← Κύπρος

Κώστας Μιχαήλ Ευθύμιου Λειβαδιώτης ν. Ντένης Σοροκιν Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 264/14, 6/5/2014

Κώστας Μιχαήλ Ευθύμιου Λειβαδιώτης ν. Ντένης Σοροκιν Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 264/14, 6/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 264/14 Μεταξύ: Κώστας Μιχαήλ Ευθύμιου Λειβαδιώτης, Ενάγουντας -Αιτητής και Ντένης Σοροκιν Ανδρέου, Ραούλ Ιακώβου Κιουρντζίδης, Εναγόμενων-Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 31/01/2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06 Μαΐου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα. Αλέξη για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. (Η κα Καραμανλή για να ακούσει απόφαση.) Για Εναγόμενο1-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χατζηπαναγιώτου (Η κα Καλλή για να ακούσει απόφαση.) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας -Αιτητής καταχώρησε Μονομερή Αίτηση με την οποία αξίωσε την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, δωρίσει, επιβαρύνει, δημιουργήσει οποιονδήποτε συμφέρον ή άλλως αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται ως ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/6485, τεμάχιο 240, Φ/Σχ. 2-257-371,Τμήμα 5, στην τοποθεσία Λειβάδια στην Λάρνακα το 1/78 μερίδιο. Επίσης αιτήθηκε την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση από του να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, δωρίσει, επιβαρύνει, δημιουργήσει οποιονδήποτε συμφέρον ή άλλως αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται ως ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/6485, τεμάχιο 240, Φ/Σχ. 2-257-371,Τμήμα 5, στην τοποθεσία Λειβάδια στην Λάρνακα το 1/78 μερίδιο. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 θ.θ.1-4,8 και 9, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, άρθρα 4,5,6 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, άρθρο 32 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύτηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Κώστα Μιχαήλ Λειβαδιώτη, Ενάγοντα και ενός εκ των διευθυνόντων συμβούλων της εταιρείας «Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ». Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, με την καταχωρηθείσα αγωγή αξιώνει το ποσό των €43.366,50- πλέον νόμιμο τόκο ως ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τον εγγυητή για κάλυψη της οφειλής του πρωτοφειλέτη δυνάμει συμφωνίας δανείου και συμφωνίας δέσμευσης καταθέσεων προς όφελος των Εναγομένων, οι οποίοι ήταν οι πρωτοφειλέτες του δανείου. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι στις 05/12/2006 είχε υπογραφεί μεταξύ της εταιρείας «Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ» και των Εναγομένων 1 και 2 πωλητήριο έγγραφο με το οποίο είχε συμφωνηθεί όπως αυτοί αγοράσουν το 1/39 μερίδιο του όλου τεμαχίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/6485, τεμάχιο 240, Φ/Σχ. 2-257-371,Τμήμα 5, στην τοποθεσία Λειβάδια στην Λάρνακα έναντι του ποσού των £55,000- (Λ.Κ.) και έναντι του τιμήματος πώλησης είχαν καταβάλλει το ποσό των £5,000- (Λ.Κ.). Προς εξασφάλιση του υπολοίπου ποσού του τιμήματος οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν συνάψει, στις 03/01/2007, συμφωνία δανείου με την ΣΠΕ Κοντέας ύψους £50,000- (Λ.Κ.). Προς καλύτερη εξασφάλιση του δανείου ο ίδιος, ο ομνύοντας, είχε υπογράψει συμφωνία δέσμευσης κατάθεσης με την οποία ενεχυρίαζε και δέσμευε πρώτον, την εμπρόθεσμη κατάθεσή του στον αριθμό λογαριασμού 32/04898/3, αριθμός γραμματίου 066975 με ημερομηνία λήξης 09/01/08 πλέον τους αναλογούντες δεδουλευμένους τόκους ή οποιοδήποτε άλλο ποσό χρημάτων προέκυπτε από την συγκεκριμένη εμπρόθεσμη κατάθεση δεύτερον, οποιοδήποτε ποσό χρημάτων διατηρούσε στην ΣΠΕ Κοντέας υπό μορφή κατάθεσης προθεσμίας ή προειδοποίησης και τρίτον, οποιοδήποτε ποσό χρημάτων διατηρούσε στην ΣΠΕ Κοντέας στον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης Προειδοποίησης είτε αυτό υφίστατο κατά την υπογραφή της συμφωνίας είτε θα κατατίθετο στο μέλλον, πλέον τους εκάστοτε αναλογούντες φόρους. Προς καλύτερη εξασφάλιση του δανείου των Εναγομένων στις 08/01/2007 συνήφθηκε σύμβαση εγγύησης μεταξύ της ΣΠΕ Κοντέας και του Βλαδίμηρου Σορόκιν Ανδρέου, ο οποίος εγγυήθηκε και ανέλαβε αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 προς την ΣΠΕ Κοντέας μέχρι του ποσού των £50,000- (Λ.Κ.). Μετά την καταβολή του ποσού των £50,000- (Λ.Κ.) προς την Εταιρεία, στις 09/01/2007, μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 το 1/39 μερίδιο και το μερίδιο υποθηκεύτηκε προς όφελος της ΣΠΕ Κοντέας. Στις 12/12/2012 όλα τα μέρη που είχαν συμφέρον στο ακίνητο υπέγραψαν συμφωνία διανομής τεμαχίων στην οποία αναφερόταν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατείχαν το 1/78 μερίδιο του όλου ακινήτου έκαστος, το οποίο αναλογεί στην αποθήκη αριθμός 24, μλόκ Β. Λόγω παράλειψης των Εναγομένων 1 και 2 να καταβάλλουν τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις τους ή/ και της παράλειψης τους να ξοφλήσουν εμπρόθεσμα την οφειλή τους προς την ΣΠΕ Κοντέας με επιτολή της, η ΣΠΕ Κοντέας, στις 06/07/2013 είχε αποστείλει στον ενάγοντα αποδείξεις των καταθέσεων του που είχαν κατασχεθεί και είχαν εμβαστεί στα δάνεια πάνω στα οποία ήταν δεσμευμένες με την αιτιολογία ότι τα συγκεκριμένα δάνεια δεν εξυπηρετούνταν. Είχε κατασχεθεί το ποσό των €43,366.50- από το γραμμάτιο με αριθμό 085296, το οποίο είχε εμβαστεί στο δάνειο των Εναγομένων 1 και 2. Σύμφωνα με τον ομνύοντα το μόνο περιουσιακό στοιχείο που γνωρίζει ότι έχουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην κατοχή τους είναι τα μερίδια τους στο συγκεκριμένο ακίνητο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση της οφειλής των Εναγομένων προς τον ίδιο με αποτέλεσμα να κινδυνεύει άμεσα να μην εισπράξει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που εκδοθεί υπέρ του οποιαδήποτε απόφαση. Σύμφωνα με εκτίμηση η αξία του ακινήτου ανέρχεται στις €75,000- περίπου. Όμως στο συγκεκριμένο ακίνητο υπάρχουν εμπράγματα βάρη οπόταν είναι αμφίβολο κατά πόσο θα καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων που προκύπτουν από την αγωγή. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι υπάρχει ουσιαστικός πραγματικός κίνδυνος οι Εναγόμενοι 1 και 2 να αποξενώσουν ή/και να επιβαρύνουν το ακίνητο είτε με υποθήκη ή με σύμβαση πωλητηρίου εγγράφου με τρίτους είτε με μεταβίβαση των μεριδίων σε τρίτους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει διαθέσιμη περιουσία προς ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Πιστεύει ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το διάταγμα γιατί πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις. Εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν οικονομική ευχέρεια θα κατέβαλλαν τις δόσεις τους σύμφωνα με την σύμβαση δανείου και δεν θα αναγκαζόταν η ΣΠΕ Κοντέας να κατάσχει τα δικά του λεφτά. Το Δικαστήριο εξέτασε το κατ' επείγον της μονομερούς καταχώρησης της Αίτησης και έκρινε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος και έκδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Ο Αιτητής-Ενάγοντας απέσυρε την αίτηση και το διάταγμα στην έκταση που αφορούσε τον Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η Αίτηση λόγω έλλειψης επιδόσεως. Ο Εναγόμενος 1 -Καθ' ου η Αίτηση αντιμετώπισε την επίδοση του διατάγματος με καταχώρηση Ένστασης, στην οποία κατέγραψε πέντε

(5)λόγους ενστάσεως. Υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας δεν έχει καλή βάση αγωγής γιατί δεν φανερώνεται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 1, ότι δεν δικαιούται σε καμιά θεραπεία, ότι ο Εναγόμενος 1 έχει τέτοια περιουσία ικανή που στην περίπτωση που πετύχει στις αξιώσεις του να ανταποκριθεί, δεν επισυνάπτεται πιστοποιητικό έρευνας του Διευθυντή Κτηματολογίου στην οποία να εμφαίνεται κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Η Ένσταση βασίστηκε στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39, Δ.48 θθ.1-4,8 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρα 4,5,6 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του κ. Ντένη Βλαδιμήρου Σορόκιν Ανδρέου, Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα λόγω του ότι βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 19 χρόνια, ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα γιατί δεν έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του και ουδέποτε ο Ενάγοντας είχε υπογράψει οποιαδήποτε εγγύηση προς όφελός του αλλά ούτε και ο ίδιος του είχε ζητήσει να δεσμεύσει οποιαδήποτε κατάθεση προς όφελός του. Ούτε και είχε ζητήσει ο ίδιος ή ο Εναγόμενος 2 από τον Ενάγοντα την δέσμευση του γραμματίου του Ενάγοντα προς όφελός του αλλά ούτε και γνώριζε τον λόγο που το έπραξε και αν αποσκοπούσε στην λήψη μεγαλύτερων δανείων από την ΣΠΕ Κοντέας. Ο ίδιος πρόσφατα είχε ενημερωθεί για την συγκεκριμένη δέσμευση προς όφελός του και του Εναγόμενου 2 όταν, το 2013, του είχε σταλεί μια κατάσταση λογαριασμού και είχε εμβαστεί το ποσό €43.366,50-. Σύμφωνα με τον ομνύοντα εγγυητής των υποχρεώσεών του είναι ο πατέρας του, ο οποίος το 2007 είχε κατατεθειμένο στην Ελληνική Τράπεζα το ποσό των £50,000- (Λ.Κ.) οπόταν αν ήθελε να δεσμεύσει κάποιο ποσό θα δέσμευε αυτό το ποσό. Δεν έχει καταχωριστεί οποιαδήποτε αγωγή εναντίον του και ο ίδιος συνεχίζει και καταβάλλει το ποσό των €200- στην ΣΠΕ Κοντέας. Παραδέχεται ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε ακίνητο επ΄ονόματι του. Καταλήγει ότι ο Ενάγοντας δεν έχει καλή βάση της αγωγής γιατί δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η αποξένωση ή/και η επιβάρυνση του συγκεκριμένου ακινήτου πέραν της υποθήκης προς όφελος της ΣΠΕ Κοντέας είναι αδύνατη γιατί για να αποσυρθεί η υποθήκη πρέπει να εξοφληθεί το χρέος που υπάρχει και αυτό είναι αδύνατο ενώ ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να βρει τον Εναγόμενο2, στον οποίο ανήκει εξ αδιαιρέτου το ακίνητο. Οι δυο πλευρές προχώρησαν στην υποστήριξη των θέσεών τους με αγορεύσεις. Η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε γραπτή αγόρευση ενώ ο κ. Χατζηπαναγιώτου αγόρευσε προφορικά. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε απαγορευτικό διάταγμα. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Καθ΄ ου η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία του Ενάγοντα -Αιτητή καθώς και τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 -Καθ΄ου η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές τις θέσεις που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν εκδίδει το διάταγμα αν όχι τότε απορρίπτει την Αίτηση. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία, έρχομαι να εξετάσω την Αίτηση, χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών, εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) σελ.569, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα και είναι με βάση αυτό και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα - Αιτητή που θα εξεταστούν τα κριτήρια αυτά. Από το περιεχόμενο του Κλητηρίου μαζί με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καθώς και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν, κρίνεται ότι αποκαλύπτεται ζήτημα προς εκδίκαση αφού μπορούν να εφαρμοστούν στα υπό κρίση γεγονότα οι πρόνοιες του άρθρου 83 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Επίσης αποκαλύπτεται πιθανότητα να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία, αφού η αξίωσή του βασίζεται ακριβώς στην κάλυψη του δανειστή, ήτοι των Εναγομένων 1 και 2, με έγγραφη συμφωνία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ή η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, αποκλείεται. Θεωρώ ότι ικανοποιείται και το τρίτο κριτήριο, αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι συγκεκριμένοι και επαρκής, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι όπως προκύπτει από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η Αίτηση όπως ο ίδιος δηλώνει δυσκολεύεται να πληρώνει την δόση του δανείου και καταβάλλει μόνο €200- και δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία. Προκύπτει, μέσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καθώς και από τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί, συγκεκριμένα το τεκμήριο 13 και το τεκμήριο 14, ότι ο Εναγόμενος 1- Καθ' ου η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τον Ενάγοντα από οικονομικής άποψης στην περίπτωση που εκδοθεί υπέρ του απόφαση. (Βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237). Με σαφή τη θέση της νομολογίας ότι δεν προκύπτει η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για να καταδειχθεί πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του, «εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί» (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Poltava Petroleum Company v.Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ 1301). ΄Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση ABP HOLDINGS LTD κ. ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Άρθρο 4 χωρίς να αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32
(1)που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, κάμνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται. Η ουσιαστική διαφοροποίηση, όπως προκύπτει από τη νομολογία, αφορά τον βαθμό ετοιμότητας να δοθεί συντηρητική προστασία. O Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) Γ. Νικολάου, στην MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, εξήγησε ότι η δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» και στην Spidertrade Co. Finance Ltd v. Χατζήγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, ότι η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για περιουσία η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες και προσδιόρισε με αναφορά σε άμεσο, απτό κίνδυνο απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ικανοποίησης της τελικής απόφασης. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD (ανωτέρω) σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας εξετάζεται και το ζήτημα της καθυστέρησης του ενάγοντα να ζητήσει θεραπεία με ζητούμενο το κατά πόσο η καθυστέρηση καθιστά την έκδοση του διατάγματος καταπιεστική (oppressive). Όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD (ανωτέρω) η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. Άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. Ένας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI. Σταθμίζοντας τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι το αναφερθέν ισοζύγιο κλίνει υπέρ του Αιτητή. Ο ίδιος ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση 1 δηλώνει ανίκανος να ανταποκριθεί στην ολότητα της υποχρέωσης του προς την ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ ενώ ο Ενάγοντας-Αιτητής έχει ήδη καταβάλει ποσό ύψους €50,000 έναντι του χρέους του εναγομένου. Ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκαν στις 03/02/14 καθίσταται απόλυτο. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ.412, παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12), τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.