ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής 2784/10, 26/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2784/10 Μεταξύ:
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
- ΕΛΕΝΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
- ΜΑΙΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγόντων -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 26 Σεμπτεβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης (κ. Κασσιανής για ν' ακούσει απόφαση). Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Αντ. Παπαλλής (κα Κουσιάππα για ν' ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξίωσαν το ποσό των €64.995,83- ως ποσό το οποίο εισπράχθηκε από την Εναγόμενη παράνομα ή και χωρίς νόμιμη αιτία ή και υπό συνθήκες εκβιασμού ή εξαναγκασμού ή και χωρίς αντάλλαγμα. Στην Έκθεση Απαίτησής τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με τραπεζικές εργασίες ή και με την παραχώρηση δανείων ή και χρηματοδοτήσεων. Στις 26/04/10, μετά από γραπτή συμφωνία δανείου, η Εναγόμενη παραχώρησε στους Ενάγοντες δάνειο ύψους €300.000-. Η μεταξύ των μερών συμφωνία προέβλεπε περίοδο αποπληρωμής 15 ετών με 60 τριμηνιαίων δόσεων εκ €8.566,88 και ποσοστό επιβάρυνσης 8,013%. Οι Ενάγοντες δικαιούντο σε πρόωρη εξόφληση του δανείου, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν τη λήξη της συμφωνίας, με την επίδοση γραπτής ειδοποίησης τερματισμού προς την Εναγόμενη. Ο ίδιος όρος προέβλεπε ότι σε τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν σε μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης με την επιφύλαξη της αφαίρεσης από τους Εναγόμενους των διοικητικών εξόδων. Στις 28/06/10, δύο μήνες μετά την παραχώρηση του δανείου, οι Ενάγοντες με γραπτή ειδοποίηση, ημερ. 28/06/10 είχαν ειδοποιήσει την Εναγόμενη ότι επιθυμούσαν την εξόφληση του υπολοίπου του δανείου μέχρι τις 31/06/10 και τον τερματισμό της συμφωνίας και ζήτησαν από την Εναγόμενη να προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες για την εξόφληση του δανείου και για την ταυτόχρονη εξάλειψη της υποθήκης. Η Εναγόμενη Εταιρεία αξίωσε από τους Ενάγοντες την καταβολή του ποσού των €369.000- για την εξόφληση του υπολοίπου του δανείου, το οποίο δάνειο τη δεδομένη στιγμή δεν υπερέβαινε τις €304.004,17-. Οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν έντονα και ζήτησαν από την Εναγόμενη εταιρεία να αποδεχθεί την καταβολή του πραγματικά οφειλόμενου τόκου για την εξόφληση του δανείου. Όμως η Εναγόμενη Εταιρεία παράνομα, αυθαίρετα και εκβιαστικά αρνείτο να αποδεχθεί εξόφληση με το πραγματικά οφειλόμενο ποσό και αρνείτο να προβεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για μείωσή του και δήλωνε ότι αν δεν της καταβάλλετο το ποσό των €369.000 δεν θα προέβαινε σε εξάλειψη της υποθήκης. Λόγω της συμπεριφοράς και της στάσης, της Εναγομένης, οι Ενάγοντες βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί λόγω του εκβιασμού της Εναγόμενης δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το δάνειο που θα τους παραχωρούσε η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δυτικής Λευκωσίας ύψους €900.000- και γι΄ αυτό υποχρεώθηκαν να πληρώσουν στην Εναγόμενη το αξιούμενο ποσό των €369.000- υπό διαμαρτυρία. Στις 06/07/10 οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών κατάγγειλαν την Εναγόμενη για τη συμπεριφορά της. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι εξαναγκάστηκαν από την Εναγόμενη να καταβάλουν αδικαιολόγητα το ποσό των €64.995,83- το οποίο εισπράχθηκε, από την Εναγόμενη, αχρεωστίτως και μετά από εξαναγκασμό ή και εκβιασμό. Γι΄ αυτό και αξιώνουν την επιστροφή του με τόκο 8,013% από τις 30/06/10 μέχρι εξοφλήσεως. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην Υπεράσπισή της παραδέχεται τη σύναψη συμφωνίας δανείου και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το κόστος της πίστωσης θα ήταν €208.833,35- και το συνολικό πληρωτέο ποσό €508.833,35-. Λόγω του ότι οι Ενάγοντες επείγοντο πάρα πολύ να εξοφλήσουν το δάνειο είχαν ζητήσει πιεστικά από την Εναγόμενη να προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες για να καταστεί δυνατή η εξόφλησή του. Η Εναγόμενη συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της Επιτροπής, στις 29/06/10, για να αποφασίσει επί του αιτήματος για πρόωρη εξόφληση καθώς και τους όρους της πρόωρης εξόφλησης του συγκεκριμένου δανείου και της εξάλειψης της υποθήκης. Είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι δικαιωματικά και νόμιμα αλλά και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου είχαν χρεώσει το ποσό των €64.995,83- ως διοικητικά έξοδα ή και δαπάνες ή και ζημιές ή και υποχρεώσεις που συμπεριλάμβαναν και την απώλεια κέρδους. Η Εναγόμενη είχε χρεώσει τους Ενάγοντες με το ποσό των €4.007,17- ως τόκους. Οπόταν, το συνολικό κόστος της πίστωσης είχε μειωθεί από €508.83,35- σε €369.000-. Οι Ενάγοντες ουδέποτε είχαν διαμαρτυρηθεί ότι δεν αποδέχονταν την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού. Αντίθετα, συμφώνησαν άμεσα στη χρέωσή του. Καταλήγει δε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε εκβιάσει ή υποχρεώσει τους Ενάγοντες στην καταβολή του συγκεκριμένου ποσού. Μαρτυρία για τους Ενάγοντες έδωσε ο Ενάγοντας 1, κ. Χρίστος Αυξεντίου, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή δήλωση. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, στις 26/04/10, μετά από γραπτή συμφωνία δανείου η Εναγόμενη Εταιρεία συμφώνησε και παραχώρησε δάνειο στους Ενάγοντες ύψους €300.000-. Μεταξύ των όρων της γραπτής συμφωνίας ήταν ότι η περίοδος αποπληρωμής του δανείου ήταν 15 χρόνια και η αποπληρωμή θα γινόταν με 60 τριμηνιαίες δόσεις εκ €8.566,88- με ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης 8,013%. Ο όρος
(8)της επίδικης συμφωνίας προέβλεπε για την πρόωρη εξόφληση του δανείου μετά από επίδοση γραπτής ειδοποίησης τερματισμού προς την Εναγομένη. Ο ίδιος όρος προέβλεπε επίσης ότι οι Ενάγοντες δικαιούντο σε μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης με την επιφύλαξη της αφαίρεσης από την Εναγόμενη των διοικητικών εξόδων. Οι Ενάγοντες υποχρεούνταν να καταβάλουν στην Εναγόμενη οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημιές ή απώλειες, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας κέρδους, που η Εναγόμενη θα επωμίζετο ως αποτέλεσμα της πρόωρης εξόφλησης του δανείου. Προς εξασφάλιση του δανείου είχε παραχωρηθεί το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7786, Τεμάχιο 513, Φ.Σχ.4125 στην περιοχή Ορόκλινης, το οποίο και υποθηκεύτηκε. Δύο μήνες μετά την παραχώρηση του δανείου οι Ενάγοντες με γραπτή ειδοποίηση, ημερ. 28/06/10, ειδοποίησαν την Εναγόμενη Εταιρεία ότι επιθυμούσαν την εξόφληση του δανείου μέχρι τις 30/06/10 και τον τερματισμό της συμφωνίας και την κάλεσαν να προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες για εξόφληση του δανείου και εξάλειψη της υποθήκης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1, το υπόλοιπο του δανείου κατά τον χρόνο επίδοσης της ειδοποίησης δεν υπερέβαινε τις €304.004,17-, το οποίο συμπεριλάμβανε και τους τόκους. Παρά ταύτα όμως, η Εναγόμενη Εταιρεία αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα αλλά και κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας απαιτούσε το ποσό των €369.000- για την εξόφληση του δανείου. Οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν έντονα και ταυτόχρονα κάλεσαν την Εναγόμενη να αποδεχθεί την πληρωμή του πράγματι οφειλόμενου υπολοίπου. Η Εναγόμενη Εταιρεία αρνείτο να αποδεχθεί και ισχυριζόταν ότι είχε δικαίωμα με βάση τη συμφωνία να χρεώσει το συγκεκριμένο ποσό γιατί το εν λόγω ποσό αποτελούσε διοικητικά έξοδα ή και ζημιές ή και απώλειες που υπέστη από την πρόωρη εξόφληση του δανείου. Ο ίδιος προέβαινε σε συζητήσεις με την κα Άρτεμις Τουμαζή, γραμματέα της Εναγομένης Εταιρείας, και της ζητούσε επίμονα να του εξηγήσει ή και να του δώσει λεπτομέρειες για τον τρόπο υπολογισμού των διοικητικών εξόδων και των ζημιών της Εναγόμενης, πλην όμως η κα Τουμαζή αρνείτο πεισματικά να συζητήσει το θέμα είτε να του παραχωρήσει οποιαδήποτε λεπτομέρεια. Λόγω των συνεχιζόμενων και επίμονων διαμαρτυριών του ιδίου η κα Τουμαζή υποσχέθηκε να καλέσει συνεδρία των μελών της Επιτροπής της Εναγομένης, πράγμα το οποίο έπραξε στις 29/06/10. Τόσο ο ίδιος καθώς και η σύζυγός του και η θυγατέρα του παρευρέθηκαν στη συνεδρία και υπέβαλαν τις διαμαρτυρίες τους. Η κα Τουμαζή δεν αποδεχόταν οποιαδήποτε μείωση του ποσού και ακριβώς λόγω της στάσης της οι ίδιοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τη συνεδρία. Η Εναγόμενη Εταιρεία εκβιαστικά αρνείτο να αποδεχθεί την εξόφληση του επίδικου δανείου με το πραγματικά οφειλόμενο ποσό και δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε σε εξάλειψη της υποθήκης αν δεν καταβαλλόταν το ποσό των €369.000-. Λόγω του ότι είχε εξασφαλιστεί δάνειο ύψους €900.000- από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας, στο οποίο θα τίθετο ως εξασφάλιση το κτήμα που είχε υποθηκευμένο η Εναγόμενη, οι Ενάγοντες είχαν εξαναγκαστεί να καταβάλουν το ποσό που ζητείτο από την Εναγόμενη με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Καταλήγει, ο μάρτυρας, ότι οι Ενάγοντες είχαν εξαναγκαστεί στην αδικαιολόγητη καταβολή του ποσού των €64.995,83- το οποίο η Εναγόμενη είσπραξε αχρεωστίτως ή και κατέστη πλουσιότερη αφού δεν εδικαιούτο δυνάμει της επίδικης συμφωνίας να το εισπράξει. Οι Ενάγοντες παραπονέθηκαν στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, με επιστολή ημερ. 6/07/10 με την οποία κατάγγελλαν τη συμπεριφορά της Εναγόμενης Εταιρείας. Ο κ. Αυξεντίου κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, ως Τεκμήριο 3 την επιστολή ημερ. 28/06/10, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της επιταγής εξόφλησης ημερ. 30/06/10, ως Τεκμήριο 5 την επιστολή ημερ. 06/07/10 προς τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και ως Τεκμήριο 6 την κατάσταση που του είχε δοθεί από την Εναγόμενη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος είναι επιχειρηματίας και διατηρεί ξενοδοχεία και είναι καλός γνώστης των θεμάτων που αφορούν τις επιχειρήσεις. Λόγω των δραστηριοτήτων του είχε καταρτίσει και άλλα δάνεια τα οποία είχε επίσης εξοφλήσει πρόωρα, πλην όμως σε εκείνα τα δάνεια είχε καταβάλει τον τόκο που αντιστοιχούσε μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Υποστήριξε ότι δεν του είχε τύχει ποτέ να τον χρεώνουν με τόκους που θα χάσει η Τράπεζα λόγω πρόωρης εξόφλησης. Ποτέ δεν είχε καταβάλει ή και δεν του είχε χρεωθεί το 25% της αξίας του δανείου ως διοικητικά έξοδα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι συνεργαζόταν με την Εναγόμενη Εταιρεία για πρώτη φορά και η ίδια η Εναγόμενη είχε ζητήσει τον καθορισμό τριών ατόμων ως εγγυητών για την έγκριση του δανείου. Οι επιταγές για το ποσό του δανείου είχαν εκδοθεί επ΄ ονόματι της εταιρείας CROWN RESORTS. Αρνήθηκε ο ίδιος την υποβολή ότι η λήψη του δανείου είχε γίνει για την επιδιόρθωση της κατοικίας του και υπέδειξε ότι οι επιταγές της Εναγόμενης Εταιρείας είχαν εκδοθεί επ΄ ονόματι της εταιρείας του. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε αποδεχθεί τον όρο
(8)της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι όταν ο ίδιος είχε αποστείλει την επιστολή, ημερ. 28/06/10, για να τερματίσει τη συμφωνία δανείου την ίδια μέρα τον είχαν πληροφορήσει ότι το ποσό που θα αποδεχόταν η Εναγόμενη για εξόφληση ανερχόταν στις €369.000-. Ο ίδιος παραπονέθηκε γιατί το δάνειο τους είχε παραχωρηθεί μόνο για δύο μήνες και ζήτησε να του αναλύσουν το ποσό των €69.000-. Η κα Τουμαζή του είχε αναφέρει ότι δεν μπορούσε να αναλύσει το συγκεκριμένο ποσό και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι αν δεν καταβαλλόταν το συγκεκριμένο ποσό δεν θα εξαλείφετο η υποθήκη. Μετά από μεγάλη δική του επιμονή η κα Τουμαζή συγκάλεσε την Επιτροπή, στις 29/06/10, για να υποβάλουν το παράπονο. Όμως η κα Τουμαζή δεν άφησε οποιονδήποτε να μιλήσει και υπέδειξε ότι αν δεν καταβαλλόταν το ποσό των €369.000- δεν θα εξαλείφετο η υποθήκη. Αναγκάστηκε ο ίδιος να καταβάλει το ποσό των €64.995- ως διοικητικά έξοδα, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που του είχε δοθεί μεταγενέστερα στις 06/07/
- Υπέβαλε ο ίδιος παράπονο γραπτό στον Έφορο χωρίς αποτέλεσμα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι είναι εντελώς παράλογο να δανειστεί κάποιος €300.000- και σε διάστημα δύο μηνών να υποχρεωθεί να πληρώσει €369.000-. Οι €4.004,17- αφορούσαν τους τόκους και οι €64.995- αφορούσαν διοικητικά έξοδα. Επέμενε στη θέση του ότι με την επιστροφή των λεφτών της τράπεζας η τράπεζα θα τα δάνειζε αλλού οπόταν με αυτό τον τρόπο περιόριζε την απώλειά της. Όταν του υποβλήθηκε ότι η έκτακτη συνεδρία είχε συγκληθεί στο σπίτι της κας Τουμαζή ο ίδιος επέμενε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν το σπίτι της κας Τουμαζή και η συνεδρίαση στις 29/06/10 είχε γίνει στα γραφεία της Συνεργατικής. Υποστήριξε ότι δεν είχε αποδεχθεί το ποσό των €369.000- αλλά αντίθετα παραπονείτο συνεχώς Όμως ο ίδιος είχε ανάγκη το δάνειο από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας, πράγμα το οποίο είχε θέσει υπόψη της κας Τουμαζή, γι΄ αυτό και τον εκβίαζε ότι δεν θα εξάλειφε την υποθήκη. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, καταγράφει ξεκάθαρα τον λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη είχε εισπράξει το συγκεκριμένο ποσό και δεν καταγράφεται ο όρος «απώλεια κέρδους ή άλλα έξοδα». Η συγκεκριμένη κατάσταση δεν μιλούσε για ζημιές. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος είχε προτείνει το συγκεκριμένο ποσό και ισχυρίστηκε ότι το έβρισκε υπέρογκο. Μαρτυρία για την Εναγόμενη έδωσε η κα Άρτεμις Τουμαζή, (Μ.Υ.1), της οποίας η γραπτή δήλωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή της δήλωση ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η γενική διευθύντρια και γραμματέας της Εναγομένης γι΄ αυτό και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Στις 26/04/10 οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει στην Εναγόμενη αίτηση για χορήγηση δανείου. Τους είχαν ζητηθεί πληροφορίες και στοιχεία προς τεκμηρίωση της ικανότητάς τους για αποπληρωμή του δανείου και είχαν προσκομίσει, οι Ενάγοντες, δελτία καταβολής μισθού από την εταιρεία CROWN RESORTS LTD. Ως σκοπός της χορήγησης του δανείου είχε αναφερθεί η επιδιόρθωση οικίας. Η συμφωνία δανείου υπογράφηκε στις 26/04/10 και παραχωρήθηκε το δάνειο στις 29/04/10 με την εγγραφή υποθήκης. Το δάνειο είχε παραχωρηθεί για περίοδο 15 ετών και θα ήταν πληρωτέο με 60 τριμηνιαίες δόσεις εκ €8.566,88- έκαστη. Το κόστος της πίστωσης θα ήταν €208.833,35- και το συνολικό πληρωτέο ποσό €508.833,35-. Σύμφωνα με τον όρο
(8)της σύμβασης δανείου οι Ενάγοντες δικαιούντο σε πρόωρη εξόφληση του δανείου, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν τη λήξη της συμφωνίας, με την επίδοση γραπτής ειδοποίησης τερματισμού προς την Εναγόμενη. Ο ίδιος όρος προέβλεπε ότι σε τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν σε μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης με την επιφύλαξη της αφαίρεσης από τους Εναγόμενους των διοικητικών εξόδων. Σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση της κας Τουμαζή, Μ.Υ.1, ο χρεώστης είχε υποχρέωση να καταβάλει στη Συνεργατική οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημιές ή απώλειες ή υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της απώλειας κέρδους που θα ήταν το αποτέλεσμα της πρόωρης εξόφλησης του δανείου για τη Συνεργατική. Στις 28/06/10 οι Ενάγοντες ειδοποίησαν γραπτώς την Εναγόμενη ότι ήταν έτοιμοι να ξοφλήσουν το δάνειο και ζήτησαν την ετοιμασία όλων των απαραίτητων εγγράφων μέχρι την Τετάρτη 30/06/
- Ο κ. Χρίστος Αυξεντίου είχε τηλεφωνήσει της ίδιας αναφέροντάς της ότι επείγετο πάρα πολύ να προχωρήσει η διαδικασία εξόφλησης του δανείου και η εξάλειψη της υποθήκης. Η ίδια του είχε αναφέρει ότι το ζήτημα θα έπρεπε να τεθεί στην Επιτροπεία για λήψη απόφασης. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της ότι ο ίδιος της είχε αναφέρει, σε φιλικό ύφος, ότι δεν ανέμενε την χρέωση των €100.000-. Ο ίδιος είχε προτείνει το ποσό των €65.000 ως αποζημίωση. Ήταν η δική της θέση ότι σε οποιοδήποτε ποσό συμφωνείτο θα έπρεπε να προστεθούν οι τόκοι, οι οποίοι κατά την ημέρα εξόφλησης ήταν περίπου €4.000-. Στις 29/06/10 είχε η ίδια τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κ. Αυξεντίου ο οποίος επέμενε στη σύντομη διευθέτηση της εξόφλησης του δανείου και της είχε αναφέρει ότι είχε δώσει οδηγίες για έκδοση επιταγής ύψους €369.000- στη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας και της ζήτησε να επιβεβαιώσει το γεγονός αυτό με τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Επίσης την είχε ενημερώσει ότι θα βρίσκονταν στο Κτηματολόγιο, την επόμενη ημέρα, από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας και θα είχαν στην κατοχή τους την επιταγή ύψους €369.000- προς πλήρη εξόφληση του δανείου και ταυτόχρονη εξάλειψη της υποθήκης. Η ίδια είχε συγκαλέσει συνεδρία της Επιτροπείας, το βράδυ της 29/06/10, στην οποία συνεδρία είχε αποφασιστεί να γίνει αποδεκτό το αίτημα και η προσφορά του Ενάγοντα
- Πράγματι στις 30/06/10 είχε παραδοθεί σε εκπρόσωπο της Εναγόμενης η επιταγή για το ποσό των €369.000- και ταυτόχρονα είναι γίνει η εξάλειψη της υποθήκης. Δεν υπήρξε καμιά διαμαρτυρία ή παράπονο ή επιφύλαξη από πλευράς των Εναγόντων. Η πρώτη φορά που τέθηκε θέμα παραπόνου σε σχέση με την εξόφληση του δανείου ήταν με τη λήξη της επιστολής του Ενάγοντα 1 προς τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών στις 07/07/
- Σύμφωνα με την κα Τουμαζή, ο Ενάγοντας 1 είχε λάβει συμβουλή μετά από την εξόφληση του δανείου και είχε αρχίσει να ζητά επαναδιαπραγμάτευση του ποσού που είχε πληρωθεί για την πρόωρη εξόφληση του δανείου. Η ίδια του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αλλαγής των δεδομένων. Ο ίδιος επέμενε και είχε ζητήσει να δει την Επιτροπεία, την οποία και συνάντησε στα γραφεία της Συνεργατικής περί τις 15/07/10 όπου και του διευκρινίστηκε από κάποια μέλη της Επιτροπείας ότι δεν μπορούσε να αλλάξει οτιδήποτε. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, την αίτηση δανείου, ως Τεκμήριο 9 τα έντυπα που είχαν προσκομιστεί από τους Ενάγοντες σε σχέση με τη μισθοδοσία τους, ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης της Επιτροπείας με ημερομηνία 29/06/
- Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο κ. Αυξεντίου είχε εισηγηθεί το ποσό των €65.000- πλέον το ποσό των τόκων το οποίο ανερχόταν στις €4.000-. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι ήταν σε γνώση του κ. Αυξεντίου ότι θα έπρεπε να πληρώσει και μια αποζημίωση. Ερωτηθείσα παραδέχθηκε ότι η διαπραγμάτευση του συγκεκριμένου ποσού δεν είχε γίνει στη βάση κάποιων υπολογισμών και ότι απλά η τράπεζα είχε ανταποκριθεί στην πρόταση του κ. Αυξεντίου. Η ίδια γνώριζε από πλευράς της τράπεζας ότι θα έπρεπε να μειωθεί το συνολικό κόστος της πίστωσης και μέσα στο δικό της μυαλό το ποσό ήταν κάτι κάτω από τα μισά του συνόλου της πίστωσης. Η ίδια γνώριζε ότι δεν υπήρχε εγγεγραμμένη διαδικασία για την πρόωρη εξόφληση. Ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με τη διαδικασία θα έπρεπε να ερωτηθούν, όπως και ερωτήθηκαν, κάποιες άλλες συνεργατικές εταιρείες. Υποστήριξε σε ερώτηση που της τέθηκε ότι είχε ληφθεί σοβαρά υπόψη η πρόωρη εξόφληση του δανείου και γι΄ αυτό είχαν δεχθεί την εισήγηση του κ. Αυξεντίου. Η ίδια ως γραμματέας είχε υποχρέωση να μεταφέρει στην Επιτροπεία τι είχε διαμειφθεί. Ο κ. Αυξεντίου είχε ζητήσει ανταπόκριση στο αίτημά του εντός 24 ωρών και υπήρχε μια προσφορά η οποία είχε θεωρηθεί ως νόμιμη, από πλευράς του Συνεργατικού, με βάση την παράγραφο
(8)της Σύμβασης Δανείου. Οπόταν κατέληξαν, η Επιτροπεία, στο να μειώσουν το συνολικό κόστος της πίστωσης κατά €140.000-. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο συγκεκριμένος υπολογισμός ήταν αυθαίρετος και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε γίνει κανένας υπολογισμός. Ερωτηθείσα επέμενε ότι δεν υπήρξε καμιά απολύτως διαμαρτυρία από τον κ. Αυξεντίου. Αντίθετα, υπήρξαν ευχαριστίες τόσο από τον κ. Αυξεντίου καθώς και από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας και η διαμαρτυρία του, ήταν η θέση της, ότι συνιστούσε εκ των υστέρων σκέψη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε προβεί σε εκβιασμό και υποστήριξε ότι προσπάθειά της ήταν να συγκαλέσει την Επιτροπεία σε μισή μέρα και να κάνει τα αδύνατα δυνατά να βοηθήσει τον κ. Αυξεντίου στη λήψη δανείου ύψους €900.000- με χαμηλότερο επιτόκιο από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Προώθησε τη θέση ότι ο όρος του συμβολαίου του δανεισμού προέβλεπε για διοικητικά έξοδα. Η ίδια θεωρούσε το συγκεκριμένο ποσό που καταβλήθηκε ως διοικητικά έξοδα. Στην ίδια κατάληξη είχε αχθεί και η Επιτροπεία στη συνεδρία της το βράδυ της 29/06/10 διαβάζοντας τον όρο
(8)κατ΄ επανάληψη. Κατέληξε ότι η ίδια θεωρούσε απόλυτα δίκαιη την χρέωση των €65.000-, ενόψει της απαίτησης του πελάτη εντός 24 ωρών να εξοφληθεί το δάνειο και να απαλειφθεί η υποθήκη για να μπορέσει ο πελάτης να αξιοποιήσει το κτήμα του. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Άννα Καρυδά, (Μ.Υ.2), της οποίας η γραπτή δήλωση είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο 11. Στη γραπτή της δήλωση κατέγραψε ότι είναι ιδρυτικό μέλος του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου Λτδ. Στις 29/06/10 είχε ειδοποιηθεί από την κα Τουμαζή για να παρευρεθεί σε συνεδρία της Επιτροπείας το βράδυ της 29/06/10 στην οικία της. Ένα από τα θέματα που είχε συζητηθεί στη συγκεκριμένη συνεδρία ήταν το αίτημα του κ. Αυξεντίου, της συζύγου και της θυγατέρας του για πρόωρη εξόφληση του δανείου τους. Η κα Τουμαζή είχε αναφέρει στην Επιτροπεία ότι ο κ. Αυξεντίου επείγετο γιατί είχε εξασφαλίσει δάνειο ύψους €900.000- με χαμηλότερο επιτόκιο από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Επίσης είχε αναφέρει, η κα Τουμαζή, ότι ο ίδιος ο κ. Αυξεντίου είχε προτείνει το ποσό των €65.000 και €4.000 ως τόκους. Η συγκεκριμένη πρόταση έγινε αποδεκτή και στις 30/06/10, όπως η ίδια είχε ενημερωθεί, το δάνειο του κ. Αυξεντίου είχε εξοφληθεί με την καταβολή του συνολικού ποσού των €369.000- με επιταγή της ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας και είχε εξαλειφθεί η υποθήκη. Στις 15/07/10 είχε η ίδια κληθεί και παρευρεθεί σε συνεδρία στα γραφεία του Συνεργατικού γιατί είχε ζητήσει ο κ. Αυξεντίου να συναντηθεί με μέλη της Επιτροπείας. Στη συγκεκριμένη συνάντηση ο κ. Αυξεντίου είχε ζητήσει την επιστροφή των €65.000 που είχε καταβάλει. Του αναφέρθηκε ότι δεν μπορούσε να αλλάξει η απόφαση της Επιτροπείας και ότι το θέμα θεωρείτο λήξαν. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι είχε αναφερθεί από την κα Τουμαζή στην Επιτροπεία ότι ο κ. Αυξεντίου επιθυμούσε την πρόωρη εξόφληση του δανείου και ότι είχε συζητηθεί μεταξύ της και του κ. Αυξεντίου το θέμα των εξόδων και του συνολικού κόστους της πίστωσης. Το συνολικό κόστος πίστωσης του δανείου ήταν €208.000- και από αυτό ο δανειζόμενος δικαιούτο μείωση. Ο ίδιος ο κ. Αυξεντίου είχε προτείνει το ποσό των €65.000- και η Επιτροπεία είχε συμφωνήσει. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι πρώτη φορά είχε τύχει να εξοφλείται δάνειο εντός τριών μηνών από τη λήψη του. Λόγω του ότι η Επιτροπεία πρώτη φορά αντιμετώπιζε μια τέτοια περίπτωση είχαν θεωρήσει δίκαιο το ποσό των €65.000- αφού είχε προταθεί και από τον ίδιο τον κ. Αυξεντίου. Προώθησε τη θέση ότι δεν υπήρχε λόγος για οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους του κ. Αυξεντίου αφού το συγκεκριμένο ποσό είχε προταθεί από τον ίδιο. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε τρόπος υπολογισμού για να βρεθεί το κατάλληλο ποσό. Εξήγησε, ότι τα διοικητικά έξοδα συμπεριλαμβάνουν διάφορα έξοδα, όμως η ίδια δεν γνώριζε τι εμπεριέχει ο λογιστικός όρος "διοικητικά έξοδα". Παραδέχθηκε ότι γίνονται συνεδρίες στο σπίτι της κας Τουμαζή και ότι σε όλες τις συνεδρίες τηρούνται πρακτικά. Στη συνεδρία της 26/06/10 είχαν τηρηθεί πρακτικά από τη Γραμματέα. Σε σχέση με τη συνεδρία, ημερ. 15/07/10, ήταν η δική της θέση ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα συνεδρία αλλά μια συνάντηση η οποία είχε ζητηθεί από τον κ. Αυξεντίου. Παρούσες στη συγκεκριμένη συνάντηση ήταν η ίδια, η κα Ελένη Τσιγαρίδου και η κα Τουμαζή όπου στη συγκεκριμένη συνάντηση ο κ. Αυξεντίου είχε ζητήσει την επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού. Του αναφέρθηκε ότι το θέμα θεωρείτο λήξαν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές είχαν προωθήσει τις θέσεις τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι υπήρξε οικονομικός εξαναγκασμός των Εναγόντων στην καταβολή του συγκεκριμένου ποσού. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Παπαλλή, ο οποίος με αναφορά στην σύμβαση εισηγήθηκε ότι δεν υπήρξε εξαναγκασμός, αλλά εφαρμογή του όρου 8 της Σύμβασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Αυξεντίου έδωσε την δική του εκδοχή στα γεγονότα. Δεν αρνήθηκε ότι είχε άμεση ανάγκη την νέα χρηματοδότηση ύψους €900.000- από την ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας και ότι είχε εξαναγκαστεί να πληρώσει τις €64.995.83- ως τιμωρία για την πρόωρη εξόφληση. Αναγνώρισε ο ίδιος ότι όφειλε να καταβάλλει ένα ποσό ως το κόστος του δανεισμού, δεν αρνήθηκε το γεγονός. Όμως κατά την δική του άποψη θα έπρεπε να είναι ένα λογικό και όχι εξογκωμένο ποσό. Η θέση του ήταν πιο λογική από τις θέσεις που προτάθηκαν από την μαρτυρία της Εναγόμενης Εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει, διακατεχόταν, η μαρτυρία του, από πειστικότητα. Η κα Τουμαζή, Μ.Υ.1, όπως διαφάνηκε στην πορεία της μαρτυρίας της, δεν γνώριζε τι ποσό έπρεπε ακριβώς να πληρωθεί ως αποζημίωση για την πρόωρη εξόφληση του δανείου. Ήταν συγχυσμένη αναφορικά με το κατά πόσο το ποσό συνιστούσε αποζημίωση ή διοικητικά έξοδα. Για να καταλήξει στο τέλος ότι ήταν διοικητικά έξοδα. Όμως για ένα οργανισμό που εκτελεί χρηματικές συναλλαγές σίγουρα δεν είναι επαγγελματικό να γίνεται μια αναφορά σε ένα ποσό χωρίς οποιουσδήποτε υπολογισμούς. Η θέση της ότι το δάνειο ήταν για οικιστικούς σκοπούς καταρρίφθηκε από την θέση του κ. Αυξεντίου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε στην αντεξέτασή του, ότι το ποσό του δανείου είχε παραχωρηθεί με δυο επιταγές, οι οποίες είχαν εκδοθεί επ ονόματι της εταιρείας Crown Resorts. Ο ισχυρισμός της, ότι ήταν εισήγηση του κ. Αυξεντίου το συγκεκριμένο ποσό, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός γιατί λογικά ο κ. Αυξεντίου θα ενεργούσε καθοδηγούμενος από το συμφέρον του και θα εισηγείτο ένα πιο μικρό ποσό. Και αφού, σύμφωνα με την θέση της στην γραπτή της δήλωση, θα αποφάσιζε η Επιτροπεία για το ποσό που θα ζητείτο από τους Ενάγοντες, Τεκμήριο 7, γιατί στην συνεδρίαση της Επιτροπείας, ημερομηνίας 29/06/10, το ποσό δεν συζητήθηκε καν, Τεκμήριο 10 και έγινε απλά αναφορά σε συνομιλία της Προέδρου της Εναγόμενης με την ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε σε λειτουργία οποιαδήποτε εγγεγραμμένη διαδικασία, σε σχέση με το θέμα του υπολογισμού του ποσού που θα καταβαλλόταν στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης, δεν σήμαινε κατ ανάγκη και τον αυθαίρετο καθορισμό του ποσού. Δεν μπορώ να δεχθώ την θέση της ότι το ποσό των €65.000- ήταν δίκαιο και εύλογο για τα διοικητικά έξοδα που είχε επωμιστεί η Εναγόμενη Εταιρεία τα οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει. Εν πάση περιπτώσει η θέση της ότι το συγκεκριμένο ποσό συνιστούσε διοικητικά έξοδα έρχεται σε αντίθεση με την θέση της κας Καρυδά, Μ.Υ.2, ότι συνιστούσε την μείωση της πίστωσης. Δεν εξηγήθηκε το κόστος για την Εναγόμενη, της πρόωρης εξόφλησης, αφού τα λεφτά θα επιστρέφονταν στον τραπεζικό οργανισμό πρόωρα και ο τραπεζικός οργανισμός θα μπορούσε να τα δανείσει ξανά και να εισπράττει τόκο. Ακόμη και αν δεχθώ την εκδοχή της, ότι το συγκεκριμένο ποσό ήταν εισήγηση του κ. Αυξεντίου, σίγουρα θα έπρεπε, ως τραπεζικό ίδρυμα, να καθορίσουν ένα ποσό το οποίο να αιτιολογήσουν στις 29/06/10 ή και να το συζητήσουν. Αντίθετα, ακόμη και στις 06/07/10 που παραχώρησαν την κατάσταση λογαριασμού στον κ. Αυξεντίου, Τεκμήριο 6, δεν ήταν σε θέση να αιτιολογήσουν το συγκεκριμένο ποσό. Ακόμη και στην απόφασή τους, Τεκμήριο 10, δεν καθορίζουν γιατί το συγκεκριμένο ποσό. Επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 10 ότι δεν πιέστηκαν να προχωρήσουν σε συνεδρίαση μόνο για το θέμα του κ. Αυξεντίου, όπως ήταν ο ισχυρισμός της κας Τουμαζή. Διαφαίνεται μέσα από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου ότι ήταν μια κανονική, συνήθης και προγραμματισμένη συνεδρίαση αφού υπήρχαν πολλά θέματα προς συζήτηση. Ούτε και η κα. Καρυδά, Μ.Υ.2, ήξερε να εξηγήσει τι συμπεριλάμβανε ο όρος διοικητικά έξοδα. Ισχυρίστηκε ότι είναι τίτλος στο λογιστικό πρόγραμμα και προώθησε τη θέση ότι το κόστος για το τραπεζικό ίδρυμα της πρόωρης εξόφλησης είναι σημαντικό. Όμως δεν μπορούσε να επεξηγήσει τι ήταν στην πραγματικότητα το κόστος για το συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα. Μιλούσε γενικά και αόριστα χωρίς να μπορεί να το συγκεκριμενοποιήσει. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη Εταιρεία είναι τραπεζικός οργανισμός και εντός του πλαισίου των εργασιών της, στις 26/04/10, είχε παραχωρήσει δάνειο ύψους €300.000- στους Ενάγοντες. Στις 28/06/10 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν την Εναγόμενη Εταιρεία ότι επιθυμούσαν την εξόφληση του συγκεκριμένου δανείου και ζήτησαν την ετοιμασία όλων των απαραίτητων εγγράφων. Στις 29/06/10 είχε συνεδριάσει η Επιτροπή για να αποφασίσει για διάφορα θέματα μεταξύ αυτών και του αιτήματος των Εναγόντων για πρόωρη εξόφληση του δανείου τους. Η Πρόεδρος της Εναγομένης Εταιρείας σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Χρίστο Αυξεντίου είχε ζητήσει, προς υλοποίηση της πρόωρης εξόφλησης, την καταβολή των τόκων, ήτοι €4.004,17- και €64.995,83- ως διοικητικά έξοδα. Λόγω του ότι είχε εγκριθεί δάνειο από την ΣΠΕ Δυτικής, ύψους €900.000-, προς όφελος των Εναγόντων αυτοί επείγονταν να αποδεσμεύσουν το ακίνητο, γεγονός το οποίο γνώριζε η κα Τουμαζή, το οποίο είχαν υποθηκεύσει ως εγγύηση στην Εναγόμενη Εταιρεία για την παροχή του δανείου, για αυτό και δεν είχαν επιλογή παρά να πληρώσουν το ποσό παρά τις διαμαρτυρίες τους. Μετά από κάποιες μέρες υπέβαλλαν παράπονο στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών σε σχέση με το ποσό το οποίο είχε απαιτηθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία και παραπονέθηκαν επίσης στην Επιτροπεία της Εναγομένης Εταιρείας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ένα είναι το νομικό θέμα που πρέπει να αποφασιστεί, κατά πόσο δυνάμει της σύμβασης δανεισμού, Τεκμήριο 2, δικαιούτο η Εναγόμενη Εταιρεία να χρεώσει το συγκεκριμένο ποσό, ήτοι το ποσό των €64.995,83-, κάτω από το κονδύλι των διοικητικών εξόδων. Η σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης Εταιρείας ήταν συμβατική και διέπετο από την συμφωνία δανείου, το Τεκμήριο 2. Καθοριστικός για τα θέματα που εξετάζονται ήταν ο όρος 8 της σύμβασης, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «8. Ο χρεώστης δικαιούται οποτεδήποτε πριν την λήξη της πιστωτικής συμφωνίας, να προβεί σε πρόωρη εξόφληση του δανείου που του παραχωρείται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, με επίδοση γραπτής ειδοποίησης τερματισμού στην Συνεργατική με την οποία θα καταδεικνύει την πρόθεσή του να λύσει την πιστωτική συμφωνία. Σε τέτοια περίπτωση ο χρεώστης δικαιούται σε μείωση του συνολικού κόστους πίστωσης, με την επιφύλαξη της αφαίρεσης από την Συνεργατική διοικητικών εξόδων. Σε τέτοια περίπτωση, και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε δικαιώματος του χρεώστη, ο χρεώστης υποχρεούται να καταβάλλει στην Συνεργατική οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημιές ή απώλειες ή υποχρεώσεις (συμπεριλαμβανομένης απώλειας κέρδους) που μπορεί να υποστεί ή επιβαρυνθεί η Συνεργατική ως αποτέλεσμα της πρόωρης εξόφλησης του δανείου.». Έχει νομολογιακά καθοριστεί ο τρόπος ερμηνείας μιας σύμβασης και αναφορά μπορεί να γίνει στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 1739 όπου, στην σελίδα 1746, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» Το κριτήριο για την ερμηνεία των όρων της σύμβασης είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στο μέσο λογικό άνθρωπο. βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1B ΑΑΔ , Θεολόγου ν. Κτηματικής Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407) στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα». Προκύπτει από τα γεγονότα ότι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου είχε γίνει αποδεκτός από την Εναγομένη, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts General Principles, 25η εκδ., παρα.1471, σελ. 813: «Accord and satisfaction is the purchase of a release from an obligation whether arising under a contract or tort by means of any valuable consideration, not being the actual performance of the obligation itself. The accord is the agreement by which the obligation is discharged. The satisfaction is the consideration which makes the agreement operative.» Βλ. επίσης British Russian Gazette Ltd v. Associated Newspapers Ltd [1933] 2 KB
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmston's Law of Contract, 15η εκδ, σελ. 720, 'a unilateral discharge requires consideration'. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει από τους σχετικούς όρους της σύμβασης πως έγινε κάποια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και καθορίσουν, εκ των προτέρων, τη ζημιά την οποία θα υφίστατο η Εναγόμενη Τράπεζα από τυχόν πρόωρη εξόφληση του δανείου. Δεν υπάρχει αναφορά σε ποσοστά, αριθμούς, ποσά ή υπολογισμούς. Είναι ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής εξόδων, δαπανών, ζημιών, απωλειών ή υποχρεώσεων. Το Τεκμήριο 6, το οποίο είναι μεταγενέστερο την εξόφλησης, απλά καταγράφει το ποσό των €64.995,83- ως διοικητικά έξοδα. Δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο που θα μετρούσε στον καθορισμό των διοικητικών εξόδων, όπως τα χαρακτήρισε η κα Τουμαζή, Μ.Υ.1, τα οποία κατ' ουσία συνιστούν την εύλογη αποζημίωση που θα μπορούσε να καθορισθεί, σε σχέση με την πρόωρη εξόφληση του δανείου, αφού δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για τις οποιεσδήποτε ζημιές της Εναγομένης. Στην παρούσα δεν έγινε καμία προσπάθεια κατάδειξης οποιασδήποτε ζημιάς. Αντίθετα, αυτό που εξάγεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία της Εναγομένης ήταν ότι ούτε οι ίδιοι δεν ήξεραν γιατί ζητούσαν τις €64.995,83- ή για πιο λόγο θα τις εισέπρατταν. Το Τεκμήριο 6, το οποίο σημειωτέον φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της απαλλαγής των Εναγόντων, δεν αναφέρεται σε ζημιά, ούτε σε μείωση του κόστους της πίστωσης, αλλά αναφέρεται σε διοικητικά έξοδα. Όμως τα συγκεκριμένα διοικητικά έξοδα, που δεν είχαν αναλυθεί ή επεξηγηθεί, είχαν καταγραφεί μεταγενέστερα από την εξόφληση του δανείου, αφού το Τεκμήριο 6 φέρει ημερομηνία 06/07/
- Οι ίδιοι οι μάρτυρες της Εναγόμενης Εταιρείας, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, είχαν παραδεχθεί πρώτον, ότι δεν γνώριζαν τι συμπεριλάμβανε ο όρος διοικητικά έξοδα και δεύτερον, ότι δεν είχε χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε μέθοδος υπολογισμού των διοικητικών εξόδων. Η ίδια η Γενική Διευθύντρια της Εναγομένης στην γραπτή της δήλωση, Τεκμήριο 7 παράγραφος 14, ισχυρίζεται ότι ήταν θέμα της Επιτροπείας η εφαρμογή του όρου 8 του συμβολαίου και η οποιαδήποτε χρέωση σε σχέση με την πρόωρη εξόφληση. Διαφάνηκε, από την ανάγνωση του όρου 8 της σύμβασης δανείου, ότι η Εναγόμενη Τράπεζα, εκ των πραγμάτων, δικαιούται στην επιστροφή των χρημάτων που είχε δανείσει στους Ενάγοντες, με τον τόκο που συμφώνησε ή αύξησε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης για τα λεφτά τα οποία θα λάμβανε πριν την ημερομηνία λήξης της σύμβασης και τα οποία θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί προς ίδιον όφελος. Όμως σύμφωνα με το σύγγραμμα Paget's Laws of Banking, 13η εκδ., ο δανειστής δικαιούται να προσθέσει στο χρέος όλα τα έξοδα τα οποία ευλόγως έχει επωμιστεί. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα στην παρα. 13.21, σελ. 244: «In the law of mortgage, the mortgagee's entitlement to add to the mortgage debt all costs, charges and expenses reasonably incurred is well established.» Δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της Εναγόμενης Εταιρείας να χρεώσει έξοδα, απώλειες και ζημιές, τις οποίες ευλόγως έχει επωμιστεί, οι οποίες όμως θα αποκρυσταλλώνονται σε εύλογο ποσό και όχι αυθαίρετο. Σίγουρα ο καθορισμός του συγκεκριμένου ποσού, το οποίο συνιστά περισσότερο από το ένα πέμπτο του δανεισθέντος ποσού, για δανεισμό μόνο δυο μηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογος ή λογικός. Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 (Ν.106(Ι)/10), ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ, στο άρθρο 16, έχει καθιερώσει μηχανισμό σε σχέση με την «αποζημίωση», για την πρόωρη εξόφληση δανείου, την οποία δικαιούται ο τραπεζικός οργανισμός. Δεν παραγνωρίζεται, από το Δικαστήριο, ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν έχει εφαρμογή σε συμβάσεις πίστωσης που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του συγκεκριμένου νόμου καθώς επίσης, ότι κάποιες μορφές δανείων έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου και ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα υπό κρίση γεγονότα. Παρά το γεγονός αυτό μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από το άρθρο 16, σε σχέση με το τι συνιστά εύλογη αποζημίωση, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «16.-
(1)Ο καταναλωτής δύναται οποτεδήποτε να εκπληρώσει το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεων του που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης.
(2)Σε περίπτωση που ασκηθεί το προβλεπόμενο από το εδάφιο
(1)δικαίωμα, ο καταναλωτής δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης που αποτελείται από τους τόκους και τις χρεώσεις για το εναπομένων διάστημα της σύμβασης.
(3)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(4), σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης της πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται εύλογης και αντικειμενικά αιτιολογημένης αποζημίωσης για ενδεχόμενα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση της πίστωσης νοουμένου ότι, η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό. (β) Η αποζημίωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα τοις εκατόν (1%) του τιμήματος της πίστωση που εξοφλήθηκε πρόωρα, εφόσον το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης πίστωσης υπερβαίνει το ένα
(1)έτος. (γ) Σε περίπτωση που το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν υπερβαίνει το ένα έτος, η αποζημίωση που δικαιούται ο πιστωτικός φορέας δεν δύναται να υπερβαίνει το 0,5% του τιμήματος της πίστωσης που ξοφλήθηκε πρόωρα.» Από το πιο πάνω άρθρο, όπως έχει είδη αναφερθεί, μόνο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί. Το κόστος της πίστωσης, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 2, ήταν €208.833,35- και για την πρόωρη εξόφληση η Εναγόμενη Εταιρεία είχε χρεώσει το ποσό των €64.995,83-, ως διοικητικά έξοδα, το οποίο ξεπερνά το ένα τρίτο του κόστους δανεισμού, ενός δανεισμού διάρκειας δυο μηνών, χωρίς καν να μπορεί να το δικαιολογήσει και χωρίς να έχει εφαρμόσει οποιοδήποτε τρόπο υπολογισμού του. Θεωρώ ότι εκφεύγει της εύλογης αποζημίωσης. Των πιο πάνω λεχθέντων θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στον όρο 8, του Τεκμηρίου 2, η αυθαίρετη ερμηνεία που εισηγείται η Εναγόμενη Εταιρεία ήτοι ο αυθαίρετος καθορισμός των διοικητικών εξόδων, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει επεξηγηθεί τι περιλαμβάνουν. Ούτε και μπορεί η αποζημίωση να εξομοιωθεί με διοικητικά έξοδα ή να θεωρηθεί ότι τα περιλαμβάνει. Μια τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την σιγουριά και σταθερότητα που απαιτείται στις τραπεζικές συνδιαλλαγές. Η πλευρά των Εναγόντων επικαλέστηκε, ως βάση της αγωγής της, οικονομικό εξαναγκασμό σε σχέση με την καταβολή του ποσού ύψους €64.995.83-, ως διοικητικά έξοδα. Η πιο πρόσφατη ερμηνεία του όρου οικονομικός εξαναγκασμός προκύπτει από την αγγλική απόφαση στην υπόθεση Bank Of India v. Riat [2014] EWHC 1775 (CH), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «There was no dispute as to the relevant principles in respect of economic duress. It is well settled that duress is not a tort and is only actionable in the sense that a party who has been a victim of duress can commence proceedings to set the agreement aside: The Universe Sentinel [1983] 1 AC 366 at 76 g-h, [1982] 2 All ER 67, [1982] 2 WLR
- [56] One of the defining features of economic duress is that it involves illegitimate pressure meaning that it is without any commercial or similar justification. Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and tumble of normal commercial bargaining and will depend upon a consideration of all of the circumstances in any given case. [57] In Carillion Construction Ltd v Felix (UK) Ltd [2001] UKHL 49, [2001] BLR 1; 74 Con LR 144, Dyson J cited the passage from his own judgment in DSND Subsea Ltd (formerly DSND Oceantech Ltd) v Petroleum Geo Services ASA [2000] BLR 530 at para 113: "The ingredients of actionable duress are that there must be pressure, (a) whose practical effect is that there is compulsion on, or a lack of practical choice for, the victim, (b) which is illegitimate, and (c) which is a significant cause inducing the Claimant to enter into the contract: see Universal Tankships of Monrovia v ITWF [1983] AC 336,400B-E, and The Evia Luck [1992] 2 AC 152, 165G. In determining whether there has been illegitimate pressure, the court takes into account a range of factors. These include whether there has been an actual or threatened breach of contract; whether the person allegedly exerting the pressure has acted in good or bad faith; whether the victim had any realistic practical alternative but to submit to the pressure; whether the victim protested at the time; and whether he affirmed and sought to rely on the contract. These are all relevant factors. Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and tumble of the pressures of normal commercial bargaining." [58] The party asserting duress carries the burden of proving causation, and must prove that the duress was a "significant cause" inducing that party to enter into the agreement: DSDN Subsea Ltd v Petroleum Geo Services ASA [2000] BLR 530 following Dimskal Shipping Co SA v International Transport Workers Federation [1992] 2 AC 152 at 165G, [1991] 4 All ER 871, [1991] 3 WLR 875.» Ο όρος οικονομικός εξαναγκασμός επεξηγήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν.
- Εμμανουήλ Σιδηρόπουλου
- Δημήτρη Ζαννέτου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1000, όπου στην σελίδα 1011 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Ο όρος 'εξαναγκασμός' που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Ο οικονομικός εξαναγκασμός είναι μορφή καταναγκασμού που έχει αναγνωριστεί ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα όπως και κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Η πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση, εκτός εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεχθεί είτε να μειώσει το οφειλόμενο προς αυτόν ποσό, είτε να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που έχει όφελος από την άσκηση της πίεσης, αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών, είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος, είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σε αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ανυπαρξία, ταυτόχρονα, λογικής διαζευκτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου. Ως απόρροια, απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του είναι η άσκηση πίεσης σε συμβαλλόμενο για εγκατάλειψη ή τροποποίηση προς ζημιά του καθορισμένων συμβατικών δικαιωμάτων και προς όφελος του συμβαλλομένου που ασκεί την πίεση, πίεση την οποία το δίκαιο θεωρεί απαράδεκτη και άδικη (βλ. Γεώργιος Κούτας v. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 516). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακόμη και η απειλή της εφαρμογής μιας κατά τα άλλα νόμιμης πράξης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταναγκασμός αν συνοδεύεται με απαίτηση που ξεπερνά αυτό που θεωρείται κανονικό ή νόμιμο σε εμπορικές συναλλαγές. Βλ Chitty on Contracts «General Principles», 25η εκδ., παρα. 489, σελ.
- Όμως, όπως εξήγησε και ο Steyn LJ στην υπόθεση CTN Cash and Carry Ltd v Gallaher Ltd [1993] EWCA Civ 19: «I also readily accept that the fact that the defendants have used lawful means does not by itself remove the case from the scope of the doctrine of economic duress ....On the other hand, Goff and Jones, "The Law of Restitution", third edition, at p.240, observed that English courts have wisely not accepted any general principle that a threat not to contract with another, except on certain terms, may amount to duress. Outside the field of protected relationships, and in a purely commercial context, it might be a relatively rare case in which "lawful-act duress" can be established. And It might be particularly difficult to establish duress if the defendant bona fide considered that his demand was valid. In this complex and changing branch of the law I deliberately refrain from saying "never". But as the law stands, I am satisfied that the defendants' conduct in this case did not amount to duress.». Εξετάζοντας το θέμα κατά πόσο νόμιμες απαιτήσεις μπορούν να θωρηθούν ως εξαναγκασμός, το Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων παραγόντων, τις περιβάλλουσες συνθήκες, την φύση της απειλής και κατά πόσο η συγκεκριμένη απειλή μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμος τρόπος άσκησης πίεσης. Καθοδηγητικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα του Chitty on Contracts «General Principles»,( ανωτέρω), στην σελ. 276 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «There is no doubt that difficulty and delicate problems may arise in deciding whether threats otherwise lawful can amount to duress in the particular circumstances of the case. It seems that the court would have to take account of a wide range of factors in making such a decision, including (for instance) the nature of the threat; whether such a threat is commonly regarded as a legitimate way of exerting pressure; how coercive the threat is in the particular circumstances in which the party threatened is placed; what alternative remedies he may have, and how effective such remedies would be; the nature of the demand coupled with the threat; the nature of the consequences to the threatened party if he submits to the coercion on the one hand, and if he refuses to submit on the other; and the identity and status of the parties ..............................» Βλ επίσης Goff and Jones, "The Law of "The Law of Restitution", 7η εκδ., παρα. 10-
- Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, αυτός που επικαλείται το δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν υπήρχε άλλη λογική επιλογή από το να αποδεχθεί τον όρο και ότι έχει επιλέξει το λιγότερο επαχθείς από τα δυο κακά. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την απόφαση The Universal Sentinel [1983] 1 AC 366 στη σελίδα 400: «The classic case of duress is not the lack of will to submit but the victim's Intentional submission arising from the realisation that there is no practical choice open to him.... The absence of choice can be proved in various ways, e.g. by protest, by the absence of independent advice, or by a declaration of intention to go to law to recover the money paid or the property transferred ... . But none of these evidential matters goes to the essence of duress. The victim's silence will not assist the bully, if the lack of any practicable choice but to submit is proved. The present case is an excellent illustration. There was no protest at the time, but only a determination to do whatever was needed as rapidly as possible to release the ship. Yet nobody challenges the judge's finding that the owner acted under compulsion.» Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 30η εκδ., παρα. 7-003, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: "It is submitted that absence of a reasonable alternative is not an absolute requirement but rather very strong evidence of whether the victim was in fact influenced by the threat" Βλ. επίσης Chesire, Fifoot & Furmstone's Law of Contract, 15η εκδ, σελ.383 κ.ε. Προκύπτει από τα γεγονότα ότι οι Ενάγοντες είχαν τύχει έγκρισης δανειοδότησης, από άλλο τραπεζικό ίδρυμα, ύψους €900.000- με το ίδιο επιτόκιο που χρεώνονταν από την Εναγόμενη Εταιρεία. Το γεγονός αυτό η Εναγόμενη Εταιρεία το γνώριζε όπως πολύ καλά γνώριζε ότι οι Ενάγοντες επείγονταν για την εξάλειψη της υποθήκης, υπήρχε παραδοχή του γεγονότος από την Μ.Υ.1, για να μπορέσουν να υποθηκεύσουν το ακίνητο προς εξασφάλιση του νέου δανείου. Η πλευρά των Εναγόντων δεν είχε εναλλακτική οδό παρά να πληρώσει το ποσό που της είχε ζητηθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία, ήτοι το ποσό των €64.995,83- για να αποδεσμευτεί το ακίνητό της διαφορετικά θα έχανε την δανειοδότηση από την ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Δεν υπήρχε άλλη διαζευκτική λύση για τους Ενάγοντες που επείγονταν στην λήψη μεγαλύτερου δανείου λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων. Το γεγονός αυτό έτυχε εκμετάλλευσης από την Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία δεν θα διέγραφε την υποθήκη επί του ακινήτου αν δεν λάμβανε το ποσό που ζητούσε. Οι περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες είχαν υποστεί οικονομικό εξαναγκασμό για να καταβάλλουν το υπέρογκο ποσό που τους ζητείτο, ως διοικητικά έξοδα, για δυο μήνες δανεισμού. Είχαν άμεση ανάγκη την εξάλειψη της υποθήκης του κτήματος τους, το οποίο ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του δανείου στην Εναγόμενη Εταιρεία, γεγονός που η γενική Διευθύντρια της Εναγόμενης πολύ καλά γνώριζε και χρησιμοποίησε προς όφελος της Τράπεζας, κάτι που μπορούσε να πράξει, πλην όμως είχε ξεπεράσει το ευλόγως και αντικειμενικά αποδεκτό. Οι Ενάγοντες εξαναγκάστηκαν να το πληρώσουν, γιατί είχαν άμεση ανάγκη την νέα δανειοδότηση και στη συνέχεια παραπονέθηκαν άμεσα στον Έφορο, αλλά και στην ίδια την Επιτροπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιούται η πλευρά που εξαναγκάζεται στην καταβολή κάποιου ποσού στην επιστροφή του. Βλ. Contor Index Ltd v. Shortfall [2002] All ER (D) 16, Burmah Oil Co Ltd v. Bank of England [1979] 3 All ER 700, στις σελ. 729- 730 και Chesire, Fifoot & Furmstone's Law of Contract, 15η εκδ, σελ.
- Των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ ότι η αγωγή των Εναγόντων θα πρέπει να πετύχει. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας για το ποσό των €64.995,83- πλέον νόμιμος τόκος από 14/10/
- Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα βαραίνουν την Εναγόμενη Εταιρεία. (Υπ.)............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο