Χριστόδουλου Ανδρέα Καζή ν. Νίκου Ελενοδώρου Παπαχαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 3055/2011, 19/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3055/2011 Μεταξύ: Χριστόδουλου Ανδρέα Καζή Ενάγοντα και Νίκου Ελενοδώρου Παπαχαραλάμπους Εναγόμενου 19 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. M. Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σια Για Εναγόμενο: κ. Κουρουπίδης για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγων διεκδικεί από τον Εναγόμενο γενικές, επαυξημένες (aggravated), παραδειγματικές (exemplary) ή τιμωρητικές (punitive) αποζημιώσεις για επίθεση που ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε από τον Εναγόμενο στις 12.10.
- Ο Εναγόμενος αρνείται την επίθεση. Κατά την ακρόαση της αγωγής, για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε στο Δικαστήριο η κα Φ. Λάρκου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, Υπεύθυνη Ποινικών Υποθέσεων (ΜΕ1), ο Αστ. 1522 Χ. Γεωργίου (ME2), ο ίδιος o Ενάγοντας (ΜΕ3) και ο Δρ. Ευστάθιος Χατζηθεωρή, Γενικός Ιατρός στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας (ΜΕ4). Για την πλευρά της Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Στα πλαίσια της ακρόασης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο περιεχόμενο και αποδεικτική αξία των οποίων γίνεται αναφορά κατωτέρω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη δια ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κάθε μάρτυρας. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ότι θα ήταν σκόπιμο να το επαναλάβω. Παραθέτω μόνο κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε επί των επιδίκων θεμάτων. Η ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέταση της, παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης 21870/11 (Τεκμήριο 1) στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος. Η ποινική υπόθεση αφορούσε δύο κατηγορίες, η πρώτη για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και η δεύτερη για απειλή. Σύμφωνα με τη ΜΕ1, επιβλήθηκαν ποινές προστίμου €600 και €400 αντίστοιχα για κάθε κατηγορία στον Εναγόμενο. Η ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΕ2, Αστ. 1522 Χ. Γεωργίου, κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι την επίδικη ημέρα και περί τις 9:45π.μ., ο Ενάγοντας τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό και κατήγγειλε ότι βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας γιατί κτυπήθηκε από τον Εναγόμενο που τύγχανε να ήταν κοινοτάρχης της κοινότητας Τρούλλων. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου συνάντησε τον Ενάγοντα και αργότερα μετέβησαν μαζί στον αστυνομικό σταθμό όπου έλαβε κατάθεση από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 2). Ανέφερε επίσης ότι όταν συνάντησε τον Ενάγοντα αυτός ήταν τραυματισμένος στο κεφάλι και ότι η φανέλα που φορούσε «είχε γεμίσει αίματα». Η φανέλα κρατήθηκε από την αστυνομία και χρησιμοποιήθηκε ως τεκμήριο, είπε, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγόμενου. Ο ΜΕ2 παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο την δική του κατάθεση (Τεκμήριο 3) και το αστυνομικό έντυπο (Τεκμήριο 4) με το οποίο ο Ενάγοντας παραπέμφθηκε από την Αστυνομικό Σταθμό Αθηένου στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για εξέταση και στο οποίο επίσης περιλαμβάνεται και το πόρισμα του ιατρού που τον εξέτασε (ΜΕ4). Σε σχέση με τη γραπτή κατάθεση του ΜΕ2, Τεκμήριο 3, σε αυτή καταγράφεται ότι την επίδικη ημέρα, περί τις 9:45π.μ., ο Ενάγοντας τηλεφώνησε στο αστυνομικό σταθμό Αθηένου και κατήγγειλε ότι περί τις 9:15π.μ. στα γραφεία του κοινοτικού συμβουλίου Τρούλλων δέχτηκε επίθεση από τον κοινοτάρχη του χωρίου, ήτοι τον Εναγόμενο. Από την επίθεση ο Εναγόμενος τραυματίστηκε και μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και αργότερα, στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηένου όπου προέβη σε σχετική καταγγελία. Στο δε παραπεμπτικό έντυπο (Τεκμήριο 4) ο ΜΕ2 ζητά την εξέταση του Ενάγοντα από Ιατρικό Λειτουργό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας διότι ο τελευταίος παραπονέθηκε στην Αστυνομία ότι «κτυπήθηκε με καρέκλα στο κεφάλι». Σημειώνω ότι ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε. Ο επόμενος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος. Κατά την μαρτυρία του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) η οποία και κατέστη μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επιβεβαίωσε την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσης του και ανέφερε ότι μετά το περιστατικό πονούσε, ζαλιζόταν και αισθανόταν εξευτελισμό. Το αίσθημα εξευτελισμού που ένιωσε οφειλόταν στο ότι ακούστηκε στο χωρίο ότι τον είχε κτυπήσει ο κοινοτάρχης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Ενάγοντα, Τεκμήριο 2, και τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, εργαζόταν στο κοινοτικό συμβούλιο Τρούλλων και διέμενε στην κοινότητα. Την επίδικη ημέρα είχε μεταβεί στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου γιατί είχε πρόθεση να παραιτηθεί από τη δουλειά του. Ήθελε να παραλάβει επιταγή που αφορούσε τα δεδουλευμένα του και να διευθετήσει σχετικά έγγραφα. Έφτασε, είπε, στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου γύρω στις 9π.μ. και μαζί με την ιδιαιτέρα γραμματέα του κοινοτάρχη, Εναγόμενου, ετοίμασαν τη δήλωση παραίτησης του. Ο Εναγόμενος του φώναξε και ο Ενάγοντας πήγε στο γραφείο του αφήνοντας την πόρτα του γραφείου ανοικτή. Ο Εναγόμενος καθόταν στο γραφείο και ο ίδιος κάθισε στα αριστερά του. Ακολούθως διαπληκτίστηκαν για κάποια προσωπικά θέματα και ο Εναγόμενος έπιασε με το δεξί του χέρι την καρέκλα που βρισκόταν στα δεξιά του και κτύπησε με αυτήν τον Ενάγοντα στο κεφάλι. Ο Ενάγοντας έτρεξε να φύγει και ο Εναγόμενος συνέχισε να τον τρέχει από πίσω και να τον κτυπά με την καρέκλα μέχρι που βγήκε από το γραφείο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το περιστατικό άκουσε η ιδιαιτέρα γραμματέας του Εναγόμενου. Όταν βγήκε από το κτίριο, είπε πως κατάλαβε ότι έτρεχε αίμα από το κεφάλι του και πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου του έγινε συρραφή του τραύματος και υποβλήθηκε σε ακτινολογικές εξετάσεις και αξονική τομογραφία. Εκτός από το τραύμα στο κεφάλι είπε ότι είχε και μώλωπες το δεξί του χέρι. Κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγων παραδέχτηκε ότι ο λόγος που αποχώρησε από την εργασία του ήταν οικογενειακά προβλήματα. Του υποβλήθηκε ότι ο λόγος των οικογενειακών του προβλημάτων και ο λόγος που παραιτήθηκε από την εργασία του ήταν ανάρμοστη συμπεριφορά που επέδειξε, κάτι το οποίο αρνήθηκε. Του υποβλήθηκε ότι είχε δεχτεί στο παρελθόν παρατηρήσεις από τον Εναγόμενο για τη συμπεριφορά του και ο Ενάγοντας αντέταξε ότι οι υποβολές αυτές ήταν προφάσεις για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την επίθεση που διενήργησε εις βάρος του ο Εναγόμενος. Ανέφερε επίσης ότι, εξαιτίας του τρόπου που έφυγε από το γραφείο του Εναγόμενου, την επίδικη ημέρα δεν πήρε τελικά την επιταγή του αλλά την παρέλαβε από την αστυνομία μετά τα γεγονότα. Του υποβλήθηκε επιτακτικά ότι ψεύδεται διότι αν ο Εναγόμενος, άτομο μεγάλου αναστήματος και χειροδύναμο, τον είχε πράγματι χτυπήσει τότε θα του προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη ζημιά και πολύ πιο σοβαρά τραύματα από αυτά που ισχυρίζεται. Αρνήθηκε επίμονα τη θέση αυτή υποστηρίζοντας και επιμένοντας ότι κατέθεσε την αλήθεια. Ανάφερε επίσης κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ότι για να διανύσει κάποιος την απόσταση από τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου μέχρι το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας χρειάζονται περίπου 15 λεπτά. Τέλος, πρόσθεσε ότι μετά το περιστατικό έμεινε για 1 μήνα κλεισμένος στο σπίτι του γιατί δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει αφού για 10 ημέρες είχε ραφές για τις οποίες είχε ξυριστεί μέρος του κεφαλιού του. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο Δρ. Ε. Χατζηθεωρή (ΜΕ4), ο ιατρός των πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας που είχε εξετάσει τον Ενάγοντα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 4 ότι εκείνος συνέταξε το ιατρικό πόρισμα αφού εξέτασε τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 εξέτασε τον Ενάγοντα στις 12.10.2011 περί τις 9:30π.μ. και διέγνωσε θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής και εκχυμώσεις στο δεξιό χέρι. Έγινε συρραφή του τραύματος, αξονική τομογραφία και ακτινογραφίες χωρίς παθολογικά ευρήματα και ο ασθενής εξήλθε με οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή. Ο ΜΕ4 παρουσίασε επίσης το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5, που συνέταξε ο ίδιος σε σχέση με το περιστατικό και το οποίο ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα ευρήματα που αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Όταν ερωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση κατά πόσο ένα τραύμα στο κεφάλι, όπως αυτό που υπέστη ο Ενάγοντας, προκαλεί ταλαιπωρία, απάντησε ότι ένα θλαστικό τραύμα στο κεφάλι χρειάζεται περίπου 7-10 ημέρες να επουλωθεί, όσο αφορά τις ραφές αλλά η επούλωση συνεχίζεται για περίπου 6 μήνες. Είπε επίσης ότι ένα κτύπημα στο κεφάλι μπορεί να προκαλέσει πονοκεφάλους και ζαλάδα για ένα χρονικό διάστημα. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Εναγόμενου και ερωτώμενος σχετικά, ο ΜΕ4 αρνήθηκε ότι το τραύμα στο κεφάλι του Ενάγοντα ήταν γδάρσιμο περιγράφοντας το γδάρσιμο ως κάτι πιο επιπόλαιο. Είπε ότι θυμόταν το τραύμα του Ενάγοντα και το περιέγραψε ως «αρκετά μεγάλο», «περί τα 4-5 εκατοστά». Για την πλευρά της Υπεράσπισης, όπως έχω αναφέρει, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος. Υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, η οποία κατέστη μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με τη γραπτή αυτή δήλωση, ο Ενάγοντας ήταν ένοχος για «ανήθικες ανδραγαθίες» στην κοινότητα και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του στην εργασία του. Αναφέρει επίσης ότι ο Εναγόμενος, ως κοινοτάρχης, γινόταν δέκτης παραπόνων από άλλους κατοίκους του χωρίου για την ηθικά ανάρμοστη, όπως την περιέγραψε, συμπεριφορά του Ενάγοντα για την οποία τον επέπληξε στο παρελθόν. Στις 11.10.2011, την προηγούμενη δηλαδή ημέρα των επίδικων γεγονότων, ενημερώθηκε για την πρόθεση του Ενάγοντα να παραιτηθεί από την εργασία του γιατί χώρισε από τη σύζυγο του και θα έφευγε από το χωρίο. Έδωσε, είπε, οδηγίες στη γραμματέα του να ετοιμάσει μια επιταγή για τους δεδουλευμένους μισθούς και αναλογία 13ου μισθού του Εναγόμενου και μια επιστολή παραίτησης. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του Εναγόμενου, την επίδικη ημέρα ο Ενάγοντας ήρθε στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου για να παραλάβει την επιταγή του. Μίλησε με την γραμματέα και μετά μπήκε στο γραφείο του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος του ζήτησε να παραδώσει τα εργαλεία του Κοινοτικού Συμβουλίου πριν παραλάβει την επιταγή του. Ο Ενάγοντας αντέδρασε έντονα και άρχισε να φωνάζει κατηγορώντας τον ότι αυτό είναι η αιτία που χώρισε με την γυναίκα του. Την επιταγή την παρέλαβε τελικά μετά ολίγων ημερών από την αστυνομία αφού τους παρέδωσε τα εργαλεία του Κοινοτικού Συμβουλίου που είχε στην κατοχή του. Τέλος, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε και στη διαμόρφωση του χώρου του γραφείου του καταλήγοντας ότι θα ήταν αδύνατο να πιάσει μια καρέκλα που βρισκόταν 1,5-2 μέτρα μακριά του, αρνούμενος παράλληλα ότι κτύπησε τον Ενάγοντα με καρέκλα. Κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου του υποδείχθηκε αντίγραφο της κατάθεσης που είχε δώσει την αστυνομία σε σχέση με το περιστατικό, την οποία και αναγνώρισε (Τεκμήριο 6). Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 6, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο Ενάγοντας ήρθε στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, μπήκε στο γραφείο του και άρχισε να παραπονιέται ότι τον έδιωξε η γυναίκα του από το σπίτι και άρχισε να τον κατηγορεί ότι αυτός ευθύνεται γιατί είπε στην πεθερά του ότι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις. Μετά, λέει, ήρθαν σε λεκτική αντιπαράθεση και ο Ενάγοντας έφυγε χωρίς να πάρει την επιταγή του και απειλώντας τον ότι θα πάει σε δικηγόρο να ζητήσει αποζημιώσεις για δυσφήμιση. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος είπε ότι ο Ενάγοντας ήταν στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου για περίπου 10-15 λεπτά και ότι όταν έφυγε από εκεί δεν έφερε κανένα τραυματισμό. Ανέφερε επίσης ότι χρειάζονται 15-20 λεπτά για να διανύσει κάποιος την απόσταση από εκεί μέχρι το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο συνήγορος του Ενάγοντα του έθεσε ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν στο γραφείο του περί τις 9:00π.μ., έφυγε από εκεί περί τις 9:15π.μ. και βρέθηκε τραυματισμένος στο Νοσοκομείο περί τις 9:30π.μ. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι δεν ήταν δυνατό ο Ενάγοντας να αυτοτραυματίστηκε και η εξήγηση που έδωσε ο ίδιος για τα τραύματα που είχε ο Ενάγοντας στις 9:30π.μ. ήταν ότι κάποιοι ανέκοψαν το αυτοκίνητο το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, τον κατέβασαν από αυτό και τον κακοποίησαν προκαλώντας του τα τραύματα που διαγνώστηκαν στο Νοσοκομείο. Όταν ο συνήγορος του Ενάγοντα αμφισβήτησε ως μη λογική την εξήγηση αυτή, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας έμεινε στο γραφείο του λιγότερο από 5 λεπτά και έφυγε περί τις 9:05π.μ. και όχι 9:15π.μ., οπόταν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να βρεθεί τραυματισμένος στο Νοσοκομείο ήταν μεγαλύτερο. Ανέφερε επίσης ότι το κίνητρο και οι υπαίτιοι για τα τραύματα του Ενάγοντα πρέπει να αναζητηθούν στις προσωπικές και οικογενειακές διαφορές που είχε ο Ενάγοντας. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης και του επιβλήθηκε πρόστιμο €1.
- Ο συνήγορος του Ενάγοντα του έθεσε ότι δεν είναι λογικό να είχε πάει στο γραφείο του ο Ενάγοντας για να παραλάβει την επιταγή του και να έφυγε μετά από ένα απλό φραστικό επεισόδιο χωρίς να την παραλάβει. Του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που ο Εναγόμενος έφυγε χωρίς την επιταγή ήταν γιατί έφυγε μετά την επίθεση που είχε δεχτεί. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε απαντώντας ότι ο λόγος που δεν έλαβε την επιταγή του ήταν γιατί δεν είχε επιστρέψει τα εργαλεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Επί του ιδίου θέματος, ο συνήγορος του Ενάγοντα αναφέρθηκε επίσης κατά την αντεξέταση στο Τεκμήριο 7, την υπεύθυνη δήλωση παραίτησης του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας υπέγραψε την δήλωση αυτή το επίδικο πρωινό στο γραφείο. Ο συνήγορος του Ενάγοντα, επέδειξε στον Εναγόμενο ότι το Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι «παραλαμβάνω από το Κοινοτικό Συμβούλιο Τρούλλων το ποσό των €1.573,46, με επιταγή της ΣΠΕ Αλληλεγγύης αριθμός 24970827, ημερομηνίας 11/10/2011». Του έθεσε κατόπιν ότι ο Εναγόμενος δεν θα υπέγραφε αυτή τη δήλωση αν ήξερε ότι δεν θα λάμβανε την επιταγή. Του έθεσε επίσης ότι το Τεκμήριο 7 δεν αναφέρει τίποτα για τα εργαλεία της κοινότητας επαναλαμβάνοντας ότι ο λόγος που ο Ενάγοντας έφυγε από το γραφείο χωρίς να λάβει την επιταγή είναι γιατί έφυγε τρέχοντας μετά την επίθεση που δέχτηκε από τον Εναγόμενο και η αναφορές στα εργαλεία ήταν εκ των υστέρων τρόπος για να δικαιολογηθεί το γιατί δεν έλαβε την επιταγή του ο Ενάγοντας. Η απάντηση του Εναγόμενου επί του θέματος αυτού ήταν ότι ο λόγος που δεν αναφέρθηκε στα εργαλεία στην κατάθεση του είναι γιατί δεν το θεώρησε σοβαρό για να το αναφέρει. Είπε επίσης ότι ο λόγος που δεν γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 7 στα εργαλεία είναι γιατί μόνο όταν συνάντησε τον Ενάγοντα στο γραφείο του το σκέφτηκε. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, με εκτενή αναφορά στη μαρτυρία, τις αρχές και τη νομολογία που διέπουν τα επίδικα θέματα. Ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η θέση του Ενάγοντα και η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα δεν έχει λογική και φυσική συνέχεια. Αμφισβήτησε την αναφορά του Εναγόμενου ότι περιορίστηκε στο σπίτι του μετά το περιστατικό γιατί ένιωσε προσβεβλημένος ενώ υποστήριξε ότι δεν δικαιολογείται να αισθανόταν προσβολή ο Εναγόμενος γιατί δεν είδε κανένας το περιστατικό. Αντίθετα, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου είχε συνέπεια και λογική. Το επεισόδιο που δημιουργήθηκε στο κοινοτικό συμβούλιο προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα αλλά έληξε, είπε, αισίως χωρίς καμία καταγγελία ή παράπονο στο χώρο. Ο ισχυριζόμενος ξυλοδαρμός ανέφερε καταγγέλθηκε μόνο αργότερα. Με τη σειρά του, ο συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων όπως διαγράφεται από τη μαρτυρία δεν συνάδει με την θέση του Εναγόμενου για το πώς προκλήθηκαν τα τραύματα του Ενάγοντα κατά τον χρόνο που μεσολάβησε από την αποχώρηση του από το γραφείο του Εναγόμενου μέχρι που έφτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Αναφέρθηκε επίσης και σε αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε ο Εναγόμενος κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του εισηγούμενος ότι αυτή δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Εισηγήθηκε τέλος ότι τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν την επιδίκαση επαυξημένων, παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σημειώνω παρενθετικά ότι αξίωση του Ενάγοντα για ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με απώλεια μισθών εγκαταλείφθηκε με σχετική δήλωση του δικηγόρου του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Αρχίζοντας από τη ΜΕ1, την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η μαρτυρία της ουσιαστικά περιορίστηκε στην παρουσίαση του Τεκμηρίου 1, αντίγραφου του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 21870/2011 και ενημέρωση σε σχέση με τις επιβληθείσες ποινές. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε απόφαση άλλου Δικαστηρίου, σε ποινική υπόθεση, όπου η καταδίκη του κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα μη παραδοχής των κατηγοριών. Επομένως, η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν κρίνεται βοηθητική. Σε σχέση με τον ΜΕ2, Αστ. 1522 Χ Γεωργίου, σημειώνω ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε αφού δεν αντεξετάστηκε[3]. Από την πλευρά μου δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε λόγο να μην την αποδεχτώ ως ανεξάρτητη και αξιόπιστη και επομένως γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Δρ. Χατζηθεωρή, ΜΕ4, κρίνω ότι πρόκειται επίσης για μαρτυρία ανεξάρτητη και αληθινή η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή. Σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, που περιορίστηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικής φύσεως αναφορικά με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και
- Στρεφόμενη στον Ενάγοντα, σημειώνω ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Οι θέσεις που προέβαλλε ήταν λογικές, και τις υποστήριξε με τρόπο πειστικό και σταθερό. Ήταν συγκεκριμένος στις αναφορές του, στον τρόπο και χρόνο που συνέβη το επίδικο περιστατικό, το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, τις ενέργειες και τα τραύματα του και δεν κλονίστηκε η πειστικότητα της μαρτυρίας του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Αντίθετα, η αντεξέταση ενίσχυσε την αξιοπιστία του αφού απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με τρόπο αυθόρμητο και, κατά την κρίση μου, ειλικρινή. Διαφάνηκε ότι έχει κάποιες προσωπικές διαφορές με τον Εναγόμενο αλλά δεν μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής επηρεάστηκε από την οποία προσωπική διαφορά ή αντιπάθεια. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Πρέπει να πω ότι ο Εναγόμενος μου δημιούργησε την αντίθετη εντύπωση. Ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με πειστικό τρόπο τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ενώ η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα παρέμεινε έκθετη σε διάφορες αδυναμίες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι αρχικά τοποθέτησε χρονικά το χρόνο που διέρρευσε από την ώρα που έφυγε ο Ενάγοντας από το γραφείο του μέχρι την ώρα που έφτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στα 15 περίπου λεπτά. Όταν διαφάνηκε ότι ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί η πρόκληση των τραυμάτων του Ενάγοντα στο χρονικό αυτό διάστημα από τρίτα πρόσωπα, άλλαξε την εκδοχή του αποφασίζοντας ότι ο χρόνος αυτός ήταν περί τα 25 λεπτά σε μια εμφανή προσπάθεια να καταστούν πιο λογικοφανείς οι ισχυρισμοί που προέβαλλε. Επιπρόσθετα, η εξήγηση που έδωσε για τα τραύματα του Ενάγοντα ήταν ότι μετά που ο τελευταίος έφυγε από το γραφείο του, πρέπει να εντοπίστηκε από πρόσωπα με τα οποία έχει διαφορές, τα οποία του ανέκοψαν την πορεία, τον κατέβασαν από το αυτοκίνητο και του επιτέθηκαν. Η θέση αυτή όχι μόνο δεν ήταν πειστική αλλά ούτε και επεξηγεί γιατί ο Ενάγοντας να προωθεί την παρούσα διαδικασία εναντίον του Εναγόμενου αντί να καταγγείλει και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τους πραγματικούς ενόχους. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο λόγος που ο Ενάγοντας έφυγε από το γραφείο του χωρίς να παραλάβει την επιταγή για την οποία πήγε εκεί ήταν διότι δεν επέτρεψε τα εργαλεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστική. Αυτός ο ισχυρισμός δεν δικογραφείται από τον Εναγόμενο, δεν τον ανάφερε στην κατάθεση του, δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 και δεν τέθηκε σαν θέση ούτε στον αστυνομικό ΜΕ2 αλλά ούτε και στον Ενάγοντα. Καταλήγω ότι ο Εναγόμενος δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και συνεπώς δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του ως αληθινή. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Στις 12.11.2011, περί ώρα 9π.μ. ο Ενάγοντας πήγε στα γραφεία του Kοινοτικού Συμβουλίου Τρούλλων με πρόθεση να υποβάλει την παραίτηση του και να παραλάβει επιταγή αναφορικά με τα δεδουλευμένα του. Για την πρόθεση του αυτή είχε ενημερώσει τη γραμματέα του Συμβουλίου από την προηγούμενη. (β) Όταν έφτασε εκεί, ο Ενάγοντας υπέγραψε την δήλωση, Τεκμήριο 7 και μετά βρέθηκε στο γραφείο του Εναγόμενου. Ο Ενάγοντας βρισκόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο για περίπου 15 λεπτά. (γ) Ενόσω ο Ενάγοντας ήταν στο γραφείο του Εναγόμενου, ήρθαν σε λεκτική αντιπαράθεση και λογομαχία. Ο Εναγόμενος τότε έπιασε καρέκλα που βρισκόταν στο γραφείο και με αυτή άρχισε να κτυπά τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος τον κτύπησε αρχικά στο κεφάλι με την καρέκλα. (δ) Ο Ενάγοντας προσπάθησε να φύγει από το γραφείο για να αποφύγει την επίθεση και ο Εναγόμενος τον ακολούθησε και συνέχιζε να τον κτυπά με την καρέκλα μέχρι που βγήκε από το γραφείο. (ε) Ο Ενάγοντας μετέβη με το αυτοκίνητο του στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου έφτασε περί τις 9:30πμ. (στ) Συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας υπέστη τους τραυματισμούς που περιγράφονται στα Τεκμήρια 4 και
- (ζ) Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας έγινε συρραφή τραύματος στο κεφάλι που υπέστη ο Εναγόμενος από την επίθεση και άλλοι διαγνωστικοί έλεγχοι. (η) Περί ώρα 9:45π.μ. και ενόσω βρισκόταν στο Νοσοκομείο, ο Ενάγοντας ειδοποίησε την αστυνομία καταγγέλλοντας ότι κτυπήθηκε από τον Εναγόμενο. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα. Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, σύμφωνα με το οποίο: «Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του, ή με τη συναίνεση του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού αυτού.» Από τις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι για να αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης πρέπει να αποδειχθεί η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, η ύπαρξη πρόθεσης και η έλλειψη συναίνεσης. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην Αγγλική υπόθεση Letana v Cooper
(1964)2 All E.R. 919: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Η ακόλουθη ανάλυση από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμο 38, σελ.760, παράγραφος 1251 είναι διαφωτιστική: «Tresspass to the Person (Classification). Trespass to the person is a wrong committed against the personal security liberty of any man by another. There are three varieties of trespass to the person, namely, assault, assault and battery, and wrongful imprisonment. The act complained of must be either intentional or negligent. The onus of proof lies on the plaintiff who must plead either that the act was intentional or that the defendant was negligent, stating the facts alleged to constitute the negligence. The act must be done against the will of the person who sues for the wrong.» Η άσκηση βίας με «κτύπημα» ή «επαφή» που αναφέρει το άρθρο 26 του Κεφ. 148 περιλαμβάνει τόσο επαφή άμεση μεταξύ του σώματος του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, όσο και μέσω κάποιου οργάνου το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του αδικοπραγούντος[4]. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 26, Κεφ. 148, για να αποδείξει ο Ενάγοντας τη βάση αγωγής του, απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης για άσκηση βίας από πλευράς του Εναγόμενου[5]. Στη υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος, ηθελημένα, άσκησε βία εναντίον του Ενάγοντα, έμμεσα χρησιμοποιώντας καρέκλα, και χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Καταλήγω επομένως ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει τη βάση αγωγής του. Παραμένει προς απόφαση το θέμα των αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποζημίωση για αδικοπραξίες έχει σκοπό να αποκαταστήσει τον Ενάγοντα και όχι να τιμωρήσει τον αδικοπραγούντα[6]. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιoannou Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v Christofis P. Christofis
(1982)1 CLR 789: «The object of an award of damages is to do justice to the loss and damage of the injured party without imposing an inordinate burden upon the tort-feasor. (See Fletcher v. Autocar Transporters Ltd. [1968] 1 All E.R. 726; Constantinou v. Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416). In other words the award must be socially acceptable. Consequently, social ethos at the material time is invariably a consideration relevant to our task particularly with regard to non pecuniary loss. Pecuniary loss being more amenable to mathematical calculation is less dependent on social norms. The object of the exercise is to arrive at a figure at the end of the process, that is fair and reasonable in the circumstances of the case.»[7] Πέραν τούτου, σε υποθέσεις αυτής της φύσης, οι αποζημιώσεις στις οποίες ενδεχομένως δικαιούται το θύμα της επίθεσης δυνατό να περιλαμβάνουν, στα πλαίσια του μέτρου της αποκατάστασης (compensation) του θύματος, και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, τις οποίες ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση διεκδικεί. Οι επαυξημένες αποζημιώσεις δεν αποσκοπούν στην επιδίκαση αποζημιώσεων σαν μέτρο τιμωρίας του αδικοπραγούντα, αλλά αντικατοπτρίζουν το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του Ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Είναι στην ουσία τους αποζημιώσεις αποκατάστασης (compensatory), εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος[8]. Αναφορικά με τη φύση των επαυξημένων αποζημιώσεων, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Papakokkinou and others v Kanther
(1982)1 C.L.R. 65: «The fact is that conduct accompanied by a marked element of arrogance, insolence or malice, may justify an award of exemplary damages, particularly if it tends to humiliate the victim of the tort. Therefore, no conflict is discernible between the decisions of the Supreme Court in Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 C.L.R. 120, and Eliades v. Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254, and the decision in Rookes, supra. Arguably, the damages awarded in the above cases classify as ″aggravated″, an intermediate category between compensatory and exemplary damages; a kind of inflated compensatory damages, inflated to the extent of indicating the disapproval of the Court of the conduct of the defendant but within the range of compensatory damages.» Αποφασίζοντας κατά πόσο πρέπει να επιδικαστούν επαυξημένες αποζημιώσεις, το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογεί όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Παραπέμπω σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Tort, 13η έκδοση, παράγραφος 748: «Damages in trespass [to the person]. Apart from any special damages alleged and proved, eg medical expenses, the damages are at large. The time, place and manner of the trespass and the conduct of the defendant may be taken into account and the court may award aggravated damages on these grounds.» Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και η οποία έχει κριθεί αξιόπιστη, ο Ενάγοντας συνεπεία της επίθεσης αισθανόταν εξευτελισμό αφού διαδόθηκε στην κοινότητα που διέμενε ότι ξυλοκοπήθηκε από τον κοινοτάρχη. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι συνεπεία της επίθεσης υπέστη τραυματισμούς με πιο σοβαρό εκείνο στο κεφάλι του οποίου χρειάστηκε συρραφή. Συνυπολογίζω ότι η επίθεση έλαβε χώρα στην παρουσία τρίτου προσώπου, ότι πέραν των τραυμάτων του ο Ενάγοντας υπέστη πόνο, ζαλάδες, ταλαιπωρία και πονοκεφάλους και ότι παρέμεινε περιορισμένος στο σπίτι για ένα χρονικό διάστημα. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται η επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με τις επαυξημένες αποζημιώσεις, ο Ενάγοντας διεκδικεί και παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις αυτού του είδους όπου το επίδικο αστικό αδίκημα είναι τόσο αξιόμεμπτο ώστε να αξίζει τιμωρίας από το αστικό δίκαιο[9]. Έχω επίσης κατά νου τις αρχές που διατυπώθηκαν σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων αυτής της φύσης στην υπόθεση Rookes v Barnard
(1964)All E.R. 367 και επιβεβαιώθηκαν από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, στην Cassell & Co. Ltd v Broome
(1972)1 All E.R. 801. Πάρα το ότι η Κυπριακή νομολογία εισηγείται ότι τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε πιο ευρύ φάσμα περιπτώσεων,[10] ο γενικός, θα έλεγα, κανόνας είναι ότι τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ιδιαίτερα αξιόμεμπτη συμπεριφορά. Αξιόμεμπτη δε διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος[11]. Στην παρούσα υπόθεση, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν διαπιστώνω ότι έχει αποδειχθεί το στοιχείο της αλαζονείας ή του αθέμιτου κινήτρου από την πλευρά του Εναγόμενου ώστε να υπάρχει το απαραίτητο έρεισμα για να αποδοθούν παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Επιπρόσθετα ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου που η Κυπριακή νομολογία εισηγείται ότι πρέπει να προσκομιστεί και να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις όπου διεκδικούνται τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις[12]. Επομένως κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για την επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Αναφέρω παρενθετικά και το εξής. Τόσο στη δικογραφία όσο και κατά τη διάρκεια της ακρόασης, έγιναν αναφορές στη διαγωγή του Ενάγοντα και ισχυρισμοί για ηθικά παραπτώματα στα οποία υπέπεσε. Τέτοιοι ισχυρισμοί, που δυνατό να θεωρηθούν ως πρόκληση (provocation) από τον Ενάγοντα για την επίθεση που δέχτηκε, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων αποκατάστασης που δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας. Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 13η έκδοση, παράγραφος 1261: «The distinction between the damages awarded in respect of medical expenses, loss of earning capacity, pain and suffering, loss of amenities and expectation of life-in sum, the conventional personal injury heads of damage-and the damages awarded for the insult and the injury to feelings is well brought out in those occasional cases where the assault has been provoked by the plaintiff. This happened in Lane v Holloway [1968]1 Q.B. 379 and the Court of Appeal was emphatic that the provocation could not be used to reduce the damages to which the plaintiff was entitled in respect of the conventional heads of damage for personal injury. 'I entirely reject the contention' said Salmon L.J. 'that because a plaintiff who has suffered a civil wrong has behaved badly, this is a matter which the court may take into account when awarding him compensatory damages for personal injuries which he has sustained as a result of the wrong which has been unlawfully inflicted upon him». Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, έχω κατά νου ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν τα ποσά των αποζημιώσεων δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ενδεικτικές αφού η κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα της περιστατικά[13]. Με αυτό το δεδομένο θεωρώ ως ενδεικτική και μόνο ως προς το ύψος των αποζημιώσεων την υπόθεση Λουκά v. Χριστοφόρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 69 όπου πρωτόδικα είχε επιδικαστεί το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 για παρόμοια τραύματα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι το ύψος των αποζημιώσεων δεν ήταν αντικείμενο της έφεσης. Λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και το γεγονός ότι δεν έχουν παραμείνει οποιαδήποτε εμφανή κατάλοιπα στον Ενάγοντα, καταλήγω ότι το ορθό και δίκαιο ποσό για σκοπούς αποκατάστασης του Ενάγοντα είναι το ποσό των €3.000,00 ως γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €3.000,00 πλέον τόκο και έξοδα όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 [4] Fagan v Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E R 442 [5] Rasid v Braybrook
(1972)8 JSC 1082 [6] Δημήτρης Κουμπαρή κ.α. ν Δήμου Χρίστου Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.921 [7] Σχετικές και οι Γεώργιος Ταμπούρας ν Κυριακής Κολάνη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.384, Paraskevopoullos v. Georghiou
(1970)1 C.L.R. 116 και Xenophontos and another v Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521 [8] Socrates Eliades v Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254, Gregoriades v Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120, Αντώνης Νικολάου ν Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Πτωχεύσαντος Λούη Αιμίλιου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339 [9] Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800 [10] Paraskevas v Mouzoura
(1973)1 C.L.R. 88, Stavros Gregoriades v Evangelos Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120 [11] Adrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 [12] Papakokkinou and Others v Kanther (ανωτέρω) και Κωνσταντίνου ή Μήτα ν Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952 [13] Σπύρου v Χ¨Χαραλάμπους
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 498, Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 465 και Ανδρέας v Junguirth
(1993)1 A.A.Δ. 431 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο