← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ελένης Πιερή, Αρ. Αγωγής: 3278/13, 29/4/2014

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ελένης Πιερή, Αρ. Αγωγής: 3278/13, 29/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3278/13 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και Ελένης Πιερή Εναγομένης -------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20/01/2014 για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 29 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κος Μουαϊμης Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κος Λουκαϊδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την αίτηση της αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται το διάταγμα, ημερομηνίας 05/11/13, με το οποίο δόθηκε άδεια για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη μητέρα της Εναγόμενης καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη μητέρα της Εναγόμενης. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.16 θ.9, Δ.2 θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.39 θ.2, Δ.48 θ.1, 2, 3, 8

(4), 9, 11, 12 και 13 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 47 των περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος στην Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της μητέρας της Εναγομένης κας Γιαννούλας Πιερή, η οποία κατέγραψε ότι στις 08/01/14 της είχε επιδοθεί η Αγ. Αρ. 3278/13, που αφορά τη θυγατέρα της, η οποία είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου από το Μάρτιο του
  1. Η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί έντονα αλλά παρά τη διαμαρτυρία της ο επιδότης επέμενε στην παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος. Σύμφωνα με την ομνύουσα η ίδια Έκθεση Απαίτησης είχε καταχωριστεί ξανά το 2004 και είχε γίνει προσπάθεια από την Ενάγουσα για επίδοση εκείνης της αγωγής τόσο στην ίδια καθώς και στο σύζυγό της πλην όμως όταν ενημερώθηκε η Ενάγουσα ότι η κόρη της ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού εγκατέλειψαν την προσπάθεια επίδοσης. Κατά ή περί τον Μάιο του 2013 είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά μια υπάλληλος των Εναγόντων, η οποία την είχε ρωτήσει κατά πόσο διέμενε μαζί της η θυγατέρα της και η ίδια της απάντησε αρνητικά εξηγώντας της ότι η θυγατέρα της διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο από το
  2. Η Ενάγουσα γνώριζε ότι η Εναγόμενη, θυγατέρα της, είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού από το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής καθώς και κατά το χρόνο επίδοσής της. Σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της, λόγω ακριβώς αυτής της γνώσης, η Ενάγουσα όφειλε να ενεργοποιήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται για την επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με την ομνύουσα η ίδια δεν έχει συχνή επικοινωνία με τη θυγατέρα της και η επικοινωνία της είναι από τυπική έως ελάχιστη. Συνεπακόλουθα, οι οποιεσδήποτε αναφορές στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση είναι αβάσιμες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα αντιμετώπισε την Αίτηση με την καταχώριση Ένστασης. Στην Ένσταση κατεγράφησαν επτά λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Η αγωγή δεν προτίθετο να επιδοθεί στην Εναγόμενη αλλά στην Κύπρο, η Γιαννούλα Πιερή έχει σταθερή και συνεχή επικοινωνία με την Εναγόμενη ως μητέρα της και οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι αβάσιμοι και άσχετοι, η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση μπορεί να γίνει εξ πάρτε, η Εναγόμενη καταχώρισε εμφάνιση η οποία είναι κανονική αφού δεν μπορεί να καταχωριστεί εμφάνιση υπό όρους χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και ότι η αγωγή έχει περιέλθει σε γνώση της Γιαννούλας Πιερή γι' αυτό και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η 'Ενσταση βασίστηκε στη Δ.16 θ.9, Δ.2 Θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.39 θ.2, Δ.48 θ.1, 2, 3, 8
(4), 9, 11, 12 και 13 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος στην Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία, στις συμφυείς, εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Άννας Λακκοτρίπη, υπαλλήλου της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με την ομνύουσα η συγκεκριμένη αγωγή δεν επρόκειτο ούτε και πρόκειται να επιδοθεί στην Εναγόμενη αλλά στην Κύπρο. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Γιαννούλας Πιερή και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι υπάρχει σταθερή και συνεχής επικοινωνία της Γιαννούλας Πιερή με την Εναγόμενη. Καταλήγει δε ότι η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση η οποία είναι κανονική γιατί δεν μπορεί να καταχωριστεί εμφάνιση υπό όρους χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Μουαΐμης στη γραπτή του αγόρευση ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν τρεις τρόποι καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται και η καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία μαζί με την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος χωρίς τη λήψη, προηγουμένως, της άδειας του Δικαστηρίου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Ενάγουσα γνώριζε ότι η Εναγόμενη διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό οπόταν, σύμφωνα με τους Θεσμούς, θα έπρεπε να είχε λάβει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και για επίδοση του, του κλητηρίου εντάλματος, εκτός δικαιοδοσίας. Με αναφορά στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι η οποιαδήποτε επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί. Ο κ. Λουκαϊδης στη γραπτή του αγόρευση υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της κας Λακκοτρίπη και ισχυρίστηκε ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις υποθέσεις για τις οποίες εφαρμόζεται η Δ.2 Θ.
  1. Επιπρόσθετα ήταν η θέση του ότι η υπό κρίση αίτηση είχε καταχωριστεί από την ίδια την Αιτήτρια οπόταν η ίδια η Αιτήτρια είχε λάβει γνώση της συγκεκριμένης αγωγής και δεν μπορεί να δηλώνεται ότι η σχέση μεταξύ μητέρας και Εναγομένης είναι ανύπαρκτη. Η Αίτηση εκδικάστηκε στη βάση των εκατέρωθεν κατατεθεισών ενόρκων δηλώσεων, αφού, παρόλο που είχε επιδιωχθεί η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην Αίτηση και είχε εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασής της τελικά η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση δήλωσε ότι εγκατέλειψε το αίτημα αντεξέτασης της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση βασίστηκε μεταξύ άλλων στην Δ.16 θ.9, η οποία είναι ταυτόσημη με την O.12 r.30 των Αγγλικών «Rules of the Supreme Court» του
  2. Αποσκοπεί στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανών ενστάσεων όσον αφορά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθώς και όσον αφορά σε αντικανονικότητα και ελαττώματα στην έκδοση του κλητηρίου εντάλματος ή στην επίδοσή του. Τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να παραμένουν εκκρεμή. Ο εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το κλητήριο ένταλμα καθώς και ο εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η επίδοσή του πάσχει από ελάττωμα ή αντικανονικότητα, δικαιούται να ζητήσει, κατά προτεραιότητα, τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του, αναλόγως. Δυνατότητα σε εναγόμενο να αιτηθεί παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του προνοεί η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «Ένας εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ΄ αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Στο Annual Practice του 1950 σχετικά με την Δ.12 θ.30 που είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.16 θ.9 αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 144: «The term "conditional appearace" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction . . . ...». Κάτω από τον τίτλο "Effect of Conditional Appearance" αναφέρονται επίσης τα εξής: «A conditional appearance or appearance under protest is a complete appearance to the action for all purpose, subject only to the right reserved by the defendant to apply to set aside the writ or the service thereof, on any ground which he can sustain. A defendant has the right to appear conditionally where he has a bona fide intention to dispute the jurisdiction of the Court . . The plaintiff is barred from taking any step based on the appearance». Οι ενέργειες του οπουδήποτε εναγόμενου πρέπει να είναι άμεσες. Αυτός δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει διαταγή του Δικαστηρίου επιτρέπουσα την καταχώριση εμφάνισης υπό όρους, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή για τον παραμερισμό της επίδοσής του. Δικαιούται, επίσης, να υποβάλει τέτοια αίτηση ταυτοχρόνως με την καταχώριση εμφάνισης υπό όρους. Εάν ο εναγόμενος δεν ενεργήσει με αυτόν τον άμεσο τρόπο τότε θεωρείται πως αυτός δέχθηκε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το κλητήριο ένταλμα ή δέχθηκε πως το κλητήριο ένταλμα εξεδόθηκε και του επιδόθηκε κανονικά και χωρίς ελάττωμα, αναλόγως (G. J. Magdon Ltd ν. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ 2064, Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν.Landroke P/C
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090). Στην προκειμένη περίπτωση καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 16/01/2014 χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και στις 20/01/2014 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης δεν κρίνω πως είναι ικανό να έχει, στην υπό εξέταση περίπτωση, την καταλυτική επίδραση που είχε παρόμοια παράλειψη στην υπόθεση G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd που πιο πάνω μνημονεύεται. Οι δύο περιπτώσεις είναι εντελώς διάφορες. Δεν καταδεικνύει, αφ εαυτού, απεμπόληση του δικαιώματος που απορρέει από την υπό αίρεση εμφάνιση, δηλαδή πρόθεση αμφισβήτησης της επίδοσης και ούτε αποκαλύπτει κωλυσιεργία ή υπέρμετρη καθυστέρηση ή κατάχρηση διαδικασίας, στοιχεία που ήταν εμφανή στην υπόθεση Magdon, πιο πάνω. Θεωρώ ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης υποβολής της υπό κρίση αίτησης. Καταλήγω λοιπόν ότι το γεγονός και μόνο πως η επίδικη αίτηση δεν καταχωρίστηκε μαζί με ή πριν την εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και δεν διέπεται από οδηγίες του δικαστηρίου, δεν την καθιστά, αυτόματα και δίχως άλλο, παράτυπη και απορριπτέα. Οπόταν, η θέση της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν μπορεί να καταχωριστεί εμφάνιση υπό όρους χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ευσταθεί αφού δεν υποστηρίζεται από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης που αφορά ότι «Η παρούσα αγωγή ούτε επρόκειτο ούτε και πρόκειται, ..... να επιδοθεί στην Εναγόμενη αλλά στην Κύπρο.», θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι πρωταρχική προτεραιότητα είναι η προσωπική επίδοση στον Εναγόμενο και εκεί όπου αυτός δεν ανευρίσκεται τότε επιζητείται η υποκατάστατος επίδοση. Η Ενάγουσα γνώριζε από το 2004 ότι η Εναγόμενη βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν έπραξε οτιδήποτε για να την εντοπίσει αλλά αντίθετα υποστήριξε, στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, ότι το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει για αυτό και δεν της είχε επιδοθεί. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης αφορούν σε γεγονότα ήτοι ότι η Γιαννούλα Πιερή έχει επικοινωνία με την Εναγόμενη λόγω του ότι είναι μητέρα της και ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει, η κα Γιαννούλα Πιερή, είναι αβάσιμοι και άσχετοι. Όμως, η κα Γιαννούλα Πιερή δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, όπως αυτοί έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση δεν απάντησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στους εν λόγω ισχυρισμούς, ούτε και αντεξέτασε την ομνύουσα για τα θέματα αυτά, ιδιαίτερα της έλλειψης επικοινωνίας με την θυγατέρα της , με αποτέλεσμα (στα πλαίσια της αίτησης πάντοτε) η συγκεκριμένη θέση να παραμένει αναντίλεκτη σε επίπεδο μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Δηλαδή, ο ισχυρισμός ότι η επικοινωνία της κας Γιαννούλας Πιερή με την Εναγόμενη είναι τυπική έως ανύπαρκτη δεν μπορεί παρά να γίνει αποδεκτός. Με αυτά τα δεδομένα καταρρίπτεται η θέση της Ενάγουσας ότι η υποκατάστατος επίδοσης θα γνωστοποιούσε στην Εναγόμενη της αγωγή. Με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη έλαβε γνώση της αγωγής. Επιπρόσθετα έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις, όπου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει πάνω στα στοιχεία που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάζει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμα και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχθούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο. (Βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669). (Βλ. Attorney-General and Another v. Savvidis (No.2)
(1989)1 C.L.R. 349). Εδώ θέλω να παρατηρήσω πως η επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Ενάγουσας- Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί ή θέλει να αγνοήσει πώς τα πράγματα ξεκινούν πολύ πιο πίσω, από το 2004, όπου εναντίον της Εναγόμενης είχε καταχωριστεί αγωγή χωρίς να μπορεί να της επιδοθεί λόγω του ότι ήταν στο εξωτερικό και όχι γιατί το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε, όπως καταγράφεται στην παράγραφο 9 του Κλητηρίου Εντάλματος. Αυτή ήταν η θέση της κας Γιαννούλας Πιερή, η οποία θέση δεν αμφισβητήθηκε. Είχαν και τότε γίνει προσπάθειες να αφεθεί το κλητήριο ένταλμα στους γονείς της αλλά ανεπιτυχώς. Στο σύγγραμμα «The Annual Practice 1958,» σελ. 200-1, αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής περιπτώσεις παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος λόγω αντικανονικότητας και/ή ελαττώματος στην έκδοση ή στην επίδοσή του:
(1)Το πρωτότυπο κλητήριο δεν επεδείχθηκε στον εναγόμενο παρά το ότι αυτός ζήτησε να το δει.
(2)Το κλητήριο, το οποίο επιδόθηκε στην αλλοδαπή, δεν ήταν οπισθογραφημένο με την σημείωση που προβλέπεται.
(3)Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η διεύθυνση του εναγομένου ο οποίος διέμενε εκτός δικαιοδοσίας.
(4)Διατάχτηκε η υποκατάστατη επίδοση σε εναγόμενο ο οποίος βρισκόταν στην αλλοδαπή ο οποίος, όμως, δεν μπορούσε νομίμως να δεχθεί επίδοση. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται και οι εξής περιπτώσεις παραμερισμού της επίδοσης κλητηρίου:
(1)Το κλητήριο επιδόθηκε σε αλλοδαπό ο οποίος διέμενε προσωρινώς εντός δικαιοδοσίας, όταν η διαμονή του αυτή υπήρξε το αποτέλεσμα δόλιας παρότρυνσής του για να καταστεί δυνατή η επίδοση.
(2)Το κλητήριο επιδόθηκε εντός δικαιοδοσίας σε πρόσωπο το οποίο πείσθηκε, με τη χρήση δόλου, να επισκεφθεί την επικράτεια για να καταστεί δυνατή η επίδοση. Ισχύει η τρίτη περίπτωση δηλαδή ότι στο κλητήριο δεν αναφέρεται η διεύθυνση της Εναγόμενης, η οποία διαμένει εκτός δικαιοδοσίας από το 2002 αλλά μια άγνωστη διεύθυνση που δεν είναι ούτε της μητέρας της αφού η μητέρα της διαμένει στην Ορμήδεια ενώ η διεύθυνση που αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα καταγράφει Αυγόρου. Στην υπό κρίση περίπτωση η λήψη του διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση στην μητέρα της Εναγόμενης είχε γίνει με παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, ημερομηνίας 18/09/13, η κα Λακκοτρύπη είχε ορκιστεί ότι η μητέρα της Εναγόμενης ήταν έτοιμη να παραλάβει τα δικόγραφα καθώς επίσης και ότι έχει τακτική επικοινωνία μαζί με την Εναγόμενη. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν αφού η θέση της κας Γιαννούλλας Πιερή είναι εκ διαμέτρου αντίθετη, δηλαδή ότι δεν είχε δηλώσει προθυμία να παραλάβει τα δικόγραφα γιατί δεν έχει επικοινωνία με την θυγατέρα της και ότι όταν της τηλεφώνησε υπάλληλος της Ενάγουσας την είχε ενημερώσει ότι η Εναγόμενη απουσίαζε στο εξωτερικό, θέση η οποία παρέμεινε ακλόνητη λόγω έλλειψης αντεξέτασης. Υπάρχει ένας δεύτερος λόγος εξίσου σημαντικός για τον οποίον η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει αναφερθεί και στην απόφαση Φραγκέσκου κ.α. ν. Χρ. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, στην οποία είχε επιτραπεί επίδοση εγγράφων εντός δικαιοδοσίας στην περίπτωση που ο εναγόμενος ήταν εκτός δικαιοδοσίας, αυτή είναι δυνατή όταν αποδεικνύεται ή υπάρχει ισχυρή ένδειξη ότι ο εναγόμενος αποφεύγει την επίδοση. Σκοπός είναι πάντοτε, μέσα από τις ορθές διαδικασίες, η αγωγή να γνωστοποιηθεί δεόντως στον εναγόμενο. Στην ίδια υπόθεση έγινε αναφορά και στην απόφαση Philippou v. Philippou
(1968)1 C.L.R689, η οποία έθεσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γίνεται επίδοση εντός δικαιοδοσίας όταν ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη αποφεύγει την επίδοση. Στη Philippou v. Philippou (ανωτέρω) το Εφετείο έκρινε ότι: «Η Δ.6 δεν συνεπάγεται ένα απλό θέμα διαδικασίας αλλά επέκταση της δικαιοδοσίας. Δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατη επίδοση εντός της δικαιοδοσίας εάν, κατά το χρόνο της έκδοσης του κλητηρίου, δεν μπορούσε κατά το νόμο να επιτευχθεί έγκυρη προσωπική επίδοση γιατί ο εναγόμενος δε βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας (Porter v. Freudenberg [1915] 1 K.B. 857, 887-888).» Στο Annual Practice, 1960, σελ. 1977, με αναφορά στις υποθέσεις Fry v. Moore [1889] 23Q.B.D. 395, Wilding v. Bean [1891] 1 Q.B. 100, De Bernales v. New York Herald [1893] 2Q.B. 97 και Worcester City Banking Co. v. Firbank [1894] 1 Q.Β. 784 υποδεικνύεται ότι αν ο εναγόμενος ήταν εκτός δικαιοδοσίας κατά το χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και δεν είχε δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι παρεχόταν πάντοτε στην Ενάγουσα - Αιτήτρια η ευχέρεια επίδοσης της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, όπως προνοείται στον Κοινοτικό Κανονισμό 1393/2007. Ουδεμία προσπάθεια φαίνεται να έγινε για επίδοση στην Εναγόμενη προσωπικά. Με τον τρόπο που έτυχαν χειρισμού τα θέματα αυτά διαπιστώνεται ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9, κάτι που αποβαίνει μοιραίο τόσο για το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης όσο και για την επίδοση καθ' αυτήν. Θεωρώ άλλωστε ότι το θέμα είναι ουσιαστικής σημασίας αφού με προσωπική επίδοση, που στην προκειμένη περίπτωση θα σήμαινε εφαρμογή του Κοινοτικού Κανονισμού 1393/2007, θα ετίθεντο σε εφαρμογή πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού. Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω καταλήγω ότι η αίτηση, όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα υπό παραγράφους Α, Β και Γ αυτής θα πρέπει να πετύχει. Σε σχέση με το αιτητικό Δ της Αίτησης δεν μπορεί να ακυρωθεί το Κλητήριο Ένταλμα γιατί δεν υπάρχουν γεγονότα που να υποστηρίζουν τέτοια κατάληξη. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 05/11/13 με το οποίο είχε επιτραπεί η υποκατάστατη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στην μητέρα της Εναγόμενης και διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται ή /και παραμερίζεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στην μητέρα της Εναγόμενης. Αναπόφευκτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ήτοι τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.