ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ & ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. MARICASA ESTATE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4206/2013, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4206/2013 Μεταξύ: ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ & ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων/Αιτητών και MARICASA ESTATE LIMITED Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 4.3.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης 9 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χριστοδουλίδης για Νέστορα Νικηφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.11.2013 οι Ενάγοντες/Αιητές καταχώρησαν ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων: «(A) Ποσόν €79.911,50- ως χρέος οφειλόμενο ή και ως ισάξιο του πιστοποιητικού και διατακτικού πληρωμής ημερομηνίας 28.6.2011 ή και ως αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία ή και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό ή και άλλως πως. (Β) Ειδικές αποζημιώσεις €970- σύμφωνα με την παράγραφο 21(α) και (β). (Γ) Τόκους υπερημερίας επί του ποσού των €79.911,50 σύμφωνα με το Νόμο 73(Ι)/
- (Δ) Νόμιμο τόκο, (Ε) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον τα πραγματικά έξοδα της επίδοσης.» Στις 4.3.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν: «
- Συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων ως η αξίωσις εις την έκθεση απαιτήσεως, καθ΄ ότι στερείται υπερασπίσεως.
- Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 θ. 1-9, στην Δ.48 θ.1-4 και 9, στη Δ.64, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Παναγιώτη Αγησιλάου. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Συνοπτικά, στην ένορκη του δήλωση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ως εργολάβοι και οι Εναγόμενοι ως εργοδότες, στις 27.1.2009, συνήψαν συμφωνία ανέγερσης μιας πολυκατοικίας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει. Αναφέρει ότι κατά την πορεία των εργασιών συμφωνήθηκαν τροποποιήσεις στα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια από τα οποία προέκυψε κόστος πέραν του προβλεπόμενου στη συμφωνία. Αναφέρει επίσης ότι σε κάποιο στάδιο, οι Εναγόμενοι αποφάσισαν τον τερματισμό των εργασιών. Τότε, συνεχίζει, εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου στις 28.6.2011 τελικό διατακτικό για το ποσό των €75.911,50 και, στις 24.8.2011 αντίστοιχο τιμολόγιο για το ίδιο ποσό από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους. Στις 28.6.2011 εκδόθηκε, λέει, από τον αρχιτέκτονα πιστοποιητικό τελικής παραλαβής του έργου. Το πιο πάνω αξιούμενο ποσό, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, παραμένει απλήρωτο και το αξιώνουν με την αγωγή τους. Πέραν του ποσού αυτού, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό €20 ως ειδικές αποζημιώσεις που αφορούν τα έξοδα επίδοσης προς τους Εναγόμενους επιστολής ημερομηνίας 21.11.
- Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης, αναφέρει, τόκους υπερημερίας επί του ποσού των €75.911,50 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.73(Ι)/2003 καθώς και νόμιμο τόκο, έξοδα, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Τέλος αναφέρει την πεποίθηση του ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση στις 12.5.
- Προβάλλουν μεγάλο αριθμό λόγων ένστασης του οποίους συνοψίζω ως εξής: (α) Οι Εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (γ) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν γίνεται από αρμόδιο πρόσωπο. (δ) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ελλιπής, παραπλανητική και δεν υποστηρίζει τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν. (ε) Οι Ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας Μαρίνας Γεωργίου, διευθύντριας των Εναγομένων και πλήρως εξουσιοδοτημένης, όπως λέει, να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται στην ένορκη της δήλωση σημειώνω τη θέση της ότι ο Παναγιώτης Αγησιλάου δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο να ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης. Περαιτέρω, η μεταξύ των μερών συμφωνία είναι άκυρη γιατί υπεγράφη από αναρμόδιο άτομο για την πλευρά των Εναγόντων και αμφισβητεί ότι αυτοί κατείχαν την απαραίτητη άδεια ή πείρα για εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών. Αμφισβητεί το αξιούμενο με την αγωγή ποσό αναφέροντας ότι το εν λόγω διατακτικό δεν αφορά το επίδικο έργο και ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες πάσχουν από κακοτεχνίες για τις οποίες παραθέτει ενδεικτικές λεπτομέρειες. Ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο διεκόπησαν οι εργασίες στο έργο ήταν η αμελής εκτέλεση τους από τους Ενάγοντες. Τέλος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή τη πίστη υπεράσπιση στην αγωγή. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά ώστε το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά είναι οι ακόλουθες: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[1]. Εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[2]. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και έχω ήδη αναφέρει, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Παρά την αντίθετη άποψη των Εναγομένων, κρίνω ότι ο ομνύοντας την ένορκη δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Όπως αναφέρει, είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και αυτό υποστηρίζεται και από το αντίγραφο του πιστοποιητικού διευθυντών και γραμματέα των Εναγόντων που επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση. Επομένως, ex officio είναι πρόσωπο αρμόδιο να εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Εξηγεί επίσης ότι έχει θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται ενώ έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που είναι σχετικά με την αγωγή. Τα στοιχεία αυτά με ικανοποιούν ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, ο ομνύοντας δηλώνει την πεποίθηση του ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.18, ο ενόρκως δηλών πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή. Αναφορικά με αυτό σημειώνω ότι με την Αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν απόφαση ως η αξίωση τους στην έκθεση απαίτησης. Όμως, ο ενόρκως δηλών, στην παράγραφο 35 της ένορκης του δήλωσης ζητά, μεταξύ άλλων, ποσό €20 ως ειδικές αποζημιώσεις ενώ το αντίστοιχο ποσό στην έκθεση απαίτησης αφορά ειδικές αποζημιώσεις €
- Δεν αναφέρει ρητά ο ενόρκως δηλών αν οι Ενάγοντες παραιτούνται από το υπόλοιπο ποσό. Δεν εξηγεί επίσης πως, σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης, θα εκδοθεί απόφαση ως η αξίωση στην έκθεση απαίτησης, όπως είναι διατυπωμένο το αιτητικό της Αίτησης. Επομένως, δεν μπορώ να καταλήξω ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επαληθεύει το αξιούμενο ποσό και, συνακόλουθα, καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.
- Επιπρόσθετα, όπως επιτακτικά θέτει η νομολογία, η έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι μέτρο εξαιρετικό αφού συνιστά παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες διεξαγωγής μιας δίκης. Απόφαση μπορεί να εκδοθεί στα πλαίσια της Δ.18 μόνο σε απόλυτα ξεκάθαρες υποθέσεις όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει αποδειχθεί η αξίωση του ενάγοντα χωρίς να χρειάζεται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας. Στην παρούσα περίπτωση, η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Ενάγοντες δεν τεκμηριώνει και υποστηρίζει στον βαθμό που απαιτείται την απαίτηση τους. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην αξίωση για τόκο δυνάμει των προνοιών του περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές (Ν.73(Ι)/2003). Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθεσίας (άρθρο 6), το νομοθετικά προβλεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις όπου η μεταξύ των συμφωνία προνοεί διαφορετικά. Αυτό, σε συνάρτηση με το άρθρο 39 της συμφωνίας (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Παναγιώτη Αγησιλάου) δημιουργεί αμφιβολίες αναφορικά με το επιτόκιο υπερημερίας στο οποίο ενδεχομένως να δικαιούνται οι Ενάγοντες. Σημειώνω ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με το «μέγιστο επιτόκιο το οποίο καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας και ισχύει κατά την περίοδο εντός της οποίας υπογράφεται το παρόν συμβόλαιο» ως το άρθρο 39 του Τεκμηρίου
- Αυτά τα δεδομένα προδιαγράφουν το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης αφού, όπως επιτάσσει η νομολογία, απαιτείται αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18[3]. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, στρεφόμενη και στην ένταση των Εναγομένων, έχω την άποψη ότι αποκαλύπτει επαρκή στοιχεία υπεράσπισης ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλλουν την εκδοχή τους στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Στέκομαι συγκεκριμένα, στον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας ότι οι Εναγόμενοι δεν συναίνεσαν στην εκτέλεση περαιτέρω εργασιών στην οικοδομή πέραν των συμφωνημένων, τους ισχυρισμούς τους για κακοτεχνίες και στη θέση των Εναγομένων ότι το σχετικό διατακτικό πληρωμής δεν αφορά το συγκεκριμένο έργο. Έχω κατά νου ότι η νομολογία δεν έχει θέσει τον πήχη ιδιαίτερα ψηλά αναφορικά με το βαθμό στον οποίο ο εναγόμενος πρέπει να αποκαλύψει στοιχεία υπεράσπισης για να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλλει στα πλαίσια μια κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, μια εκδοχή που να εισηγείται «υπεράσπιση κάτι περισσότερο από σκιώδη» είναι αρκετή[4]. Στη βάση αυτού, ακόμα και αν η Αίτηση των Εναγόντων πληρούσε τις προϋποθέσεις της Δ.18 και το βάρος μετατοπιζόταν στους ώμους των Εναγομένων να δείξουν ότι έχουν καλή τη πίστη υπεράσπιση, θα κατέληγα ότι οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος «δίδοντας το στίγμα μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης»[5] την οποία πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλλουν και η οποία πρέπει να τύχει αξιολόγησης στα πλαίσια της δίκης. Για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών πως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [3] Jacobs v Booth's Distillery Co
(1901)85 L.T. 262, Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 [4] Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω), Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Annual Practice 1970 όπου στη σελ. 127 [5] Κώστα Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου Πολιτική Έφεση 230/2009 ημερομηνίας 23.1.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο