← Κύπρος

Μαρούλας Σταύρου Κορνιώτη ν. Χριστάκης Κλεοβούλου Σταύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2290/10, 23/5/2014

Μαρούλας Σταύρου Κορνιώτη ν. Χριστάκης Κλεοβούλου Σταύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2290/10, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A168 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2290/10 Μαρούλας Σταύρου Κορνιώτη Ενάγουσας και

  1. Χριστάκης Κλεοβούλου Σταύρου
  2. Κλεόβουλος Σταύρου Παναγή Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κούμας Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Κλεάνθους (ο κ. Ιωάννου για να ακούσει απόφαση.) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι μεταβιβάσεις του μισού μεριδίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 12572, Φ/Σχ. L/26, αρ. τεμ. 96, σπίτι και αυλή μέσα στο χωριό Αγγλισίδες, της Επαρχίας Λάρνακας, οι οποίες είχαν γίνει στο όνομα του Εναγόμενου 1 και στη συνέχεια στο όνομα του Εναγομένου 2 είναι άκυρες και παράνομες και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Επίσης αξιώνει διάταγμα που να ακυρώνει τις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις και παράλληλα να διατάσσει την επανεγγραφή του μισού μεριδίου επ' ονόματι της Ενάγουσας από το όνομα του Εναγομένου 2 καθώς και διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό 51/92 είναι άκυρο και χωρίς νομική ισχύ. Τέλος αξιώνονται αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, συμπαιγνία και συνομωσία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Εναγόμενος 1 είναι υιός του Εναγομένου 2 και αδελφότεχνος της Ενάγουσας ενώ ο Εναγόμενος 2 είναι αδελφός της. Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 12572, τεμ. 96 στο χωριό Αγγλισίδες κατά ή περί το 1973 ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2, της κ. Χριστίνας Κλεοβούλου. Παιδιά της Χριστίνας Κλεοβούλου ήταν η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 2, η Δάφνη, ο Παναγιώτης, ο Χαράλαμπος και ο Ανδρέας. Περί τις 06/05/73 τα αδέλφια της Ενάγουσας, στην παρουσία των γονέων τους, είχαν εκφράσει την επιθυμία τους όπως δωρίσουν στις αδελφές τους, την Ενάγουσα και τη Δάφνη, το μερίδιο που τους ανήκε στην περιουσία των γονέων τους. Η συγκεκριμένη πρόθεση καταγράφτηκε σε προικοσύμφωνο έγγραφο. Μετά το θάνατο της μητέρας, στις 03/06/85 είχε υπογραφτεί από τα αδέλφια, εκτός της Ενάγουσας και της Δάφνης, δήλωση με την οποία είχαν αποποιηθεί και παραιτηθεί οποιουδήποτε κληρονομικού δικαιώματος στην περιουσία της αποβιώσασας μητέρας τους. Στις 16/04/87 το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, εξ ημισείας, στη Δάφνη Σωφρονίου Ευσταθίου και στην Ενάγουσα και είχαν εκδοθεί επ' ονόματι της ίδιας και της αδελφής της πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Λόγω του ότι η ίδια διέμενε μόνιμα στην Αγγλία και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και επειδή έτρεφε μεγάλη αγάπη και εμπιστοσύνη στον αδελφό της, Εναγόμενο 2, είχε συμφωνήσει να υπογράψει και υπέγραψε έγγραφο με το οποίο να χειρίζεται ο αδελφός της, για λογαριασμό της, την περιουσία της στην Κύπρο στην περίπτωση που παρουσιαζόταν οποιοδήποτε πρόβλημα με τα οικονομικά της. Σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση της ήταν ρητός όρος της συμφωνίας με τον Εναγόμενο 2 ότι το συγκεκριμένο έγγραφο που είχε υπογραφτεί σε καμιά περίπτωση δεν θα χρησιμοποιείτο για την εγγραφή οποιουδήποτε μεριδίου επ' ονόματι του και θα χρησιμοποιείτο μόνο με τις ρητές οδηγίες και τη συγκατάθεση της ίδιας. Στις 20/01/92 η Ενάγουσα υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο το οποίο είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με αριθμό 51/
  3. Το 2009, ενώ βρισκόταν στην Κύπρο, η Ενάγουσα διεξήγαγε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και είχε διαπιστώσει ότι το μερίδιο της στο συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεσή της, δυνάμει δωρεάς στο όνομα του αδελφού της, Εναγομένου 2, κατά ή περί την 31/01/
  4. Οι μεταβιβάσεις που είχαν γίνει εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεσή της είναι η καταγραφείσα θέση της παράνομες και το αποτέλεσμα δόλου ή και απάτης των Εναγομένων 1 και 2 ή και συνομωσίας ή και συμπαιγνίας μεταξύ τους προς εξαπάτησή της. Καταγράφει, η Ενάγουσα, ως λεπτομέρειες απάτης ή και ψευδών παραστάσεων ή και συνομωσίας προς εξαπάτησης της και συμπαιγνίας τα ακόλουθα: Ότι ο Εναγόμενος 2 εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε με την Ενάγουσα καθώς και την οικονομική δυσκολία που πιθανόν να είχε η Ενάγουσα στην Αγγλία την παρότρυνε να υπογράψει το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς να της αποκαλύψει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με τέτοιο τρόπο που να επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του. Ότι η Ενάγουσα ήταν με την εντύπωση ότι το έγγραφο το οποίο υπέγραφε εξουσιοδοτούσε ή και επέτρεπε τη διαχείριση της περιουσίας της στην Κύπρο εάν και εφόσον αυτό καθίστατο απαραίτητο και μόνο με τις δικές της ρητές οδηγίες και ότι ουδέποτε είχε σκοπό και ή πρόθεση να παραχωρήσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τον αδελφό της για να μεταβιβάσει το ακίνητο επ ονόματι του. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου, δυνάμει δωρεάς, επ' ονόματι του αδελφού της, Εναγόμενου 2, είναι άκυρη επειδή καταρτίστηκε συνεπεία δόλου ή και απάτης ή και κατάχρησης ή και εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης της Ενάγουσας ή και συνομωσίας προς εξαπάτησης της από τους Εναγόμενους 1 και
  5. Καταγράφει τις λεπτομέρειες του δόλου ή και της απάτης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπισή τους προώθησαν τη θέση ότι η πράξη μεταβίβασης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 12572 είχε γίνει δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 17/06/87, με το οποίο εξουσιοδοτείτο ο Εναγόμενος 2 να αποδεχθεί εκ μέρους της Ενάγουσας και για λογαριασμό της το εν λόγω κτήμα. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι η Ενάγουσα είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε τον Εναγόμενο 2 ως αντιπρόσωπό της παραχωρώντας του την εξουσία να προβαίνει σε διάφορες πράξεις όπως αυτές καθορίζονται στο πληρεξούσιο. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του και της Ενάγουσας και η Ενάγουσα με δική της πρωτοβουλία είχε ετοιμάσει, στην Αγγλία, γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τον είχε διορίσει ως αντιπρόσωπο της να διαχειρίζεται κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της στην Κύπρο. Έχει υπογράψει, στις 20/01/92, με δική της πρωτοβουλία το πληρεξούσιο έγγραφο με πλήρη επίγνωση του τι υπέγραφε και γνωρίζοντας πολύ καλά το περιεχόμενό του. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους σε σχέση με την εκτέλεση των όρων του πληρεξουσίου εγγράφου. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο ίδιος μετά από επιθυμία της Ενάγουσας και λόγω της αγάπης και της εμπιστοσύνης που η Ενάγουσα έτρεφε στο πρόσωπό του είχε προβεί στη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος επ' ονόματι του δυνάμει δωρεάς και στα πλαίσια της εξουσιοδότησης νομότυπου και έγκυρου πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 20/01/
  6. Η συγκεκριμένη πράξη ήταν εν γνώσει της Ενάγουσας και είχε διεκπεραιωθεί στην παρουσία της κόρης της στις 31/01/92 όταν μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της κόρης της η υπόλοιπη περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας. Καταλήγει ο Εναγόμενος 2 ότι πράγματι το επίδικο κτήμα είχε μεταβιβαστεί στις δύο αδελφές του δυνάμει κληρονομιάς και μετά από αρκετά χρόνια, όταν αυτές είχαν αποφασίσει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αγγλία, ο Εναγόμενος 2 είχε αποφασίσει μαζί με την οικογένεια του να εγκατασταθεί στη συγκεκριμένη κατοικία η οποία του είχε παραχωρηθεί από τις αδελφές του έτσι ώστε ο ίδιος να την φροντίζει. Ο ίδιος είχε προβεί σε έξοδα συντήρησης και διατήρησης της συγκεκριμένης κατοικίας καταβάλλοντας περί τις €50.000-. Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται όλες τις λεπτομέρειες απάτης ή και ψευδών παραστάσεων ή και συνομωσίας, εξαπάτησης και συμπαιγνίας και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ενεργούσαν δυνάμει έγκυρου γενικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 20/01/92 και τόσο η Ενάγουσα καθώς και η αδελφή τους επιθυμούσαν όπως η κατοικία που βρίσκεται στο επίδικο κτήμα παραχωρηθεί στον αδελφό τους. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας δόθηκε μαρτυρία από την ίδια την Ενάγουσα, την αδελφή της κ. Δάφνη Ευσταθίου και την κα. Πάλμα από το Κτηματολόγιο. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα, κ. Μαρούλλα Σταύρου Κορνιώτη Μ.E.1, της οποίας η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Στη δήλωσή της καταγράφει ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας και διαμένει εκεί μαζί με τα παιδιά της τα οποία δεν γνωρίζουν αλλά ούτε αντιλαμβάνονται την ελληνική γλώσσα. Ο Εναγόμενος 1 είναι υιός του Εναγόμενου 2 και αδερφότεκνος της αφού ο Εναγόμενος 2 είναι αδελφός της. Σύμφωνα με την ίδια έχει μια αδελφή και ακόμα τρία

(3)αδέλφια εκτός από τον Εναγόμενο
  1. Αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 12572, τεμάχιο 96, στο χωριό Αγγλισίδες ήταν η θέση της ότι κατά το έτος 1973 ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας της, Χριστίνας Κλεοβούλου Κοσμά. Στις 06/05/73 τα αδέλφια της Κλεόπας, Παναγιώτης, Χαράλαμπος και Ανδρέας, στην παρουσία της μητέρας της, είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους για να δωρίσουν στην αδελφή τους Δάφνη και στην ίδια το μερίδιο που τους ανήκε από την περιουσία των γονιών τους. Την πρόθεσή τους αυτή την είχαν καταγράψει και σε προικοσύμφωνο έγγραφο το οποίο είχε πιστοποιηθεί από τον ιερέα του χωριού. Στις 03/06/85 η μητέρα τους είχε αποβιώσει αφήνοντας όλα τα παιδιά της ως νόμιμους κληρονόμους της περιουσίας της. Στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης τα αδέλφια της, εξαιρουμένης της ίδιας και της αδελφής της, είχαν υπογράψει δήλωση με την οποία είχαν αποποιηθεί από οποιοδήποτε κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία της μητέρας τους. Συνεπακόλουθα, στις 16/04/87 το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 12572, τεμάχιο 96, στο χωριό Αγγλισίδες είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι της αδελφής της Δάφνης και της ίδιας ανά μισό μερίδιο και είχαν εκδοθεί τα σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης περιουσίας. Λόγω όμως του γεγονότος ότι η ίδια διέμενε μόνιμα στην Αγγλία και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα είχε συμφωνήσει με τον αδελφό της Κλεόπα, Εναγόμενο 2, να του υπογράψει ένα έγγραφο έτσι ώστε να χειρίζεται, για λογαριασμό της, την περιουσία της στην Κύπρο με τέτοιο τρόπο που αν παρουσιαζόταν σοβαρό πρόβλημα με τα οικονομικά της στην Αγγλία να μην επηρεαζόταν με οποιοδήποτε τρόπο η περιουσία της στην Κύπρο. Ο αδελφός της της είχε ζητήσει να μεταβεί στην πρεσβεία της Κύπρου στην Αγγλία και να ζητήσει την ετοιμασία γενικού πληρεξούσιου εγγράφου με το οποίο να τον εξουσιοδοτεί να διαχειρίζεται την περιουσία της στην Κύπρο και σε περίπτωση προβλήματος να μπορεί να τη μεταβιβάσει επ' ονόματι κάποιου άλλου. Χωρίς η ίδια να λάβει οποιαδήποτε ανεξάρτητη συμβουλή και στηριζόμενη στην εμπιστοσύνη που είχε στον αδελφό της υπέγραψε, στην Πρεσβεία της Κύπρου, γενικό πληρεξούσιο έγγραφο και πιστοποιήθηκε η υπογραφή της. Στη συνέχεια είχε μιλήσει με τον αδελφό της με τον οποίο είχε συμφωνήσει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο θα χρησιμοποιείτο μόνο ήταν η ίδια το ζητούσε. Η ίδια είχε αναφέρει στον αδελφό της ότι σκοπός του συγκεκριμένου εγγράφου ήταν να προσέχει την περιουσία της και ότι σε καμία περίπτωση το συγκεκριμένο έγγραφο δεν θα χρησιμοποιείτο για την εγγραφή του μεριδίου της επ' ονόματι του ίδιου παρά μόνο εάν και εφόσον η ίδια του έδινε ρητές οδηγίες καθώς και τη συγκατάθεσή της. Τελικά δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα οικονομικά της και ουδέποτε είχε ζητήσει από τον αδελφό, της Εναγόμενο 2, να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο έγγραφο. Ήταν η καταγραφείσα θέση της ότι την άνοιξη του 2008 σε μια επίσκεψη της στην Κύπρο είχε βρεθεί τυχαία με τον υιό του Εναγόμενου 2, τον Εναγόμενο 1, ο οποίος την είχε πληροφορήσει ότι το μερίδιο της, στο συγκεκριμένο ακίνητο, είχε μεταβιβαστεί στο όνομα του πατέρα του. Ακολούθως η ίδια είχε συζητήσει το θέμα με την αδελφή της Δάφνη η οποία της ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε και οι δυο μαζί είχαν αποφασίσει να ζητήσουν εξηγήσεις από τον αδελφό τους, Εναγόμενο 2, ο οποίος όμως ουδέποτε τους είχε δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Παράλληλα, η ίδια είχε ζητήσει από δικηγόρο συγχωριανό τους να αναλάβει το θέμα. Στη συνέχεια το φθινόπωρο του 2009 είχε διορίσει δικηγόρο, ο οποίος μετά από έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, είχε διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, δυνάμει δωρεάς, επ' ονόματι του αδελφού της, Εναγόμενου 2, στις 31/01/
  2. Η σχετική έρευνα κατέδειξε ότι στις 31/01/92 η ώρα 13:00 δυνάμει δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου με αριθμό Δ.377/92 το μερίδιο της επί του ακινήτου έχει μεταβιβαστεί επ' ονόματι του Χριστάκη Κλεοβούλου Σταύρου, Εναγόμενου 1, και εκ μέρους της είχε υπογράψει ο αδελφός της, Εναγόμενος
  3. Η ώρα 13:05 της ίδιας μέρας με τη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου Δ.378/92 ο Εναγόμενος 1, Χριστάκης Κλεοβούλου Σταύρου, είχε μεταβιβάσει το μερίδιο που του είχε μεταβιβαστεί στον πατέρα του, Εναγόμενο
  4. Κατά τη δική της άποψη το γεγονός ότι οι μεταβιβάσεις είχαν γίνει ακριβώς την ίδια μέρα και ώρα καταδεικνύει τα πραγματικά κίνητρα των Εναγομένων που ήταν η εξαπάτηση της. Υποστήριξε ότι ουδέποτε εν γνώση της ή και με τη συναίνεση της είχε υπογράψει γενικό πληρεξούσιο προς τον αδελφό της με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του ιδίου ή οποιουδήποτε άλλου. Όμως, ο Εναγόμενος 2 είχε χρησιμοποιήσει εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεσή της το πληρεξούσιο έγγραφο για να μεταβιβαστεί το δικό της μερίδιο στον όνομά του. Οι συγκεκριμένες πράξεις, στις οποίες είχε προβεί ο αδελφός της, ήταν σε βάρος των συμφερόντων της αφού η συγκεκριμένη μεταβίβαση είχε γίνει χωρίς οποιαδήποτε προσυνεννόηση μαζί της, δια δωρεάς, οπόταν χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Παράλληλα με τη συγκεκριμένη ενέργεια του Εναγόμενου 2 η ίδια είχε απολέσει τα δικά της δικαιώματα στη συγκεκριμένη περιουσία. Είχαν γίνει προσπάθειες τόσο προφορικά αλλά και με επιστολές του δικηγόρου της για εξώδικο συμβιβασμό, πλην όμως ο αδελφός της αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Επιπρόσθετα καταγράφει ότι ενώ ο αδελφός της, Εναγόμενος 2, αρχικά διέμενε στην Κυπερούντα στη συνέχεια χωρίς την συγκατάθεσή της ίδιας ή της αδελφής της είχε εγκατασταθεί στο επίδικο σπίτι. Όταν οι ίδιες το αντιλήφθηκαν, παρόλο που δεν ήταν σύμφωνες, αποφάσισαν να του επιτρέψουν να διαμένει το σπίτι μέχρι να τακτοποιηθεί οικονομικά και να μετακομίσει σε σπίτι το οποίο έκτιζε ο ίδιος. Τελικά, ο ίδιος ενοικιάζει το δικό τους σπίτι και εισπράττει σε βάρος της ίδιας και της αδελφής της ενοίκιο. Ισχυρίζεται ότι ο αδελφός της, Εναγόμενος 2, είχε ενεργήσει κατά παράβαση ή κατάχρηση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος όταν μεταβίβαζε το ακίνητο επ' ονόματι του υιού του. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι το πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό A51/92 είναι άκυρο ως προς το σκοπό για τον οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από τον αδελφό της, Εναγόμενο 2 και εν πάση περιπτώσει είχε χρησιμοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση της αφού είχε χρησιμοποιηθεί με σκοπό τη δόλια εξαπάτηση της. Συγκεκριμένα καταγράφει ότι ο αδελφός της, Εναγόμενος 2, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε μαζί της και με σκοπό την εξαπάτηση της την είχε παροτρύνει να υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο και ουδέποτε της είχε αποκαλύψει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με τέτοιο τρόπο που να επιτευχθεί η μεταβίβαση του δικού της μεριδίου, επί του συγκεκριμένου ακινήτου, επ' ονόματι του ή και οποιουδήποτε άλλου. Η ίδια δεν είχε καμία πρόθεση να παραχωρήσει το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον αδελφό της για να μεταβιβάσει το ακίνητο χωρίς προηγουμένως τη δική της ρητή εντολή. Δεν γνώριζε το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο υπέγραφε και απλά πίστευε ότι εξουσιοδοτούσε, το συγκεκριμένο έγγραφο ή και απλά επέτρεπε τη διαχείριση της περιουσίας της, στην Κύπρο, από τον αδελφό της εφόσον του παραχωρούσε ρητές οδηγίες. Αντί αυτού ο Εναγόμενος 2 εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε μαζί της την παρότρυνε να υπογράψει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς να της εξηγήσει και αποκρύπτοντας της ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να μεταβιβάσει ο ίδιος το ακίνητο επ' ονόματι του με σκοπό την εξαπάτηση της. Της είχε αναφέρει ότι το έγγραφο ήταν αναγκαίο για να μπορεί να διαχειρίζεται την περιουσία της στην Κύπρο. Καταλήγει ότι η δωρεά του ακινήτου επ' ονόματι του αδελφού της Εναγόμενου 2 είναι άκυρη γιατί ήταν προϊόν δόλου ή και απάτης ή και κατάχρησης ή και εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης της ή και συνωμοσίας προς εξαπάτηση της από τους Εναγόμενους 1 και
  5. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε το προικοσύμφωνο ως Τεκμήριο 2, τα έγγραφα διαχείρισης ως Τεκμήριο 3, αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας της κατοικίας στο όνομά της και της αδελφής της Δάφνης ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου με αριθμό 51/92 ως Τεκμήριο 5, τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Δ.377/92 ως Τεκμήριο 6, τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Δ.378/92 ως Τεκμήριο 7 και την επιστολή ημερομηνίας 28/01/10 μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσής της ως Τεκμήριο 8 και επιστολή που είχε σταλεί από τον δικηγόρο της προς τους ενοικιαστές της συγκεκριμένης κατοικίας ως Τεκμήριο
  6. Ήταν η θέση της, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση στο όνομα του αδελφού της, Εναγόμενου 2, είναι παράνομη αφού η ίδια ουδέποτε επιθυμούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον αδελφό της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια υιοθετούσε πλήρως το περιεχόμενο της δήλωσής της, Τεκμήριο 1, ως αληθινό. Εξήγησε ότι είχε φύγει από την Κύπρο το 1965 για την Αγγλία σε ηλικία δεκαπεντέμιση ετών και δεν ερχόταν τακτικά στην Κύπρο. Ανέφερε επίσης ότι τα δικά της παιδιά δεν μιλούν την ελληνική γλώσσα και δεν την αντιλαμβάνονται πλήρως. Της υποδείχθηκε ένα έγγραφο το οποίο αναγνώρισε ως πληρεξούσιο το οποίο είχε γίνει από το σύζυγό της για να σταλεί στον αδελφό της έτσι ώστε εάν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα να μεταβιβαστεί το σπίτι επ' ονόματι της κόρης της Ανδρούλας. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Επέμενε στη θέση της ότι το Τεκμήριο 10 είχε γίνει μόνο για σκοπούς μεταβίβασης του μεριδίου της στην ακίνητη περιουσία της επ' ονόματι της κόρης της Ανδρούλας Κορνιώτη. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι ο αδελφός της δεν είχε το δικαίωμα να μεταβιβάσει τη δική της περιουσία επ' ονόματι του αλλά να την μεταβιβάσει στην κόρη της αν αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε προβλήματα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι η πρώτη φορά που η ίδια είχε ετοιμάσει πληρεξούσιο ήταν όταν είχε αποβιώσει η μητέρα της και θα μεταβιβαζόταν το σπίτι επ' ονόματι της ίδιας και της αδελφής της. Αναγνώρισε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο στο οποίο αναφερόταν και αυτό κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  8. Παραδέχθηκε ότι η ίδια είχε εμπιστοσύνη στον αδελφό της και όταν του μίλησε τηλεφωνικώς, το 1992, της είχε αναφέρει ότι όλα θα ήταν εντάξει και η ίδια του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Την έπεισε, με τα λόγια, ότι δεν θα έπραττε οτιδήποτε εις βάρος της αντίθετα όμως με τα όσα της είχε υποσχεθεί, ο αδελφός της, Εναγόμενος 2 είχε εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι η ίδια δεν μιλούσε με την αδελφή της και είχε μεταβιβάσει επ' ονόματι του το δικό της μερίδιο στο σπίτι βρίσκοντας αφορμές ότι το σπίτι δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της κόρης της. Η ίδια όμως δεν είχε ποτέ συμφωνήσει να παραχωρήσει το σπίτι στον Εναγόμενο 2 ούτε και είχε υποσχεθεί να του το χαρίσει παρόλο που ο ίδιος, ο Εναγόμενος 2, είχε στείλει γράμμα στην αδελφή της, τη Δάφνη, ζητώντας της την παραχώρηση του σπιτιού στην Κύπρο. Απλά είχαν αποφασίσει με την αδελφή της να τον βοηθήσουν επιτρέποντάς του να μείνει στο σπίτι μέχρι που νε ολοκληρωθεί το δικό του σπίτι που έκτιζε. Όταν της υποβλήθηκε ότι υπήρχε άλλη περιουσία του πατέρα τους επ' ονόματι του συζύγου της ήταν η θέση της ότι ο άνδρας της είχε βοηθήσει όλη την οικογένεια και είχε στείλει λεφτά να αγοραστούν κάποια χωράφια που ήταν κοντά στη δική τους περιουσία. Είχαν δοθεί οδηγίες, με το Τεκμήριο 5, το πληρεξούσιο, όπως μεταβιβαστεί τόσο το χωράφι που έχει αγοραστεί με τα λεφτά που είχε αποστείλει ο σύζυγος της καθώς και το μερίδιο της στο συγκεκριμένο σπίτι επ' ονόματι της κόρης της. Το χωράφι πράγματι είχε μεταβιβαστεί όμως το σπίτι δεν είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι της κόρης της. Το 2002, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, δεν ήταν σε γνώση της ότι τα ακίνητα του πατέρα τους είχαν εγγραφεί επ' ονόματι του αδελφού τους, Εναγόμενου
  9. Διερωτήθηκε η ίδια γιατί δεν περίμενε ο Εναγόμενος 2 την κάθοδο της στην Κύπρο για να του μεταβιβάσει το σπίτι αφού του το είχε υποσχεθεί, έτσι ώστε να του το δωρίσει η ίδια. Το 2008, όταν η ίδια είχε μάθει τι είχε συμβεί, είχε μιλήσει για το θέμα με την αδελφή της και είχαν επισκεφθεί τον Εναγόμενο 2, ο οποίος όταν του ζήτησαν το λόγο είχε θυμώσει και είχε εγκαταλείψει την συζήτηση χωρίς καν να μιλήσει. Εξήγησε ότι ο πρώτος δικηγόρος με τον οποίο είχαν επικοινωνήσει, για το συγκεκριμένο θέμα, λόγω του ότι είχαν χωριανοί δεν ήθελε να εμπλακεί ενεργά. Ακολούθως στάλθηκε επιστολή από τον νέο δικηγόρο και ο Εναγόμενος 2 υποσχέθηκε να τους παραχωρήσει ένα χωράφι σε αντάλλαγμα, το οποίο ίδιο χωράφι είχε υποσχεθεί και στην αδελφή του την Δάφνη. Στη συνέχεια έμαθαν ότι ο αδελφός τους, Εναγόμενος 2, είχε πωλήσει το συγκεκριμένο χωράφι το οποίο είχε υποσχεθεί στην αδελφή τους Δάφνη για να του παραχωρήσει και εκείνη το μερίδιο της στο συγκεκριμένο σπίτι. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι με καλή θέληση, τόσο ο ίδια καθώς και η αδελφή της, είχαν παραχωρήσει το συγκεκριμένο ακίνητο στον Εναγόμενο 2 για να διαμένει μέχρι να ολοκληρωθεί η δική του κατοικία και όχι για να το μεταβιβάσει στον υιό του και ακολούθως επ' ονόματι του και στη συνέχεια να ζητά λεφτά για να το επαναφέρει στο δικό της όνομα. Επέμενε στη θέση της ότι η ίδια δεν είχε υποσχεθεί την παραχώρηση του μεριδίου της στον αδελφό της. Κατέληξε ότι ποτέ δεν είχε έρθει σε αντιπαράθεση με τον αδελφό της. Αντίθετα, είχε στείλει τον υιό του κοντά της στην Αγγλία και την κόρη του στην αδελφή της και λόγω του ότι τον θεωρούσαν ως βασανισμένο του παραχωρούσαν κάθε βοήθεια χρηματική. Η ίδια προσπαθούσε να βοηθήσει όλη της την οικογένεια για μια ζωή. Ισχυρίστηκε σε ερώτηση που της τέθηκε ότι η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε για φορολογίες αφού ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 ζούσε μέσα στο σπίτι και ποτέ δεν τις ενημέρωσε. Κατέληξε ότι ποτέ δεν είχε δώσει οδηγίες στον αδελφό της, Εναγόμενο 2, να μεταβιβάσει επ' ονόματι του μερίδιο της στο συγκεκριμένο ακίνητο. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο του είχε παραχωρηθεί μόνο για να χρησιμοποιηθεί για το δικό της συμφέρον και όχι για το δικό του. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η Δάφνη Ευσταθίου, Μ.Ε.2, της οποίας η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Στην δήλωσή της καταγράφει ότι από το 1973 μέχρι το 2003 διέμενε μόνιμα στην Αγγλία και έκτοτε διαμένει στο χωριό Κίτι στη Λάρνακα. Ο Εναγόμενος 1 είναι υιός του Εναγόμενου 2, ο οποίος είναι αδελφός της. Η ίδια εκτός από τον Εναγόμενο 2 έχει άλλα τέσσερα αδέλφια μεταξύ αυτών και τη Μαρούλα. Ήταν η θέση της ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 12572, τεμάχιο 96, στο χωριό Αγγλισίδες το 1973 ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας τους Χριστίνας Κλεοβούλου Κοσμά. Όμως, στις 06/05/73, ημέρα των αρραβώνων της, τα αδέλφια της ήτοι ο Κλεόπας, Εναγόμενος 2, ο Παναγιώτης, ο Χαράλαμπος και ο Ανδρέας είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να δωρίσουν στην ίδια και στην αδελφή τους, Μαρούλα, το μερίδιο που τους ανήκε από όλη την περιουσία των γονιών τους. Η συγκεκριμένη πρόθεση είχε καταγραφεί σε προικοσύμφωνο έγγραφο το οποίο είχε πιστοποιηθεί από τον τότε ιερέα του χωριού. Στις 03/06/85 η μητέρα τους είχε αποβιώσει αφήνοντας την ίδια και τα αδέλφια της ως κληρονόμους της ακίνητης περιουσίας. Στα πλαίσια αίτησης διαχείρισης τα αδέλφια της είχαν υπογράψει δήλωση με την οποία αποποιήθηκαν και παραιτήθηκαν οποιουδήποτε κληρονομικού δικαιώματος στην περιουσία της μητέρας τους. Ως αποτέλεσμα της υπογραφής της δήλωσης αποποίησης το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί εξ ημισείας στο όνομα της ίδιας και της αδελφής της και είχαν εκδοθεί τα σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Την άνοιξη του 2008 η αδελφή της Μαρούλα της είχε αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 την είχε πληροφορήσει ότι το σπίτι που είχαν από κοινού στις Αγγλισίδες είχε μεταβιβαστεί στο όνομα του πατέρα του Κλεόπα, Εναγόμενου
  11. Η ίδια αγνοούσε το γεγονός αυτό γιατί πάντα θεωρούσε ότι το σπίτι ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της αδελφής της όπως ήταν και η συμφωνία με τα αδέλφια της αλλά και η επιθυμία των γονιών της. Το 2009 η αδελφή της είχε διορίσει δικηγόρο, ο οποίος την είχε ενημερώσει ότι το σπίτι στις Αγγλισίδες είχε μεταβιβαστεί εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσής του δυνάμει δωρεάς στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου επ' ονόματι του Εναγόμενου
  12. Είναι η καταγραφείσα θέση της ότι ο Εναγόμενος 2 παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή ρητή εντολή ή αντιπαροχή κατέχει το μισό μερίδιο του επίδικου ακινήτου και οφείλει να το επιστρέψει στη νόμιμη δικαιούχο του, τη Μαρούλα, όπως είναι η επιθυμία όλων των μελών της οικογενείας. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, το πιστοποιητικό εγγραφής της ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι είχε ειδοποιηθεί από το δικηγόρο της αδελφής της για να προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, μετά που η αδελφή της είχε αναχωρήσει. Παραδέχθηκε ότι η ίδια είχε μιλήσει για την αδελφή της για την υπό εκδίκαση υπόθεση και ότι είχε διαβάσει και τη δική της δήλωση. Όμως υποστήριξε ότι η ίδια είχε καταγράψει στη δήλωσή της τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί και όπως η ίδια τα είχε βιώσει. Παραδέχθηκε ότι είναι λυπηρό που αναγκάστηκαν να προσέλθουν στα Δικαστήρια πλην όμως ο αδελφός της, Εναγόμενος 2, είχε αδικήσει την αδελφή τους τη Μαρούλα. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι τα αδέλφια τους είχαν αποφασίσει να τους παραχωρήσουν το σπίτι όμως ο Εναγόμενος 2 τελικά αποφάσισε, από μόνος του, να πάρει το μερίδιο της αδελφής τους. Παραδέχθηκε ότι ο αδελφός της, Εναγόμενος 2, είχε περιποιηθεί το σπίτι και ο λόγος ήταν ότι αυτός ζούσε μέσα στο σπίτι. Οι ίδιες δεν του είχαν ζητήσει να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με το σπίτι. Ήταν η θέση της ότι το 1987 είχαν παραχωρήσει στον αδελφό τους πληρεξούσιο έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η έκδοση των τίτλων στο όνομα τους. Η ίδια, το 2001, είχε ακυρώσει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο
  13. Αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, το προικοσύμφωνο σύμφωνα με το οποίο το συγκεκριμένο σπίτι είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι της και της αδελφής της. Κάποια από την ακίνητη περιουσία του πατέρα τους είχε βρεθεί να είναι γραμμένη επ' ονόματι του αδελφού τους. Η ίδια δεν γνώριζε πως είχε εγγραφεί επ' ονόματι του η περιουσία αυτή. Η συγκεκριμένη περιουσία ανήκε στην αδελφή της τη Μαρούλα και έπρεπε να είναι εγγεγραμμένη στο δικό της όνομα αφού από το 1977 ο πατέρας τους είχε χαρίσει τη συγκεκριμένη περιουσία στην αδελφή της, η οποία στην συνέχεια είχε αγοράσει και τα χαλίτικα. Η ίδια γνώριζε ότι ο πατέρας της είχε χαρίσει, το 1977, ένα χωράφι στην αδελφή της την Μαρούλλα. Εξήγησε ότι οι δικές της σχέσεις με τον αδελφό της Κλεόπα, Εναγόμενο 2, ήταν τυπικές γιατί ο ίδιος νοιαζόταν πάντα για τον εαυτό του. Η ίδια ουδέποτε είχε ζητήσει οτιδήποτε από τον αδελφό της και ουδέποτε αυτός είχε διαχειριστεί την περιουσία της με οποιοδήποτε τρόπο. Ο αδελφός της, ο Κλεόπας, ουδέποτε της είχε αναφέρει ότι είχε μεταβιβάσει το μισό μερίδιο του σπιτιού στο όνομά του. Η ίδια είχε μάθει για το θέμα αυτό το 2008 από τη Μαρούλλα και όταν το έμαθαν ζήτησαν από τον Κλεόπα εξηγήσεις. Ενώ είχαν συναντηθεί στο σπίτι της για να εξηγηθούν ο Κλεόπας αρνήθηκε να τους δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις και σηκώθηκε και έφυγε. Ακολούθως τον είχε επισκεφτεί η ίδια με το σύζυγο της, στο χωριό, για να διαπιστώσει τι είχε γίνει πλην όμως ο Κλεόπας αρνείτο να επιστρέψει στην Μαρούλλα το μερίδιο της. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν του είχαν επιτρέψει, η ίδια με την Μαρούλλα, να ζήσει στο σπίτι αλλά λόγω της αγάπης που έτρεφαν και οι δύο για τον Κλεόπα όταν ο ίδιος μπήκε στο συγκεκριμένο σπίτι θεώρησαν σωστό να τον αφήσουν να παραμείνει εκεί. Του είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη τόσο η ίδια καθώς και η Μαρούλλα και δεν τους ένοιαζε που διέμενε εκεί γιατί ο Κλεόπας είχε μεγαλύτερη οικονομική ανάγκη. Παραδέχθηκε ότι λόγω μιας παρεξήγησης, που δεν είχε να κάνει με την περιουσία, η ίδια δεν μίλησε στην αδελφή της για 20 χρόνια, μέχρι το
  14. Όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια είχε ζητήσει τη μεταβίβαση ενός χωραφιού που ανήκε στους γονείς της επ' ονόματι της ως ανταλλαγή για το μερίδιό της η ίδια υποστήριξε ότι πράγματι είχαν γίνει κάποιες κουβέντες. Σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ήταν η θέση της ότι διατηρεί το δικό της μερίδιο μέχρι και σήμερα και ότι δεν ήθελε να αποξενώσει το δικό της μερίδιο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Βασιλική Πάλμα, Μ.Ε.3, η οποία εργάζεται στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας ως υπεύθυνη του Κλάδου Εγγραφής και του Τομέα Αναγκαστικών Πωλήσεων. Ήταν η θέση της ότι η πρώτη εγγραφή του ακινήτου με αριθμό 12276, εντός του σχεδίου του χωριού Αγγλισίδες, είχε γίνει στις 18/07/
  15. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν η κα Χριστίνα Κλεοβούλου Κοσμά, σύζυγος του Σταύρου Παναγή από τις Αγγλισίδες. Λόγω απαλλοτρίωσης είχε επηρεαστεί το συγκεκριμένο τεμάχιο και η αρχική εγγραφή είχε διαγραφεί και είχε δημιουργηθεί, στις 24/03/84, νέα εγγραφή με το διακριτικό αριθμό 12572, τεμάχιο 96 με την ίδια ως ιδιοκτήτρια. Το 1984, με αίτηση, οι κληρονόμοι της Χριστίνας Κοσμά είχαν γίνει και ιδιοκτήτες, δυνάμει του φακέλου Β111/
  16. Είχαν εγγραφεί ως ιδιοκτήτριες του συγκεκριμένου ακινήτου, από ½ μερίδιο έκαστη, η κα Μαρούλλα Σταύρου Κορνιώτη και η κα Δάφνη Σοφρώνη Ευσταθίου. Μέχρι τις 30/01/92 οι συγκεκριμένες ήταν οι νόμιμες ιδιοκτήτριες. Στις 31/01/92 το μερίδιο της Μαρούλλας Σταύρου Κορνιώτη είχε αποξενωθεί, δυνάμει δωρεάς, στο Χριστάκη Κλεοβούλου Σταύρου με τη δωρεά Δ.377/1992 και ταυτόχρονα είχε μεταβιβαστεί το ίδιο ακριβώς μερίδιο στον Κλεόβουλο Σταύρου Παναγή με τη δωρεά Δ.378/
  17. Αναγνώρισε, στα Τεκμήρια 6 και 7, τα έγγραφα που αφορούσαν τις δύο αυτές δωρεές. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6 εξήγησε ότι σύμφωνα με τη δήλωση ημερομηνίας 31/01/92 εκ μέρους της κας Μαρούλας Κορνιώτη είχε εμφανιστεί ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της, Κλεόβουλος Σταύρου Παναγή και είχε προσκομίσει πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό 51/92 και είχε μεταβιβάσει το μερίδιό της στον Χριστάκη Κλεοβούλου Σταύρου. Στο συγκεκριμένο έγγραφο της δωρεάς καταγράφεται η ημερομηνία και η ώρα που είχε γίνει η κτηματολογική πράξη, δηλαδή, 31/01/92 η ώρα 13:
  18. Την ίδια ημέρα, με το Τεκμήριο 7, είχε ακολουθήσει η μεταβίβαση του συγκεκριμένου μισού μεριδίου από τον Χριστάκη Σταύρου στον Κλεόβουλο Παναγή, στις 31/01/92, η ώρα 13:
  19. Μέχρι και σήμερα ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου μεριδίου παραμένει ο Κλεόβουλος Σταύρου και συνιδιοκτήτρια η Δάφνη Σοφρώνη Ευσταθίου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, το ιστορικό του τεμαχίου. Εξήγησε περαιτέρω ότι δεν θα μπορούσε το συγκεκριμένο μερίδιο του ακινήτου να εγγραφεί απευθείας στον Κλεόβουλο Παναγή γιατί είχε εμφανιστεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τότε ιδιοκτήτριας. Δεν θα γινόταν αποδεκτή, από το Κτηματολόγιο, η απευθείας μεταβίβαση γιατί στο γενικό πληρεξούσιο δεν εξαιρείτο ο ίδιος. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι για να εγγραφεί προς όφελος ενός πληρεξουσίου αντιπροσώπου οποιοδήποτε ακίνητο πρέπει να φαίνεται στο ίδιο το πληρεξούσιο έγγραφο ότι έχει το δικαίωμα και νομιμοποιείται ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος να μεταβιβάζει περιουσία του αντιπροσωπευόμενου του επ' ονόματι του. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση είναι νομότυπη και έγκυρη. Επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του συνιδιοκτήτη για τη συγκεκριμένη μεταβίβαση. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι το Τεκμήριο 5, το πληρεξούσιο, δεν θα γινόταν αποδεκτό από το Κτηματολόγιο για τη απευθείας μεταβίβαση, επ' ονόματι του πληρεξούσιου αντιπροσώπου, του συγκεκριμένου ακινήτου. Το συγκεκριμένο πληρεξούσιο επιτρέπει την πώληση, ήταν η θέση της του ακινήτου, στον αντιπρόσωπο αλλά όχι την δωρεά του ακινήτου. Είναι σύνηθες φαινόμενο, ήταν ο ισχυρισμός της, να ζητείται και δήλωση του αντιπροσωπευόμενου ότι είναι σε γνώση του η πράξη που θα κάμει ο αντιπρόσωπος. Όμως η συγκεκριμένη δήλωση στη συγκεκριμένη μεταβίβαση δεν είχε προσκομισθεί. Για την Υπεράσπιση δόθηκε μαρτυρία από τους δύο Εναγόμενους. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Κλεόβουλος Σταύρου Παναγή, Μ.Υ.2, ο οποίος στη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο 15, κατέγραψε τα ακόλουθα: Με την Ενάγουσα, η οποία είναι αδελφή του, λόγω της αγάπης που υπήρχε μεταξύ τους είχαν συχνή επικοινωνία τόσο τηλεφωνικά καθώς και γραπτά. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αδελφή του στην Αγγλία του είχε προτείνει να του δώσει πληρεξούσιο έτσι ώστε να διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία της στην Κύπρο. Το συγκεκριμένο πληρεξούσιο είχε ετοιμαστεί, το Τεκμήριο 5, και είχε σταλεί ταχυδρομικώς από την αδελφή του χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση. Μετά την πάροδο κάποιων ημερών του είχε τηλεφωνήσει και του είχε αναφέρει ότι θα επισκεπτόταν την Κύπρο η κόρη της, η Αντρούλλα και ότι ο ίδιος θα έπρεπε να της μεταβιβάσει επ' ονόματι της το κτήμα με αριθμό εγγραφής 12774 και το σπίτι επ' ονόματι του. Στις 31/01/92 ο ίδιος είχε προχωρήσει στις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις. Όταν όμως είχε πάει στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβάσει το μερίδιο της αδελφής του στο συγκεκριμένο ακίνητο, επ' ονόματι του, ο λειτουργός στο Κτηματολόγιο του είχε αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο να μεταβιβαστεί το σπίτι απευθείας στον ίδιο και ότι θα έπρεπε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι άλλου προσώπου και ακολούθως στον ίδιο. Τότε ήταν που τηλεφώνησε στον υιό του και ολοκληρώθηκε η πράξη μεταβίβασης. Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι από το 1965, που η αδελφή του η Μαρούλλα είχε εγκατασταθεί στην Αγγλία, ο ίδιος φρόντιζε για όλες τις δουλειές της στην Κύπρο. Το 1992 του είχε παραχωρήσει γενικό πληρεξούσιο για τη διαχείριση όλης της περιουσίας στην Κύπρο. Όταν η Μαρούλλα αποφάσισε οριστικά ότι θα διέμενε για πάντα στην Αγγλία είχε υποσχεθεί ότι θα του χαρίσει το σπίτι χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Με βάση αυτή της την υπόσχεση ο ίδιος προχώρησε σε βελτίωση του σπιτιού με δικά του έξοδα και σε γνώση των δύο αδελφών του, οι οποίες γνώριζαν για τις βελτιώσεις που ο ίδιος επέφερε στο ακίνητο και ποτέ δεν είχαν διαμαρτυρηθεί. Οι δύο αδελφές του είχαν παρεξηγηθεί μεταξύ τους και για 20 χρόνια δεν είχαν σχέσεις. Το 2008, μετά από μία παρεξήγηση που είχε ο ίδιος με την αδελφή του τη Μαρούλλα, είχε αρχίσει να του ζητά την επιστροφή του συγκεκριμένου ακινήτου. Από το 1992 μέχρι και το 2008, παρόλο που η ίδια γνώριζε για τη μεταβίβαση του σπιτιού, ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί παρά μόνο το καλοκαίρι του 2008, που μαζί με τη Δάφνη τον είχαν επισκεφθεί και ζητούσαν την επιστροφή του σπιτιού στην Μαρούλλα. Κατέληξε, ότι ο ίδιος καταβάλλει όλους τους φόρους και τα τέλη που επιβάλλονται από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγγλισίδων σε σχέση με το σπίτι και ποτέ η αδελφή του δεν πλήρωσε ή ενδιαφέρθηκε για τις σχετικές φορολογίες. Η αδελφή του τον λάτρευε και ο ίδιος έτρεφε τα ίδια συναισθήματα γι' αυτό και φρόντιζε να γίνονται όλες οι δουλειές της στην Κύπρο όπως του το ζητούσε. Η επιθυμία της και η υπόσχεσή της ήταν να του χαρίσει το πατρικό σπίτι για να το φροντίζει και να το συντηρεί λόγω του ότι η ίδια δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην Κύπρο. Ο ίδιος δεν είχε ενεργήσει με δόλιο τρόπο και ούτε είχε συνωμοτήσει εσκεμμένα με σκοπό να ξεγελάσει την αδελφή του αλλά ενήργησε δυνάμει των οδηγιών της. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τρέφει αισθήματα αγάπης προς την αδελφή του όμως δεν προτίθεται να της επιστρέψει το σπίτι της. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος τους είχε ζητήσει να του καταβάλουν τα έξοδα τα οποία είχε κάνει για την αναβάθμισή του καθώς και ότι «δεν ήθελε να τους φάει το σπίτι τους». Ισχυρίστηκε ότι είχε αναφέρει και του δικηγόρου του ότι αν του κατέβαλλαν το ποσό το οποίο είχε ξοδέψει θα τους επέστρεφε το σπίτι. Ήταν η θέση του ότι γνώριζε ο ίδιος ότι η αδελφή του θα του έστελνε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έτσι ώστε να μπορεί να μεταβιβάσει την περιουσία σε οποιοδήποτε άλλο. Του είχε αναφέρει να μεταβιβάσει στα παιδιά και τον άντρα της γιατί αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα στην Αγγλία. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η ίδια η Μαρούλλα του είχε ζητήσει και του είχε γράψει όπως το κτήμα εγγραφεί επ' ονόματι της κόρης της, Αντρούλλας και την ίδια μέρα να μεταβιβάσει το σπίτι επ' ονόματι του. Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα είχε αναφέρει τηλεφωνικά στην κόρη της όπως το μερίδιό της στο επίδικο ακίνητο εγγραφεί στο όνομα του Εναγόμενου
  20. Ερωτηθείς γιατί δεν είχε αρχικά μεταβιβάσει το μερίδιο της αδελφής του επ' ονόματι της κόρης της, αφού η μεταβίβαση των δύο ακινήτων είχε επιτευχθεί την ίδια ημέρα, ήταν η θέση του ότι δεν το είχε σκεφτεί. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι από την στιγμή που του είχε τηλεφωνήσει η Μαρούλλα και του είχε πει να μεταβιβάσει το σπίτι επ' ονόματι του δεν είχε λόγο να μην χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο ή να την περιμένει. Παραδέχθηκε ότι όλη η ακίνητη περιουσία των γονιών του είχε εγγραφεί επ' ονόματι του. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί είχε παρεξηγηθεί με τις δύο αδελφές του ενώ στην συνέχεια αρνήθηκε να αναφέρει το λόγο που είχε διακόψει σχέσεις και με τις δύο αδελφές του. Υποστήριξε ότι η Μαρούλλα δεν του είχε ζητήσει σε συγκεκριμένη ημερομηνία να μεταβιβάσει το δικό της μερίδιο επί του σπιτιού στο όνομά του. Παραδέχθηκε τελικά ότι το επίδικο σπίτι το ενοικιάζει και εισπράττει ο ίδιος τα ενοίκια. Επίσης παραδέχθηκε ότι δεν είχε ρωτήσει την αδελφή του τη Δάφνη, στην οποία ανήκει το άλλο μισό μερίδιο, πριν το ενοικιάσει γιατί δεν υπήρχε λόγος να το πράξει. Κατέληξε, ότι ο ίδιος, αν το επιθυμούσε, μπορούσε να πωλήσει όλη την περιουσία αφού ήταν όλη στο όνομά του. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Χριστάκης Κλεοβούλου, Μ.Υ.2, Εναγόμενος
  21. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι πατέρας του και η Ενάγουσα είναι θεία του, αδελφή του πατέρα του. Ήταν η δική του θέση ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, 31/01/92, του είχε τηλεφωνήσει ο πατέρας του το μεσημέρι, ενώ κοιμόταν και του είχε ζητήσει να επισκεφτεί το Κτηματολόγιο γιατί τον χρειαζόταν. Όταν έφθασε στο Κτηματολόγιο ο πατέρας του του είχε ζητήσει να υπογράψει κάποια χαρτιά και όταν του ζήτησε περαιτέρω εξηγήσεις του ανέφερε ότι ήταν για μια μεταβίβαση. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα χαρτιά που υπέγραφε αφορούσαν το σπίτι της θείας του. Στη συνέχεια του ανέφεραν στο Κτηματολόγιο ότι δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί απευθείας, το ακίνητο, σε αυτό που κρατούσε το πληρεξούσιο. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο ο πατέρας του είχε οποιαδήποτε εντολή από τη θεία του να προβεί στη συγκεκριμένη μεταβίβαση. Στον ίδιο δεν ανέφερε οτιδήποτε ο πατέρας του για το σπίτι. Όμως, παλαιότερα ο πατέρας του του είχε επίσης μεταβιβάσει τέσσερις σκάλες χωράφι, στο δικό του όνομα, τις οποίες στη συνέχεια του είχε ζητήσει να του τις επιστρέψει. Την άνοιξη του 2008 είχε συναντηθεί, τυχαία, με τη θεία του τη Μαρούλλα στη Λάρνακα και τότε την είχε ενημερώσει ότι ο πατέρας του είχε γράψει το σπίτι της στο όνομά του και η ίδια τον είχε αναφέρει ότι δεν γνώριζε γι' αυτή την μεταβίβαση. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο σπίτι είναι οικογενειακό και ιδιοκτήτρια του είναι η θεία του η Μαρούλλα. Κατά τη δική του άποψη το συγκεκριμένο σπίτι το δικαιούται η θεία του και ο πατέρας του οφείλει να της το επιστρέψει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο συνήγοροι κατέθεσαν, προς υποστήριξη των θέσεών τους, γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Κούμας στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του υποστήριξε την θέση ότι οι μεταβιβάσεις θα πρέπει να ακυρωθούν και ενίσχυσε την θέση του με αναφορά στην μαρτυρία και την νομολογία. Αντίθετη ήταν η άποψη του κ. Κλεάνθους. Το Δικαστήριο έχει και τις δυο αγορεύσεις κατά νου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462 : «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson onEvidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η Ενάγουσα ήταν πολύ πειστική μάρτυρας. Ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία της υποστηρίχθηκε τόσο από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα κατατεθέντα τεκμήρια καθώς και από την μαρτυρία της αδελφής της κ. Δάφνης Ευσταθίου, Μ.Ε.2 καθώς και του Εναγόμενου 1, Χριστάκη Σταύρου Παναγή. Κάποιες από τις θέσεις της είχαν ενισχυθεί και από την μαρτυρία του Εναγόμενου
  1. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 είχε παραδεχθεί ότι το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 5, του είχε σταλεί έτσι ώστε να μπορεί ο Εναγόμενος 2 να μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας στα παιδιά της και τον σύζυγό της. Η θέση της ότι το συγκεκριμένο ακίνητο το είχαν χαρίσει τα αδέλφια της στην ίδια και την αδελφή της, το 1973, υποστηρίζεται, εκτός από την μαρτυρία της Μ.Ε.2 και από τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 αλλά και από τον ίδιο τον Εναγόμενο
  2. Επίσης η θέση της ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον αδελφό της Κλεόβουλο Σταύρου, Εναγόμενο 2, αποκαλύπτεται από το πληρεξούσιο που του είχε παραχωρήσει από το 1987, Τεκμήριο 11, το πληρεξούσιο που του είχε παραχωρήσει το 1992, Τεκμήριο 5 καθώς και από το γεγονός ότι είχε παραχωρηθεί και από την κόρη της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 2 πληρεξούσιο, Τεκμήριο
  3. Τόση ήταν η εμπιστοσύνη της Ενάγουσας προς τον αδελφό της που ποτέ δεν είχε ακυρώσει το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 5, ακόμη και όταν είχε ξεπεράσει τις οικονομικές της δυσκολίες και δεν υπήρχε η ανάγκη ο αδελφός της να διαχειρίζεται την περιουσία της στην Κύπρο. Δεν έχω λόγο να μην την πιστέψω αφού αν πράγματι ήταν η επιθυμία της να δωρίσει το μερίδιό της στην οικογενειακή κατοικία στον αδελφό της είτε θα έλεγε στην κόρη της να το πράξει, την μέρα που η ίδια είχε δεχθεί την μεταβίβαση του άλλου χωραφιού, που ήταν ακριβώς η ίδια μέρα που ο Εναγόμενος 2 είχε μεταβιβάσει χρησιμοποιώντας τον υιό του το μερίδιο της Ενάγουσας στην οικογενειακή κατοικία στο όνομά του ή θα το μεταβίβαζε η ίδια με την πρώτη ευκαιρία. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, σε σχέση με την ειλικρίνεια της μαρτυρία της, μπορούν να υιοθετηθούν και για την κα Δάφνη Ευσταθίου, Μ.Ε.2, αδελφή της Ενάγουσας, η οποία δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Έχοντας κατά νου ότι οι σχέσεις της με την Ενάγουσα δεν ήταν οι καλύτερες και ότι για χρόνια δεν μιλούσαν το γεγονός ότι έδωσε μαρτυρία προς όφελος της αδελφής της δεικνύει, κατά την δική μου άποψη, την γνησιότητα της μαρτυρίας της. Δεν έχω λόγο να απορρίψω την μαρτυρία της αφού ταυτιζόταν απόλυτα με αυτή της Ενάγουσας χωρίς να αφήνει οποιαδήποτε εντύπωση προσυνεννόησης. Όσο αφορά την μαρτυρία της κ. Πάλμα, Μ.Ε.3, ήταν τυπική αλλά παράλληλα και πολύ διαφωτιστική. Αφορούσε κατ ουσία την διαπίστωση της εκτέλεσης των πράξεων μεταβίβασης και το χρονικό πλαίσιο που αυτές οι δυο πράξεις μεταβίβασης είχαν διενεργηθεί. Ήταν πολύ κατατοπιστική στο ότι συνήθως ζητείται δήλωση του αντιπροσωπευόμενου ότι είναι σε γνώση του η πράξη που θα διενεργηθεί από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο κάτι που δεν είχε γίνει στις υπό κρίση μεταβιβάσεις αφού τέτοια δήλωση δεν είχε παρασχεθεί. Ο Εναγόμενος 1, Χριστάκης Κλεοβούλου, Μ.Υ.2, υιός του Εναγόμενου 2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τόσο ειλικρινής ήταν που ανέφερε ότι το σπίτι είναι της θείας του, της Ενάγουσας και πρέπει να της επιστραφεί. Διαφάνηκε ότι πράγματι δεν γνώριζε όταν υπέγραφε ότι υπέγραφε για να μεταβιβαστεί το σπίτι της θείας του στον πατέρα του. Επίσης ενίσχυσε την θέση της Ενάγουσας ότι ο ίδιος την είχε ενημερώσει, το 2008, για την συγκεκριμένη μεταβίβαση τυχαία και ότι η ίδια φάνηκε να το αγνοεί. Επίσης αναγνώρισε χωρίς περιστροφές ότι το σπίτι ήταν της θείας του της Μαρούλλας, η οποία και το δικαιούται. Ο Εναγόμενος 2, Μ.Υ.1, δίδοντας μαρτυρία άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι δεν ήταν ειλικρινής και όλες του οι πράξεις δεν ήταν γνήσιες αλλά συμφεροντολογικές. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από την εκφρασθείσα θέση του ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει το σπίτι της Μαρούλλας αν δεν του πληρώσουν το ποσό που είχε ξοδέψει για να το φτιάξει. Προφανώς το γεγονός ότι ο ίδιος ενοικίαζε σε τρίτους και εισέπραττε ενοίκια, όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, την περιουσία η οποία δεν του ανήκε δεν του προκαλούσε οποιαδήποτε αίσθηση. Οι θέσεις οι οποίες προέβαλλε εκτός από του ότι εκφεύγουν της λογικής ήταν και σε πολλά σημεία αντιφατικές. Γιατί να του ζητήσει η αδελφή του, Ενάγουσα, να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ακίνητο πάνω του αφού ήταν η κόρη της στην Κύπρο και την ίδια μέρα, που είχε διενεργήσει την μεταβίβαση της οικογενειακής κατοικίας χρησιμοποιώντας το υιό του, είχε μεταβιβάσει και σε εκείνη, δυνάμει του ίδιου πληρεξουσίου ένα άλλο χωράφι. Θα μπορούσε και το σπίτι να μεταβιβαστεί πάνω της ιδιαίτερα αφού την ίδια μέρα της είχε μεταβιβάσει την υπόλοιπη περιουσία της μητέρας της επ΄ ονόματί της. Αφού, σύμφωνα με την μαρτυρία του το Τεκμήριο 5 είχε καταρτιστεί, από την Ενάγουσα, για να μεταβιβαστεί η περιουσία της στον άντρα της και τα παιδιά της. Ακόμη και αν πιστέψει κάποιος την αρχική εκδοχή του Εναγόμενου 2, ότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα στην Αγγλία και του είχε ζητήσει να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ακίνητο επ' ονόματί του εγείρεται το ερώτημα γιατί δεν της το επέστρεψε όταν εξέλειπαν τα συγκεκριμένα προβλήματα αφού ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε βλέψεις στο ακίνητο αλλά διέμενε σε αυτό χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό ως ενοίκιο στις αδελφές του για χρόνια. Αν πάλι η δεύτερη εκδοχή του είναι αληθινή, ότι η αδελφή του ήθελε να του χαρίσει το μερίδιό της στο σπίτι γιατί δεν ενημερώθηκε η συνιδιοκτήτρια και γιατί δεν του το μεταβίβασε η ίδια ή η κόρη της. Ερωτηματικά εγείρονται αναφορικά με το χρονικό πλαίσιο που έγιναν οι συγκεκριμένες μεταβιβάσεις, ήτοι κατά το κλείσιμο των εργασιών του Κτηματολογίου, η ώρα 13.00, η πρώτη και σε διάστημα πέντε μόνο λεπτών η δεύτερη, 13.
  4. Εντύπωση προκαλεί επίσης ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος δεν ήθελε να αποστερήσει από τις αδελφές του το σπίτι τους και ότι θα ήταν πρόθυμος να επιστρέψει το μερίδιο της Ενάγουσας με αντάλλαγμα την καταβολή του ποσού που κατά τον ισχυρισμό του έχει ξοδέψει για να το αναβαθμίσει το σπίτι, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος εισπράττει το ενοίκιο. Επίσης η θέση του ότι είχε εγγράψει όλη την ακίνητη περιουσία στο όνομά του και αν ήθελε μεταβίβαζε στα αδέλφιά του αναδεικνύει τον χαρακτήρα του και οδηγεί στην απόρριψη των θέσεων του. Σημειώνεται ότι δεν καταχωρίστηκε ανταπαίτηση που να φορά τα κατά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 έξοδά του σε σχέση με το σπίτι. Δεν αποδέχομαι την εκδοχή του Εναγόμενου
  5. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων καταλήγω ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Ενάγουσα, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, αδελφή του Εναγόμενου 2, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε είχε συντάξει το 1992 γενικό πληρεξούσιο, το Τεκμήριο 5, προς όφελος του Εναγόμενου 2 έτσι που στην περίπτωση που συνέβαινε κάτι να μπορούσε να διαχειριστεί την περιουσία της στην Κύπρο μεταβιβάζοντάς την στα παιδιά της και τον σύζυγό της. Όταν η Ενάγουσα του ζήτησε να μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία της στην Κύπρο στο όνομα της κόρης της ο Εναγόμενος 2 αποφάσισε ότι θα έγγραφε το μερίδιο της Ενάγουσας στο συγκεκριμένο σπίτι στο όνομά του γιατί είχε ξοδέψει κάποια λεφτά για να το αναβαθμίσει έτσι που να μπορεί ο ίδιος να ζει μέσα και στην συνέχεια να το ενοικιάσει εισπράττοντας τα ενοίκια. Ο Εναγόμενος 2, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του είχε δείξει η αδελφή του, στις 31/01/1992, έντεκα
(11)μέρες μετά την σύνταξη του συγκεκριμένου πληρεξουσίου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο της αδελφής του απ ευθείας πάνω του το μεταβίβασε πρώτα στον υιό του και μετά παρέλευση πέντε
(5)λεπτών ο υιός του το μεταβίβασε επ΄ονόματι του, Τεκμήρια 6 και 7 χωρίς να προσκομίσουν το απαραίτητο έντυπο, στο Κτηματολόγιο, ότι η ιδιοκτήτρια συγκατατείθετο στην διάθεση του ακινήτου με τον συγκεκριμένο τρόπο. Όλα αυτά τα είχε πράξει μετά που είχε μεταβιβάσει το χωράφι της Ενάγουσας στην κόρη της δυνάμει του ίδιου πληρεξουσίου και προφασιζόμενος δικαιολογίες για να μην μεταβιβάσει και το σπίτι στο όνομα της κόρης της Ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το σύγγραμμα του Bowstead & Reynolds on Agency, 19η εκδ., παρα. 2-039, σελ. 61, ερμηνεύει τον όρο πληρεξούσιο έγγραφο και καταγράφει τα ακόλουθα: «Powers of Attorney. A power of attorney is a formal instrument by which one person empowers another to represent him, or act in his stead for certain purposes.» Γενικά, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είναι σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position), έναντι του αντιπροσωπευομένου, και ως εκ τούτου υπέχει καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς αυτόν, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου και όχι τα δικά του, ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η εκδ., παρα. 144, σελ.105, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Unauthorised dispositions not binding on the principal. Where an agent is entrusted with........... property belonging to the principal, as a general rule, no disposition of such property made by the agent without the authority of the principal is binding upon the principal; and not withstanding any such disposition, the principal is entitled to follow the property into the hands of third persons and recover it or its value.» Χωρίς αμφιβολία η Ενάγουσα με την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο 5, το 1992 κατέστησε τον αδελφό της, Εναγόμενο 2, γενικό «αντιπρόσωπο» της και η ίδια κατέστη πρόσωπο «αντιπροσωπευόμενο». Δημιουργήθηκε έτσι μια σχέση αντιπροσωπείας η οποία διέπεται από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του Νόμου: «
  2. «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Όπως καθορίζεται στα άρθρα 171, 172 και 174 του Περί Συμβάσεων Νόμου ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου και με δεξιότητα και επιμέλεια. Τα άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
  3. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις εργασίες του ίδιου είδους, στον τόπο όπου ο αντιπρόσωπος διεξάγει τις εργασίες αυτές. Αντιπρόσωπος που ενεργεί κατά παράβαση των πιο πάνω οφείλει, αν προκύψει ζημιά, να αποκαταστήσει αυτήν στον αντιπροσωπευόμενο, και αν απορρεύσει κέρδος να λογοδοτήσει γι' αυτό.
  4. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες της αντιπροσωπείας καταβάλλοντας τη δεξιότητα, η οποία γενικά κατέχεται από πρόσωπα που διεξάγουν παρόμοιες εργασίες, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος γνωρίζει ότι αυτός στερείται της δεξιότητας αυτής. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλει πάντοτε εύλογη επιμέλεια και τη δεξιότητα την οποία κατέχει υποχρεούται επίσης να αποζημιώσει τον αντιπροσωπευόμενο για τα άμεσα αποτελέσματα της παράλειψής του, έλλειψης δεξιότητας ή παραπτώματος, όχι όμως για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε έμμεσα ή απρόβλεπτα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων συνεπεία της εν λόγω παράλειψης, έλλειψης, δεξιότητας ή παραπτώματος. . ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ...
  5. Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλλει σε δυσχερείς περιστάσεις, κάθε εύλογη επιμέλεια για να επικοινωνεί με τον αντιπροσωπευόμενο και να παίρνει τις εντολές του.» Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, (ανωτέρω), παρα. 2-032, σελ. 56, καταγράφεται ότι τηρουμένων οιωνδήποτε ειδικών περιστάσεων οι οποίες υποδεικνύουν το αντίθετο, ενυπάρχει εξυπονοούμενος όρος σε σύμβαση αντιπροσωπείας, ότι ο αντιπρόσωπος είναι υποχρεωμένος να υπακούει σε όλες τις νόμιμες και εύλογες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου σε σχέση με τον τρόπο κατά τον οποίο ο αντιπρόσωπος εκτελεί τα καθήκοντα του. Επιπρόσθετα ο αντιπρόσωπος υπέχει καθήκον να ενεργεί μόνο προς όφελος του αντιπροσωπευόμενου, σελ. 117 του ιδίου συγγράμματος. Βλ. επίσης Hopkins v. T.L. Dallas Group Ltd [2004] EWCH
  6. Ενώ κάθε αντιπρόσωπος υπέχει καθήκον να ενημερώνει τον αντιπροσωπευόμενο για θέματα τα οποία τον αφορούν. Αποφασίζοντας την ορθότητα ή και την εγκυρότητα του τρόπου με τον οποίο ενήργησε ο Εναγόμενος 2, μεταβιβάζοντας τα ακίνητα στο όνομα του Εναγομένου 1 αρχικά και στην συνέχεια στο δικό του όνομα, θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, οι ακόλουθοι παράγοντες, όπως αυτοί εξάγονται μέσα από τα ευρήματα μου:
  7. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε καμιά εκ των προτέρων εντολή ή εκ των υστέρων επικύρωση από την Ενάγουσα για να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια.
  8. Η πράξη της μεταβίβασης του μεριδίου της Ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, σαφώς και εν γνώσει του Εναγομένου 2-αντιπροσώπου, απέβαινε σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας την οποία αντιπροσώπευε, εφ΄ όσον: α. Η μεταβίβαση γινόταν χωρίς οποιανδήποτε προσυνεννόηση ή επιθυμία της ιδιοκτήτριας-Ενάγουσας και μάλιστα διά δωρεάς, δηλαδή χωρίς κανένα αντάλλαγμα. β. Με εκείνη την ενέργεια η Ενάγουσα απογυμνώθηκε από κάθε μέρος της οικογενειακής περιουσίας που της είχε αποδοθεί και ο αντιπρόσωπος της την αποστέρησε από την περιουσία την οποία εκείνη τον είχε εξουσιοδοτήσει να διαχειρίζεται προς όφελος και για λογαριασμό της. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου 1, την οποία έχω αποδεχθεί, ο Εναγόμενος 1 απλά είχε κληθεί στο Κτηματολόγιο από τον πατέρα του, τον Εναγόμενο 2, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε για να τον διευκολύνει να εκτελέσει την ληφθείσα απόφαση του να αφαιρέσει την ιδιοκτησία του μισού μεριδίου της κατοικίας από την Ενάγουσα και να την ανακτήσει ο ίδιος. Είχε διενεργήσει ακόμη μια τέτοια πράξη ο Εναγόμενος 2, με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με ένα χωράφι τέσσερεις σκάλες. Αυτή η αυθαίρετη ενέργεια του Εναγομένου 2, να μεταβιβάσει το μισό μερίδιο της πατρικής κατοικίας το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στην Ενάγουσα στο όνομά του, δυνάμει δωρεάς ήταν σαφώς κατά παράβαση όχι μόνο του πνεύματος αλλά και του γράμματος του πληρεξουσίου εγγράφου, που δεν έδιδε στον ίδιο μια τέτοια εξουσία. Σύμφωνα με την μαρτυρία της κας Πάλμα, Μ.Ε.3, ο Εναγόμενος 2 δεν μπορούσε να δωρίσει στον εαυτό του ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας δυνάμει του Τεκμηρίου
  9. Θωρούσε προφανώς ότι θα μπορούσε να μεταχειριστεί τη περιουσία της Ενάγουσας όπως ο ίδιος ήθελε και όποτε αυτός ήθελε ή έκρινε σωστό δικαίως ή αδίκως, ότι θα μπορούσε να την μεταβιβάσει στον εαυτό του χωρίς οποιοδήποτε τίμημα. Δηλαδή, να αφαιρέσει την ιδιοκτησία από την Ενάγουσα και χωρίς τις δικές της οδηγίες, εντολές, γνώση ή συγκατάθεση, να την δωρίσει, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, στον εαυτό του παρά το γεγονός ότι για χρόνια εκμεταλλευόταν ο ίδιος το συγκεκριμένο ακίνητο εισπράττοντας ενοίκια. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί σαν πλήρως απαράδεκτη με βάση τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, σαν αντιβαίνουσα προς κάθε καθήκον αντιπροσώπου προς αντιπροσωπευόμενο. Στην απόφαση Κύπρος Κυπριανού Ιακώβου κ.α. ν. Ζωής Ιωάννου Ζάπρη
(2008)1Β ΑΑΔ 926, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, της οποίας τα γεγονότα ήταν πανομοιότυπα με αυτά της υπό εκδίκαση υπόθεσης κατεγράφησαν οι ακόλουθες νομικές αρχές: « Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο όλο ζήτημα υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο των Άρθρων 142, 171 και 174 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τα οποία και επικαλέσθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και από τα λεχθέντα στην Kakoullou v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, τα γεγονότα της οποίας ήταν ταυτόσημα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επρόκειτο και εκεί για χορήγηση γενικού πληρεξουσίου μεταξύ στενών συγγενών, προβλήθηκε δε, όπως και εδώ, ο ισχυρισμός ότι το γενικό πληρεξούσιο δόθηκε για συγκεκριμένο σκοπό, όμως ο πληρεξουσιοδόχος, εκμεταλλευόμενος άδικα (unfairly) το πληρεξούσιο που του χορηγήθηκε καλόπιστα, και χωρίς να πληροφορήσει τον εφεσίβλητο που του το χορήγησε, προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η μεταβίβαση. Η Πρωτοπαπά ν. Πρωτοπαπά κ.ά.
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1329, την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες, διακρίνεται από την Kakoullou, όπως και από την παρούσα, διότι εκεί, σε αντίθεση με την παρούσα, η εφεσίβλητη είχε λάβει γνώση της επίδικης μεταβίβασης και δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωσής της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εδώ, ο εφεσείων 2 ουδέποτε ειδοποίησε την εφεσίβλητη ότι σκόπευε να μεταβιβάσει τα κτήματα στο όνομά του και ή στο όνομα του εφεσείοντος 1 και ουδέποτε εξασφάλισε τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης για τέτοια ενέργεια. Αντίθετα, τόσο αυτός όσο και ο εφεσείων 1 απέκρυψαν ανέντιμα τις ενέργειές τους από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη εδικαιούτο, βάσει του Άρθρου 175 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, να καταγγείλει τη συναλλαγή, όπως και έπραξε, ευθύς ως έλαβε γνώση, κατά την επίσκεψή της στην Κύπρο το 2002, των ενεργειών των εφεσειόντων 1 και 2.* Περαιτέρω, ο εφεσείων 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, ήταν σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι της εφεσίβλητης και, ως εκ τούτου, υπείχε έναντί της καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντά της και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τα κτήματα της εφεσίβλητης στον εφεσείοντα 1, και δη δια δωρεάς, χωρίς να το αποκαλύψει στην εφεσίβλητη και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεσή της, ο εφεσείων 2 ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της εφεσίβλητης αφού, εν αγνοία της, την αποστέρησε από την περιουσία της χωρίς αυτή να έχει οποιοδήποτε όφελος. Μάλιστα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, ο εφεσείων 1 μεταβίβασε τα κτήματα στο όνομα του εφεσείοντος 2 για να τα κρατεί ως εμπιστευματούχος (trustee) προς δικό του όφελος ως εμπιστευματοδόχου (beneficiary), εφόσον το γενικό πληρεξούσιο δεν του παρείχε την εξουσία να τα μεταβιβάσει ευθέως στο δικό του όνομα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του εφεσείοντος 1, αυτός γνώριζε ότι ιδιοκτήτης των τεσσάρων κτημάτων που του μεταβιβάστηκαν, δια δωρεάς, ήταν η εφεσίβλητη, και ότι, μεταβιβάζοντας τα κτήματα στο όνομά του, ο εφεσείων 2 ενεργούσε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητάς του, αφού ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αποδέχθηκε τη μεταβίβαση των κτημάτων επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε, με βάση το πληρεξούσιο, να τα μεταβιβάσει ευθέως στο όνομά του. Συνακόλουθα, ο εφεσείων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος στη συναλλαγή. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο εφεσείων 1, εν γνώσει του, υποβοηθούσε τον εφεσείοντα 2 να υπερβεί τους όρους της πληρεξουσιότητάς του. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του εφεσείοντος 2 δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της εφεσίβλητης.» Εφαρμόζοντας το σκεπτικό της πιο πάνω αναφερθείσας απόφασης, ήτοι τις νομικές αρχές, στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης ο Εναγόμενος 2 είχε μεταβιβάσει το μισό μερίδιο που ανήκε στην Ενάγουσα, της πατρικής κατοικίας, στο όνομα του Εναγόμενου 1, για πέντε μόνο λεπτά, λόγω του ότι το γενικό πληρεξούσιο δεν του παρείχε την εξουσία να το μεταβιβάσει ευθέως στο δικό του όνομα και ακολούθως το μεταβίβασε στο δικό του όνομα παραβιάζοντας τα καθήκοντά του ως πληρεξουσιοδόχος. Η πράξη του αυτή δεν μπορεί να γίνει ανεχτή από το νόμο αφού η Ενάγουσα δεν είχε ενημερωθεί για την συγκεκριμένη μεταβίβαση και εν πάση περιπτώσει δεν την επιθυμούσε. Σύμφωνα και με την μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου 2 επιθυμία της ήταν η μεταβίβαση της περιουσίας της στον σύζυγό της ή τα παιδιά της και για αυτό το λόγο είχε παραχωρήσει το γενικό πληρεξούσιο, Τεκμήριο 5, στον Εναγόμενο 2. Η αποξενωθείσα με τον πιο πάνω τρόπο ακίνητη περιουσία βρίσκεται τώρα εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου 2 χωρίς αυτός να είναι καλή τη πίστη αγοραστής, κάτι που δεν επιτρεπόταν από αυτό τούτο το πληρεξούσιο έγγραφο. Σε σχέση με τον χρόνο που έχει παρέλθει από την επίδικη πράξη του Εναγόμενου 2 μέχρι τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής αυτό που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι ο χρόνος που η Ενάγουσα έλαβε γνώση των μεμπτών πράξεων, ήτοι την άνοιξη του 2008. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται περί οικογενειακής υπόθεσης η παρέλευση δυο χρόνων από την ημέρα που η επίδικη πράξη περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας μέχρι την λήψη δικαστικών μέτρων δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική αφού είχαν γίνει προσπάθειες επίλυσης του θέματος εξωδίκως προς αποφυγή αναστάτωσης της οικογένειας. Ως εκ των ανωτέρω, για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω στο ότι ο μεν Εναγόμενος 2 κανένα περιουσιακό δικαίωμα είχε ή μπορούσε να αποκτήσει επί του μισού μεριδίου της συγκεκριμένης κατοικίας ενώ τελούσε από την ιδιότητα του αντιπροσώπου, ενώ ο Εναγόμενος 1 είχε αποκτήσει προσωρινά το μισό μερίδιο του συγκεκριμένου ακινήτου, με ενέργειες του Εναγόμενου 2 οι οποίες παραβίαζαν κατάφωρα τις υποχρεώσεις του σαν αντιπροσώπου απλά για να διευκολυνθεί η τελική μεταβίβασή του στο όνομα του Εναγόμενου 2 χωρίς αυτός να παράσχει οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την απόκτηση της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας. Επομένως το μισό μερίδιο της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει να επιστραφεί στην Ενάγουσα. Συνεπακόλουθα εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, Δήλωση ως η παράγραφος 23
(1)της Οπισθογράφησης της Έκθεσης Απαίτησης και Διατάγματα ως οι παράγραφοι 23
(2)και
(3). Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.