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή αλλά και καθυστέρησε με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Καταλήγω ότι δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο - Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και εν κατακλείδι θεωρώ ότι απέτυχε να πείσει ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για την μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο. Η δε αδράνεια και αδιαφορία του συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας τέτοιας που για αυτό και μόνο τον λόγο η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης για λόγους πληρότητας θα εξεταστεί και το θέμα κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο Αιτητής. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου-Αιτητή, όπως αυτός καταγράφεται στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης, είναι λακωνικός και δεν καταδεικνύει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση. Ο ίδιος έχει προσκομίσει οτιδήποτε που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του. Εν πάση περιπτώσει δεν με έπεισε ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι είχε προηγηθεί η καταχώριση άλλων δυο αγωγών σε σχέση με το ίδιο δυστύχημα εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian (ανωτέρω) παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για την έγερση της αγωγής, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο-Αιτητή να καταχωρίσει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην βάση όλων των πιο πάνω συμπερασμάτων, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα απορρίψω την Αίτηση, με επιδικασθέντα έξοδα ύψους €1.000- , πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο