Αγάπιου Σταύρου κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥΔΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4055/05, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4055/05 Μεταξύ:
- Αγάπιου Σταύρου, εκ Λευκάρων
- Μιχάλη Χριστάκη Χριστίδη, εκ Λευκάρων υπό την ιδιότητα τους ως διαχεριστών της περιουσίας της Σοφίας Μιχαήλ Χριστίδη, τέως εκ Πάνω Λευκάρων Εναγόντων και
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥΔΙΟΥ, εκ Πάνω Λευκάρων
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΜΗ ΚΑΛΛΟΥ, εκ Πάνω Λευκάρων
- ΣΑΒΒΑ ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΔΗ, υπό την ιδιότητα του ως διαχεριστή LIMITED GRANT του αποβιώσαντος Μιχαήλ Λ. Χριστίδη, τέως εκ Λευκάρων
- Νόνη Μιχαήλ Μηνά, εκ Πάνω Λευκάρων,
- Λόβη Ανδρέα Κάλλου, σύζυγος Αντώνη Τταντή, Δάλι. Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνία 26.2.2014 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 ------------- Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές: Ο κ. Στέλιος Στυλιανού (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Μιχαήλ) Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: Ο κ. Ανδρέας Ποιητής & Σία (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Εμπεδοκλής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Σοφία Χριστίδου καταγόταν από το χωριό Πάνω Λεύκαρα της επαρχίας Λάρνακος. Σε κάποιο στάδιο της ζωής της μετανάστευσε με την οικογένεια της στη Νότιο Αφρική όπου και απεβίωσε. Ενόσω ζούσε παραχώρησε στον σύζυγο της Μιχαήλ Χριστίδη πληρεξούσιο έγγραφο για να διαχειρίζεται την περιουσία της η οποία βρισκόταν στην Κύπρο. Η αποβιώσασα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ακινήτων που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Στις 25.8.1981 ο σύζυγος της χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, πώλησε και μεταβίβασε στους εναγομένους 1 και 2 ανά ½ μερίδιο στον καθένα, τα εν λόγω ακίνητα. Περί το 1983 απεβίωσε και ο σύζυγος της Σοφίας Χριστίδου. Στις 20.10.2003 οι εναγόμενοι 1 και 2 μεταβίβασαν το ένα από τα ακίνητα στον εναγόμενο
- Το άλλο ακίνητο μεταβιβάστηκε από τους εναγομένους 1 και 2 στην εναγομένη 5 η οποία είναι κόρη του εναγομένου
- Οι ενάγοντες οι οποίοι είναι οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Σοφίας Χριστίδου, με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο που καταχωρήθηκε στις 27.10.2005, αξιώνουν από τους εναγομένους την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται οι μεταβιβάσεις των προαναφερόμενων κτημάτων. Διαζευκτικά, αξιώνουν αποζημιώσεις για την ζημιά την οποία υπέστη η περιουσία συνεπεία των μεταβιβάσεων. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, ο Μιχάλης Λ. Χριστίδης, χρησιμοποιώντας παράνομα το πληρεξούσιο έγγραφο μετά τον θάνατο στις 12.02.1981 της Σοφίας Χριστίδου, μεταβίβασε τα περιγραφόμενα στην Έκθεση Απαίτησης ακίνητα στους εναγομένους 1 και 2, οι οποίοι γνώριζαν ότι η αποβιώσασα δεν βρισκόταν εν ζωή. Διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 και ο σύζυγος της αποβιωσάσης, ενήργησαν με δόλο ο οποίος συνίσταται μεταξύ άλλων, στο ότι ενώ γνώριζαν ότι η αποβιώσασα δεν βρισκόταν εν ζωή, χρησιμοποίησαν το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο στο κτηματολόγιο αποκρύβοντας το γεγονός του θανάτου της. Δόλος αποδίδεται και στους εναγομένους 4 και 5 οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ενώ γνώριζαν τα προαναφερόμενα γεγονότα απεδέχθησαν την επ΄ ονόματι τους μεταβίβαση των ακινήτων της αποβιωσάσης με σκοπό να καθυστερήσουν ή/και απεμπολήσουν τα δικαιώματα των πραγματικών ιδιοκτητών. Επίσης απεδέχθησαν την μεταβίβαση χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή/και με δυσανάλογο αντάλλαγμα με σκοπό να αποκομίσουν όφελος σε βάρος της περιουσίας της αποβιωσάσης. Ο εναγόμενος 3 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής (Limited Grant) της περιουσίας του Μιχαήλ Χριστίδη, συζύγου της αποβιωσάσης Σοφίας Χριστίδου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στον βασικό κορμό της Υπεράσπισης τους, αρνούνται τις κατ΄ ισχυρισμόν δόλιες πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται με την Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι αγόρασαν τα επίδικα κτήματα καλόπιστα από τον σύζυγο της αποβιωσάσης έναντι νομίμου ανταλλάγματος, χωρίς γνώση και/ή ειδοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και μετά που ο σύζυγος της αποβιωσάσης τους διαβεβαίωσε ότι η σύζυγος του ήταν στην ζωή και την εκπροσωπούσε νόμιμα. Οι εναγόμενοι 4 και 5 επίσης στον βασικό κορμό της Υπεράσπισης τους, ισχυρίζονται ότι απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα ως καλόπιστοι αγοραστές, έναντι ανταλλάγματος αξίας και χωρίς ειδοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο, αναφορικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων. Περαιτέρω εισηγούνται ότι ο μοναδικός υπεύθυνος και/ή το πρόσωπο που πραγματικά ευθύνεται, εάν οι ισχυρισμοί των εναγόντων αποδειχθούν, είναι ο σύζυγος της αποβιωσάσης ο οποίος κατά την ημέρα της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 και 2, δήλωσε, γνωρίζοντας τις συνέπειες του νόμου περί ψευδών δηλώσεων, ότι η σύζυγος του εξακολουθούσε να βρίσκεται εν ζωή και ότι ο ίδιος την αντιπροσώπευε. Οι εναγόμενοι 4 και 5 μετά από καταχώρηση σχετικής Ειδοποίησης Συνεισφοράς προς τους εναγομένους 1, 2 και 3, καταχώρησαν Έκθεση Απαίτησης προς τους συνεναγομένους τους 1, 2 και 3 με την οποία απέρριπταν τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι απέκτησαν τα ακίνητα με δόλο και ισχυρίζοντο ότι ήσαν καλή τη πίστη αγοραστές έναντι ανταλλάγματος αξίας (χωρίς ειδοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο αναφορικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων) και επέρριπταν την ευθύνη για την αποξένωση των ακινήτων από την περιουσία της αποβιωσάσης Σοφίας Χριστίδου, στους εναγομένους 1, 2 και 3 και γι΄ αυτό τον λόγο αξίωναν από αυτούς συνεισφορά ή/και αποζημίωση. Ο εναγόμενος 3 ο οποίος όπως έχει ήδη αναφερθεί ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Μιχαήλ Χριστίδη, συζύγου της αποβιωσάσης Σοφίας Χριστίδου, δεν εμφανίστηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή εκδικάστηκε και στις 18/12/2008 εκδόθηκε απόφαση η οποία εφεσιβλήθη από τους ενάγοντες. Στις 11.6.2012 εκδόθηκε απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, σύμφωνα με την οποία διετάχθη η επανεκδίκαση της αγωγής. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ή υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση από την παρούσα) αρχικά για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση στις 10.12.
- Κατά την ημέρα αυτή εμφανίστηκε άλλος δικηγόρος για τους εναγομένους 1 και 2 από αυτόν που τους εκπροσώπησε στην προηγουμένη διαδικασία. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε αίτηση από τους εναγομένους 4 και 5 με αίτημα την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους εναντίον των συνεναγομένων τους 1,2 και
- Στις 21.1.2013, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 και στην απουσία του εναγομένου 3, με το οποίο επιτρέπετο η αιτούμενη τροποποίηση. Την ίδια ημέρα οι εναγόμενοι 4 και 5 καταχώρησαν και δεύτερη αίτηση με την οποίαν αιτούντο την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, με την προσθήκη Ανταπαίτησης εναντίον και των εναγόντων. Στη συνέχεια στις 16.1.2013 καταχωρήθηκε αίτηση από τους εναγομένους 1 και 2 για παροχή άδειας για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Στις 25.7.2013 το Δικαστήριο επέτρεψε την αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγομένων 4 και 5 και την προσθήκη Ανταπαίτησης σε σχέση με τους ενάγοντες. Το Δικαστήριο επέτρεψε επίσης την τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με τους ενάγοντες. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε στις 2.9.2013 αίτηση με την οποία ζητείτο η άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των εναγομένων 4 και 5 εναντίον του εναγομένου
- Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από την προηγούμενη και από την παρούσα) επέτρεψε στις 11.12.2013 την αιτούμενη τροποποίηση. Στην συνέχεια η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση. Προ της ακροάσεως καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται όπως τους παραχωρηθεί άδεια από το Δικαστήριο ώστε να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους, σε σχέση με τους ενάγοντες, με την προσθήκη προδικαστικής ένστασης και Ανταπαίτησης. Επίσης αιτούνται όπως τους δοθεί άδεια για την προσθήκη ισχυρισμών σε σχέση με την μη αποποίηση εκ μέρους των κληρονόμων του Μιχαήλ Λ. Χριστίδη της κληρονομιάς που άφησε ο τελευταίος, μέσα σε περίοδο 3 μηνών από τον χρόνο κατά τον οποίο οι κληρονόμοι του Μιχαήλ Χριστίδη έλαβαν για πρώτη φορά γνώση του θανάτου του. Ζήτημα ουσιώδες και σημαντικό για τα επίδικα θέματα, όπως προβάλλουν οι εναγόμενοι 1 και 2, καθότι επηρεάζει τα δικαιώματα τόσο των κληρονόμων του Μιχαήλ Χριστίδη όσο και των ιδίων. Με την προδικαστική ένσταση επιθυμούν να προσθέσουν την θέση ότι η αγωγή είναι «νομικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη λόγω της μακράς και/ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης και/ή ολιγωρίας των εναγόντων και/ή των κληρονόμων της αποβιωσάσης Σοφίας Μιχαήλ Χριστίδη» στην έγερση της αγωγής. Επεξηγούν ότι οι κληρονόμοι και/ή οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης ενώ γνώριζαν από το έτος 1981 την πώληση των επίδικων ακινήτων, για περίοδο 24 ετών «αδράνησαν και/ή ολιγώρησαν και/ή δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια ή πράξη για διεκδίκηση των κατ΄ ισχυρισμόν δικαιωμάτων τους». Λόγω της προαναφερόμενης συμπεριφοράς, οι ενάγοντες «εμποδίζονται (estopped by conduct) και/ή έχουν παραιτηθεί (waived) και/ή έχουν εγκαταλείψει οποιοδήποτε δικαίωμα τους» στο να διεκδικήσουν τις αιτούμενες θεραπείες. Με την Ανταπαίτηση θα προβάλουν την θέση ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, οι ίδιοι θα υποστούν ζημιά και απώλεια ίση με το ποσό το οποίο τυχόν διαταχθούν να καταβάλουν στους εναγομένους 4 και 5 «ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως». Και ανταπαιτητικώς θα αιτούνται «Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι δι΄ Ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ευθύνονται από κοινού και/ή ξεχωριστά όπως αποζημιώσουν τους εναγομένους 1 και 2 και/ή καταβάλουν στους εναγομένους 1 και 2 οποιοδήποτε ποσό το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 τυχόν διαταχθούν να καταβάλουν στους εναγομένους 4 και 5, ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως». Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.25, κ. 1-5, Δ.48 κ. 2, 3 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1, Γιώργου Χριστοδούλου Ττοουλουδιού. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά από συνάντηση που είχαν ο ίδιος και ο εναγόμενος 2 με τον δικηγόρο τους, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν τέθηκε στην Υπεράσπιση τους έναντι των εναγόντων, το θέμα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ολιγωρίας των τελευταίων στην έγερση της αγωγής και οι επιπτώσεις που η ολιγωρία αυτή έχει επιφέρει στα δικαιώματα των εναγομένων 1 και
- Με την αιτούμενη τροποποίηση, θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα και θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδικάσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα. Οι ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση στο αίτημα των εναγομένων 1 και 2, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση για τροποποίηση έγινε 9 ολόκληρα χρόνια μετά την έγερση της αγωγής και αφού η υπόθεση παρουσιάσθηκε ενώπιον τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Η ισχυριζόμενη καθυστέρηση ήταν κάτι που φαινόταν από την αρχή και δεν χρειαζόταν τον νέο δικηγόρο των εναγομένων για να το σκεφτεί.
- Η αίτηση αποτελεί καθαρά εκ των υστέρων σκέψη.
- Εν πάση περιπτώσει το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την αρχική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου και διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Τώρα οι εναγόμενοι προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα υπόθεση.
- Περαιτέρω η υπόθεση δεν περιλαμβάνει απλώς νέα στοιχεία υπεράσπισης αλλά περιλαμβάνει ακόμα και ανταπαίτηση κάτι το οποίο δεν ήταν διαταγή του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο γραφείο του Δρος Ανδρέα Ποιητή, δικηγόρου των εναγόντων. Η Ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ, ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
- Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφασης αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
- Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια την δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Όπως έχω προαναφέρει είναι η θέση των εναγομένων 1 και 2 στην Υπεράσπιση τους ότι είναι καλή τη πίστει αγοραστές των επίδικων κτημάτων έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Με την προβολή Ανταπαίτησης επιθυμούν να διασφαλίσουν όπως, σε περίπτωση που διαταχθούν να αποζημιώσουν τους εναγομένους 4 και 5, οι ίδιοι θα δικαιούνται (για τους λόγους που προαναφέρονται) να αποζημιωθούν από τους εναγόντες. Η εν λόγω αξίωση τους έναντι των εναγόντων, δεν συνιστά νέο λόγο υπεράσπισης. Ούτε επιχειρούν με την Ανταπαίτηση, την προσθήκη νέων γεγονότων. Επεκτείνουν τους ισχυρισμούς τους κατά τρόπο που να δικαιολογούνται οι θεραπείες που ανταπαιτητικά αξιώνουν. Η προτεινόμενη Ανταπαίτηση βασίζεται και περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ήδη καταχωρηθείσης Υπεράσπισης. Πυρήνας της προτεινόμενης τροποποίησης εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι ισχυρισμοί εκ μέρους των εναγομένων 1 και
- Τα γεγονότα ως προς την ουσία τους δεν διαφοροποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες τις Δ.
- θ.1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, εάν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. (Βλ. Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1005. Ως λόγος Ένστασης προβάλλεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης επί τη βάσει των υφιστάμενων γεγονότων και όχι οποιονδήποτε άλλων και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 «προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα υπόθεση». Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Δεν υπάρχει δικονομική απαγόρευση στο να τροποποιηθεί ένα δικόγραφο όταν διατάζεται η επανεκδίκαση μιας αγωγής. Στη προκειμένη περίπτωση η διαταγή για επανεκδίκαση της αγωγής δεν έθεσε οποιασδήποτε μορφής περιορισμούς. Διατάχθηκε η επανεκδίκαση ολόκληρου του φάσματος των αμφισβητούμενων γεγονότων της υπόθεσης. Οι ενάγοντες προβάλλουν επίσης ότι το αίτημα έχει υποβληθεί με καθυστέρηση. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα «καθυστέρηση». Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Ο όρος «ανεπανόρθωτη ζημιά» χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ σελ. 223, τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄ αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επεξηγείται ότι την ανάγκη για τροποποίηση την επέβαλε η διαταγή για επανεκδίκαση της υπόθεσης έτσι ώστε να διαγνωστούν όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία πιθανόν να είναι αμφισβητούμενα και τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στο αρχικό δικόγραφο λόγω καλόπιστου λάθους. Επομένως δίδεται εξήγηση για ποιο λόγο υποβάλλεται το αίτημα σ΄ αυτό το στάδιο. Οι ενάγοντες αποδίδουν (σύμφωνα με τους λόγους Ένστασης) και κακοπιστία στους εναγόμενους 1 και 2. Κατά την κρίση μου, δεν διακρίνεται κακοπιστία στην ενέργεια των εναγομένων 1 και 2, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαταγή για επανεκδίκαση, όπως έχει προαναφερθεί, δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας στο αίτημα. Ούτε από τα γεγονότα έτσι όπως έχουν εξελιχθεί, αποκαλύπτεται πρόθεση των εναγομένων 1 και 2 για κωλυσιεργία. Συνοψίζοντας όλα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω και έχοντας κατά νου την φύση της αντιδικίας, τις θεραπείες που ζητούνται, το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, τις θέσεις των πλευρών, κρίνω ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά τους το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις τους, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονέμει δικαιοσύνη υπό το φώς πληρέστερων στοιχείων. Με την συμπερίληψη όλων των ισχυρισμών στα δικόγραφα, θα αποτραπούν άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες πιθανόν να απαιτηθεί να εγερθούν και θα αποτραπεί η περαιτέρω σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου καθώς επίσης και η σπατάλη εξόδων. Έτσι θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης, βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος και ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Δια ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2, ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός είκοσι
(20)ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς και εκείνα που τυχόν θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 και 2. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.:)............................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο