SPEED LINE AUTOSERVICES LTD ν. ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1326/2010, 8/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A228 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1326/2010 Μεταξύ: SPEED LINE AUTOSERVICES LTD, Ενάγουσα -και- ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Εναγόμενη Ημερομηνία: 08 Σεμπτεβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κα. Ζαννέτου). Για την Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Κ. Σέργης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει το ποσό των €61.875,36- δυνάμει τιμολογίων ή και κατάστασης λογαριασμού ή και δυνάμει σύμβασης. Επιπρόσθετα, αξιώνει και αποζημιώσεις ίσες με το 9% ετησίως επί του συγκεκριμένου ποσού. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, η οποία είναι εταιρεία παροχής οδικής βοήθειας, είχε αναλάβει να παρέχει υπηρεσίες στους ασφαλισμένους στην Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία και μεταξύ άλλων προσφέρει κάλυψη στον κλάδο των μηχανοκινήτων. Η μεταξύ των μερών σύμβαση, η οποία είχε καταρτιστεί την 01/12/2008, ήταν διάρκειας ενός έτους με αυτόματη ανανέωση. Η Εναγόμενη Εταιρεία με επιστολή της, ημερομηνίας 30/10/2009, είχε δώσει προειδοποίηση 30 ημερών για τερματισμό της συγκεκριμένης σύμβασης πλην όμως η Ενάγουσα Εταιρεία είχε συνεχίσει να εξυπηρετεί τους ασφαλισμένους της Εναγομένης, για τους οποίους είχε πληρωθεί η συνδρομή, μέχρι και τον Δεκέμβριο του
- Όμως, η Εναγόμενη δεν τήρησε τον τρόπο πληρωμής που προβλεπόταν στη μεταξύ των μερών σύμβαση, ήτοι εξόφληση των τιμολογίων εντός δυο μηνών, με αποτέλεσμα να εκκρεμούν οφειλές της Εναγομένης προς την Ενάγουσα για το ποσό των €61.875,36-, το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της ισχυρίστηκε ότι πράγματι υπήρχε μεταξύ των μερών η συμφωνία ημερομηνίας 01/12/2008, πλην όμως ισχυρίζεται ότι με την παρασχεθείσα ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας, επιστολή ημερομηνίας 30/10/09, η Ενάγουσα είχε σταματήσει να εξυπηρετεί τους πελάτες και τους ασφαλιζόμενους στην Εναγόμενη Εταιρεία κατά την 30/11/
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται, η Εναγόμενη Εταιρεία, ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας, η οποία επιτεύχθηκε τον Δεκέμβριο του 2009, η Ενάγουσα Εταιρεία είχε εξυπηρετήσει τους πελάτες της Εναγόμενης μέχρι 10/12/2009 και την χρέωνε ανά περιστατικό. Είναι ο θέση της Εναγομένης Εταιρείας ότι στις 16/11/2009 η Εναγόμενη Εταιρεία είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα Εταιρεία ή και τον αντιπρόσωπό της και είχε υπογραφεί σχετική συμφωνία ή και εκκαθαρισμένος λογαριασμός, σε σχέση με τα μεταξύ τους υπόλοιπα ή και τις οφειλές και είχε δημιουργηθεί εκκαθαρισμένος λογαριασμός για όλες τις οφειλές μέχρι την 31/10/2009 οπόταν εμποδίζονται να αξιώνουν οποιαδήποτε άλλα ποσά. Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε επιβεβαιωθεί με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 19/11/
- Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη συμφωνία, ημερομηνίας 16/11/09, η Ενάγουσα Εταιρεία οφείλει στην Εναγομένη Εταιρεία ποσό €24.751,75-, ως επιστροφή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας το οποίο η Ενάγουσα είχε επιβάλει και είχε εισπράξει από την Εναγόμενη από την 01/05/04 και μετά για τις υπηρεσίες τις οποίες είχε προσφέρει, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες εξαιρούνταν και απαλλάσσονταν από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Η ίδια η Ενάγουσα με επιστολή της, ημερομηνίας 09/12/09, είχε ανακοινώσει στην Εναγομένη ότι δεν θα εξυπηρετούσε πλέον τους ασφαλισμένους και τους πελάτες της όμως ουδέποτε είχε επέστρεψε ή και αφαιρέσει, η Ενάγουσα, αναλογικά από τα ποσά που κατά τον ισχυρισμό της οφείλονται, ποσά που αφορούσαν μη δεδουλευμένες συνδρομές. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη Εταιρεία ανταπαιτεί από την Ενάγουσα το ποσό των €24.751,71- ως επιστροφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος είχε επιβληθεί και εισπραχθεί από την Ενάγουσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Εναγόμενη ενώ οι συγκεκριμένες υπηρεσίες εξαιρούνταν και απαλλάσσονταν από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Αξιώνει παράλληλα το ποσό των €40.432,42- ως μη δεδουλευμένα ποσά συνδρομών που κατέβαλε η Εναγόμενη Εταιρεία στην Ενάγουσα για την περίοδο 01/01/10 μέχρι 30/11/10, ως ποσό καταβληθέν χωρίς αντάλλαγμα ή και αχρεωστίτως ή και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αξιώνεται, από την Ενάγουσα Εταιρεία, το συνολικό ποσό των €65.184,13-. Δηλώθηκε κατά την ακρόαση ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση θα συνεκδικάζονταν. Οι θέσεις της Ενάγουσας Εταιρείας υποστηρίχθηκαν από την μαρτυρία της κας Δώρας Σμυρνιού, (Μ.Ε.1), διευθύντριας της Ενάγουσας Εταιρείας και γνώστριας των γεγονότων. Κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, γραπτή κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την κατάθεσή της, η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εταιρεία παροχής οδικής βοήθειας η οποία είχε δραστηριοποιηθεί σε ολόκληρη την Κύπρο. Την 01/12/08 είχε καταρτιστεί στη Λάρνακα σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης με την οποία η Ενάγουσα είχε αναλάβει να παρέχει στους ασφαλισμένους της Εναγομένης υπηρεσίες οδικής βοήθειας έναντι ανταλλάγματος. Η συγκεκριμένη σύμβαση είχε διάρκεια ενός έτους και συμπεριλάμβανε πρόνοια αυτόματης ανανέωσής της εκτός εάν 30 ημέρες πριν από τη λήξη της τερματιζόταν γραπτώς από οποιοδήποτε από τα μέρη. Μεταξύ των όρων της σύμβασης ήταν ότι η Εναγόμενη θα παρέδιδε στην Ενάγουσα κατάλογο των πελατών της ή των οχημάτων τους ή τον κατάλογο με τους αριθμούς των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ενώ παράλληλα ανέλαβε υποχρέωση κάθε 30 μέρες να αποστέλλει καταλόγους με τους νέους ασφαλιζόμενους ή τις ανανεώσεις των συμβολαίων. Είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα τη χρονιαία συνδρομή των €6,80- για κάθε ασφαλισμένο που θα γινόταν μέλος και θα έστελλε αναλυτικά τιμολόγια στην Εναγόμενη κάθε τέλος του μήνα, τα οποία τιμολόγια η Εναγόμενη θα εξοφλούσε εντός δυο μηνών. Στις 30/10/09, με επιστολή της, η Εναγόμενη είχε τερματίσει τη συγκεκριμένη σύμβαση. Διευθετήθηκε συνάντηση με τον κ. Νάκη Αντωνίου, εκ μέρους της Εναγομένης, για να συζητηθούν οι μεταξύ των μερών οικονομικές εκκρεμότητες και στις 16/11/09 είχε υπογραφεί από την ίδια και τον κ. Νάκη Αντωνίου ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται ως «Σημείωση». Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη σημείωση, κατά την ίδια, δεν συνιστά εκκαθαρισμένο λογαριασμό και δεν είναι εξαντλητική. Ήταν η καταγραφείσα θέση της ότι η Ενάγουσα Εταιρεία συνέχιζε να εξυπηρετεί τους ασφαλισμένους στην Εναγόμενη, για τους οποίους είχε πληρωθεί η συνδρομή, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Επίσης εξυπηρετούσε τους ασφαλιζόμενους, στους οποίους η Εναγόμενη είχε ανανεώσει τα συμβόλαια, μέχρι την 30/11/09 που είχε τερματιστεί η συμφωνία. Η ίδια με επιστολή της, ημερομηνίας 19/11/09, προς τον οικονομικό διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας, κ. Μιχάλη Γρηγορίου, ζητούσε να ενημερωθεί για το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου θα διευθετούνταν οι συμφωνημένες οφειλές της «Σημείωσης». Σε απαντητική επιστολή της Εναγομένης προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι υπήρχε μια μικρή διαφορά της τάξεως των €7.000- και ότι η οποιαδήποτε οικονομική διευθέτηση θα γινόταν άμεσα, δηλαδή πριν τις 30/11/
- Μετά την παρέλευση της προθεσμίας η ίδια απηύθυνε νέα επιστολή, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προς υπενθύμιση αποπληρωμής των οφειλομένων. Ακολούθησε, στις 07/12/09, τηλεφωνική επικοινωνία με την οποία η ίδια ενημερώθηκε ότι η μεταξύ τους συμφωνία είχε λήξει και της αποστάληκε μια κατάσταση λογαριασμού την οποία η ίδια δεν αποδέχθηκε και προς τούτο ενημέρωσε την Εναγόμενη Εταιρεία, με επιστολή της ημερομηνίας 09/12/
- Στη συγκεκριμένη επιστολή είχε δηλωθεί ότι θα μπορούσαν να προσφερθούν οι υπηρεσίες της Ενάγουσας μέχρι την εξεύρεση άλλου συνεργάτη με την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα θα πληρωνόταν ανά περιστατικό. Η συγκεκριμένη εισήγηση είχε διατυπωθεί στην επιστολή ημερομηνίας 10/12/
- Στις 11/12/09 είχε ληφθεί επιστολή της Εναγομένης η οποία παρέπεμπε στον τερματισμό της συμφωνίας. Είναι ο ισχυρισμός της ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν τηρούσε τον τρόπο πληρωμής που προνοούσε η σύμβαση με αποτέλεσμα κατά το τέλος του έτους 2009 να εκκρεμούν οφειλές της Εναγόμενης Εταιρείας προς την Ενάγουσα Εταιρεία ύψους €61.875,36-, τις οποίες η Εναγόμενη δεν έχει εξοφλήσει. Για το ποσό αυτό η Ενάγουσα χρεώνεται με τόκους καθώς και τόκους υπερημερίας της τάξεως του 9% ετησίως, τους ποίους αξιώνει ως αποζημίωση. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση της Εναγομένης ήταν η καταγραφείσα θέση της ότι υπήρχε πρόθεση επιστροφής του ποσού, που αφορούσε το Φ.Π.Α., από την Ενάγουσα Εταιρεία εφόσον το συγκεκριμένο ποσό της επιστρεφόταν από την υπηρεσία Φ.Π.Α. Κατέληξε, ότι η Ενάγουσα δεν είχε ποτέ λάβει οποιοδήποτε ποσό χωρίς αντάλλαγμα αλλά αντίθετα ενεργούσε πάντοτε με βάση τις πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας ακόμα και μετά τον τερματισμό της και ήταν πάντοτε πρόθυμη να εξυπηρετήσει τους πελάτες της Εναγομένης, των οποίων η συνδρομή δεν είχε λήξει. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε το πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας Εταιρείας και το πιστοποιητικό διευθυντών της ως Τεκμήρια 2 και 2Α, τη συμφωνία ημερομηνίας 01/12/08 ως Τεκμήριο 3, την επιστολή ημερομηνίας 30/10/09 ως Τεκμήριο 4, τη «Σημείωση» ως Τεκμήριο 5, την επιστολή ημερομηνίας 19/11/09 ως Τεκμήριο 6, την επιστολή ημερομηνίας 20/11/09 ως Τεκμήριο 7, την επιστολή ημερομηνίας 03/12/09 ως Τεκμήριο 8, την επιστολή ημερομηνίας 07/12/09 ως Τεκμήριο 9, την επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 09/12/09 ως Τεκμήριο 10, την επιστολή ημερομηνίας 10/12/09 ως Τεκμήριο 11, την απαντητική επιστολή ημερομηνίας 11/12/09 ως Τεκμήριο 12, τις καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήριο 13, την αίτηση στο Φ.Π.Α. ως Τεκμήριο 14, την επιστολή του δικηγόρου κ. Σέργη σε σχέση με την επιστροφή του Φ.Π.Α. ως Τεκμήριο 15 και καταστάσεις που αφορούν το υπόλοιπο ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι είχε προσωπική γνώση των γεγονότων γιατί η ίδια είχε υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας τη σύμβαση ημερομηνίας 01/12/08 μετά από διαπραγμάτευση των όρων της συγκεκριμένης σύμβασης. Ήταν η θέση της ότι ο κύριος λόγος τερματισμού της παροχής των συγκεκριμένων υπηρεσιών προς την Εναγόμενη Εταιρεία ήταν η ζημιά που είχε υποστεί η Ενάγουσα. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ήταν γιατί είχε πωληθεί η Ενάγουσα Εταιρεία η ίδια υποστήριξε ότι ο λόγος που είχε πωληθεί η εταιρεία ήταν οι ζημιές που υπέστηκε λόγω της συνεργασίας της με την Εναγόμενη. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία μπορούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της, ακόμα και μετά τις 29/03/10, γιατί η νέα εταιρεία είχε αγοράσει και τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας και θα μπορούσε να εξυπηρετήσει μέχρι τη λήξη της συνδρομής των πελατών της Εναγομένης. Επέμενε στη θέση της ότι η δική της υποχρέωση, δηλαδή της εταιρείας, είχε λήξει και δεν υπήρχε υποχρέωση παροχής υπηρεσιών μέχρι 30/11/09 σε σχέση με νέους πελάτες. Συμφώνησε ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία είχε ξεκινήσει από το 2002 και είχε τερματιστεί δυνάμει του Τεκμηρίου 4 και περαιτέρω πρόσθεσε ότι η ίδια δεν είχε ποτέ αμφισβητήσει τον συγκεκριμένο τερματισμό. Όμως ισχυρίστηκε ότι είχε γίνει μια προφορική διευθέτηση για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το πελατολόγιο της Εναγομένης Εταιρείας μέχρι να βρεθεί άλλος προσφοροδότης. Είχε συμφωνηθεί ότι τα ληγμένα συμβόλαια, που έληγαν 30/11/09, θα πληρώνονταν ανά περιστατικό ενώ σε σχέση με τα ισχύοντα συμβόλαια η εξυπηρέτηση θα παρεχόταν δωρεάν. Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε επιτευχθεί με διαβουλεύσεις, μεταξύ της ίδιας και του κ. Νάκη Αντωνίου, στις αρχές Δεκεμβρίου του
- Προώθησε τη θέση της αυτή με αναφορά στο Τεκμήριο 11, την κατ΄ ισχυρισμό της διορθωτική επιστολή. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε εξυπηρετηθεί πελάτης της Εναγόμενης Εταιρείας για τελευταία φορά. Συμφώνησε όμως ότι στις 09/12/09 ήταν η τελευταία φορά που είχε εξυπηρετήσει, μετά από τηλεφώνημα, πελάτη της Εναγόμενης και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι εξυπηρετούσε σποραδικά κάποιους πελάτες της Εναγόμενης, οι οποίοι καλούσαν απευθείας την Ενάγουσα γιατί η Εναγόμενη Εταιρεία είχε μεταφέρει αλλού τα τηλέφωνα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 13 ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με τους πελάτες των οποίων τα συμβόλαια είχαν λήξει και δεν είχαν ανανεωθεί η ίδια είχε υποχρέωση μόλις τερματίστηκε η συμφωνία να ετοιμάσει τους καταλόγους γιατί αυτοί θα έπρεπε να χρεώνονται ανά περιστατικό. Παραδέχθηκε ότι χρέωνε περισσότερα από €6,80-. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο είχε τιμολογηθεί το ποσό που αναλογούσε για οδική βοήθεια για την περίοδο 01/12/09 μέχρι 09/12/
- Ήταν η θέση της ότι η Εναγόμενη Εταιρεία της όφειλε λεφτά για παροχή υπηρεσιών και για τον Δεκέμβριο του 2009 αφού η συνεργασία είχε αποφασιστεί να συνεχιστεί για τους μη λήξαντες συνδρομητές. Παραδέχθηκε ότι η ίδια είχε κάνει έντονες προσπάθειες για ανανέωση της συμφωνίας. Όμως, λόγω του ότι η Εναγόμενη επιθυμούσε τη μείωση της τιμής, οι προσπάθειες δεν απέδωσαν γιατί θα ήταν ασύμφορο για την Ενάγουσα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ήταν η θέση της ότι είχε υπογραφεί και από τις δύο πλευρές πλην όμως δεν συνιστούσε συμφωνία αλλά μια σημείωση που αφορούσε τους λογαριασμούς των δύο μερών. Ερωτηθείσα εκ νέου απάντησε ότι δεν διαφωνεί με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και ότι συμφωνούσε με τα συγκεκριμένα ποσά εκείνη την ημερομηνία καθώς επίσης και ότι το Τεκμήριο 5 συνιστούσε τον τελικό λογαριασμό μεταξύ των μερών. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό επιβεβαιωνόταν από το Τεκμήριο 6 αλλά εξήγησε ότι ήταν τα υπόλοιπα που είχαν συμφωνηθεί μέχρι την δεδομένη στιγμή. Απαντώντας συμφώνησε ότι μέχρι τις 30/10/09 το μόνο ποσό που εκκρεμούσε προς διευκρίνιση μεταξύ των δυο μερών ήταν το ποσό των €7.374-. Όταν της υποβλήθηκε ότι το ποσό των €2.069,40, το οποίο αξιώνεται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο 5 υποστήριξε ότι το ποσό αυτό λογικά δεν έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται ούτε στην Έκθεση Απαίτησης και ότι τα υπόλοιπα είχαν συμφωνηθεί. Όμως ήταν ο ισχυρισμός της ότι μετά από δύο εβδομάδες τα δεδομένα είχαν αλλάξει γιατί είχε κάνει αίτηση για να της επιστραφεί το Φ.Π.Α. και είχε συμφωνήσει υπό την προϋπόθεση ότι θα της επιστραφεί το Φ.Π.Α. Ερωτηθείσα για την χρέωση Φ.Π.Α. ήταν η θέση της ότι η ίδια χρέωνε την Εναγομένη Εταιρεία για τις υπηρεσίες που της παρείχε με Φ.Π.Α. γιατί θεωρούσε πως όφειλε να χρεώνει και όταν το αντιλήφθηκε, ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες εξαιρούντο, η ίδια υπέβαλε αίτηση επιστροφής του Φ.Π.Α. έτσι ώστε να το επιστρέψει στην Εναγόμενη Εταιρεία. Όταν της υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €24.751,71- υποστήριξε ότι η ίδια δεν εισέπραξε το συγκεκριμένο ποσό παράνομα όμως παράλληλα παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό, αν επιστραφεί, θα πιστωθεί στο λογαριασμό της Ενάγουσας. Της υποβλήθηκε ότι ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας να ελέγξει κατά πόσο οι υπηρεσίες που παρείχε υπόκεινταν σε Φ.Π.Α. και η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε και ότι ήταν με την εντύπωση ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες φορολογούντο με Φ.Π.Α. Υποδείχθηκαν οι εγκύκλιοι του ΦΠΑ, που αφορούσαν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17Α και 17Β. Αναγνώρισε τα έγγραφα που της υποδείχθηκαν ως τιμολόγια που είχαν εκδοθεί προς την Εναγόμενη Εταιρεία και αφορούσαν την περίοδο Ιανουάριο 2009 μέχρι Νοέμβριο
- Κατατέθηκαν, τα συγκεκριμένα τιμολόγια και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι οι υπηρεσίες που παρείχε η Ενάγουσα, μέχρι τον Ιούλιο του 2009, είχαν πληρωθεί και ότι δεν είχε επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό αφορούσε λανθασμένα καταβληθέν Φ.Π.Α γιατί δεν είχε υποχρέωση να το πράξει. Κατέληξε, ότι η ίδια ουδέποτε είχε προβεί σε προφορική συμφωνία σε σχέση με τα υπόλοιπα και επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι η γραπτή συμφωνία δεν τη δέσμευε. Η Εναγόμενη Εταιρεία κάλεσε τρεις μάρτυρες για να υποστηρίξει τις θέσεις της. Για την Υπεράσπιση πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Ηλίας Κουμίδης, (Μ.Υ.1), ο οποίος εργάζεται στην Υπηρεσία Φ.Π.Α., στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπηρετεί στο Τμήμα Ελέγχου για σκοπούς επιστροφής Φ.Π.Α. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν είχε ποτέ υποβάλει αίτηση για επιστροφή Φ.Π.Α. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 14 ήταν η θέση του ότι δεν είχε ποτέ καταχωρηθεί τέτοια αίτηση στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. και ότι δεν υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο για την Ενάγουσα Εταιρεία και η Υπηρεσία Φ.Π.Α. δεν χρωστούσε κανένα ποσό στην Ενάγουσα. Εξήγησε, ότι στο λογισμικό σύστημα καταχωρούνται οι φορολογικές δηλώσεις, οι πληρωμές του φορολογούμενου, οι επιστροφές του φόρου καθώς και οι επιβαρύνσεις. Στην περίπτωση της Ενάγουσας δεν υπήρχε αίτηση για επιστροφή οποιουδήποτε φόρου. Κατέληξε, ότι όταν υπάρχει επιστροφή φόρου εκδίδεται επιταγή στο όνομα του φορολογούμενου. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Φ.Π.Α. από το 2008 στο Τμήμα Επιστροφών του Φ.Π.Α. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι ο έλεγχος και η αξιολόγηση των αιτήσεων για επιστροφή φόρου. Επέμενε στη θέση του ότι ποτέ δεν είχε χειριστεί θέμα επιστροφής Φ.Π.Α. στην Ενάγουσα Εταιρεία. Εξήγησε ότι το έντυπο, Τεκμήριο 14, κατατίθεται συνήθως από την εταιρεία που επιζητεί την επιστροφή Φ.Π.Α. και καταχωρείται στο μηχανογραφημένο σύστημα. Η Υπηρεσία του μπορεί να ελέγξει στο μηχανογραφημένο σύστημα για να διαπιστωθεί κατά πόσο το συγκεκριμένο έντυπο είναι καταχωρημένο. Ο ίδιος πρώτη φορά έβλεπε το συγκεκριμένο έντυπο και ποτέ δεν είχε κατατεθεί στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. Είχε ελέγξει επισταμένα στο σύστημα, λόγω του ότι είχε κληθεί για να δώσει μαρτυρία, για εντοπισμό της συγκεκριμένης αίτησης και είχε διαπιστώσει ότι τέτοια αίτηση δεν είχε κατατεθεί. Επέμενε στην θέση του ότι όταν παραλαμβάνεται το έντυπο για επιστροφή αμέσως καταχωρείται στο λογισμικό. Μαρτυρία δόθηκε επίσης από την Βασούλα Διομήδους, (Μ.Υ.2), η οποία εργάζεται ως λογιστικός λειτουργός στην Εναγόμενη Εταιρεία από το
- Κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της μαρτυρίας της και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη γραπτή της δήλωση η ίδια, μετά από εντολές του Οικονομικού Διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας, είχε αναλάβει και είχε ετοιμάσει ανά μήνα πίνακες στους οποίους φαίνεται το οφειλόμενο, από την Ενάγουσα Εταιρεία, ποσό στην Εναγόμενη Εταιρεία για την περίοδο Ιανουάριο του 2009 μέχρι και Ιούνιο του
- Ήταν η θέση της ότι πελάτες της Εναγομένης Εταιρείας δεν είχαν εξυπηρετηθεί για ολόκληρη την οφειλόμενη περίοδο, από Ιούλιο 2009 έως Νοέμβριο 2009 όπως είχε υποχρέωση η Ενάγουσα Εταιρεία. Κατατέθηκαν οι συγκεκριμένες μηνιαίες καταστάσεις ως Τεκμήριο 20 και η δέσμη με τους πίνακες ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι οι συγκεκριμένοι πίνακες, το Τεκμήριο 21, αφορούσαν τα ασφαλισμένα στην Εναγόμενη Εταιρεία οχήματα τα οποία είχαν ενταχθεί στο σχέδιο οδικής βοήθειας από την 01/01/09 μέχρι 30/11/
- Στους συγκεκριμένους πίνακες η ίδια είχε λάβει υπόψη ότι η υπηρεσία οδικής βοήθειας, σύμφωνα με την μεταξύ των μερών συμφωνία, ήταν δωδεκάμηνη, ότι η ετήσια χρέωση ανά πελάτη ήταν €6.80- καθώς και τα τιμολόγια που αποστέλλονταν από την Ενάγουσα για την περίοδο Ιανουάριο του 2009 μέχρι Νοέμβριο του
- Κατέληξε ότι το ποσό της μη δεδουλευμένης περιόδου που η Εναγόμενη Εταιρεία είχε πληρώσει στην Ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των €11.750,61-, το οποίο θα πρέπει να επιστραφεί στην Εναγόμενη. Το ποσό δε της μη δεδουλευμένης περιόδου, που η Εναγόμενη Εταιρεία είχε χρεωθεί ανερχόταν στις €21.070,12-. Συμψηφίζοντας τα δύο ποσά το συνολικό ποσό που η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη ανέρχεται στις €32.820,73-. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, τη συμφωνία μεταξύ των μερών. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο κ. Μιχάλης Γρηγορίου είναι οικονομικός διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας και ο κ. Νάκης Αντωνίου διευθυντής της. Ερωτηθείσα, με αναφορά στο Τεκμήριο 21, εξήγησε ότι τον Ιανουάριο του 2009 ήταν ενταγμένα στο σχέδιο τα αυτοκίνητα που φαίνονται στη σελίδα που αφορά τον Ιανουάριο του 2009 και στο σύνολο τους ήταν
- Περαιτέρω, εξήγησε ότι παρέχονταν δωδεκάμηνα συμβόλαια τα οποία ξεκινούσαν τον Ιανουάριο εκάστου χρόνου και έληγαν τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Αντωνάκης Αντωνίου, (Μ.Υ.3), άλλως Νάκης ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κύριας εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση είναι Γενικός Διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας από το 2002, η οποία εταιρεία είναι ασφαλιστική εταιρεία και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή ασφαλιστικών καλύψεων σε μηχανοκίνητα οχήματα. Η Ενάγουσα Εταιρεία, από το 2003, παρείχε στους πελάτες της Εναγομένης, οι οποίοι είχαν ασφάλιση μηχανοκίνητου οχήματος, υπηρεσίες οδικής βοήθειας. Σύμφωνα με τη σύμβαση ημερομηνίας 01/12/08 η Ενάγουσα παρείχε στους πελάτες της Εναγομένης δωδεκάμηνη κάλυψη οδικής βοήθειας με αντάλλαγμα χρονιαία συνδρομή ύψους €6,80-. Η συγκεκριμένη συμφωνία αφορούσε την παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας μόνο. Οι υπηρεσίες φροντίδας ατυχήματος δεν ενέπιπταν στη συγκεκριμένη συμφωνία. Η συγκεκριμένη συμφωνία τερματίστηκε, από την Εναγόμενη, με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 30/10/
- Κατά την χρονική περίοδο των 30 ημερών προειδοποίησης, προθεσμία η οποία προβλεπόταν από τη σύμβαση για τερματισμό, η Εναγόμενη είχε ζητήσει προσφορές από εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο οδικής βοήθειας και φροντίδας οχήματος. Οι οικονομικές εκκρεμότητες που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης είχαν συζητηθεί σε συνάντηση, ημερομηνίας 16/11/09, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος, ο οικονομικός διευθυντής της Εναγομένης και η Διευθύντρια της Ενάγουσας κα. Δώρα Σμυρνιού. Η κατάληξη της συμφωνίας καταγράφηκε και υπογράφτηκε και συμφωνήθηκαν τα εκκρεμή οφειλόμενα ποσά μέχρι την 31/10/
- Η κα. Σμυρνιού απαιτούσε ένα υπόλοιπο της τάξεως των €7.374- για υπηρεσίες φροντίδας ατυχήματος που αφορούσαν το έτος 2008 πλην όμως για το συγκεκριμένο ποσό δεν είχαν αποσταλεί τιμολόγια παρά μόνο για το ποσό των €452,40- και αυτή ήταν η μόνη διαφορά η οποία είχε παραμείνει στη συνάντηση ημερομηνίας 16/11/
- Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι στις 16/11/09 είχε συμφωνηθεί επίσης προφορικά ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα υπέβαλλε προσφορά, ότι θα συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες οδικής βοήθειας στους πελάτες της Εναγομένης και μετά την 30/11/09 και θα πληρωνόταν ανά περιστατικό ενώ σε σχέση με τα οχήματα τα οποία θα εντάσσονταν στο σχέδιο παροχής οδικής βοήθειας μέχρι τις 30/11/09 ή θα χρέωνε με την ετήσια συνδρομή ή θα γινόταν αναλογική αφαίρεση των ποσών που αφορούσαν τη μη δεδουλευμένη περίοδο. Η Ενάγουσα Εταιρεία εξυπηρετούσε από την 01/12/09 τους πελάτες της Εναγομένης Εταιρείας στη βάση της προφορικής συμφωνίας. Όμως στις 07/12/09 είχε επιλεγεί νέος συνεργάτης για την παροχή της οδικής βοήθειας και είχε ενημερωθεί η κα Δώρα Σμυρνιού έτσι ώστε να τερματιστεί η παροχή υπηρεσιών από την Ενάγουσα. Στις 09/12/09 η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αποστείλει στην Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού, στην κατάρτιση της οποίας είχαν ληφθεί υπόψη τα όσα προφορικά είχαν συμφωνηθεί στις 16/11/09 και είχαν επίσης προστεθεί τα ποσά για τη μη δεδουλευμένη περίοδο της υπηρεσίας οδικής βοήθειας σε σχέση με τις συνδρομές, τις οποίες η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταβάλει στην Ενάγουσα για τους μήνες Ιανουάριο 2009 με Ιούνιο του
- Στις 09/12/09 η Ενάγουσα Εταιρεία είχε αποστείλει επιστολή με την οποία ενημέρωνε ότι διαφωνούσε με την κατάσταση λογαριασμού. Ακολούθησε νέα επιστολή της Ενάγουσας Εταιρείας, ημερομηνίας 10/12/09, με την οποία ανακαλούντο όλα όσα είχαν συμφωνηθεί στις 16/11/
- Κατέληξε, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία οφείλει στην Εναγομένη το συμφωνηθέν ποσό των €24.751,71- ως Φ.Π.Α. το οποίο είχε καταβληθεί για προσφερθείσες υπηρεσίες οι οποίες εξαιρούντο από το ΦΠΑ καθώς επίσης και ποσό €32.820,73-, το οποίο η Ενάγουσα Εταιρεία είχε χρεώσει στην Εναγομένη Εταιρεία για την μη δεδουλευμένη περίοδο παροχής υπηρεσιών οδικής βοήθειας που αφορούσε πελάτες της Εναγομένης που είχαν ενταχθεί στο σχέδιο από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του
- Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 9, 10, 11, 12 και 21 ως τα τεκμήρια στα οποία ο ίδιος είχε κάνει αναφορά στην γραπτή του κατάθεση. Εξήγησε ότι όταν ένα συμβόλαιο ξεκινά την 1/1 ενός μήνα λήγει την 31/12 του συγκεκριμένου χρόνου. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι υπάρχει πρακτική στην ασφαλιστική βιομηχανία να γίνονται με αυτό τον τρόπο τα συγκεκριμένα συμβόλαια εξ ου και στο Τεκμήριο 21 φαίνεται ακριβώς η αξία που έπρεπε να πληρωθεί ή να μην πληρωθεί σε ένα συμβόλαιο. Εξήγησε ότι λήφθηκε υπόψη ο μέσος όρος γιατί ένα συμβόλαιο μπορεί να κέρδιζε ένα μήνα, γιατί άρχιζε την πρώτη του μήνα, ενώ ένα άλλο να έχανε ένα μήνα γιατί άρχιζε την 31ην του μηνός. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 5 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος το είχε υπογράψει και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο είχε συνταχθεί στην παρουσία της κας Σμυρνιού μετά από έλεγχο των ποσών και συνιστούσε την τελική συμφωνία μεταξύ των μερών μέχρι 31/10/
- Ήταν η θέση του ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες εξαιρούνται από την καταβολή του Φ.Π.Α. πλην όμως καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της Εναγομένης με την Ενάγουσα καταβαλλόταν Φ.Π.Α. για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Το θέμα του Φ.Π.Α. βρισκόταν υπό συζήτηση πριν την συμφωνία ημερομηνίας 16/11/
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες υποστηρίχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462 : «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας, κα. Σμυρνιού, ήταν συγχυσμένη στην μαρτυρία της και προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα έτσι ώστε να πετύχει στην αξίωση της. Στην προσπάθειά της αυτή οδηγήθηκε σε αντιφάσεις. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί λόγω των ζημιών της Ενάγουσας. Η θέση της αυτή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, το οποίο η ίδια είχε καταθέσει, το οποίο καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη ήταν αυτή που είχε τερματίσει την συμφωνία. Ενώ παραδέχθηκε ότι η μεταξύ των μερών οικονομική διαφορά είχε επιλυθεί και είχαν καταλήξει σε συμφωνία, Τεκμήριο 5, στην συνέχεια αρνήθηκε ότι πράγματι είχαν καταλήξει και ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 3 συνιστά «Σημείωση». Όμως η θέση της αυτή έρχεται σε αντίθεση με την θέση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 6, την επιστολή ημερομηνίας 19/11/09, την οποία η ίδια υπογράφει και στην οποία αναφέρεται αυτολεξεί «και αφού έχουμε συμφωνήσει για τα υπόλοιπα που εκκρεμούν». Ακολούθως προώθησε την θέση ότι δεν είχε προβεί σε γραπτή συμφωνία σε σχέση με τα υπόλοιπα για να καταλήξει ότι η γραπτή συμφωνία δεν την δέσμευε. Κατά την αντεξέταση όμως, προφανώς λησμονώντας τι είχε αναφέρει προηγουμένως, παραδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 5 ήταν τελικός εκκαθαρισμένος λογαριασμός. Η θέση της ότι είχε υποβληθεί αίτημα στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. για την επιστροφή του Φ.Π.Α., που λανθασμένα είχε χρεωθεί στην Εναγόμενη, καταρρίφθηκε από την μαρτυρία του κ. Ηλία Κουμίδη, (Μ.Υ.1), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε παραληφθεί αίτηση για επιστροφή του Φ.Π.Α. στην Υπηρεσία Φ.Π.Α., ενώ επιπρόσθετα ανέφερε ότι δεν υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας Εταιρείας. Επίσης εγείρονται εύλογα ερωτήματα σε σχέση με το Τεκμήριο 14, που η ίδια η κα. Σμυρνιού είχε καταθέσει και έφερε ημερομηνία 15/12/08. Μπορούν να συναχθούν δυο συμπεράσματα είτε ότι ποτέ δεν είχε κατατεθεί το Τεκμήριο 14 στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. είτε ότι ποτέ δεν αποδόθηκε το επιβληθέν Φ.Π.Α. στην Υπηρεσία ΦΠΑ. Η κατάληξη αυτή πλήττει σε μεγάλο βαθμό την γνησιότητα της μαρτυρίας της. Ενώ πρόβαλλε, η κα. Σμυρνιού, (Μ.Ε.1), ως βάση για την αξίωση της Εταιρείας της την σύμβαση, Τεκμήριο 3, η οποία αφορούσε παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας και αναγνώρισε κατά την αντεξέτασή της ότι η φροντίδα ατυχήματος είναι κάτι το διαφορετικό και διέπεται από ξεχωριστή συμφωνία στην συνέχεια επέμενε στην θέση της ότι οφείλεται στην Εταιρεία της υπόλοιπο για την υπηρεσία φροντίδας ατυχήματος. Υπήρχε πλήρης σύγχυση, στο μυαλό της, ως προς το τι ήθελε στην πραγματικότητα να προωθήσει. Αυτό ενισχύεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13, τις καταστάσεις που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη της αξίωσης και δεν επεξηγήθηκαν, το οποίο περιλαμβάνει χρεώσεις για φροντίδα ατυχήματος καθώς και χρεώσεις για την εξυπηρέτηση των πελατών της Εναγόμενης Εταιρείας. Δεν έπεισε με την μαρτυρία της. Οι αντιφάσεις αλλά και τα ψεύδη δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Ο κ. Κουμίδης, (Μ.Υ.1), υπάλληλος στην Υπηρεσία Φ.Π.Α δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ανεξάρτητος μάρτυρας. Έδωσε μαρτυρία που αφορούσε τα καθήκοντα του και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την ειλικρίνεια του λόγου του. Όλη του η μαρτυρία βασίστηκε στην έρευνα την οποία ο ίδιος διεξήγαγε για να διαπιστώσει κατά πόσο είχε υποβληθεί η αίτηση, Τεκμήριο 14, για επιστροφή του ΦΠΑ. Έξι
(6)χρόνια μετά την υποβολή της δεν μπορούσε να εντοπιστεί στο σύστημα. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τα λεχθέντα του. Η κα. Διομήδους, (Μ.Υ.2), προώθησε την αξίωση της Εναγόμενης Εταιρείας με βάση στοιχεία τα οποία στην ουσία δεν εξήγησε που τα βρήκε. Εξήγησε με πολύ λεπτομέρεια πως είχε καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό, μια εργασία για την οποία της είχαν δοθεί οδηγίες να την ολοκληρώσει με βάση στοιχεία που η ίδια προφανώς τηρούσε αλλά δεν προσκόμισε. Το Τεκμήριο 20 αφορούσε καταλόγους αυτοκινήτων που εξυπηρετήθηκαν όμως δεν αναφέρθηκε πότε έληγαν τα συμβόλαια για να μπορεί με ασφάλεια κάποιος να καταλήξει σε ποσά. Περά το επίπονο έργο της δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι το κίνητρο της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο και όχι την Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία την εργοδοτεί. Θεωρώ ότι απλά ακολούθησε τις οδηγίες του εργοδότη της αλλά εν πάση περιπτώσει τα στοιχεία που προσκόμισε δεν μπορούσαν μα σιγουριά να οδηγήσουν στον καθορισμό οποιουδήποτε ποσού αλλά μόνο εικασίες θα μπορούσαν να γίνουν. Ο κ. Αντωνίου, (Μ.Υ.3), παραδέχθηκε ότι η συμφωνία ημερομηνίας 16/11/09 αφορούσε την διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, παράγραφος 11 της γραπτής του δήλωσης Τεκμήριο 22, όμως στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι εκ λάθους δεν είχαν συμπεριληφθεί τα οχήματα των οποίων η συνδρομή δεν μπορούσε να επιστραφεί αναλογικά. Επικαλέστηκε το λάθος για να μπορέσει να διασώσει την απαίτηση της Εναγόμενης Εταιρείας. Επίσης αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι το ποσό της μη δεδουλευμένης περιόδου εννοείτο ότι θα επιστρεφόταν οπόταν αναίρεσε την θέση του ότι αυτό είχε συμφωνηθεί προφορικά. Η μαρτυρία του άφησε την εντύπωση προχειρότητας και δεν βοήθησε την αξίωση αφού από την μια ο ίδιος επικαλείτο την συμφωνία ημερομηνίας 16/11/09 και από την άλλη ισχυριζόταν ότι κάποια πράγματα εννοούνταν. Σίγουρα ένα τέτοιο θέμα δεν θα μπορούσε να εννοείται και το γνώριζε πολύ καλά ως διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας όπως πολύ καλά γνώριζε ότι με τον τερματισμό της αρχικής συμφωνίας και την σύνταξη του Τεκμηρίου 5 οι λογαριασμοί μεταξύ των δυο εταιρειών κατέστησαν τελεσίδικη. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα που αφορούσαν τις μεταξύ των δυο εταιρειών συνδιαλλαγές ήταν τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα Εταιρεία συνεργαζόταν με την Εναγόμενη Εταιρεία παρέχοντας της υπηρεσίες οδικής βοήθειας και φροντίδας ατυχήματος στα οχήματα που ήταν ασφαλισμένα μαζί της. Είχαν συνάψει και σχετική συμφωνία για την παροχή των υπηρεσιών οδικής βοήθειας, Τεκμήριο 3, η οποία είχε διάρκεια ενός έτους, από 01/12/08 μέχρι 01/12/09, η οποία προέβλεπε για τερματισμό της ένα μήνα πριν από την λήξη της. Εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της συμφωνίας, παράγραφος 2 του Τεκμηρίου 3, η Εναγόμενη απέστειλε στην Ενάγουσα επιστολή ημερομηνίας 30/10/09, Τεκμήριο 4, με την οποία την ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της σύμβασης. Έγινε συνάντηση μεταξύ των μερών, μετά την συγκεκριμένη ενημέρωση, για να αποφασιστούν τα υπόλοιπα και κατέληξαν, τα δυο εμπλεκόμενα μέρη, στα ποσά που οφείλονταν εκατέρωθεν μέχρι 31/10/09, τα οποία κατέγραψαν στο Τεκμήριο 5 το οποίο και υπέγραψαν. Είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι από την 01/12/09 η Ενάγουσα Εταιρεία θα παρείχε υπηρεσίες προς την Εναγόμενη και θα πληρωνόταν ανά περιστατικό. Δεν είχε συμφωνηθεί τι θα γινόταν σε σχέση με τα οχήματα τα οποία είχαν καταβάλλει την ετήσια συνδρομή τους και αυτή δεν είχε λήξει μέχρι 30/11/09. Άφησαν και οι δυο πλευρές το θέμα σε εκκρεμότητα μέχρι που αποφάσισε η Ενάγουσα Εταιρεία να προχωρήσει δικαστικώς, λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία καθυστερούσε στην καταβολή των συμφωνηθέντων, υπαναχωρώντας από την συμφωνία ημερομηνίας 16/11/09 και αξιώνοντας την καταβολή του ποσού των €61.875,36- ως το οφειλόμενο υπόλοιπο και παραγνωρίζοντας ότι όφειλε το ποσό των €24.751,71- στην Εναγόμενη Εταιρεία ως Φ.Π.Α. το οποίο επιβλήθηκε χωρίς να επιβάλλεται. Η Εναγόμενη Εταιρεία διαπιστώνοντας την υπαναχώρηση της Ενάγουσας Εταιρείας στα συμφωνηθέντα ανταπαίτησε εκτός από το ποσό του καταβληθέντος Φ.Π.Α. και τα ποσά για την μη δεδουλευμένη περίοδο για κάθε συμβόλαιο λησμονώντας ότι για κάποια από αυτά τα συμβόλαια δεν είχε καταβληθεί η προβλεπόμενη ετήσια συνδρομή για να μπορεί να αξιώνει την επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση της αξίωσης, όπως καταγράφεται στις παραγράφους 3, 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι η συμφωνία η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Η συγκεκριμένη συμφωνία αφορά υπηρεσίες οδικής βοήθειας και όχι οποιεσδήποτε υπηρεσίες φροντίδας ατυχήματος, οι οποίες υπηρεσίες, σύμφωνα με την μαρτυρία και των δυο πλευρών, διέπονταν από ξεχωριστή συμφωνία, η οποία συμφωνία δεν προσκομίστηκε ως τεκμήριο και στις οποίας την ύπαρξη δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Σχετική επί του θέματος, κατά πόσο μπορούν να εξεταστούν ισχυρισμοί εκτός των δικογράφων, είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πανίκου Νεοφύτου, Έλενα Νεοφύτου v. Ανδρέα Γερακιώτη,
(2010)1Α ΑΑΔ 25, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, ως αυθεντία για την αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η απόφαση αυτή, επιβεβαιωτική της θέσης ότι «Η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων», (σελ.839), έχει ακολουθηθεί πλειστάκις και μπορούν απλώς να αναφερθούν οι υποθέσεις Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1Α.Α.Δ.1257, Α.Μ. Statis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991. Παλαιότερες αυθεντίες είχαν την αυτή νομολογιακή κατεύθυνση (δέστε Eleni Panayiotou Iordanous v. Polycarpos Neophytou Aniftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97 και Hjipavlou v. Jinaro Terra Co Ltd
(1982)1 C.L.R.433). Η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου v. Ακίνητα Χρίστου Μ. Ψάλτη Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.173/06, ημερ.24/10/2008, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Χριστοφή, ως κατά την άποψη του βοηθητική στην υπόθεση του εφεσείοντα, ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας αποτελεί θέμα μαρτυρίας και όχι δικογράφου, δεν έχει καθορίσει οποιοδήποτε διαφορετικό κανόνα, αλλά απλώς υπέδειξε το διαχρονικά αυτονόητο, σε επίρρωση των δικογραφικών κανόνων, ότι εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος σε ένα δικόγραφο, γίνεται δεκτή μαρτυρία προς απόδειξή του. Στο βαθμό που ο συνήγορος προσπάθησε να εισηγηθεί ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν ήταν ανάγκη να καταγραφεί στο δικόγραφο και επομένως δεν υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου - ανωτέρω - έχει παρερμηνευθεί. Ως ο ίδιος ο συνήγορος αναφέρει στο περίγραμμα του, η ύπαρξη της συμφωνίας και το περιεχόμενο της ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της Υπεράσπισης του εφεσείοντα, αλλά για να καθίστατο εξεταστέα τέτοια συμφωνία έπρεπε να είχε σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19 θ.4, αλλά και της Δ.19 θ.22 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Όπως λέχθηκε και στη Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, "Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών"». Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί από την απόφαση στην υπόθεση Πανίκος Α. Λεωνίδου και Δώρα Βόλου ως διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλλας Βόλου αποβιώσασας τέως εκ Λεμεσό ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυρυδάκη Πολ. Εφ. 64/09 ημερ. 19/07/12 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με αξίωση η οποία βασίζεται σε σύμβαση: «Με όλη την εκτίμηση και προς το σχετικό επιχείρημα της συνηγόρου του εφεσίβλητου, οι πιο πάνω παράγραφοι δεν περιέχουν τα αναγκαία για αξίωση δυνάμει συμφωνίας. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από τη νομολογία, χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση ζητημάτων που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας, (δέστε Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Όπως άλλωστε ορθά υπέδειξε ο κ. Ιωάννου κατά τη συζήτηση της έφεσης αξίωση επί συμφωνίας πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, το χρόνο και τόπο της σύναψης της συμφωνίας κλπ, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και 22. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-163.» Διαφάνηκε από την μαρτυρία τόσο της κας Σμυρνιού, (Μ.Ε.1), καθώς και από την μαρτυρία του κ. Αντωνάκη Αντωνίου, (Μ.Υ.3), ότι υπήρχε ξεχωριστή συμφωνία που αφορούσε την «υπηρεσία φροντίδας ατυχήματος». Η συγκεκριμένη συμφωνία δεν δικογραφήθηκε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Αντίθετα, προκύπτει μια σύγχυση στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης αφού γίνεται επίκληση της σύμβασης ημερομηνίας 01/12/08, Τεκμήριο 3, προς υποστήριξη όλων των αξιώσεων της Ενάγουσας Εταιρείας που καταγράφονται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησής της. Το κονδύλι που αφορά τις αξιώσεις που αναφέρονται στην φροντίδα ατυχήματος πρέπει να απορριφθεί. Προς απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας Εταιρείας η κα Σμυρνιού κατάθεσε το Τεκμήριο 13, το οποίο αφορούσε τα κατά τον δικό της ισχυρισμό υπόλοιπα σε σχέση τόσο με τις υπηρεσίες φροντίδας ατυχήματος καθώς και την εξυπηρέτηση πελατών. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου δεν επεξηγήθηκε. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 : «Οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν......... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, ν. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)". Στην Mantovani κρίθηκε - και επικυρώθηκε από το Εφετείο - πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζονταν στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ.734, η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφονταν στους λογαριασμούς. Η ίδια η κα. Σμυρνιού, (Μ.Ε.1), είχε παραδεχθεί ότι υπήρχαν λάθη στις καταστάσεις λογαριασμού αφού κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι το ποσό των €2.069.40- που καταγράφεται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης δεν θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις συνάδουν και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση D. & G. Products Ltd ν. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 και ειδικότερα το ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι και η Ενάγουσα Εταιρεία όφειλε λεφτά στην Εναγόμενη Εταιρεία. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Τράπεζας που ακολούθησε, θεωρώντας ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε τελικά, ότι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο». (Βλ. επίσης Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ
(2010)1 ΑΑΔ 846). Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην παρούσα αγωγή, με δεδομένη την άρνηση της Εναγόμενης Εταιρείας, απαιτείτο θετική μαρτυρία απόδειξης των όσων καταγράφονται στο λογαριασμό που έχει παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 16. Καταλήγω λοιπόν ότι με το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα Εταιρεία δεν απόσεισε το βάρος απόδειξης της αξίωσής της βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν. Ηλιάδης & Υιοί Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Δεν τέθηκε δικονομικά θέμα εκκαθαρισμένου λογαριασμού παρόλο που στην μαρτυρία της η κα. Σμυρνιού ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 5 συνιστά εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Οπόταν δεν μπορεί η αξίωση να εξεταστεί με βάση αυτό το νομικό υπόβαθρο. Ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την κατά το δοκούν άρνηση της κας Σμυρνιού ότι το Τεκμήριο 5 συνιστούσε συμφωνία. Υπάρχει όμως και ακόμα ένας λόγος για τον οποίο η αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας θα πρέπει να απορριφθεί. Η ίδια η κα Σμυρνιού, (Μ.Ε.1), είχε παραδεχθεί ότι το υπόλοιπο είχε συμφωνηθεί, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 5, αλλά στην συνέχεια υπαναχώρησε. Προφανώς το Τεκμήριο 5 συνιστά νέα συμφωνία μεταξύ των μερών αφού η αρχική συμφωνία, Τεκμήριο 3, είχε τερματιστεί και ο τερματισμός είχε γίνει αποδεκτός. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 19/11/09, Τεκμήριο 6, στην οποία γίνεται αναφορά στην συμφωνία 16/11/09 και το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 03/12/09, Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια είχαν προσκομιστεί από την Ενάγουσα Εταιρεία προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο (βλ. Jacobs v. Batavia and General Plantations Trust
(1924)1 Ch. 287). Τέτοια μαρτυρία επιτρέπεται μόνο όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών σχετικά με την ορθή ερμηνεία (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168) . Στην υπόθεση ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ ΧΟΤΕΛΣ ΛΤΔ ν. Γεώργιος Ν. Μούτση,
(2000)1(Γ) ΑΑΔ αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Roberson v. French
(1803)4 East 130). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co
(1915)1 Ch. 257), "Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους".» Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance,
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1739: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Ανδρέα Θεοχάρους v. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Στέλιος Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, Χρίστος Μ. Αλεξάνδρου v. Κυριακής Κ. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576, Θάλειας Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ.638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» Καθοδηγητική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ.α. v. Λαουρή
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 225, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και οδηγός για την ερμηνεία της είναι, μεταξύ άλλων, οι σκοποί της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολό της. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν για τα συμφωνηθέντα"». (Βλ. επίσης Chitty on Contracts, 25η έκδ., παρ.765, 766.) Καθοδηγούμενο, το Δικαστήριο, από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 5, του οποίου την ύπαρξη δεν αμφισβήτησε η Ενάγουσα, συνιστά την νέα συμφωνία που είχε συνομολογηθεί μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της Εναγομένης μετά τον τερματισμό της πρώτης συμφωνίας, Τεκμήριο
- Η νέα συμφωνία δεσμεύει τόσο την πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς και την πλευρά της Εναγομένης Εταιρείας και δεν είναι επιτρεπτή οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία η οποία να αλλοιώνει το περιεχόμενό της. Οπόταν, δεν μπορεί και για αυτό το λόγο να πετύχει στην ολότητα της αξίωσής της η Ενάγουσα Εταιρεία. Η Εναγόμενη Εταιρεία από την άλλη ανταπαιτεί το ποσό των ποσό των €40.432,42- από την Ενάγουσα Εταιρεία ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή τα μη δεδουλευμένα ποσά συνδρομών καθώς και το ποσό των €24.751,71-, το οποίο αφορά το καταβληθέν Φ.Π.Α., ενώ οι προσφερθείσες υπηρεσίες εξαιρούνταν από την επιβολή Φ.Π.Α. Όμως, τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ισχύουν και στην περίπτωση της Εναγόμενης Εταιρείας. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε τερματίσει την αρχική συμφωνία, Τεκμήριο 3, με την επιστολή Τεκμήριο 4 και ακολούθως κατέληξε σε νέα συμφωνία, με την Ενάγουσα Εταιρεία, σε σχέση με τις μεταξύ των μερών εκκρεμότητες. Η νέα συμφωνία αποτυπώθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Δεν μπορεί η Εναγόμενη Εταιρεία από την μια να επικαλείται ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έχει δεσμευτεί με την συμφωνία, Τεκμήριο 5 και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι στην έκταση που αφορά την δική της την πλευρά δεν είναι δεσμευτική και να αξιώνει ποσό ύψους €57.572,44-. Η θέση του κ. Αντωνίου, (Μ.Υ.3), ότι εννοείτο ότι θα επιστρεφόταν το μη δεδουλευμένο ποσό δεν μπορεί να αντιστρατεύσει το περιεχόμενο της «Σημείωσης», Τεκμήριο 5, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του συνιστούσε την τελική συμφωνία για τις οφειλές μέχρι και την 31/10/
- Η θέση για την μη δεδουλευμένη περίοδο είχε βασιστεί στην αρχική συμφωνία, Τεκμήριο 3 παράγραφο 11, η οποία είχε όμως τερματιστεί και είχε καταρτιστεί μια νέα συμφωνία η οποία προφανώς ήταν δεσμευτική και για τα δυο μέρη αφού είχε υπογραφεί και από τα δυο μέρη. Αν ήταν απλά μια σημείωση ποιος ο λόγος να υπογραφεί από τους πλέον αρμόδιους, ήτοι τους διευθυντές των δυο εταιρειών. Στην παρούσα υπόθεση τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα που απαγορεύει την προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σύμφωνα με τον οποίο αν μια συμφωνία έχει αποτυπωθεί γραπτώς, προφορική μαρτυρία δεν επιτρέπεται να δοθεί έτσι ώστε να προσθέσει σ' αυτήν ή να αφαιρέσει από αυτήν ή με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιήσει την γραπτή συμφωνία. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts General Principles, 25η εκδ., τόμος I, σελ.801 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Where the parties have embodied the terms of their contract in a written document, the general rule is that "verbal evidence is not allowed to be given..so as to add to or subtract from, or in any manner to vary or qualify the written contract. Evidence is not admissible or permissible to show that their subjective intentions were not in accord with the written instrument. ................................ Where the words of a written instrument have a fixed meaning not susceptible of explanation, extrinsic evidence is not admissible to show that the parties meant something different from what they have said -Bank of New Zealand v. Simpson
(1900)A.C. 182. "the words must be understood in their plain and ordinary sense..".» Στην Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκε ότι όταν η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στην εξωτερικευμένη δήλωση τους σε γραπτή συμφωνία, είναι κατά κανόνα επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης μακριά από κάθε υποκειμενική εκτίμηση. Γίνεται δε σχετικά παραπομπή στο σύγγραμμα Odger's "Construction of Deeds & Statutes" 5η έκδοση, όπου στη σελ. 43, απαντά το ερώτημα "when is extrinsic evidence admissible to translate the language" ως εξής: "It is to be noticed that extrinsic evidence here does not mean evidence of the writer's intention but evidence to enable the court to interpret the language used. It is only admissible, as so often with this subject of construction, when there is some doubt as to what the words mean or how they are to be applied to the circumstances of the writer." Στο ίδιο σύγγραμμα παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από τη Shore ν. Wilson [1842] 9 Cl. & F. 355: "Where any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Στην Ευθυμίου ν. Δημητρίου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 1721 λέχθηκε ότι δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας, με λίγες καλά καθορισμένες εξαιρέσεις, γραπτής ή προφορικής, έξω από το γραπτό κείμενο συμφωνίας, για να τροποποιήσει το περιεχόμενο της. Η μόνη δικαιολογία για την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας είναι η αμφισημία του κειμένου. Παραπέμπει δε σχετικά στα ακόλουθα αποσπάσματα από αγγλικά συγγράμματα επί του θέματος και συγκεκριμένα στον Phipson on Evidence, 14 εκδ, σελ. 1046 όπου αναφέρεται: «Where the language of a document is clear and applies without difficulty to the facts of the case, extrinsic evidence is not admissible to affect its interpretation; but where the language is peculiar, or its application to the facts is ambiguous or inaccurate, extrinsic evidence may, subject to the qualifications hereinafter stated, be given in explanation.» Καθώς και στο σύγγραμμα Nokes «Introduction on Evidence», 4η έκδ., στη σελ. 239: «When a transaction is recorded in a document, it is not generally permissible to adduce other evidence of
(1)its terms, or
(2)other terms not included in the document, or
(3)its writer's intended meaning.» Στην υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ v. Alpha Bank
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 941, στις σελ.949-950, καταγράφηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Όπως είχε εξηγηθεί, μεταξύ άλλων και στην απόφαση στην υπόθεση Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182, δεν είναι αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία ως προς θέματα που δεν περιλαμβάνονται σε έγγραφο, παρά μόνο αν αυτή είναι αναγκαία για τη διασάφηση αμφιβολιών. Στην υπόθεση Θεολόγου v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, τονίστηκε ότι το κριτήριο ερμηνείας έγγραφης συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο ως προς τα συμφωνηθέντα. Στην παρούσα δε περίπτωση, οι όροι του Τεκμηρίου 3 ήσαν ξεκάθαροι, καμιά ασάφεια δεν υπήρχε σ' αυτούς και κανένα πρόβλημα ερμηνείας τους εγείρεται, έτσι ώστε να εδικαιολογείτο εν πάση περιπτώσει η λήψη εξωγενούς μαρτυρίας.» Εφαρμόζοντας λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές η ανταπαίτηση της Εναγόμενης Εταιρείας θα πρέπει να απορριφθεί εξαιρουμένης της αξίωση που αφορά καταβληθέν ΦΠΑ. Το μόνο κονδύλι που θα πρέπει να αποδοθεί στην Εναγόμενη Εταιρεία είναι αυτό που αφορά την επιστροφή του Φ.Π.Α., το οποίο ποσό είναι παραδεκτό και συμφωνηθέν από την Ενάγουσα Εταιρεία. Θα πρέπει να συνεκτιμηθεί το οφειλόμενο, στην Εναγόμενη Εταιρεία, ποσό ύψους €24.751,71- με αυτά που οφείλει η Εναγόμενη στην Ενάγουσα Εταιρεία, ήτοι €28.397-. Το ποσό που απομένει είναι €3.646,29- προς όφελος της Ενάγουσας. Σημειώνεται ότι παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της κ. Βασούλας Διομήδους, Μ.Υ.2, να πείσει το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε πληρώσει τις συνδρομές της για όλα τα αυτοκίνητα τα οποία ήταν ασφαλισμένα σε αυτήν, οπόταν δικαιούταν την επιστροφή της μη δεδουλευμένης περιόδου, το Τεκμήριο 5 αποδεικνύει το αντίθετο αφού υπάρχει παραδοχή της Εναγομένης Εταιρείας ότι οφείλει στην Ενάγουσα το συμφωνημένο ποσό των €28.398- που αφορά συνδρομές για τους μήνες Ιούλιο μέχρι Οκτώβριο 2009. Από την στιγμή που η συνδρομή δεν είχε πληρωθεί πως θα μπορούσε να επιστραφεί το μη δεδουλευμένο ποσό για ένα συμβόλαιο που καταρτίστηκε τον Ιούλιο και του οποίου η συνδρομή δεν είχε καταβληθεί. Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας για το ποσό των 3.646.29- με νόμιμο τόκο από 11/05/10. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα όμως του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο