Χαράλαμπου Μούζουρου ν. Λούκα Πιττακού κ.α., Αρ. Αγωγής 2661/09, 28/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2661/09 Μεταξύ: Χαράλαμπου Μούζουρου, από τη Ξυλοφάγου Ενάγοντα -ν-
- Λούκα Πιττακού, από τη Λάρνακα,
- Ανδρέα Ποιητή, από τη Λάρνακα, ως Διαχειριστών της Περιουσίας της αποβιωσάσης ΣΟΦΗΣ ΠΑΝΑΓΗ, τέως από τη Λάρνακα, Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 23.04.2014 Ημερομηνία: 28 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές- Εναγόμενους 1 και 2: Ο κ. Γ. Λουκαϊδης για Α. Ποιητής & Σία. Για Καθ΄ ου η αίτηση- Ενάγοντα: Ο κ. Χ. Κυριακίδης με τον κ. Κ. Σέργη και την κα Δ. Τταουξή. (κ. Αναγνώστου για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με αίτησή τους, ημερομηνίας 23/04/14, ζήτησαν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης έτσι ώστε στο τέλος της παραγράφου 2 της καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης να προστεθεί η ακόλουθη φράση: «και ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα δεν οδηγούσε το ρηθέν όχημα, το οποίο οδηγείτο υπό αγνώστου προς τους διαχειριστές της, άλλου, τρίτου προσώπου.» Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.25 θ.θ 1- 6, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8, 9, Δ.9 θ.θ. 1-13 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή. Η ενόρκως δηλούσα, κα Κονναρή, στην ένορκη δήλωσή της κατέγραψε ότι γνωρίζει τα γεγονότα από την πληροφόρηση που είχε από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, κ. Λουκαϊδη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης κρίθηκε ότι η άρνηση του ισχυρισμού του Ενάγοντα, ότι η αποβιώσασα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJL795, ήταν αρκετή για να συμπεριλάβει και τον ισχυρισμό ότι το όχημα οδηγείτο από άλλο πρόσωπο. Λόγω της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, στην οποία αποφασίστηκε ότι η συγκεκριμένη άρνηση, όπως καταγράφηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης, δεν παρείχε το δικαίωμα στους Εναγόμενους να ισχυριστούν ότι το συγκεκριμένο όχημα οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο, κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η αναγκαιότητα της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι ο ισχυρισμός της, προέκυψε όταν διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι η αποβιώσασα είχε βρεθεί νεκρή έξω από το συγκεκριμένο όχημα, στο αριστερό μέρος του οχήματος, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ποιος οδηγούσε το ρηθέν όχημα. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από την πλευρά του Ενάγοντα στην οποία κατεγράφησαν δεκαπέντε
(15)λόγοι ενστάσεως οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση είναι παράτυπη ή και αντίθετη προς τη νομολογία ή και υποστηρίζεται από παράτυπη ένορκη δήλωση, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και οι Εναγόμενοι απλά προσπαθούν να εκτροχιάσουν την υπόθεση από την υπάρχουσα βάση αντιδικίας εισάγοντας νέα βάση υπεράσπισης, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη ή και μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οκτώ
(8)μαρτύρων του Ενάγοντα και της ολοκλήρωσης της κυρίως εξέτασης του Νίκου Παλατέ, εξεταστή του δυστυχήματος, ότι η τροποποίηση ζητείται μετά την πάροδο τεσσάρων
(4)ετών από την καταχώριση της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης και μετά την καταχώριση άλλων δύο αιτήσεων τροποποίησης εκ μέρους των Εναγόμενων, ότι η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα αλλά με κακή πίστη και αν επιτραπεί τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα προκληθεί βλάβη και αδικία στην πλευρά του Ενάγοντα η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη γιατί η επανακλήτευση των μαρτύρων που έχουν δώσει μαρτυρία θα παραχωρήσει στην πλευρά των Εναγομένων την ευκαιρία να διορθώσουν τυχόν λάθη, ότι οι Εναγόμενοι ενώ γνώριζαν από την αρχή ότι το σώμα της αποβιωσάσης είχε βρεθεί στην αριστερή πλευρά του οχήματος δεν προώθησαν άμεσα το θέμα της τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψεως και βρίσκεται σε αντίθεση με την καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισής τους στην οποία καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας δεν είδε έγκαιρα το αυτοκίνητο της αποβιωσάσης, ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε για το πού είχε βρεθεί το σώμα της αποβιωσάσης γιατί ήταν παρών στη διεξαγωγή της Θανατικής Ανάκρισης, αρ. 13/08, το πόρισμα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, στο οποίο καταγράφεται ότι η αποβιώσασα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJL 795, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται στην ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων ή και νεοαποκαλυφθέντων γεγονότων αλλά αφορά γεγονότα που εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ή και τους ήταν γνωστά και μπορούσαν να συμπεριληφθούν από την αρχή στην Υπεράσπισή τους. Καταλήγει ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην πλευρά του Ενάγοντα η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ.1-4, 7, 8 και 9, Δ.39 καθώς επίσης και στη συμφυή εξουσία και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η Ένσταση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα Χαράλαμπου Μούζουρου. Ο Ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η ομνύουσα στην αίτηση που υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, κα Κατερίνα Κονναρή, δεν καταγράφει οποιαδήποτε δικαιολογία ή και εξήγηση γιατί οι Εναγόμενοι 1 και 2, διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης, δεν προέβησαν οι ίδιοι στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε καταχωρίσει τη συγκεκριμένη αγωγή, στις 07/09/09 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν καταχωρίσει την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους στις 16/04/10. Η αγωγή αφορούσε ένα δυστύχημα το οποίο είχε συμβεί στις 23/02/08 στο οποίο είχε εμπλακεί ο ίδιος με συνεπιβάτη τη σύζυγό του οδηγώντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ253 και την αποβιώσασα Σόφη Παναγή, η οποία οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJL795. Είναι η θέση του ότι πριν την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρίσει δύο φορές αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, στις 24/02/2011 και στις 28/06/2011 και θα μπορούσαν να είχαν συμπεριλάβει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης αφού ήταν σε γνώση τους, μεταξύ άλλων, και το πόρισμα της Θανατικής Ανάκρισης και τα γεγονότα τους ήταν γνωστά. Εισηγείται ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 5 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού έχουν ακουστεί οκτώ
(8)μάρτυρες και ενώ ο ένατος μάρτυρας αντεξεταζόταν, αφού η πλευρά του Ενάγοντα έχει παρουσιάσει ουσιώδεις μάρτυρες, σε σχέση με την ευθύνη του δυστυχήματος. Είναι ο ισχυρισμός του ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σημασία του προτεινόμενου νεοφανή ισχυρισμού των Εναγομένων 1 και 2, εάν επιτραπεί η τροποποίηση θα εισαχθεί μια νέα βάση υπεράσπισης η οποία θα ανατρέψει στην ολότητά της τη βάση της αντιδικίας μεταξύ των μερών. Εν πάση περιπτώσει, η εισηγηθείσα τροποποίηση καταλαμβάνει εξ απροόπτου την πλευρά του Ενάγοντα σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, αφού ποτέ οι Εναγόμενοι 1 και 2 ή και η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένη η αποβιώσασα, δεν είχαν προβάλει τέτοιο ισχυρισμό κατά την προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης. Παραπέμπει ο ομνύοντας στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των εμπλεκομένων μερών και της ασφαλιστικής εταιρείας του οχήματος KJL795, Progressive Insurance Ltd, για να καταδείξει την κακοπιστία της σκοπούμενης τροποποίησης και το γεγονός ότι είναι νεοφερμένη. Είναι, περαιτέρω, η θέση του Ενάγοντα - ομνύοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν πληροφορηθεί και γνώριζαν από την ημέρα του δυστυχήματος ότι η αποβιώσασα Σόφη Παναγή οδηγούσε το όχημα KJL795 υπό την επήρεια αλκοόλ και λόγω της σφοδρής σύγκρουσης και του γεγονότος ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας είχε εκσφενδονιστεί έξω από το όχημα που η ίδια οδηγούσε. Επιπρόσθετα, ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας και σύζυγός της, ο Εναγόμενος 1, ήταν παρών στη Θανατική Ανάκριση 13/08 και δεν είχε αμφισβητήσει την έκδοση του πορίσματος από τον Θανατικό Ανακριτή ημερομηνίας 30/03/2010, στο οποίο καταγράφηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα οδηγείτο από την αποβιώσασα. Κατά τη δική του άποψη δεν αιτιολογείται η απραξία των Εναγομένων 1 και 2 αλλά ούτε και δικαιολογήθηκε ο χρόνος ο οποίος παρήλθε από την καταχώριση της Υπεράσπισης μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης, αφού όλα τα γεγονότα ήταν σε γνώση των Εναγόμενων και δεν περιήλθαν στην αντίληψή τους κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός ότι η γενική άρνηση των Εναγομένων στην Υπεράσπιση ήταν αρκετή για να συμπεριλάβει και το γεγονός ότι η αποβιώσασα δεν οδηγούσε το όχημα KJL795 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απραξία των Εναγομένων και δεν μπορεί να ευσταθεί. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε είχαν ή έχουν ένδειξη ή άλλο στοιχείο που να εισηγείται ότι κάποιο άλλο πρόσωπο, εκτός από την αποβιώσασα Σόφη Παναγή, οδηγούσε το όχημα KJL795 κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η αποβιώσασα οδηγούσε το όχημα KJL795. Αντίθετα όλη η μαρτυρία αυτό καταδεικνύει. Καταλήγει, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα δικά του δικαιώματα για τη διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθώς επίσης και ότι η συγκεκριμένη αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και έχει καταχωριστεί για αλλότριους σκοπούς. Εισηγείται ότι πρόκειται για ανορθόδοξη και αντινομική διαδικασία η οποία θα οδηγήσει σε περιπλοκές αφού έχουν ήδη ακουστεί εννέα
(9)μάρτυρες του Ενάγοντα και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι προχώρησαν στην υποστήριξη των θέσεών τους με αγορεύσεις. Ο κ. Λουκαϊδης αγόρευσε προφορικά ισχυριζόμενος ότι το θέμα της καθυστέρησης δεν μπορεί να συνηγορήσει υπέρ της απόρριψης της αίτησης γιατί την καθυστέρηση την έχει προκαλέσει η άλλη πλευρά με την καταχώριση της Ένστασης. Κατά τη δική του άποψη είναι αυτονόητο ότι όταν κάποιος αρνείται τον ισχυρισμό ότι οδηγούσε η άλλη πλευρά να αντιληφθεί ότι θα πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι οδηγούσε. Ο κ. Κυριακίδης κατέθεσε, προς υποστήριξη των θέσεών του, εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση στην οποία αναγνώρισε τη σύγχρονη τάση της νομολογίας να επιτρέπει τις τροποποιήσεις, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να γίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εισηγήθηκε ότι υπάρχει ανακολουθία στις θέσεις των Εναγομένων 1 και 2 αφού η κα. Κονναρή ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 είχαν διαπιστώσει κατά την εξέλιξη της ακρόασης ότι η αποβιώσασα δεν οδηγούσε το όχημα KJL795 ενώ ο κ. Λουκαίδης ισχυρίστηκε ότι έχει συμπεριληφθεί στη γενική άρνηση της καταχωρηθείσας, στις 16/04/2010, Υπεράσπισης. Εισηγείται ότι δεν πρόκειται για νεοδημιουργηθέν αλλά ούτε για νεοανακαλυφθέν γεγονός αλλά γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση των Εναγομένων 1 και 2 αλλά και των δικηγόρων τους από την αρχή της διαδικασίας, ήτοι κατά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αλλά και πολύ πιο πριν, και ο ισχυρισμός τους ότι το πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία είναι ψευδής και έχει ως απώτερο στόχο να ξεγελάσει το Δικαστήριο. Παράλληλα προώθησε τη θέση ότι υπάρχει έκδηλη κακοπιστία στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. NOMIKH ΠTYXH Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 θ.
- Στο Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION Πολ. Εφ. 58/12 ημερ. 04/032013 επανάλαβε τις αρχές και αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Επίσης σε δυο πολύ πρόσφατες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τις αρχές που διέπουν αυτού του είδους τις αιτήσεις. Στην απόφαση στην υπόθεση Investylia Public Co v. Ανδρέα Μιντή, ECLI:CY:AD:2014:A131, Πολ. Έφεση 339/10 ημερ. 24/02/2014 κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με την κατεύθυνση της νομολογίας επί των αιτήσεων τροποποίησης: «Σημειώνουμε περαιτέρω ότι η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση.» Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Investylia Public Co Ltd ν. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου ECLI:CY:AD:2014:A168, Πολ. Εφ. 231/11 ημερ. 07/03/2014 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η τροποποίηση σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της άλλης πλευράς γίνεται αποδεκτή με περισσότερη ευκολία. Ο χρόνος της υποβολής της σκοπούμενης τροποποίησης αποτελεί σχετικό κριτήριο και τα Δικαστήρια αρνούνται κατά κανόνα διερεύνηση θεμάτων όταν η ακρόαση ήδη έχει αρχίσει. Η έκταση της τροποποίησης έχει τη δική της αυτοτελή σημασία εφόσον έχει επιπτώσεις στην τροχιοδρόμηση του προγραμματισμού της ακρόασης (Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/11, ημερ. 19.7.2013). ......................................... Όπως δε υποδείχθηκε στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd (ανωτέρω) αλλά και στην Flecha Contracting Ltd (ανωτέρω) η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δεν εξετάζεται κατ΄ απομόνωση ως ορισμένης σημασίας και μάλιστα αποφασιστικής.» Των πιο πάνω καταγραφέντων οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία παλαιότερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ.22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.»
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Επαναδιατυπώθηκαν, οι πιο πάνω αρχές, σε σωρεία αποφάσεων: Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1211, Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 204/2009, ημερ. 25/04/2012 και στην D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου Πολ. Εφ. 135/11 ημερ. 13/06/2013 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/12 στην οποία είχαν καταγραφεί τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να επισημανθεί η αντίφαση που υπάρχει στις προβληθείσες θέσεις των Αιτητών - Εναγομένων, στην οποία με παρέπεμψαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα, ήτοι από τη μια ισχυρίζονται ότι γνώριζαν ότι η αποβιώσασα δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό KJL795 κατά την καταχώριση της Υπεράσπισης για αυτό και αρνήθηκαν τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η αποβιώσασα οδηγούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, παράγραφος 2 την Ένορκης Δήλωσης της κας Κονναρή, οπόταν κακώς δεν επιτράπηκαν από το Δικαστήριο οποιεσδήποτε ερωτήσεις επί του θέματος. Από την άλλη ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο θέμα προέκυψε κατά την εξέλιξη της παρουσίασης της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ποιο από τα δυο ισχύει ότι είχαν υπόψη τους εξ υπαρχής, ότι δεν οδηγούσε η αποβιώσασα γι΄ αυτό και αρνήθηκαν τον ισχυρισμό του Ενάγοντα οπόταν και μπορούσαν να προβάλουν τη θέση τους αυτή κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Ενάγοντα, ή το ότι το πληροφορήθηκαν κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας οπόταν έπρεπε να προχωρήσουν στην τροποποίηση; Στην πραγματικότητα αυτό που προκύπτει είναι ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές είχαν επιλέξει να ισχυριστούν, στην Ανταπαίτηση, ότι το δυστύχημα οφειλόταν στην αμέλεια του Ενάγοντα και όχι στην αμέλεια της αποβιώσασας. Κατά την εξέλιξη της ακρόασης όμως άλλαξαν γνώμη, προφανώς συνεκτιμώντας την προσκομισθείσα από τον Ενάγοντα μαρτυρία και αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα των τροποποιήσεων και να φέρουν την πλευρά του Ενάγοντα εξ απήνης, στο μέσο της ακρόασης και ενώ ποτέ δεν είχαν επικαλεστεί το γεγονός αυτό, έτσι που να γύρει η πλάστιγγα προς όφελός τους. Η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί κακόπιστη από όποια σκοπιά και αν ειδωθεί και παρά την φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας σε τέτοιου είδους αιτήματα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ένα τέτοιο αίτημα που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση της νομολογίας για αλλότριους σκοπούς και έχει ως απώτερο στόχο την καθυστέρηση και τον εκτροχιασμό της δίκης η οποία βρίσκεται στο μέσω της. Επιπρόσθετα όχι μόνο το συνταγματικό δικαίωμα του Ενάγοντα θα πληγεί για δίκη εντός ευλόγου χρόνου αλλά θα υποστεί και βλάβη αλλά κυρίως αδικία αν επιτραπεί η συγκεκριμένη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο. Τούτο διότι έχουν παρέλθει έξι
(6)χρόνια από το δυστύχημα, πέντε χρόνια από την καταχώριση της αγωγής και έχουν ακουστεί εννέα μάρτυρες, μεταξύ αυτών και ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος έχει ολοκληρώσει την κυρίως εξέτασή του. Θεωρώ ότι η βλάβη που θα υποστεί ο Ενάγοντας, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, δεν είναι θεραπεύσιμη, αφού ένας μάρτυρας μπορεί δικονομικά να επανακλητευθεί μόνο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ η τυχόν ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από την απόρριψη της αίτησης τους δεν θα τους επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη αφού εάν ο Ενάγοντας, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, δεν αποδείξει ότι οδηγούσε η αποβιώσασα θα βρίσκεται αντιμέτωπος με την απόρριψη της αγωγής του. Των πιο πάνω λεχθέντων θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα ύψους €800- υπέρ του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, τα οποία όμως θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο