MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής: 1331/2008, 11/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 1331/2008 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και
- ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΡ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.8.2014 Ημερομηνία: 11.9.2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: Χρ.Σκορδής για Γ.Αγγελίδη Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: Α.Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π.Ποιητής & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 6.6.2008 με Κλητήριο Ενταλμα, Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας αφορά υπόλοιπο δανείου που ανέρχεται σε €702.067,37 πλέον τόκους. Σύμφωνα με την αξίωση, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 7.9.2005, η Τράπεζα δάνεισε στον Εναγόμενο 1 £390.000 (€666.354,56). Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ιδίας ημερομηνίας. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επιστολή της Τράπεζας για να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου, οπόταν την 5.12.2007 η Τράπεζα με επιστολή της προς αυτούς τερμάτισε τη συμφωνία και απαιτεί το πιο πάνω ποσό. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 17.10.2008 και τροποποιημένη Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 30.6.
- Η βασική θέση που προβάλλεται είναι πως η συνεργασία του Εναγομένου 1 με την Τράπεζα προϋπήρχε της συμφωνίας της 7.9.
- Ο Εναγόμενος 1 είχε λάβει «υπό μορφή τρεχούμενου ή και άλλου λογαριασμού δάνεια ή και τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή συμφωνίες ενοικιαγοράς» από την Τράπεζα για ποσά πέραν των £380.000 για την αγορά μετοχών, η δε συμφωνία της 7.9.2005 ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 1 για αναδιαμόρφωση των χρηματοδοτήσεων του και μεταφορά του ποσού που η Τράπεζα ισχυριζόταν ότι είχε να λαμβάνει σε λογαριασμό δανείου. Συνεπώς, η Τράπεζα δεν του δάνεισε το ποσό των £390.000 που αναφέρεται στη συμφωνία. Οι συμφωνίες ενοικιαγοράς είχαν εκτελεστεί με σκοπό την επένδυση των χρημάτων σε μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. και η Τράπεζα, αντιλαμβανόμενη ότι αυτές ήταν τρωτές και ίσως παράνομες, άσκησε πίεση και απείλησε τον Εναγόμενο 1 με αποκοπή των διευκολύνσεων του ώστε να υπογράψει τη συμφωνία της 7.9.
- Η επίδικη σύμβαση δανείου ήταν παράνομη, άκυρη ή και ακυρώσιμη γιατί έγινε «εις εκπλήρωση των συμφωνιών ενοικιαγορά» που είχαν μισθωτές πρόσωπα πέραν του Εναγόμενου 1 και που ήταν παράνομες καθότι τα αντικείμενα ενοικιαγοράς ανήκαν εξ΄ υπαρχής στους μετέπειτα μισθωτές τους και τα ποσά των ενοικιαγορών είχαν ληφθεί για σκοπούς επένδυσης σε μετοχές στο ΧΑΚ κάτι που ήταν «εις γνώση όλων των ενδιαφερομένων μερών». Προβάλλει ο Εναγόμενος 1, περαιτέρω, τη θέση ότι δεν οφείλει προς την Τράπεζα το ποσό της συμφωνίας ή οποιοδήποτε ποσό, εκθέτοντας διάφορους λόγους όπως παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις αλλά και γιατί η Τράπεζα παρέλειψε, όπως, κατά τη θέση του, ήταν υποχρέωση της να πωλήσει μετοχές του Εναγόμενου 1 που είχε στην κατοχή της, προκαλώντας στον Εναγόμενο 1 ζημιά ύψους €523.
- Ακόμα, ανάγκασε τον Εναγόμενο 1 να πωλήσει μηχανήματα αξίας €590.500 στην τιμή των €37.150,96 και να υποστεί περαιτέρω ζημιά. Η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι είχε ποτέ την πρόθεση ή τη θέληση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης, επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, η Εναγόμενη 2 πως η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη γιατί εξασφαλίστηκε από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτή. Ο Εναγόμενος 1 που ως περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε δύο υποθήκες και εκχώρησε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια προς όφελος της Τράπεζας, εγείρει σε σχέση με αυτά και αυτός την υπεράσπιση του non est factum. Ισχυρίζεται, ακόμα, ο Εναγόμενος 1 πως η συμφωνία εγγύησης και οι συμβάσεις υποθηκών είναι άκυρες γιατί εξασφαλίστηκαν από την Τράπεζα κατόπιν εξαναγκασμού, παράνομης επιρροής και ψευδών παραστάσεων προς αυτόν. Ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι (ίσως θα έπρεπε μόνο ο Εναγόμενος 1) ποσό €523.349 ως η ζημία που υπέστηκαν από την παράλειψη της Τράπεζας να εκποιήσει εγκαίρως τις μετοχές και €553.349,04 για τη ζημιά που υπέστησαν από την πώληση των μηχανημάτων, πλέον δηλωτικές αποφάσεις που να ακυρώνουν τις συμβάσεις πάνω στις οποίες η Τράπεζα εδράζει τις αξιώσεις της. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι εξαιτούνται διάταγμα για την τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης τους ώστε να προστεθούν οι κάτωθι υποπαραγράφοι: «(α) Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικά τα ακόλουθα θέματα: Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό έλαβαν σχετικά με την ισχυριζόμενη συμφωνία στην παρούσα αγωγή, καθότι οιονδήποτε ποσόν έχει αναφερθεί κατά τη διαδικασία είναι πλέον δεδικασμένο και διευθετημένο σύμφωνα με την απόφαση στην αγωγή 279/05 ημερομηνίας 7/9/
- Υπαλλακτικώς, η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 7/9/05 είναι άκυρη διότι επιζητεί ποσόν που ουδέποτε οι Ενάγοντες εδάνεισαν στους Εναγομένους. Περαιτέρω, για την επίδικη συμφωνία δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαροχής που είναι αναγκαίο για κάθε νόμιμη συμφωνία. (β) Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσόν ως τόκο, καθότι οι περί τόκου και επιτοκίου πρόνοιες που περιέχονται στη συμφωνία ημερομηνίας 7/9/05 αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες είναι άκυρες σύμφωνα με τον Κυπριακό και Ευρωπαϊκό Νόμο». Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 14.8.2014 του Εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι έχουν αλλάξει δικηγόρο που τους συμβούλευσε ότι από το υλικό που έχει κατατεθεί και βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, η επίδικη συμφωνία είναι άνευ ανταλλάγματος, ότι ουδέν ποσόν όφειλαν για να ζητήσουν δάνειο από την Τράπεζα και ότι η απόφαση στην αγωγή 279/05 αποτελεί δεδικασμένο διότι αφορά το ίδιο ποσό που η Τράπεζα απαιτεί με την παρούσα αγωγή. Αναφέρει ο Εναγόμενος 1 πως μετά τη μελέτη του φακέλου από τους νέους δικηγόρους έχει διαφανεί ότι είναι αναπόφευκτες οι αιτούμενες τροποποιήσεις και πως για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να εγκριθούν. Η Τράπεζα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 15 λόγους ένστασης. Η Ενσταση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερομηνίας 19.8.2014 της Κατερίνας Κονάρη, υπαλλήλου των δικηγόρων της. Το διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής έχει ως ακολούθως: Η δικογραφία συμπληρώθηκε στις 22.10.2008 με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ακολούθησε αίτηση της Τράπεζας για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και εκδόθηκε στις 18.2.2009 εκ συμφώνου διάταγμα, προς συμμόρφωση με το οποίο ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε εκ μέρους των Εναγομένων ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.4.
- Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 10.6.2009 και γι' ακρόαση στις 8.12.
- Έκτοτε ορίστηκε άλλες δέκα φορές γι' ακρόαση με τελευταία την 11.3.2014, όταν εγκρίθηκε αίτημα του δικηγόρου κ.Θέμη Θωμά που μέχρι τότε εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους για να αποχωρήσει. Ο νέος δικηγόρος των Εναγομένων κ.Α.Χριστοφόρου κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 31.3.2014 και αυθημερόν πρωτοεμφανίστηκε στην αγωγή που ήταν ορισμένη για οδηγίες. Ακολούθησε αίτηση για τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων που εγκρίθηκε και την 30.6.2014 καταχωρίστηκε η υφιστάμενη Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 9.7.2014 και ολοκληρώθηκε την 21.7.
- Ορίστηκε στη συνέχεια για τελικές αγορεύσεις την 31.7.2014 και κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης που δεν είχε ετοιμαστεί, την 25.8.
- Στο μεσοδιάστημα καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ.Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704). Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου των Εναγομένων εδράζεται στη θέση ότι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι θέσεις που εμπεριέχονται στις προτεινόμενες παραγράφους έχουν ήδη μαρτυρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οπόταν, δεν θα απαιτηθεί η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας και δεν θα υπάρξει ουσιαστική καθυστέρηση στην αποπεράτωση της αγωγής. Η θέση ότι οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό έλαβαν σχετικά με την επίδικη συμφωνία και ότι η Τράπεζα ουδέποτε τους δάνεισε το αξιούμενο ποσό, επιχειρείται να προβληθεί γενικά αλλά και με αναφορά στην αγωγή 279/2005. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί αντικειμενικά να αποτελέσει το υπόβαθρο για την εισαγωγή τέτοιας θέσης. Η μαρτυρία είναι πως το ποσό του δανείου κατατέθηκε σε λογαριασμό του Εναγόμενου 1, με οδηγίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν δύο πληρωμές. Η μια πληρωμή αφορούσε οφειλή των Εναγομένων προς τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Η γραμμή υπεράσπισης που προβλήθηκε από τους μάρτυρες υπεράσπισης κατά τη δίκη, ήταν πως η οφειλή προς τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ δεν ήταν νομικά ανακτήσιμη για τους λόγους που εξέθεσαν και συνεπώς, εφόσον ο λόγος του επίδικου δανείου ήταν η αποπληρωμή της, το επίδικο δάνειο ήταν άνευ αντιπαροχής. Η αγωγή 279/2005 Ε.Δ. Λάρνακας είχε κινηθεί από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ εναντίον των Εναγομένων και τρίτης εταιρείας για την πιο πάνω οφειλή. Αυτή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 20.9.2005 κατόπιν διευθέτησης. Η επίδικη συμφωνία δανείου είναι προγενέστερη. Καταρτίστηκε την 7.9.2005 και, καθ΄ όση έκταση μπορεί να είναι σημασίας, κατά τον καταρτισμό της εκκρεμούσε η πιο πάνω αγωγή. Η απόσυρση της αγωγής 279/2005, γεγονός μεταγενέστερο της επίδικης συμφωνίας και που δεν αφορούσε την Ενάγουσα Τράπεζα ως διάδικο μέρος, δεν μπορεί αντικειμενικά να δημιουργεί δεδικασμένο ή να συνιστά διευθέτηση για το επίδικο προς αυτή χρέος. Καθ΄ όσον αφορά τον τόκο και επιτόκιο στην επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.9.2005, έχουν μαρτυρηθεί τόσο οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας όσο και οι ενέργειες της Τράπεζας σε σχέση με τη διαμόρφωση του επιτοκίου και χρέωση τόκου στους Εναγόμενους καθ΄ όλη τη σχετική περίοδο. Κατά πόσο οι πρόνοιες της συμφωνίας αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες, οι οποίες είναι άκυρες σύμφωνα με τον Κυπριακό και Ευρωπαϊκό Νόμο, είναι ζήτημα νομικό. Στη Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται πως κάθε δικογράφημα θα πρέπει να περιέχει, και να περιέχει μόνο έκθεση σε συνοπτική μορφή των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων το μέρος που δικογραφεί εδράζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1949, αναφέρεται σχετικά στη σελ. 355, ότι τα νομικά συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτά τα γεγονότα δεν χρειάζεται να καταγράφονται στο δικογράφημα (The inferences of law to be drawn from those facts need not be stated in the pleading), και στη σελ. 356, με παραπομπή στη Lever Bros., Ltd v. Bell
(1931)1 K.B. 357, ότι η πρακτική των Δικαστηρίων είναι να λαμβάνουν υπόψη και να εξετάζουν το νομικό αποτέλεσμα των δικογραφημένων γεγονότων, παρά το ότι το επικαλούμενο συγκεκριμένο νομικό αποτέλεσμα δεν αναφέρεται στο δικόγραφο (The practice of the Courts is to consider and deal with the legal result of pleaded facts, although the particular legal result alleged is not stated in the pleading). Στη Δ.19, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως ο Εναγόμενος πρέπει να εγείρει στο δικόγραφο του όλα τα γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι η αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει ή ότι η συναλλαγή είναι είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη επί νομικού σημείου, όταν, εάν τούτα δεν εγερθούν, θα είναι πιθανόν ο Ενάγοντας να ληφθεί εξ απροόπτου. Δίδονται παραδείγματα μεταξύ των οποίων γεγονότα που καταδεικνύουν οιασδήποτε μορφής παρανομία. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1949, αναφέρεται στη σελ. 378, στα πλαίσια της αντίστοιχης Ο.19 r.15, σημειώνεται με αναφορά στη Re Robinson
(1912)1 Ch. p.728, ότι ο Θεσμός δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου αυτό που θα δικογραφηθεί είναι νομοθέτημα. Εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις βάσεων υπεράσπισης που αν δεν εγερθούν είναι πιθανόν να αιφνιδιάσουν την πλευρά του Ενάγοντα. Όμως, όπου ο Εναγόμενος όφειλε να δικογραφήσει αυτού του είδους τα ζητήματα, ο Κανονισμός δεν λέγει ότι αν δεν το πράξει το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί του ζητήματος ως εάν το ζήτημα να είναι ανύπαρκτο. Ειδικά σε σχέση με ζητήματα παρανομίας αναφέρεται, σελ.379, ότι το Δικαστήριο από μόνο του θα λάβει υπόψη την παρανομία στη σύμβαση επί της οποίας ο Ενάγοντας αξιώνει άν προκύπτει από τη σύμβαση ή από τη μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμα κι αν ο Εναγόμενος δεν έχει δικογραφήσει την παρανομία. Στην Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 30.6.2014, υπάρχει στην παράγρ.2 [1] αναφορά στον τόκο. Αναφέρεται πως η Τράπεζα χρέωνε τους Εναγόμενους τόκους «πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενου ανωτάτου ορίου επιτοκίου ή και χρεώσεις κεφαλαιοποιημένων τόκων ή και τόκων που δεν εδικαιούντο να χρεώνουν ή και να εισπράττουν ή και χρεώσεις αυθαίρετες και αδικαιολόγητες με βάση τις συμβάσεις ή και το νόμο ή και τη δημόσια πολιτική». Παρόμοιοι ισχυρισμοί δικογραφούνται και στην παράγρ.4. Καταλήγω ότι ο ισχυρισμός που επιδιώκεται να προστεθεί, ότι οι Εναγόμενοι ή ο Εναγόμενος δεν οφείλει οιοδήποτε ποσό ως τόκο στη βάση του ότι οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες και είναι άκυρες, δεν εξυπηρετεί στο στάδιο αυτό να εισαχθεί στη δικογραφία. Οι πρόνοιες τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατά πόσο επιφέρουν το πιο πάνω αποτέλεσμα είναι ελεύθερη η πλευρά των Εναγομένων να επιχειρηματολογήσει και του ζητήματος θα επιληφθεί καθηκόντως το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ Το ζήτημα το οποίο οι Εναγόμενοι επιθυμούν να εισάξουν δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο που μπορεί να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Πρόκειται για πτυχή της υπόθεσης που δεν είναι άγνωστη στην Τράπεζα. Αν πράγματι αυτές οι συμφωνίες ενοικιαγοράς υφίσταντο και συνδέονται με την επίδικη συμφωνία δανείου με οιοδήποτε τρόπο, η Τράπεζα αναμφίβολα έχει διαθέσιμη όλη τη σχετική μαρτυρία για να παρουσιάσει και να υποστηρίξει τη δική της εκδοχή. Είναι γι΄ αυτό που καταλήγω πως η μεγάλη καθυστέρηση στη διαπίστωση της αναγκαιότητας της τροποποίησης και στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, και που δεν έχει δικαιολογηθεί κατά τον πλέον πειστικό τρόπο, δεν πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη στην έγκριση της. Η Τράπεζα δεν θα υποστεί ζημιά στην προώθηση της υπόθεσης της επί της ουσίας της. Ούτε η τροποποίηση θα προκαλέσει ουσιαστική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής αφού πρόθεση του δικαστηρίου είναι με τις κατάλληλες οδηγίες να τροχιοδρομήσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας πριν τις θερινές διακοπές και αν είναι δυνατόν την ολοκλήρωση της υπόθεσης αυθημερόν. Εφόσον θα επιτρέψω την τροποποίηση, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Α
(3)της Αίτησης, δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να μην επιτρέψω και τις υπόλοιπες τροποποιήσεις έστω ως διευκρινιστικές. Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα για τροποποίηση ως οι παραγράφοι Α
(1),
(2)και
(3)της Αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί μέσα σε 2 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος (το οποίο να ζητηθεί σήμερα) και η Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εντός 2 ημερών από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο