Μαρίας Γεωργίου Διονυσίου κ.α. ν. Χριστάκης Χαμπή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1202/2009, 1743/2008, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1202/2009 Μεταξύ: Μαρίας Γεωργίου Διονυσίου Ενάγουσα και
- Χριστάκης Χαμπή
- Ευάγγελος Κναής Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 1743/2008 Μεταξύ: Χριστάκη Χαμπή Ενάγοντα και Μαρίας Γεωργίου Διονυσίου Εναγόμενης 9 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Μαρία Γεωργίου Διονυσίου/Αιτήτρια: κ. Μ. Χριστοδούλου για Γιάννη Πολυχρόνη & Μανώλη Χριστοδούλου Για Χριστάκη Χαμπή/Καθ΄ου η Αίτηση 1: κ. Γ. Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ευάγγελο Κναή/Καθ΄ου η Αίτηση 2: κ. Μ. Σοφοκλέους για Μάμας Χατζή Χριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση ημερομηνίας 17.3.2014 για ακύρωση και/ή παραμερισμό διαιτητικής απόφασης Με την παρούσα αίτηση (στο εξής η «Αίτηση») η Αιτήτρια ζητά την «ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10/01/2014» Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των υπό κρίση ζητημάτων, αναφέρω ότι στις 22.11.2010 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης των ως άνω αγωγών. Ακολούθησε στις 10.12.2010 αίτηση της Ενάγουσας στην αγωγή 1202/2009 και Αιτήτριας στην παρούσα, για παραπομπή των αγωγών σε διαιτησία και διορισμό του κ. Άντη Σφήκα ως διαιτητή. Το σχετικό διάταγμα παραπομπής των υποθέσεων σε διαιτησία εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 17.2.2011, οι υποθέσεις τέθηκαν εκτός πινακίου και δόθηκαν οδηγίες όπως η έκθεση του διαιτητή κατατεθεί στο Δικαστήριο μέχρι τις 20.9.
- Στις 7.12.2011 υπεγράφη από τους συνηγόρους όλων των μερών γραπτή δήλωση άρσης οποιαδήποτε παρατυπίας από το γεγονός ότι εκδόθηκε το διάταγμα παραπομπής σε διαιτησία πριν την υπογραφή της συμφωνίας διαιτησίας και την ένορκη δήλωση του διαιτητή. Ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας διαιτησίας και η ένορκη δήλωση από τον διαιτητή, μεταξύ άλλων, για την αποπεράτωση της διαιτησίας με κάθε λογική ταχύτητα και την έκδοση του πορίσματος αμερόληπτα. Στην πορεία, ο χρόνος αποπεράτωσης της διαδικασίας επεκτάθηκε κατόπιν σχετικών αιτήσεων. Ο διαιτητής εξέδωσε το πόρισμα του στις 16.12.2013 και αντίγραφο κοινοποιήθηκε στα μέρη στις 8.1.
- Στις 10.1.2014 το πόρισμα του διαιτητή υιοθετήθηκε στην ολότητα του από το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε αντίστοιχη απόφαση. Τα πιο πάνω προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Επανερχόμενη στην υπό κρίση Αίτηση, σημειώνω ότι αυτή εδράζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 άρθρα 9
(1), 9
(2), 10, 19, 20
(1),
(2), 23 και 24, στο Σύνταγμα άρθρα 23, 30 και 35, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρα 6 και 13, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 35, 36, 37 και 38, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-12, Δ.49 και Δ.64 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι η επίλυση των επίδικων διαφορών ανατέθηκε σε ειδικό ώστε να διεκπεραιωθεί με ταχύτητα και με τις γνώσεις εμπειρογνώμονα. Συνεχίζει αναφέροντας ότι ο διαιτητής επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην έκδοση του πορίσματος του και εξηγεί ότι ο λόγος που δεν έφερε ένσταση στις αιτήσεις για παράταση του χρόνου έκδοσης του πορίσματος ήταν διότι φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε περισσότερη καθυστέρηση μέχρι την εκδίκαση των υποθέσεων από το Δικαστήριο. Συνεχίζει αναφέροντας ότι μετά το πέρας της υπόθεσης ήρθε σε γνώση της ότι ο διαιτητής ήταν συμφοιτητής του Καθ΄ου η Αίτηση 2 και ότι «έψαξ[ε] και ρώτησ[ε] και τρίτα πρόσωπο και μου ανέφεραν ότι ο κος Σφήκας δεν είναι απλά συμφοιτητής του κου Ευάγγελου Κναή . αλλά διατηρούν και φιλικές σχέσεις πράγμα εντελώς απαράδεκτο». Αναφέρει ότι προς υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού επισυνάπτει και ένορκη δήλωση του δικηγόρου που την είχε εκπροσωπήσει στα πλαίσια της αγωγής. Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει λέγοντας ότι ο διαιτητής καθυστέρησε να ολοκληρώσει την διαδικασία της κατάθεσης γραπτών δηλώσεων και επιτόπιας εξέτασης της επίδικης οικοδομής. Αναφέρει επίσης ότι η απόφαση του διαιτητή είναι παντελώς αδικαιολόγητη και περιλαμβάνει αυθαίρετα συμπεράσματα και ότι ο διαιτητής ενήργησε εκτός των όρων εντολής του ασχολούμενος με νομικά θέματα. Στέκομαι στην ένορκη δήλωση του προηγούμενου δικηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος αναφέρει ότι πριν την παραπομπή των δύο αγωγών σε διαιτησία ενημερώθηκε γραπτώς από τον δικηγόρο του Καθ΄ου η Αίτηση 2 ότι ο προτεινόμενος, τότε, διαιτητής ήταν συμφοιτητής του Καθ΄ου η Αίτηση
- Αναφέρει ότι δεν ενημέρωσε σχετικά την Αιτήτρια καθ΄ ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. Μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, η Αιτήτρια έλαβε από τον προηγούμενο δικηγόρο της αντίγραφο του φακέλου στον οποίο εντόπισε την σχετική επιστολή. Όταν τον ρώτησε σχετικά, εκείνος, λέει, της εξήγησε ότι ο διαιτητής οφείλει να είναι αμερόληπτος και ακριβοδίκαιος και το γεγονός ότι ήταν συμφοιτητής του Καθ΄ου η Αίτηση 2 δεν δημιουργούσε πρόβλημα. Οι Καθ' ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην Αίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει πολυάριθμους λόγους ένστασης. Αναφέρω ενδεικτικά τη θέση του ότι η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε στις 16.12.2013 και όχι στις 10.1.
- Αναφέρει επίσης ότι στις 10.1.2014 εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί και επομένως κατέστη τελεσίδικη καθώς και ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται (estopped) από το να προωθεί την παρούσα Αίτηση αφού συναίνεσε στο διορισμό του διαιτητή, δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για την απομάκρυνση η αποπομπή του πριν την έκδοση της απόφασης του αλλά και ότι η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και άκυρη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ο οποίος επαναλαμβάνει και υποστηρίζει τους λόγους ένστασης που προβάλλονται. Αναφέρει επίσης ότι δεν υπάρχει διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10.1.2014 η οποία να μπορεί να παραμεριστεί ή ακυρωθεί με την παρούσα διαδικασία, ότι ο διαιτητής ενήργησε αμερόληπτα και ότι η απόφαση του είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 2 προβάλλει επίσης πολυάριθμους λόγους ένστασης. Ενδεικτικά και πάλι αναφέρομαι στην θέση του ότι δεν υπάρχει διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10.1.2014 παρά μόνο δικαστική απόφαση, ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και εκπρόθεσμη, ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται από το να προωθεί την παρούσα Αίτηση αφού ποτέ πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τη συμπεριφορά του διαιτητή και ότι ο διαιτητής δεν επέδειξε οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά. Στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η Αίτηση 2 που υποστηρίζει την ένσταση του, αυτός αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το γεγονός ότι ο διαιτητής ήταν συμφοιτητής του, είχε αποκαλυφθεί από τον ίδιο γραπτώς και εγκαίρως και δεν εγέρθηκε οποιαδήποτε ένσταση από την Αιτήτρια κατά το στάδιο εκείνο. Αναφέρει επίσης ότι δεν διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον διαιτητή και ότι ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι αστήριχτος. Κατά την ακρόαση, οι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις με εκτενή αναφορά στο φάκελο της υπόθεσης, τα γεγονότα, το πόρισμα του διαιτητή και τα νομικά ζητήματα που έχουν εγερθεί. Έχω βεβαίως μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης και των υπό κρίση θεμάτων. Έχω ήδη σημειώσει ότι η Αιτήτρια ζητά την «ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10/01/2014». Όπως προκύπτει από το φάκελο και όπως έχουν επισημάνει στις ενστάσεις τους οι δύο συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, δεν υπάρχει διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10.1.
- Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 16.12.
- Στις 10.1.2014 το Δικαστήριο, υιοθετώντας την διαιτητική απόφαση (όπως προνοούσε ρητά και η συμφωνία διαιτησίας που υπέγραψαν τα μέρη) εξέδωσε απόφαση ως το πόρισμα του διαιτητή. Επομένως, η μόνη απόφαση η οποία εκδόθηκε και φέρει ημερομηνία 10.1.2014 είναι η δικαστική απόφαση. Σημειώνω ότι η απόφαση του διαιτητή είχε κοινοποιηθεί στα μέρη εκ των προτέρων και η Αιτήτρια δεν προχώρησε με οποιοδήποτε διάβημα πριν τις 10.1.
- Η δικαστική απόφαση δεν μπορεί βεβαίως να ακυρωθεί ή παραμεριστεί με διαδικασία αυτού του τύπου αλλά μπορούσε να προσβληθεί μόνο με έφεση εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Αφού η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε, έχει καταστεί τελεσίδικη. Με δεδομένη την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η Αίτηση είναι ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Τα πιο πάνω προκαθορίζουν το αποτέλεσμα της Αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας όμως της απόφασης, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο η νομική βάση της Αίτησης θα μπορούσε να αποτελέσει έρεισμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 9 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Από το κείμενο και διατύπωση της διάταξης αυτής διαπιστώνεται ότι οι πρόνοιες της αφορούν την χρονική περίοδο πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση η διαιτητική διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί με την έκδοση του πορίσματος του διαιτητή στις 16.12.
- Το άρθρο 10 του Κεφ. 4 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να ορίζει σε ορισμένες περιπτώσεις διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτο διαιτητή και, πάλιν, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα Αίτηση, ενώ το άρθρο 19 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου για αναπομπή διαιτητικής απόφασης και επίσης δεν κρίνεται σχετικό. Οι πρόνοιες των άρθρων 23 και 24 του Κεφ. 4 αφορούν τα έξοδα της διαιτητικής απόφασης και τα χρονικά όρια για την έναρξη της διαδικασίας και δεν είναι βοηθητικές σε σχέση με τα υπό κρίση ζητήματα. Στέκομαι στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 το οποίο προνοεί ότι: «20
(1)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπά ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Η διάταξη αυτή παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να απομακρύνει διαιτητή και να ακυρώσει διαιτητική απόφαση όταν ο διαιτητής έχει επιδείξει κακή συμπεριφορά. Ο όρος «κακή συμπεριφορά» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 είναι αντίστοιχος του όρου «misconduct» που χρησιμοποιείτο στο άρθρο 23 του Αγγλικού Arbitration Act του 1950[1]. Τόσο η Αγγλική νομολογία[2], όσο και η Κυπριακή η οποία ουσιαστικά την ακολούθησε[3], έχουν ερμηνεύσει περιοριστικά και αυστηρά την πρόνοια αυτή. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση τόμος 2 στη σελ. 57 παράγρ. 126, όπου αναλύεται ο όρος «misconduct» ως λόγου παραμερισμού μιας διαιτητικής απόφασης στη βάση του Arbitration Act του 1950 που ίσχυε τότε: «
- What constitutes "misconduct." It is difficult to give an exhaustive definition of what amounts to misconduct on the part of an arbitrator or umpire. The expression is of wide import, including on the one hand bribery and corruption and on the other a mere mistake as to the scope of the authority conferred by the agreement of reference or a mere error of law appearing on the face of the award. ..if there has been irregularity in the proceedings, as, for example, where the arbitrator failed to give notice to the parties of the time and place of meeting, or where the agreement of reference required the evidence to be taken viva voce, and the arbitrator received affidavits, ...or where the umpire, after hearing evidence from both arbitrators, received further evidence from one without informing or hearing the other; if the arbitrator or umpire has failed to act fairly towards both parties, as, for example, by hearing one party and refusing to hear the other, or by taking instructions from or talking with one party in the a absence of the other, or by taking evidence in the absence of one party, or both parties, ..if the arbitrator or umpire refuses to state a special case himself or to allow an opportunity for an application to the Court to order a special case; if the arbitrator or umpire delegates any part of his authority whether to a stranger or to one of the parties, or even to a co-arbitrator; if the arbitrator or umpire accepts the hospitality of one of the parties such hospitality being offered with the intention of influencing his decision; ..or if he takes a bribe from either party." Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω διαπιστώσει ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που αναγνωρίζει η νομολογία ως ικανές ώστε να επέμβει το Δικαστήριο και να ακυρώσει διαιτητική απόφαση. Πρέπει επίσης να πω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτρια ότι η απόφαση του διαιτητή ήταν αναιτιολόγητη και εκτός των όρων εντολής του, επίσης δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Από το κείμενο του διαιτητικού πορίσματος, το οποίο έχω διεξέλθει με προσοχή, φαίνεται ότι ο διαιτητής είχε υπόψη του τις δικογραφημένες θέσεις, εξέτασε ενδελεχώς τη μαρτυρία που προσκόμισε η κάθε πλευρά, παραθέτει τα ευρήματα του και καταλήγει στη βάση αυτών στην απόφαση του. Πέραν των πιο πάνω, όπως λογικά προκύπτει, η δυνατότητα για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης παρέχεται μόνο πριν την έκδοση δικαστικής απόφασης. Μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, όπως στην παρούσα περίπτωση, ενδεχόμενη ακύρωση του πορίσματος του διαιτητή καθίσταται εκ των πραγμάτων άνευ αντικειμένου. Αυτό διότι ακόμα και αν η Αιτήτρια είχε ικανοποιήσει ότι δικαιούτο στο διάταγμα που ζητά, το γεγονός παραμένει ότι έχει εκδοθεί Δικαστική απόφαση στη βάση του πορίσματος του διαιτητή. Ενδεχόμενη ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια του άρθρου 20 του Κεφ. 4 (στην οποία η Αιτήτρια δεν δικαιούται εν πάση περιπτώσει) δεν θα συμπαρέσυρε βεβαίως τη δικαστική απόφαση η οποία παραμένει, τελεσίδικη, δεσμευτική και εκτελεστή. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, πρέπει επίσης να αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας για μη αμεροληψία του διαιτητή δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει αποδεκτοί. Προκύπτει από την ίδια την Αίτηση ότι η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε ενημερώσει την Αιτήτρια γραπτώς για το γεγονός ότι ο διαιτητής και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ήταν συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι είχε ενημερωθεί ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τότε την Αιτήτρια και όχι η ίδια προσωπικά δεν έχει καμία σημασία. Η Αιτήτρια εκπροσωπείτο από τον δικηγόρο της, οι πράξεις και ενέργειες του οποίου την δεσμεύουν πλήρως. Ο δικηγόρος της δεν θεώρησε ότι το γεγονός αυτό θα επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο ο διαιτητής θα εκτελούσε τα καθήκοντα του και δεν θεώρησε ότι μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα για το διορισμό του. Η Αιτήτρια δεσμεύεται και δεν μπορεί αν εγείρει τέτοιο ζήτημα στο παρόν στάδιο. Ο δε ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι «ενημερώθηκε από τρίτα πρόσωπα» ότι ο διαιτητής διατηρεί και φιλικές σχέσεις με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 προσέκρουσε στην ρητή άρνηση του Καθ΄ου η Αίτηση
- Πέραν αυτού, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η Αιτήτρια όφειλε να αναφέρει στο Δικαστήριο ποια ήταν αυτά τα τρίτα πρόσωπο, τι ενημέρωση είχε από αυτά και πότε. Χωρίς τις λεπτομέρειες αυτές, ο ισχυρισμός παραμένει γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Σημειώνω ότι το τεστ για τη διαπίστωση προκατάληψης είναι αντικειμενικό και αφορά στο ποια θα ήταν η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (reasonable man) και όχι ποια είναι η αντίληψη του προσώπου που προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό[4]. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι με τα στοιχεία που προβάλλει η Αιτήτρια, η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου είναι ότι ο διαιτητής ενήργησε με προκατάληψη εναντίον της και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση
- Για όλους του πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717 [2] Modern Engineering v Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep. 135, "Catalina" Owners v "Norma" Owners 61 LI.L. Rep. 360 [3] Roula Mohamed
(1998)1 Α.Α.Δ. 1304, A.N. Stasis Estates Co. Ltd v G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006 [4] Tracomin S.A. vs Gibbs Nathanael (Canada)
(1985)Vol. 1 Lloyds Rep. 586 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο