S.P. DRINKS LTD ν. Δημήτρη Δελιγιάννη, Αρ. Αγωγής 730/2012, 10/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 730/2012 Μεταξύ: S.P. DRINKS LTD Ενάγουσας -και- Δημήτρη Δελιγιάννη Εναγόμενου --------------- Αίτηση ημερ. 20/03/2014 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα : κ. Π. Αβραάμ. (κα Παναγιώτου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κα Κήπου για Νέστορα Νικηφόρου. (κα Σιακού για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτησή του, ημερομηνίας 20/03/2014, ο Εναγόμενος - Αιτητής αιτήθηκε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 18/10/2013 καθώς και οποιουδήποτε άλλου μέτρου εκτέλεσης μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης που καταχωρίστηκε στις 23/12/
- Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.35 θ.θ.18 και 19, Δ.40 θ.11, Δ.48 θ.1-3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας. Προς υποστήριξη των γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε η υπό κρίση αίτηση, ορκίστηκε ο Εναγόμενος - Αιτητής κ. Δημήτρης Δελιγιάννης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Είναι ο ισχυρισμός του ότι στις 15/03/2013 είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό των €24.326,72-, πλέον νόμιμο τόκο από 01/08/2012 καθώς και δικηγορικά έξοδα ύψους €1.024-, πλέον ΦΠΑ μετά από ακρόαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 15/03/
- Κατά τη δική του άποψη, η συγκεκριμένη απόφαση είναι λανθασμένη καθότι το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι δεν δικογραφήθηκαν στην ΄Εκθεση Απαίτησης ενώ στον ίδιο δεν δόθηκε το δικαίωμα προβολής υπεράσπισης. Καταχωρίστηκε έφεση, μετά από νομική συμβουλή και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας της. Οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αν οι Ενάγοντες προβούν σε εκτέλεση της απόφασης θα προκληθεί στον ίδιο ανεπανόρθωτη ζημιά, κατά τη δική του άποψη, συνηγορεί υπέρ της παραχώρησης αναστολής εκτέλεσης της απόφασης αφού υπάρχει ο κίνδυνος πώλησης δικής του κινητής περιουσίας. Αντίθετα, η μη παραχώρηση της αναστολής θα καταστήσει την καταχωρισθείσα έφεση άνευ αντικειμένου και η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση θα είναι αδύνατη. Καταλήγει, ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά στην περίπτωση που ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση στην οποία κατέγραψαν στο σύνολό τους εικοσιένα
(21)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης, ότι επιδιώκεται ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης, ότι δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος αναστολής ούτε και παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση που να υποστηρίζουν το αίτημα, ότι η έκδοση του διατάγματος θα αποστερήσει τους Ενάγοντες από τους καρπούς της επιτυχίας τους, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι και ο Εναγόμενος είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό της απόφασης, ότι απώτερος στόχος του Αιτητή - Εναγόμενου είναι να αποστερηθούν οι Ενάγοντες τους καρπούς της επιτυχίας του ενώ ο ίδιος δεν έχει αποδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ή ότι θα αποστερηθεί τους οποιουσδήποτε καρπούς επιτυχίας του από την έφεση, ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη αφού δεν έχει παρουσιαστεί καλός λόγος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Εναγόμενου, ότι έχει επιδείξει ο Εναγόμενος καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν οι Δ.35 θ.θ.18 και 19, Δ.40 θ.11, Δ.48 θ.θ.1-3, 8 και 9, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας Κήπου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα Εταιρεία - Καθ΄ ης η Αίτηση. Σύμφωνα με την ομνύουσα στις 18/10/2013 είχε εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων απόφαση η οποία, κατά τον δικό της ισχυρισμό, είναι καθόλα ορθή και ο Εναγόμενος δεν στερήθηκε του δικαιώματός του να προβάλει την υπεράσπισή του αφού είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση στην οποία απλά αρνήθηκε το οφειλόμενο ποσό και κάλεσε τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Είναι, περαιτέρω, η θέση της ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οποιαδήποτε έφεση και η οποιαδήποτε καταχωρηθείσα έφεση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και δεν έχει οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Είναι επιπρόσθετα η θέση της ομνύουσας ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αποδείξει ότι θα προκληθεί σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που οι Ενάγοντες προχωρήσουν με εκτέλεση της απόφασης. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος είναι αφερέγγυος και εν πάση περιπτώσει δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τη φερεγγυότητά του έτσι ώστε στην περίπτωση που η απόφαση ανασταλεί και αποτύχει η έφεση να μπορεί να ικανοποιήσει τους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο έτσι που να μην μπορούν, οι Ενάγοντες, να αποστερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση, από την άλλη, διαθέτουν περιουσία αλλά έχουν και εισοδήματα και είναι σε θέση, σε περίπτωση που η έφεση πετύχει, να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση. Καταλήγει, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση του Εναγόμενου για όλους τους λόγους ενστάσεως που έχουν καταγραφεί. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given." Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.35 θ.18 θα πρέπει να εξισορροπήσει δύο παράγοντες, τη φυσιολογική προσδοκία του Ενάγοντα να αξιοποιήσει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του στο δικαστικό αγώνα και την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της. Στην απόφαση Χαραλάμπους v. A. Panayides Contractors Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, αναφέρθηκαν οι αρχές, βάσει των οποίων μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Κραμβή, σελ.1982: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Δ.35 θ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.» Το θέμα της αναστολής ενδιάμεσων αποφάσεων έτυχε πρόσφατα συζήτησης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη, Πολ. Έφεση 294/2010 ημερ. 31/03/2011, στην οποία ο Δικαστής Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα: «Η νομολογία που επικαλέστηκε η συνήγορος του εφεσίβλητου- καθ΄ ου η αίτηση στην υπό κρίση διαδικασία, έχει οριοθετήσει την εμβέλεια και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.35 θ. 18. Στην Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, υιοθετήθηκε η προηγούμενη προσέγγιση στην Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708, ως προς το ότι η Δ.35. θ. 18, δεν επιτρέπει την αναστολή περαιτέρω διαδικασιών εκκρεμούσης της έφεσης εφόσον η εν λόγω διάταξη αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστέλλει μόνο εφέσιμα διατάγματα κάτω από τη Δ.35 θ. 2, είτε τελικά, είτε ενδιάμεσα. Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου, όπως στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης για αστική παρακοή διατάγματος, όπως ήταν το αντικείμενο στην Aftomata Eleourgia - πιο πάνω - τότε δεν δίνεται εξουσία αναστολής. Κρίθηκε ότι η Δ.35 θ. 18, δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας, (δέστε ως προς την πτυχή αυτή και την απόφαση της Ολομέλειας στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (αρ. 3) για Certiorari
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Παρομοίως, στην Ντίνου Μ. Λύρα ν. Πετρολίνα Λτδ (αρ. 1)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384, κρίθηκε ότι το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ. 18, είναι «... η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται». Αντικείμενο της επιδίωξης αναστολής σε εκείνη την υπόθεση ήταν η ακύρωση διατάγματος τριτοδιαδίκου. Στη μεταγενέστερη απόφαση στην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 764, επιβεβαιώθηκε εκ νέου η ως άνω αρχή με επιδοκιμαστική αναφορά στη Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ (αρ. 1) - ανωτέρω - και πάλι σε σχέση με διαδικασία ακύρωσης διατάγματος τριτοδιάδικου πρωτοδίκως. Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, όπου αίτηση προς αναστολή περαιτέρω διαδικασίας ενόψει άρνησης του Δικαστηρίου να διατάξει τον διάδικο και το παιδί του να υποβληθούν σε αιματολογικό έλεγχο, απορρίφθηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, λέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος διεύρυνσης της εμβέλειας της Δ.35 θ.18, η οποία περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτώμενων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση, όπως διαδικασίες μεσεγγύησης. Αυτό υπό το φως και της αντίστοιχης παλαιάς O.58 r. 12 των Αγγλικών Θεσμών, στο r.12
(1)(b) του οποίου αναφερόταν ότι «no intermediate act or proceeding shall be invalidated by an appeal». Σχετικές επί του προκειμένου είναι και οι υποθέσεις Παπακόκκινου v. Γλυκής
(1998)1 Α.Α.Δ. 513, Loukos v. Rainbow
(2000)1 Α.Α.Δ. 1014, Μιχαήλ v. Πούλλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 438, Ros Estates κ.α. (αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 147, Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2002)1 Α.Α.Δ. 195, και P. & M.A. Restaurants Ltd κ.α. v. Eric John Wakeham, Πολ. Έφεση 286/2010, ημερ.13/07/2011. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England,παράγραφος 451, 4η έκδ., υπό τον τίτλο «Stay of execution generally» αναφέρεται επίσης, μεταξύ άλλων, ότι : «... On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness.» Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 και συγκεκριμένα στις σελίδες 1697 και 1698, η οποιαδήποτε αναστολή παρέχεται συναρτούμενη πάντοτε με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η δε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με γνώμονα τα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αυτά επιβάλλουν. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα: « It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require.» Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου - ν - Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, ο πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, (δικαστής όπως ήταν τότε) πραγματευόμενος το ζήτημα και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις καλά καθιερωμένες αρχές που το διέπουν ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο." Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τη νομολογία η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ .1147 και Πραξιτέλη Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591). Η εισήγηση της πλευράς των ενιστάμενων στην υπό εξέταση αίτηση, πως δεν τεκμηριώνεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η θέση πως η έφεση έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η τύχη της έφεσης θα κριθεί ενώπιον του Εφετείου. Στο φάκελο της διαδικασίας βρίσκεται η ίδια η ειδοποίηση της έφεσης στα πλαίσια της οποίας καταγράφεται και εξηγείται αριθμός λόγων έφεσης, παρατήρηση των οποίων δεν φαίνεται εκ των προτέρων να αποκλείει, με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε αυτές τις περιπτώσεις, την επιτυχία τους. Αποτελεί επιχείρημα της πλευράς του Αιτητή πως τυχόν μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε στοιχεία οπόταν δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ανεδαφικό. Δεν αντικρούστηκε η θέση των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι ενάγοντες είναι μια εταιρεία καθόλα φερέγγυα και ότι στην περίπτωση που η έφεση πετύχει θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την οικονομική της υποχρέωση. Διαπιστώνω, επιπρόσθετα, ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος δεν προθυμοποιήθηκε και δεν ανέφερε κατά πόσο είναι έτοιμος να παράσχει εγγυήσεις προς εξασφάλιση των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόντων σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τα συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των δύο πλευρών, εξασφαλίζοντας ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ τους, σε πλείστες των περιπτώσεων προσεγγίζουν ζητήματα ως το υπό συζήτηση με την επιβολή όρων όπως η παροχή εγγύησης. Η κατάληξη όμως αυτή προϋποθέτει ότι πράγματι έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που του επιτρέπουν να διαβλέψει πως αν δεν παρέμβει, η έφεση στην περίπτωση που επιτύχει, θα αποστερηθεί της αποτελεσματικότητας της. Υπό το φώς των πιο πάνω, έχοντας υπόψη τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, σε συνδυασμό με όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, αναπόδραστα η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο