ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΡΟΓΗΡΟ ΜΙΧΑΗΛ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. αίτησης: 12/2014, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. αίτησης: 12/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(I)/2004 KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΡΟΓΗΡΟ ΜΙΧΑΗΛ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΙΑΝΟΥ 1 Ιουλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Λ. Ουστά Για τον Εκζητούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης Εκζητούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.4.2013 η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για τον εκζητούμενο (στο εξής το «ΕΕΣ»). Το ΕΕΣ εκδόθηκε για τη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου με σκοπό την εκτέλεση δύο ποινών στερητικών της ελευθερίας που του επιβλήθηκαν στην υπόθεση υπ' αριθμό 32794 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και στην υπόθεση υπ' αριθμό 45728 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Μετά τη διαβίβαση του ΕΕΣ στις Κυπριακές Αρχές, ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 26.5.2014 δυνάμει των προνοιών του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(I)/2004 και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27.5.2014. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι ο συλληφθείς είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο το οποίο έχει ασκήσει, καθώς και για το δικαίωμα του να λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων της διαδικασίας που έχει επίσης ασκήσει. Να προσθέσω ότι το Δικαστήριο διαβεβαιώθηκε ότι ο εκζητούμενος άσκησε επίσης το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 14
(3)του Ν.133(Ι)/2004 και έχει λάβει αντίγραφο των αποφάσεων με τις οποίες του επιβλήθηκαν οι ποινές για την έκτιση των οποίων επιζητείται η έκδοση του. Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, ο δε εκζητούμενος παρέμεινε ελεύθερος υπό όρους. Κατά την ακρόαση, έδωσε μαρτυρία ο κ. Προκόπης Χίντικος, αρμόδιος λειτουργός της Κεντρικής Αρχής. Για την πλευρά του εκζητούμενου κατέθεσε ο κ. Ευθύμιος Γραμμένος, εμπειρογνώμονας Ελληνικού δικαίου και ο ίδιος ο εκζητούμενος. Κατατέθηκε επίσης αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, σε κάποια από τα οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Προσεγγίζοντας το έργο της εξέτασης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχω κατά νου ότι αυτό γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Ο σκοπός είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο όταν αποφασίζει κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του Ν.133(Ι)/2004 και της νομολογίας ώστε να επιτρέπεται η ικανοποίηση του αιτήματος των Ελληνικών αρχών για παράδοση του εκζητούμενου. Με αυτό το υπόβαθρο αναφέρω ότι ο κ. Χίντικος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αρμόδιος λειτουργός της Κεντρικής Αρχής, στα πλαίσια του συγκεκριμένου της ρόλου σε διαδικασίες αυτής της φύσεως, όπως ο ρόλος αυτός καθορίζεται από το άρθρο 5 του Ν.133(Ι)/
- Η μαρτυρία του περιορίστηκε ουσιαστικά στην παρουσίαση αριθμού εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στο ιστορικό της διαβίβασης εγγράφων και ανταλλαγής σχετικής αλληλογραφίας με τις Ελληνικές αρχές. Η πλευρά του εκζητούμενου δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τα όσα κατέθεσε και, από την πλευρά μου, δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Για την πλευρά του εκζητούμενου, έδωσε μαρτυρία ο κ. Ευθύμιος Γραμμένος, εμπειρογνώμονας Ελληνικού δικαίου. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε εκτενώς στην Ελληνική φορολογική νομοθεσία, και ειδικότερα στις πρόνοιες που αφορούν ποινικές διώξεις για φορολογικά αδικήματα, στα δικαιώματα κατηγορούμενου σε σχέση με ποινική καταδίκη για αδικήματα φορολογικής φύσης, στη δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής εναντίον σχετικής απόφασης και στη δυνατότητα αναστολής της ποινικής δίωξης εκκρεμούσης της εκδίκασης της διοικητικής προσφυγής. Αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα που αφορούν την επίδοση σε εταιρεία υπαγόμενη σε φορολογία και αξιωματούχων της του «φύλλου ελέγχου» που, όπως εξήγησε, είναι το έγγραφο με το οποίο ξεκινά η διαδικασία ελέγχου από τις φορολογικές αρχές για σκοπούς του φόρου προστιθέμενης αξίας. Ολόκληρη η μαρτυρία του κ. Γραμμένου επικεντρώθηκε σε θέματα που αφορούν την ουσία του Ελληνικού δικαίου επί ποινικών αδικημάτων για φορολογικά ζητήματα, επί της ποινικής ευθύνης αξιωματούχων εταιρειών, τις εξουσίες και αρμοδιότητες του οικονομικού εισαγγελέα, τη δυνατότητα και τα ένδικα μέσα του φορολογούμενου σε διαδικασίες που κινούνται εναντίον του. Κατά την άποψη μου όλα τα πιο πάνω θέματα και η μαρτυρία του κ. Γραμμένου στο σύνολο της, είναι εκτός των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας. Το παρόν Δικαστήριο δεν εξετάζει και δεν επεισέρχεται στην ουσία του Ελληνικού δικαίου. Η εξέταση θεμάτων που άπτονται του ουσιαστικού Ελληνικού δικαίου θα συνιστούσε ξεκάθαρα εκτροπή από τους σκοπούς και στόχους του Ν.133(Ι)/
- Επομένως, θεωρώ ότι η μαρτυρία του κ. Γραμμένου δεν ήταν βοηθητική για το Δικαστήριο αφού δεν ήταν σχετική με τα επίδικα θέματα της υπό εξέλιξη διαδικασίας. Μαρτυρία έδωσε και ο ίδιος ο εκζητούμενος ο οποίος κατέθεσε ότι βρέθηκε στην Ελλάδα την περίοδο 2000 μέχρι 2004 όπου εργαζόταν με τα πρόσωπα που φαίνονται ότι ήταν συγκατηγορούμενοι του. Δεν του επιδόθηκε ποτέ, είπε, «φύλλο ελέγχου» από τις αρχές του φόρου προστιθέμενης αξίας της Ελλάδας και δεν έλαβε γνώση ότι εκκρεμούσε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον του. Ο εκζητούμενος αναφέρθηκε επίσης και στις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις από την επιστροφή του στην Κύπρο το 2004 μέχρι και σήμερα. Όπως κατέθεσε, σήμερα είναι πτωχεύσας και εργάζεται περιστασιακά. Ταυτόχρονα έχει την ευθύνη και φροντίδα των υπερήλικων γονέων του με τους οποίους διαμένει, ιδιαίτερα δε της μητέρας του που αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Είναι ένας από τέσσερα αδέρφια και τα άλλα τρία αδέρφια του αντιμετωπίζουν επίσης διάφορα σοβαρά προβλήματα με την υγεία τους. Η κ. Ουστά δεν αμφισβήτησε καθόλου τις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις του εκζητούμενου. Από την πλευρά μου, δεν έχω κανένα λόγο να θεωρήσω ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια και, έχω την άποψη, ότι η συναισθηματική του φόρτιση κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν απόλυτα ειλικρινής. Επομένως, κρίνω ότι η μαρτυρία του μπορεί να γίνει και γίνεται αποδεκτή. Θα αναφερθώ και θα εξηγήσω κατωτέρω τη σημασία που αποδίδω στα όσα έχει καταθέσει. Στην βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η εκπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε να επιτρέπεται η ικανοποίηση του αιτήματος των Ελληνικών Αρχών. Ο συνήγορος του εκζητούμενου διαφώνησε με τη θέση αυτή και ήγειρε αριθμό ζητημάτων τα οποία εισηγήθηκε ότι έπρεπε να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος των Ελληνικών αρχών. Θα εξετάσω τα ζητήματα αυτά στην πορεία. Προσεγγίζοντας τις νομικές αρχές που διέπουν τα υπό κρίση θέματα, αναφέρω εν συντομία ότι τα Ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης προέκυψαν από την Απόφαση - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τις 13.6.2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών. Ο Ν.133(Ι)/2004, ως τροποποιήθηκε, θεσπίστηκε προς υλοποίηση και εναρμόνιση του Κυπριακού Δικαίου με την Απόφαση Πλαίσιο. Ο σκοπός δε του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η απλοποίηση της διαδικασίας παράδοσης προσώπων μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη δίωξη τους για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματά ή για την εκτέλεση ποινών στερητικών της ελευθερίας που τους έχουν ήδη επιβληθεί[1]. Ο Νόμος ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2
(2)που προνοεί ότι: «Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση...» Ο τύπος και το περιεχόμενο ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης καθορίζονται από το άρθρο 4 του Ν.133(Ι)/
- Σε σχέση με αυτό, αναφέρω ότι έχω διαπιστώσει ότι το ΕΕΣ περιέχει τα προβλεπόμενα στοιχεία και συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Ν.133(Ι)/
- Επιπρόσθετα, έχω διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του ΕΕΣ που περιέχονται στο άρθρο 12 του Ν. 133(Ι)/
- Στο άρθρο 13 του Ν.133(Ι)/2004 καθορίζονται συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται να απορρίψει το αίτημα για εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στέκομαι ιδιαίτερα στο άρθρο 13(ε) του Ν.133(Ι)/2004 που προνοεί ότι: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:. (ε) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.» Ο συνήγορος του εκζητούμενο, στην τελική του αγόρευση, διερωτήθηκε γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει ο εκζητούμενος την ποινή του σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να απαντήσει το ερώτημα αυτό. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοια ανάληψη υποχρέωσης από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υφίσταται ο αντίστοιχος λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Καταλήγω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ στη βάση του άρθρου 13 του Ν.133(Ι)/
- Στρέφομαι τώρα στις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.133(Ι)2004 όπου παρατίθενται λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Σε σχέση με το άρθρο 14, να αναφέρω ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτεις τις περιπτώσεις της παραγράφου
(1)του άρθρου. Όμως, η παράγραφος
(2)του άρθρου 14, προνοεί τα ακόλουθα: «Επιπροσθέτων των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφάλειας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος:. (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (ι) η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοση του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμα του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης και (ιι) θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Οι παράγραφοι
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 14, προστέθηκαν στο άρθρο 14 δυνάμει της πρόσφατης τροποποίησης του Ν.133(Ι)/2004 με το Ν.30(Ι)/2014. Όπως διαφαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα, η συγκεκριμένη πρόνοια παρέχει στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε περιπτώσεις που ο εκζητούμενος δικάστηκε ερήμην και ερήμην του επιβλήθηκε η ποινή για την εκτέλεση της οποίας επιζητείται η έκδοση του. Αυτό ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 14
(2)του Ν.133(Ι)/2004, δεν υφίσταται όταν πληρούνται σωρευτικά οι δύο προϋποθέσεις της υποπαραγράφου (δ) του άρθρου 14. Σε σχέση με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 21
(2)του Ν.133(Ι)/2004 ζήτησε, μέσω της Κεντρικής Αρχής, όπως του παρασχεθούν περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με το κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14
(2)(δ) του Ν.133(Ι)/2004, ως τροποποιήθηκε. Η επιστολή απάντησης των Ελληνικών αρχών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, η Ελλάδα δεν έχει ενσωματώσει την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299 από την οποία προέκυψε η τροποποίηση αυτή του Ν.133(Ι)/2004 αλλά, «ουδεμία έννομη συνέπεια υφίσταται» καθότι δίδονται οι αναγκαίες εγγυήσεις περί της άσκησης ένδικων μέσων κατά απόφασης που εκδόθηκε ερήμην. Κατά την άποψη μου οι προϋποθέσεις του άρθρου 14
(2)(δ) πληρούνται στην παρούσα περίπτωση. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Πέραν αυτού, κατά την έναρξη της διαδικασίας το Δικαστήριο διαβεβαιώθηκε ότι ο εκζητούμενος έλαβε αντίγραφα των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον του σύμφωνα με το 14
(3)του Ν.133(Ι)/2004 και, επομένως έλαβε γνώση των αποφάσεων αυτών. Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρονται στο στοιχείο «Δ» του ΕΕΣ καθώς και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3, διαφαίνεται ότι το Ελληνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα στον εκζητούμενο να ζητήσει την ακύρωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, γίνεται αναφορά στην προθεσμία εντός της οποίας το ένδικο αυτό μέσο μπορεί να ασκηθεί αλλά και για το δικαίωμα του να ασκήσει έφεση κατά της ουσίας της απόφασης. Επομένως, κατά την άποψη μου, τα πιο πάνω ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της υποπαραγράφου (δ) του άρθρου 14
(2)και επομένως το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει τη μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Δηλαδή, εφόσον η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 14
(2)(δ), δεν τίθεται θέμα προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που η κρίση μου επί του πιο πάνω ζητήματος είναι λανθασμένη, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε. Υπενθυμίζω ότι, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14
(2)(δ) τότε το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ. Ο Ν. 133(Ι)/2004δεν παρέχει οποιαδήποτε καθοδήγηση για το ποιους παράγοντες πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο αποφασίζοντας πώς να ασκήσει τη διακριτική του αυτή ευχέρεια. Λόγω του ότι οι σχετικές πρόνοιες προστέθηκαν στο άρθρο 14 με την πρόσφατη τροποποίηση του Ν.133(Ι)/2004 με τον Ν.30(Ι)/2014, δεν υπάρχει ούτε νομολογία επί του θέματος. Η πλευρά του εκζητούμενου έχει προβάλλει κάποια επιχειρήματα που, κατά την άποψη της, συνιστούν παράγοντες που πρέπει να οδηγήσουν ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 14
(2)εναντίον της εκτέλεσης του ΕΕΣ. Όμως, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι λόγοι αυτοί συνιστούν ερείσματα που να δικαιολογούν την προαιρετική μη εκτέλεση του. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος του εκζητούμενου αναφέρθηκε στο ότι η Ελλάδα δεν έχει ενσωματώσει στο Ελληνικό δίκαιο και δεν έχει εναρμονιστεί με την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009, η οποία τροποποιεί μεταξύ άλλων την Απόφαση-Πλαίσιο 2005/
- Η Απόφαση Πλαίσιο 2009/299 θέτει ουσιαστικά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δε χωρεί άρνηση της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, τηρουμένης της υποχρέωσης σεβασμού του δικαιώματος υπεράσπισης. Σημειώνω ότι η μη ενσωμάτωση στο Ελληνικό δίκαιο της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/299 δηλώνεται ρητά στην επιστολή του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Τεκμήριο
- Ο κ. Πολυχρόνης στάθηκε επίσης στο ότι η Ελλάδα δεν έχει ενσωματώσει στο Ελληνικό δίκαιο και δεν έχει εναρμονιστεί με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/909 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008 που αφορά την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για το σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η θέση του εκζητούμενου είναι ότι ένεκα της μη συμμόρφωσης της Ελλάδας με τις Ευρωπαϊκές αυτές υποχρεώσεις της, δεν πρέπει να διαταχθεί η εκτέλεση του ΕΕΣ καθότι τυχόν παράδοση του εκζητούμενου θα συνιστούσε αφ' εαυτής παραβίαση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τις εν λόγω Αποφάσεις-Πλαίσιο. Κατά την άποψη μου, το ζήτημα αυτό εκφεύγει των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας, όπως καθορίζεται από το Ν.133(Ι)/2004και όπως έχει οριοθετηθεί από τη νομολογία. Είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει, να κρίνει ή να αποφασίσει κατά πόσο και σε ποιο βαθμό η αιτήτρια χώρα συμμορφώνεται με τις όποιες διεθνείς υποχρεώσεις της. Αυτά τα ζητήματα αφορούν την χώρα η οποία επιδιώκει την έκδοση και οι Ελληνικές δικαστικές αρχές είναι οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή τους σύμφωνα με τους Ελληνικούς κανόνες δικαίου, ουσιαστικούς και δικονομικούς. Επιπρόσθετα, η ψήφιση του Νόμου 67(Ι)/2014 περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας για εναρμόνιση με την Απόφαση - Πλαίσιο 2008/909 στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του εκζητούμενου, είναι επίσης, θεωρώ, άσχετη με τα επίδικα θέματα. Τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας καθορίζονται από και αφορούν τον Ν.133(Ι)/
- Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Πολυχρόνης εισηγήθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι ο εκζητούμενος δικάστηκε και καταδικάστηκε ερήμην συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Πέραν τούτου, κάλεσε το Δικαστήριο να αναλογιστεί τον ρόλο που ενδεχομένως διαδραμάτισαν στην καταδίκη του οι συγκατηγορούμενοι του οι οποίοι, όπως είπε, αθωώθηκαν. Τα πιο πάνω τεκμηριώνουν, εισηγήθηκε, ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ θα παραβίαζε τα ανθρώπινα δικαιώματα του εκζητούμενου και προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 2
(2)του Ν.133(Ι)/2004. Ο ρόλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διαφύλαξης τους σε διαδικασίες όπως η παρούσα έχει εξεταστεί πολλάκις από το Εφετείο η προσέγγιση του οποίου είναι, θεωρώ, ξεκάθαρη. Παραπέμπτω σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την Leonid-Ivanov Spiriev v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση 100/2014, ημερομηνίας 13.5.2014: «Δεν υπάρχει, βεβαίως, αμφιβολία, άλλωστε επιβεβαιώνεται και νομολογιακά (Μιχαηλίδης (ανωτέρω)), ότι το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο, με τις προνομιακές του τοποθετήσεις, καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου. Ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, και απαγορεύεται η διαμεταγωγή προσώπου σε κράτος μέλος, όπου θα είναι ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ή να εισηγείται ότι ο εκζητούμενος θα εκτεθεί σε κινδύνους αυτής της φύσης σε περίπτωση διαμεταγωγής του στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι ζητήματα που αφορούν την ερημοδικία ή τον χειρισμό συγκατηγορούμενων προσώπων σε ποινικές διαδικασίας, εμπίπτουν στις εσωτερικές ρυθμίσεις του Ελληνικού δικανικού συστήματος και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου. Η πλευρά του εκζητούμενου επίσης εισηγήθηκε ότι η καθυστέρηση με την οποία έδρασαν οι Ελληνικές Αρχές είναι τέτοια που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος για παράδοση του. Διαφαίνεται ότι το ΕΕΣ αφορά αξιόποινες πράξεις που διαπράχθηκαν περί το 2000 - 2004 και οι εκτελεστές αποφάσεις δια των οποίων επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο οι ποινές του ΕΕΣ, εκδόθηκαν το 2006 και 2009. Αυτό, σε συνάρτηση με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του εκζητούμενου είναι, κατά τον συνήγορο του, λόγοι που θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος. Ο Ν.133(Ι)/2004δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες πρόνοιες για παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου[2] ούτε και κυρώσεις στην περίπτωση καθυστέρησης της αιτήτριας χώρας να προωθήσει το αίτημα της για παράδοση εκζητούμενου προσώπου. Όμως τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται ρητά από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που συνιστά το υπόβαθρο του Ν.133(Ι)/2004[3]. Η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για έκδοση του εκζητούμενου δεν αποτελεί, αφ εαυτής, λόγο μη έκδοσης. Πρέπει να τεκμηριωθεί με μαρτυρία ότι, εν όψει της καθυστέρησης αυτής η παράδοση θα ήταν άδικη διότι θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα του εκζητουμένου στα πλαίσια εξασφάλισης δίκαιης δίκης. Θα πρέπει επίσης να τεκμηριωθεί ότι η παράδοση θα ήταν καταπιεστική ένεκα της ταλαιπωρίας που θα προκαλούσε στον εκζητούμενο, ως αποτέλεσμα αλλαγής των προσωπικών του συνθηκών συνεπεία της παρόδου του χρόνου[4]. Η νομολογία έχει θέσει τον πήχη πολύ ψηλά αναφορικά με το τι συνιστά άδικες και καταπιεστικές επιπτώσεις για τον εκζητούμενο[5]. Δεν αμφισβητώ τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν τα μέλη της οικογένειας του ούτε και την αγωνία και αναστάτωση που θα προκαλέσει η παράδοση του στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στην μητέρα του της οποίας έχει αναλάβει την καθημερινή φροντίδα. Όμως, κατά την άποψη μου, οι προσωπικές αυτές συνθήκες δεν είναι ικανές να καταστήσουν την παράδοση του εκζητούμενου άδικη ή καταπιεστική ένεκα της καθυστέρησης που επέδειξαν οι Ελληνικές αρχές. Τέλος, ο συνήγορος του εκζητούμενου, στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι το ΕΕΣ πάσχει γιατί η πλευρά της Κεντρικής Αρχής δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι αυτό εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή της Ελλάδας. Διαπιστώνω σχετικά ότι στο ίδιο το ΕΕΣ αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί από αρμόδια δικαστική αρχή. Όπως δε καθορίζεται στο στοιχείο Θ του ΕΕΣ, η δικαστική αρχή που το εξέδωσε είναι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, που εκπροσωπείται από τον κ. Ιωάννη Κούτρα, Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Συνοδεύεται επίσης από προβλεπόμενη βεβαίωση της Κεντρικής Αρχής ήτοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Ν.133(Ι)/2004,. Αυτά θεωρώ τεκμηριώνουν ικανοποιητικά ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή της Ελλάδας και επομένως το αντίστοιχο επιχείρημα του εκζητούμενου δεν μπορεί να επιτύχει. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω και εξετάζοντας το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ διαπιστώνω ότι αυτό πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας, τυπικές και ουσιαστικές, και δεν συντρέχει οποιοδήποτε λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του. Δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του. Διατάσσεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και η παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές εντός 10 ημερών από σήμερα, ως το άρθρο 29
(1)του Ν.133(Ι)/
- Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοση του. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί αμελλητί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δια της Κεντρικής Αρχής της Δημοκρατίας, στη Δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.133(Ι)/
- (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Hadjiametovic v Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519, Office of the King´s Prosecutor, Brussels v Cando Armas
(2006)2 A.C. 1, Dabas v High Court of Justice, Madrid
(2007)UKHL 6, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 221/2013, ημερομηνίας 2.9.2013 [2] Νικόλας Κυριάκου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 196/2013, ημερ. 19.7.13 [3] Σχετικές οι Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) και Μιχάλη Μιχαηλίδη ν Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφεση 248/2013, ημερ. 17.9.2013 [4] Leonid-Ivanov Spiriev v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση 100/2014, ημερομηνίας 13.5.2014, Pomiechowski v. Poland
(2012)EWHC 3161 [5] Ενδεικτικά Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση 41.14, ημερομηνίας 5.3.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο