← Κύπρος

MINΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΛΙΤΑΔΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3003/2012, 9/9/2014

MINΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΛΙΤΑΔΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3003/2012, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3003/2012 Μεταξύ: MINΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΜΙΛΙΤΑΔΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενου 9 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Eνάγοντες/Αιτητές: κα Σ. Κουρουζίδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Κωνσταντίνου για Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 10.2.2014 για αποκλεισμό και/ή διαγραφή της ανταπαίτησης Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες ουσιαστικά διεκδικούν από τον Εναγόμενο ποσό €1.701,92 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου. Όπως προκύπτει από την ειδική οπισθογράφηση, οι Ενάγοντες παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στον Εναγόμενο δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Ο Εναγόμενος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα περί τις 8.3.2010 αναφορικά με το οποίο παρέλειψε, όπως ισχυρίζονται, να τους ενημερώσει εντός της συμφωνημένης προθεσμίας. Οι Ενάγοντες προέβησαν σε σχετική διευθέτηση και διακανονισμό με τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου που είχε εμπλακεί στο εν λόγω ατύχημα τον οποίο και αποζημίωσαν. Διεκδικούν δε το ποσό το οποίο κατέβαλαν, μαζί με επιπλέον δικηγορικά έξοδα που είναι η θέση τους ότι υπέστησαν, από τον Εναγόμενο. Με την Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος μαζί με τον Χάρη Ψαρόπουλο (ως εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες) καταχώρησαν και Ανταπαίτηση εναντίον των Ανδρέα Παντζιάρη, Πέτρο Παντζιάρη και Ύδρα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας 2 ήταν συνοδηγός του οχήματος του Εναγόμενου/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Οι Εναγόμενοι δι' Ανταπαιτήσεως 1 και 2 ήταν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης αντίστοιχα του άλλου οχήματος που ενεπλάκη στο ατύχημα και οι Εναγόμενοι δι' Ανταπαιτήσεως 3 είναι η ασφαλιστική τους εταιρεία. Με την Ανταπαίτηση, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες αξιώνουν από τους §Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1, 2 και 3 ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για το εν λόγω τροχαίο ατύχημα. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο αποκλεισμός ή/και η διαγραφή της ανταπαίτησης του Εναγόμενου ημερομηνίας 27.1.2014 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Γ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.21 θ.10, Δ.57 θ.2, Δ.19 θ.3 και 26, Δ.27 θ.3, Δ.48 θ. 1-9 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Καρόνια εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των Εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή αφορά συμφωνία για κάλυψη ασφάλισης έναντι τρίτου για το όχημα ΚΕΧ

  1. Ο Εναγόμενος, όπως λέει ο ενόρκως δηλών, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στις 8.3.2010 και παρέλειψε να ενημερώσει τους Ενάγοντες εντός της προθεσμίας που καθορίζετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με την αγωγή, εξηγεί, οι Ενάγοντες διεκδικούν από τον Εναγόμενο τα ποσά που επιβαρύνθηκαν σε σχέση με την παράλειψη τους αυτή. Συνεχίζει λέγοντας ότι η Ανταπαίτηση δεν έχει καμία συνάφεια με την εγερθείσα αγωγή καθώς αφορά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για το ατύχημα και από την Ανταπαίτηση, λέει, προκύπτει ότι δεν εγείρεται κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόντων που να σχετίζεται με το ρηθέν τροχαίο ατύχημα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση. Σημειώνω ότι η ένσταση - όπως αναγράφεται επ΄αυτής - αφορά την «Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 17/02-2014» για να σημειώσω ότι η υπό κρίση Αίτηση φέρει ημερομηνία 10.2.
  2. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι ότι: «α) Πλείστοι από τους ισχυρισμούς του Ανδρέα Δαμιανού που αναφέρονται στην Ένορκο Δήλωση του που υποστηρίζει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. β) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν είναι Dominus Litis στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου καθότι αυτή δεν στρέφεται εναντίων της. γ) Η Αίτηση της Ενάγουσας είναι, κακόπιστη και καταχρηστική που σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας και τη δημιουργία αχρείαστων δικαστικών δαπανών.» Πρέπει να σχολιάσω ότι υπό σημείο (α) γίνεται αναφορά σε ένορκη δήλωση κάποιου «Ανδρέα Δαμιανού». Όμως, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση έγινε από τον κ. Παντελή Καρόνια. Σε σχέση με αυτό καθώς και σε σχέση με την αναφορά στην ένσταση σε αίτηση ημερομηνίας 17.2.2014 σημειώνω ότι αυτές οι παρατυπίες ή λανθασμένες αναφορές ενδεχομένως να είναι θεραπεύσιμες δυνάμει της Δ.
  3. Όμως, η υποχρέωση για λήψη διορθωτικών μέτρων βρίσκεται στον ενδιαφερόμενο διάδικο και το Δικαστήριο δεν μπορεί, δυνάμει της Δ.64 να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις αυτεπάγγελτα[1]. Εφόσον επομένως οι παρατυπίες αυτές δεν έχουν διορθωθεί, παραμένουν. Πέραν των πιο πάνω, η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Μιντή, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η ανταπαίτηση δεν στρέφεται εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών. Συνεχίζει λέγοντας ότι το τροχαίο ατύχημα, το οποίο λέει ότι επεσυνέβη στις 8.3.2012 αλλά υποθέτω ότι εννοούσε 8.3.2010, είναι «ουσιαστικό γεγονός το οποίο δικογραφείται από την Αιτήτρια. Τα γεγονότα του εν λόγω ατυχήματος θα εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία και πιστεύω ότι θα αποτελέσουν και το κύριο θέμα της.» Αναφέρει επίσης ότι «θα ήταν άδικο και αντινομικό να δικαστούν δύο φορές τα εν λόγω γεγονότα από δύο διαφορετικούς δικαστές την στιγμή που στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας μπορεί αυτού να τελεσφορήσει.» Πρέπει να σημειώσω ότι η ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει καθόλου τους λόγους ένστασης (α) και (γ) αφού δεν γίνεται καμία αναφορά στα σημεία που η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης δεν παρατίθεται κανένα γεγονός του να υποστηρίζει τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση για κακοπιστία ή κατάχρηση από πλευράς των Αιτητών. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι δεν προβάλλεται κανένας λόγος ένστασης από αυτούς που αναγνωρίζει η νομολογία ως ικανούς λόγους να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα σε αιτήσεις αυτής της φύσης. Κατά την ακρόαση, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει τον αποκλεισμό μιας Ανταπαίτηση εδράζεται στη Δ.21 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί ότι: «Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counter-claim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded.» Η Δ.21 θ.10 είναι αντίστοιχη με την 0.21,r.15 των παλαιών αγγλικών Θεσμών και σύμφωνα με το Annual Practice του 1958 σελ. 506-507, δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να αποκλείσει την Ανταπαίτηση, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι θα επέφερε μη αναγκαία ή μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ή ότι εκδίκαση της Ανταπαίτησης θα επέφερε αμηχανία ή άλλως πως δυσχέρεια στον αντίδικο. Η Δ.21 θ.10 δεν καθορίζει ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και, επομένως, σχετική καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)

(1992)1 A.A.Δ 710[2] όπου τονίσθηκε ότι σκοπός της σχετικής διάταξης είναι να επιτρέψει στο Δικαστήριο να διαφυλάξει την καλή απονομή της δικαιοσύνης που συναρτάται στην απρόσκοπτη, κατά το δυνατό, διεκπεραίωση της δίκης. Η Ανταπαίτηση μπορεί να αποκλειστεί σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης, η εκδίκαση της μαζί με την απαίτηση δεν θα ήταν πρόσφορη (expedient) ή θα προκαλούσε δυσχέρεια (inconvenience) στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Σημειώνω ότι δεν είναι ανάγκη να υπάρχει πάντα συνάφεια μεταξύ των επιδίκων θεμάτων της αγωγής και της ανταπαίτησης και ότι η σχετικότητα ή συνάφεια των επιδίκων θεμάτων δεν αποτελεί ανελαστικό παράγοντα ή κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Όπως τονίσθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Σιακόλας (ανωτέρω) το κυρίαρχο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την απαίτηση καθώς και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον Ενάγοντα λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων. Καθοριστικής σημασίας για τον αποκλεισμό Ανταπαίτησης, επισημάνθηκε, είναι επίσης το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από μεταγενέστερη νομολογία[3]. Εφαρμόζοντας τις κατευθυντήριες αυτές αρχές στην υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώνω κατ' αρχήν ότι δεν υπάρχει καμία συνάφεια μεταξύ της απαίτησης και της ανταπαίτησης. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η απαίτηση αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ενώ η ανταπαίτηση γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που διεκδικούνται εναντίον του οδηγού, του ιδιοκτήτη και των ασφαλιστών του άλλου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου. Όπως αναφέρεται επίσης ρητά και στην ένορκη δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση, «η ανταπαίτηση του Εναγόμενου Μιλτιάδη Ψαλιδόπουλου , Εναγόμενου-Ενάγοντα εξ αντπαιτήσεως 1 δεν στρέφεται εναντίων της Αιτήτριας αλλά εναντίον των Εναγόμενων εξ ανταπαιτήσεως 3.» Πέραν τούτου, η εντύπωση που έχω αποκομίσει από την δικογραφία είναι ότι τα ζητήματα που εγείρονται με την απαίτηση είναι συγκεκριμένα, περιορισμένου εύρους και ικανά να δικαστούν με την προσκόμιση σχετικά μικρής μαρτυρίας, τόσο σε αριθμό μαρτύρων όσο και σε έκταση. Αντίθετα, από την Ανταπαίτηση προκύπτει ότι η εκδίκαση των θεμάτων που εγείρονται προϋποθέτει την κατάθεση στο Δικαστήριο μεγάλου αριθμού μαρτύρων που θα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες, τον εξεταστή του ατυχήματος, εκτιμητών για τις ισχυριζόμενες υλικές ζημιές των εμπλεκομένων αυτοκινήτων καθώς και ιατρών. Προκύπτει αναπόδραστα ότι η εκδίκαση μιας σχετικά απλής και σύντομης, από άποψη μαρτυρίας υπόθεσης (στο βαθμό βεβαίως που μπορεί κάποιος να κρίνει στο στάδιο αυτό), θα καταστεί μια μακρά διαδικασία που θα απαιτήσει πολλαπλάσιες δικασίμους και πολλαπλάσιο κόστος για να διεκπεραιωθεί. Αυτό θα έχει ως επιπρόσθετο και αναπόδραστο αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της αξίωσης των Εναγόντων, αφού πέραν από το χρόνο που θα απαιτηθεί για σκοπούς της ακρόασης, λαμβάνω υπόψη ότι δεν έχουν ανταλλαγεί ακόμα δικόγραφα με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. Λαμβάνω επίσης υπόψη για την κατάληξη μου, ότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί στο ενωρίτερο δυνατό στάδιο και αμέσως μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης[4]. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις συνηγορούν, κατά την άποψη μου, στο ότι στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση και η ανταπαίτηση δεν θα ήταν πρόσφορο (expedient) ή ευχερές (convenient) να συνεκδικαστούν. Σημειώνω παρενθετικά ότι η πλευρά των Αιτητών προώθησε ως ένα ακόμα λόγο αποκλεισμού της Ανταπαίτησης το ότι αυτή αφορά αγωγή για αποζημιώσεις συνεπεία αστικού αδικήματος ενώ το όποιο αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί καθ' ότι παρήλθε η νομοθετικά καθορισμένη προθεσμία των τριών ετών από το τροχαίο ατύχημα[5]. Αναφέρω σχετικά ότι το τροχαίο ατύχημα φαίνεται να συνέβηκε στις 8.3.2010 και η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 27.1.2014. Δεν εξετάζω το επιχείρημα αυτό καθότι το ζήτημα ενδεχόμενης παραγραφής δεν συνιστά λόγο αναγνωρισμένο από τη νομολογία για τον οποίο μπορεί να διαταχθεί αποκλεισμός δυνάμει της Δ.21 θ.10. Πρόκειται βεβαίως για θέμα το οποίο θα εξεταστεί τον κατάλληλο χρόνο, εκτός των πλαισίων της παρούσας αίτησης Επομένως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα αποκλεισμού της Ανταπαίτησης από την παρούσα αγωγή. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Πετράχου ν Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, Οικονομίδου ν Φλουρέντζου Χριστοδούλου & Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157 [2] Σχετικές επίσης οι Said Galip v Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R. 129, Pilavachi & Co Ltd v International Chemical Company Ltd
(1965)1 C.L.R. 97 [3] Ενδεικτικά Athina Learthergoods Ltd v Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ 787, G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v 1. Αδάμου Φαρκονά κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ. 63. [4] Said Galip v Umit Suleyman etc
(1963)2 C.L.R. 129, Χριστόδουλος Πελετιές ν Fayek Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 535 [5] Άρθρο 68, Κεφ. 148 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.