Φλωρεντίας Κωνσταντίνου ν. Χαρίκλειας Χαριλάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1683/2011, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1683/2011 Μεταξύ: Φλωρεντίας Κωνσταντίνου Ενάγουσας και
- Χαρίκλειας Χαριλάου
- GAN DIRECT INSURANCE LTD Εναγόμενοι 9 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Χ'' Κωστής Για Εναγόμενη 1: καμία εμφάνιση Για Εναγόμενους 2: κα Τταουξιή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ειδικές αποζημιώσεις €2.485 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, για ζημιές που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο συνέβη στις 18.8.
- Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα το όχημα της με αριθμούς εγγραφής HYY 557 βρισκόταν σταθμευμένο στη Λεωφ. Μενεού, στο Κίτι. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 με αριθμούς εγγραφής KRF 754, οδηγείτο στον ίδιο δρόμο, παρεξέκλινε της πορείας του και συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας. Συνεπεία της σύγκρουσης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο της υπέστη ζημιές, η αξία των οποίων ανέρχεται σε €
- Η Ενάγουσα αξιώνει επίσης ειδικές ζημιές €85 για την αστυνομική έκθεση του ατυχήματος και €400 για «έξοδα φύλαξης» του οχήματος της. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 2 παραδέχονται ότι η Εναγόμενη 1 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτρια του οχήματος KRF 754 και ότι οι ίδιοι της παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη. Πέραν τούτου, «αγνοούν και συνεπώς αρνούνται» όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με το ατύχημα και τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας. Σε σχέση με τις ειδικές ζημιές που αξιώνει η Ενάγουσα, τις αρνούνται και, διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι υπερβολικά. Η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1, σύμφωνα με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που εκδόθηκε στις 6.6.
- Η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε εμφάνιση, η αγωγή παρέμεινε ορισμένη για απόδειξη εναντίον της και η Ενάγουσα διεκδικεί απόφαση ως η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα: (α) Στις 18.8.2009, ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΥ 557 ήταν η Ενάγουσα. (β) Συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 18.8.2014, το όχημα της Ενάγουσας ΗΥΥ 557 υπέστη ειδικές ζημιές που ανέρχονται σε €1800, επί πλήρους ευθύνης των Εναγομένων. (γ) Η Ενάγουσα κατέβαλλε το ποσό των €85 για την αστυνομική έκθεση του ατυχήματος. Περάν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσης της και η πλευρά των Εναγομένων 2, δύο μάρτυρες. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή και λάβει υπόψη όλη τη δια ζώσης μαρτυρία, η οποία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια στην παρούσα τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας αλλά θα αναφερθώ συνοπτικά μόνο στα κύρια σημεία της μαρτυρίας τους. Πρώτος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο Αστ. 3433 Μ. Σπέτσιος (ΜΕ1), που ήταν ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος. Σε σχέση με το ατύχημα, ανέφερε ότι ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος στο οποίο αποτύπωσε τα ευρήματα του (Τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος και ότι ο οδηγός του οχήματος KRF 754 δεν βρισκόταν τη σκηνή. Επιπρόσθετα με το σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκμήριο 2), ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια την αστυνομική έκθεση για το ατύχημα (Τεκμήριο 1) και την κατάθεση που έλαβε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος και ερωτώμενος σχετικά, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο ετοιμασίας της αστυνομικής έκθεσης, Τεκμήριο 1, δεν είχε καταστεί δυνατό να διακριβωθεί η ταυτότητα του οδηγού του οχήματος KRF
- Πρόσθεσε ότι δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και ότι έλαβε κατάθεση από πολίτη (Τεκμήριο 4) ο οποίος βρισκόταν στη περιοχή και είδε τη σκηνή μετά το ατύχημα. Η δεύτερη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η Αστ. 1997 Α. Φιλίππου (ΜΕ2) η οποία έλαβε δύο καταθέσεις από την Εναγόμενη 1 σε σχέση με το επίδικο ατύχημα (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τη ΜΕ2, κατά τη διάρκεια λήψης της πρώτης κατάθεσης (Τεκμήριο 5) από την Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 1 της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για το ατύχημα. Της είπε ότι εκείνη απουσίαζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος από το σπίτι, χωρίς το αυτοκίνητο της, και κατά την επιστροφή της ενημερώθηκε από το γείτονα της ότι το αυτοκίνητο της ενεπλάκη σε ατύχημα. Η Εναγόμενη 1 της είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο της όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα. Η πρώτη αυτή κατάθεση λήφθηκε στις 18.8.2009 και η ΜΕ2 κατέγραψε όσα της είπε η Εναγόμενη 1 στο Τεκμήριο
- Στη δεύτερη κατάθεση της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 6, η οποία λήφθηκε στις 20.8.2009, η ΜΕ2 ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1, αναιρώντας τα όσα είπε κατά την πρώτη της κατάθεση, της είπε ότι η ίδια ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου της με αριθμούς εγγραφής KRF 754 κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Της ανέφερε επίσης ότι το πρόσωπο που είδε κάποιος μάρτυρας να βγαίνει από το αυτοκίνητο της μετά το ατύχημα ήταν κάποιος φίλος της και επειδή φοβήθηκαν όταν συγκρούστηκαν με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας έτρεξαν και έφυγαν από τη σκηνή. Απολογείται για το ατύχημα και λέει ότι εγκατέλειψε τη σκηνή γιατί φοβήθηκε, ενώ αυτός ήταν και ο λόγος που είχε ισχυριστεί ότι δεν ξέρει ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην πρώτη της κατάθεση. Τα όσα ανέφερε στη ΜΕ2 η Εναγόμενη 1 καταγράφησαν από την ΜΕ2 στην κατάθεση, Τεκμήριο
- Τρίτη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας, ήταν η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ3) η οποία ανέφερε ότι την ημέρα του επίδικου ατυχήματος είχε δανείσει το αυτοκίνητο της σε ένα ζευγάρι φίλων της. Περί τις 7μ.μ. ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι το αυτοκίνητο της είχε εμπλακεί σε ατύχημα. Ανέφερε ότι μετέβη στον αστυνομικό σταθμό και εκεί συνάντησε την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 της είπε αρχικά ότι το αυτοκίνητο της KRF 754 οδηγείτο από το γιό της όταν συνέβη το ατύχημα και της πρόσφερε ένα ποσό για διευθέτηση της όποιας απαίτησης της. Η Ενάγουσα, είπε, αρνήθηκε και τότε η Εναγόμενη 1 της είπε ότι η ίδια οδηγούσε το αυτοκίνητο και όχι ο γιός της. Η Ενάγουσα, στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε επίσης ότι από τον χρόνο του ατυχήματος και μετέπειτα το αυτοκίνητο της βρίσκεται σε γκαράζ και ότι το σχετικό κόστος για την φύλαξη του ανέρχεται σε €
- Παρουσίασε δε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 7). Η συνήγορος των Εναγομένων 2 υπέβαλε στην Ενάγουσα ότι το όχημα της Εναγόμενης 1 δεν οδηγείτο από την ίδια την Εναγόμενη 1 κατά το χρόνο του ατυχήματος και, εξαιτίας αυτού, οι Εναγόμενοι 2 δεν έχουν ευθύνη να την αποζημιώσουν. Σε απάντηση, η Ενάγουσα αναφέρθηκε στη συζήτηση που είχε η ίδια με την Εναγόμενη 1 στον αστυνομικό σταθμό όταν η τελευταία της είπε αρχικά ότι το αυτοκίνητο KRF 754 οδηγείτο από τον γιό της αλλά μετά παραδέχτηκε ότι οδηγούσε εκείνη. Η συνήγορος των Εναγομένων 2 υπέβαλε επίσης στην Ενάγουσα ότι ο λόγος που ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 παραδέχτηκε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο KRF 754 είναι για να δικαιούται να διεκδικήσει αποζημίωση για το ατύχημα από τους Εναγόμενους
- Η Ενάγουσα αρνήθηκε επιμένοντας ότι κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, η συνήγορος των Εναγομένων 2 της έθεσε ότι το Τεκμήριο 7 φαίνεται να αφορά περίοδο από 10.1.2009 μέχρι 18.10.2011 και ότι η περίοδος αυτή φαίνεται να ξεκινά πριν το επίδικο ατύχημα το οποίο συνέβη στις 18.8.
- Η Ενάγουσα είπε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει γιατί γίνεται αναφορά σε αυτή τη χρονική περίοδο στο Τεκμήριο 7 και ότι το αυτοκίνητο της βρίσκεται στο γκαράζ από το ατύχημα μέχρι και σήμερα. Τέταρτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. Κ. Κουμής (ΜΕ4) που, σύμφωνα με όσα είπε, είναι φίλος της Ενάγουσας και το πρόσωπο το οποίο την μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό την ημέρα του ατυχήματος, μετά που την ειδοποίησε η αστυνομία. Ο ΜΕ4 κατέθεσε ότι ήταν παρών στη συζήτηση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
- Άκουσε, είπε, την Εναγόμενη 1 να λέει αρχικά ότι το αυτοκίνητο της οδηγείτο από τον γιό της και να προσφέρει κάποιο ποσό σε αποζημίωση στην Ενάγουσα. Όταν, είπε, η Ενάγουσα δεν αποδέχτηκε την πρόταση, άκουσε την Ενάγομενη 1 να παραδέχεται ότι η ίδια ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου KRF 754 όταν συνέβη το ατύχημα. Η συνήγορος των Εναγομένων 2, αντεξετάζοντας τον ΜΕ4, του υπέβαλε ότι ψεύδεται και ο λόγος που κατέθεσε ότι άκουσε την Εναγόμενη 1 να παραδέχεται ότι αυτή οδηγούσε το αυτοκίνητο KRF 754 ήταν για να βοηθήσει τη φίλη του, την Ενάγουσα, να εισπράξει από τους Εναγόμενους
- Ο ΜΕ4 αρνήθηκε την υποβολή, επιμένοντας ότι κατέθεσε την αλήθεια. Η πλευρά των Εναγομένων 2, κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Σ. Νικόλα (ΜΥ1), το πρόσωπο που έδωσε στην αστυνομία την κατάθεση Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμήριου 4, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ΜΥ1 βρισκόταν στο σπίτι της κόρης του που είναι πλησίον του χώρου όπου συνέβη το ατύχημα. Ο ίδιος δεν είδε, λέει, το ατύχημα αλλά άκουσε τη σύγκρουση. Μετά τη σύγκρουση, είδε ένα νεαρό να βγαίνει από παράθυρο του αυτοκινήτου KRF 754 και να φεύγει από τη σκηνή. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΥ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 4, που θεωρήθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Δεύτερος μάρτυρας των Εναγομένων 2 ήταν η κα Μ. Παπαπέτρου (ΜΥ2), δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους
- Η ΜΥ1 παρουσίασε αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην ποινική υπόθεση 7918/10 με κατηγορούμενη την Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια 8Α και 8Β). Η ποινική αυτή υπόθεση αφορούσε κατηγορίες για παράλειψη καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης παροχής πληροφορίας σχετικά με την ταυτότητα οδηγού ή άλλου προσώπου ενώ της ζητήθηκε από αστυνομικό σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν.86/
- Κατά την ακρόαση, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης των μαρτύρων με γνώμονα το ότι η μαρτυρία τους πρέπει να κρίνεται στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2], αλλά και σε συνάρτηση με τα παραδεκτά γεγονότα. Έχω επίσης μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αναφορές στα διάφορα τεκμήρια γίνονται κατωτέρω στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, εξεταστή του επίδικου ατυχήματος, θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του αφού η αντεξέταση στόχευε στο να επεξηγήσει περαιτέρω τα ευρήματα του, τα δεδομένα της σκηνής και τα γεγονότα που περιέβαλλαν το επίδικο ατύχημα. Από την πλευρά μου, δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε λόγο για να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Συνεχίζοντας με την ΜΕ2, πρέπει να πω ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση με ευθύτητα και χωρίς καμία διάθεση υπεκφυγής. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας ανεξάρτητος, αντικειμενικός και αμερόληπτος, που κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Στρέφομαι στη μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ3) η οποία, κατά την κρίση μου, κατέθεσε με σταθερό και πειστικό τρόπο. Η πειστικότητα της μαρτυρίας της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δεν εντόπισα οποιαδήποτε πρόθεση να παραποιήσει τα γεγονότα ή να μην καταθέσει την αλήθεια. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση, χωρίς υπεκφυγές και, κατά την άποψη μου, με ειλικρίνεια. Η μαρτυρία της επομένως κρίνεται αξιόπιστη και αποδεκτή. Προβαίνω στην ίδια διαπίστωση σε σχέση με την πειστικότητα και ειλικρίνεια της μαρτυρίας του ΜΕ
- Η ευθύτητα και σταθερότητα της μαρτυρίας του, ιδιαίτερα όταν του τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν μόνο να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας, κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές. Επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αληθής. Δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω η μαρτυρία του ΜΥ1, που δεν αντεξετάστηκε, και ο οποίος ουσιαστικά περιορίστηκε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, Τεκμήριο
- Σε σχέση δε με τη ΜΥ2, η μαρτυρία της δεν κρίνεται βοηθητική αφού ουσιαστικά περιορίστηκε στην κατάθεση του Τεκμήριου
- Δεν μπορώ να αποδώσω καμία βαρύτητα στο Τεκμήριο 8, στο βαθμό τουλάχιστον που θα επηρέαζε ενδεχομένως το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Το Τεκμήριο 8 είναι αντίγραφο απόφασης άλλου Δικαστηρίου, σε ποινική υπόθεση, με σαφώς διαφορετικά επίδικα θέματα από την παρούσα, όπου το εκδικάζον Δικαστήριο κατέληξε σε αθώωση της κατηγορούμενης κατόπιν μη παραδοχής των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι η προσκομισθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με τη βάση αγωγής και τα επίδικα θέματα. Επί τούτου, ξεκινώ από τη βασική αρχή ότι η Ενάγουσα έχει υποχρέωση να αποδείξει τη βάση αγωγής της στον απαιτούμενο βαθμό, προσκομίζοντας μαρτυρία η οποία να είναι ικανή να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Συνεπώς, για να επιτύχει στις αξιώσεις της εναντίον της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα πρέπει να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το όχημα KRF 754 όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα. Πρέπει να αποδείξει επίσης ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αμέλεια της Εναγόμενης 1 και ότι οι ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη και διεκδικεί προκλήθηκαν από το ατύχημα. Υπενθυμίζω ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία σε σχέση με το ατύχημα αφού δεν υπήρχε κανένας αυτόπτης μαρτυράς. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με το ατύχημα είναι εξ' ακοής. Η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου απλά και μόνο γιατί είναι εξ ακοής αλλά αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την βαρύτητα και την αποδεικτική της αξία[3]. Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, περιλαμβανομένων βεβαίως και των παραγόντων που παρατίθενται στην παράγραφο
(2)του άρθρου 27, Κεφ.
- Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, «η Εναγόμενη
- οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRF 754 στη Λεωφ. Μενεού στο χωριό Κίτι της επαρχίας Λάρνακας με κατεύθυνση από το Μενεού προς το Κίτι. Κάτω από αδιευκρίνιστες περιστάσεις το όχημα της Εναγόμενης 1 με αριθμούς εγγραφής KRF 754 συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας.» Στις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε εκ υπαιτιότητας «της Εναγόμενης 1 και/ή του φιλικού της προσώπου και/ή του συγγενικού της προσώπου που οδηγούσε το όχημα KRF 754». Στρέφομαι, εν αρχή στη μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία κρίθηκε ως ανεξάρτητη[4] και αξιόπιστη. Η ΜΕ2 είναι η αστυφύλακας η οποία έλαβε τις δύο καταθέσεις (Τεκμήρια 5 και 6) από την Εναγόμενη 1 στα πλαίσια της διερεύνησης του ατυχήματος[5]. Η ΜΕ2 κατέθεσε ότι, στα πλαίσια της διερεύνησης του ατυχήματος από την αστυνομία ανακρίνοντας την Εναγόμενη 1, στις 18.8.2014 η τελευταία της είπε ότι δεν οδηγούσε εκείνη το αυτοκίνητο της όταν συνέβη το ατύχημα. Συνέχισε λέγοντας ότι, στις 20.8.2014, η Εναγόμενη 1 αναίρεσε τα όσα είχε πει αρχικά και της παραδέχτηκε ότι εκείνη ήταν η οδηγός του οχήματος εξηγώντας το λόγο για τον οποίο δεν είχε αναφέρει στην αρχή την αλήθεια. Η ΜΕ2 κατέγραψε τα όσα της ανέφερε η Εναγόμενη 1 στις καταθέσεις, Τεκμήρια 5 και 6, επιβεβαιώνοντας ότι οι αρχικές δηλώσεις της Εναγόμενης 1 μεταφέρθηκαν επακριβώς στις δύο αυτές καταθέσεις[6]. Σχετική είναι επίσης και η μαρτυρία της Ενάγουσας αναφορικά με τη συζήτηση που είχε με την Εναγόμενη 1 στον αστυνομικό σταθμό μετά το ατύχημα. Κατά τη διάρκεια της συζήτηση, υπενθυμίζω ότι η Εναγόμενη 1 της είπε αρχικά ότι δεν οδηγούσε η ίδια το αυτοκίνητο της αλλά μετά παραδέχτηκε ότι εκείνη ήταν η οδηγός. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της εν λόγω συζήτησης επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ4 ο οποίος ήταν παρών κατά τη συνομιλία εκείνη και άκουσε την Εναγόμενη 1 να προβαίνει στη συγκεκριμένη δήλωση. Σημειώνω ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και ο ΜΕ4 κρίθηκαν αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους έγινε αποδεκτή. Αναφορικά με τις καταθέσεις της Εναγόμενης 1, Τεκμήρια 5 και 6 σημειώνω ότι η πρώτη κατάθεση, Τεκμήριο 5, ουσιαστικά αναιρέθηκε από την Εναγόμενη 1 με τη δεύτερη κατάθεση, Τεκμήριο
- Στην δεύτερη αυτή κατάθεση, η Εναγόμενη 1 αναφέρει ότι η εκδοχή που είχε δώσει στην πρώτη κατάθεση δεν ήταν αληθινή, εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν είχε πει την αλήθεια και επιβεβαιώνει ότι η ίδια ήταν η οδηγός του οχήματος KRF 754 όταν έγινε το επίδικο ατύχημα. Συνυπολογίζω επίσης ότι η πλευρά των Εναγομένων 2 περιορίστηκε στο να υποβάλει τη θέση στους μάρτυρες της Ενάγουσας, ότι οδηγός του οχήματος KRF 754 δεν ήταν η Εναγόμενη
- Περιορίστηκε όμως η Υπεράσπιση μόνο στο να υποβάλει τη θέση αυτή χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει στις υποβολές της. Από τη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν η οδηγός του οχήματος KRF
- Στην κατάθεση του είχε πει ότι δεν είδε το ατύχημα, αλλά είδε μετά κάποιο νεαρό να εξέρχεται από παράθυρο του οχήματος KRF 754 και να τρέπεται σε φυγή. Δεν ρωτήθηκε αν αυτό ήταν το παράθυρο του οδηγού ή άλλο. Στη δε κατάθεση της, Τεκμήριο 6, η Εναγόμενη 1 εξηγεί ότι ο νεαρός αυτός ήταν κάποιος φίλος της ο οποίος ήταν μαζί της στο αυτοκίνητο όταν έγινε το ατύχημα και μαζί φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω όμως τονίζω και το εξής. Παρά τις σχετικές υποβολές τους στους μάρτυρες της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 2 δεν δικογραφούν τους ισχυρισμούς που προέβαλαν κατά το στάδιο την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας ότι οδηγός του οχήματος της Εναγόμενης 1 όταν συνέβη το ατύχημα δεν ήταν η ίδια πρόσωπο και ότι για το λόγο αυτό δεν έχουν ευθύνη έναντι της Ενάγουσας. Η έλλειψη δικογράφησης των ισχυρισμών αυτών είναι καθοριστική σε σχέση με το κατά πόσο η ταυτότητα του οδηγού του οχήματος KRF 754 είναι αμφισβητήσιμο ή επίδικο θέμα. Ουσιαστικό καθήκον του Δικαστηρίου στην εκδίκαση κάθε υπόθεσης που τίθεται ενώπιον του είναι η κατάληξη σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και την υπεράσπιση. Η υπαγωγή των ευρημάτων αυτών στις νομικές αρχές που διέπουν τα υπό κρίση ζητήματα οδηγεί και στο τελικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο πρέπει να καταλήγει σε ευρήματα με γνώμονα, πάντα, τα επίδικα θέματα. Όπως έχει νομολογηθεί, ο κάθε διάδικος, οφείλει να προβάλλει στα δικόγραφα του ισχυρισμούς αναφορικά με όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία συνθέτουν και θεμελιώνουν την βάση αγωγής ή την υπεράσπιση του αντίστοιχα[7]. Ο στόχος είναι, από τα δικόγραφα, να προκύπτει μια εικόνα της υπόθεσης που θα προωθήσει κατά την ακρόαση. Για να διασφαλιστεί ο σκοπός αυτός, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί δημιουργούν αντίστοιχες υποχρεώσεις στον κάθε διάδικο. Παραπέμπω συγκεκριμένα στη Δ.19 θ. 4, 11, 15 και 16 που προνοούν τα ακόλουθα τα οποία είναι σχετικά: «
- Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved.
- Every allegation of fact in any pleading, if not denied specifically or by necessary implication, or stated to be not admitted in the pleading of the opposite party, shall be taken to be admitted, except as against an infant, or person of unsound mind.
- It shall not be sufficient for a defendant in his defence to deny generally the grounds alleged by the statement of claim. but each party must deal specifically with each allegation of fact of which he does not admit the truth, except damages.
- When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances.» Επιπρόσθετα παραπέμπω στη Δ.21 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι: «.a defence in denial must deny such matters of fact, from which the liability of the defendant is alleged to arise, as are disputed; e.g., in actions for goods bargained and sold or sold and delivered, The defence must deny the order or contract, the delivery, or the amount claimed; in an action for money had and received, it must deny the receipt of the money, or the existence of those facts which are alleged to make such receipt by the defendant a receipt to the use of the plaintiff; and in an action on a bond in customary form the defence must set up some one or more of the grounds which may, under Part X of the Contract Law, Cap. 192, be set up as a defence.» Οι πιο πάνω διατάξεις δεικνύουν την καταλυτική σημασία της δικογραφίας στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων. Προσεγγίζω επομένως το περιεχόμενο της Υπεράσπισης των Εναγομένων 2, υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών και κανόνων. Οι Εναγόμενοι 2 στην Υπεράσπιση τους περιορίζονται να αναφέρουν ότι «αγνοούν και συνεπώς αρνούνται» όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Ενάγουσα σε σχέση με το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Τονίζω ότι πέραν αυτής της γενικής άρνησης, οι Εναγόμενοι 2 δεν προβάλλουν στην Υπεράσπιση τους κανένα απολύτως θετικό ισχυρισμό σε σχέση με το ατύχημα. Η γενική, αυτή, άρνηση από τους Εναγόμενους 2 όλων των ισχυρισμών της ειδικής οπισθογράφησης σε σχέση με τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες αμέλειας που περιέβαλλαν το επίδικο τροχαίο ατύχημα, τους στερεί το δικαίωμα να προβάλλουν οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό σε σχέση με το ατύχημα κατά την ακρόαση. Στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2, δεν περιλαμβάνεται κανένας ισχυρισμός που να προωθεί ή έστω να εισηγείται τη μεταγενέστερα υποβληθείσα θέση τους ότι το όχημα της Εναγόμενης 1 δεν οδηγείτο από την ίδια. Πρόκειται για ισχυρισμούς που πρόβαλλαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ακρόασης. Εάν η ταυτότητα του οδηγού αμφισβητείτο από τους Εναγόμενους 2, τότε θα έπρεπε να το δικογραφήσουν ώστε να καταστήσουν το θέμα επίδικο[8]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Γεώργιος Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investment Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 1991: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.» Επομένως, το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 οδηγούσε ή όχι το αυτοκίνητος της KRF 754 όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Συνακόλουθα, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση και αφορά την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος KRF 754 εξετάζεται και αξιολογείται με δεδομένη την απουσία προβολής θετικών ισχυρισμών από πλευράς της Υπεράσπισης των Εναγομένων 2 και στη βάση της δικογραφημένης γενικής άρνησης τους. Πέραν τούτου, χωρίς βεβαίως να εισηγούμαι ότι το γενικό βάρος απόδειξης της βάσης αγωγής δεν βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 2 περιορίστηκαν στο να υποβάλουν τη θέση τους και δεν παρουσίασαν καμία θετική μαρτυρία για να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς που έθεσαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς. Παραπέπτω σχετικά στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνη Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.
- Όπως επεξηγεί στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν πρέπει να συγχέεται το νομικό ή γενικό βάρος απόδειξης με το ειδικό ή αποδεικτικό βάρος. Το πρώτο βρίσκεται πάντα στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος αφορά το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για να υποστηρίξει ένα επίδικο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αποτέλεσμα της έλλειψης προβολής θετικών ισχυρισμών στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 σε συνάρτηση με την μη προσκόμιση από αυτούς οποιαδήποτε θετικής μαρτυρίας σε σχέση με την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος της Εναγόμενης 1, είναι ότι δεν έχουν καταφέρει να αποσείσουν το ειδικό βάρος απόδειξης σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Αναφορικά με το θέμα της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα, από την προσκομισθείσα μαρτυρία καταλήγω ότι αυτή βαραίνει αποκλειστικά την Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το αυτοκίνητο της Ενάγουσας βρισκόταν σταθμευμένο σε κόλπο λεωφορείων στη δεξιά πλευρά του δρόμου και το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, ενώ οδηγείτο στην λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση αντίθετη με τον κόλπο λεωφορείου, παρεξέκλινε της πορείας του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας (Τεκμήρια 1 και 2). Συγκεφαλαιώνοντας και συνυπολογίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα, με αποδεκτή, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία, έχει αποδείξει τη βάση αγωγής της στον απαιτούμενο βαθμό. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα αλλά και με τα παραδεκτά γεγονότα, οδηγούν στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Στις 18.8.2009 και περί ώρα 7μμ το αυτοκίνητο της Ενάγουσας με αριθμούς εγγραφής ΗΥΥ 557 βρισκόταν σταθμευμένο σε κόλπο λεωφορείων στη λεωφόρο Μενεού, στο Κίτι. (β) Την ίδια ημέρα και ώρα και στον ίδιο δρόμο, η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής KRF 754 και υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, αυτό παρεξέκλινε της πορείας του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. (γ) Το όχημα της Ενάγουσας υπέστη ζημιές συνεπεία της σύγκρουσης, όπως είναι παραδεκτό. (δ) Την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η Εναγόμενη
- Παραμείνει προς απόφαση το ζήτημα των αποζημιώσεων που διεκδικεί η Ενάγουσα. Υπενθυμίζω ότι η Ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή, €2.000 που αφορά ζημιές στο όχημα της, €400 ως έξοδα φύλαξης του οχήματος της και €85 έξοδα για την αστυνομική έκθεση. Υπενθυμίζω ότι κατά την ακρόαση έγιναν παραδεκτές ειδικές ζημιές ύψους €1.800 στο αυτοκίνητο της Ενάγουσας, με την Ενάγουσα ουσιαστικά να περιορίζει το αξιούμενο με την αγωγή αντίστοιχο ποσό, καθώς και €85 σε σχέση με την αστυνομική έκθεση. Επιπρόσθετα των ειδικών ζημιών που έγιναν παραδεκτές, η Ενάγουσα αξιώνει €400 ως «έξοδα φύλαξης του οχήματος της», οι οποίες αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους
- Αποτελεί βασική αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[9]. Προς απόδειξη της συγκεκριμένης ζημιάς που ισχυρίζεται ότι υπέστη και διεκδικεί, η Ενάγουσα παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Όπως ορθά επισήμανε η συνήγορος των Εναγομένων 2, στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 7, αναγράφεται ότι αφορά έξοδα φύλαξης του οχήματος για την περίοδο από 10.1.2009 μέχρι 18.10.
- Το επίδικο ατύχημα συνέβη στις 18.8.
- Η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει γιατί η περίοδος του Τεκμηρίου 7 ξεκινά σε ημερομηνία προγενέστερη του επίδικου ατυχήματος ούτε και να προσδιορίσει πιο ποσό, από το συνολικό ποσό των €400,20 του Τεκμηρίου 7 αφορά την περίοδο από το επίδικο ατύχημα και μετέπειτα. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη άμεση μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ή διευκρινίζει την αξίωση του συγκεκριμένου ποσού, ούτε και τον συντάκτη του τιμολογίου, Τεκμήριο
- Συνεπώς, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει με τον απαιτούμενο βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας την συγκεκριμένη αξίωση και δεν μπορεί να της αποδοθεί το συγκεκριμένο ποσό. Σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 2 έχω υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν96(Ι)/2000 που προβλέπει ότι: «
(1)..ο ζημιωθείς. αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπεύθυνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου.» Το αποτέλεσμα της πιο πάνω διάταξης είναι, εκ του νόμου, ουσιαστικά να υποκαθιστά η ασφαλιστική εταιρεία τον ασφαλισμένο οδηγό. Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Graham Thomas Preece v Εστία Ασφαλιστική & Αντασφαλιστική Εταιρεία Α.Ε.
(1991)1 Α.Α.Δ. 568 όπου, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας σε αντίστοιχες περιπτώσεις: «.Η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει ενοχή από αστικό αδίκημα. Τόσο η ασφάλιση των μηχανοκίνητων οχημάτων, όσο και η ενοχή των ασφαλιστικών εταιρειών για προσωπικές βλάβες τρίτου, επιβάλλονται από το νόμο. Η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του ασφαλιζόμενου είναι ενοχή εκ συμβάσεως ή από δικαιοπραξία.» Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την παραδοχή στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγόμενη 1, θεωρώ ότι θεμελιώνουν την ευθύνη των Εναγομένων 2 να αποζημιώσουν την Ενάγουσα για της ζημιές που υπέστη ένεκα της αμέλειας της Εναγόμενης
- Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει μερικώς την απαίτηση της και εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €1.885 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €1.
- Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.):.................. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Άρθρο 24, Κεφ. 9 [4] Άρθρο 27
(2)(δ), Κεφ. 9 [5] Άρθρο 27
(2)(στ), Κεφ. 9 [6] Άρθρο 27
(2)(ε), Κεφ. 9 [7] Ενδεικτικά, Homeros Courtis and Others v Panos Iasonides
(1970)1 CLR 180, Loucaides v C.D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 CLR 134, Παπακόκκινου κ.α. ν Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379, Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24 . Χαραλάμπους κ.ά. ν Κούτα
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 23 [8] Latifundia Properties Ltd v Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 [9] Σπύρου ν Χ'Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.298, Ηρακλέους ν Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο