Λευτέρη Χατζηιωάννου ν. Άριστου Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1547/14, 29/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1547/14 Μεταξύ: Λευτέρη Χατζηιωάννου Ενάγοντα -Αιτητή και
- Άριστου Χριστοδούλου
- C.A. Group Fitness Ltd Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 19/06/14 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Αυγούστου,2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Τσαρκάτζης για Χρ. Πατσαλίδη Δ.Ε.Π.Ε. (κα Καλλή για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Γ. Κουκούνης με κ. Ν. Κουκούνη (κ. Ν. Κουκούνης για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας - Αιτητής καταχώρησε Μονομερή Αίτηση με την οποία αξίωσε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να προβαίνει σε οποιεσδήποτε δοσοληψίες σε σχέση με τις εργασίες της Εναγομένης 2 ή/και να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό εκ μέρους της ή/και να εμπορεύεται οποιαδήποτε προϊόντα της Εναγομένης 2 ή /και τα προϊόντα της Les Mills International ή/και να ασκεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή/και εξουσία ως αντιπρόσωπος ή/και διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 2 καθώς επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 ή/και στους αντιπροσώπους του ή/και στους υπαλλήλους του από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 με την Les Mills International ή/και να αποσπάσουν προς όφελος τρίτων προσώπων την αντιπροσωπεία των προϊόντων της εταιρείας Les Mills International στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.48 θ.θ.1-9, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, άρθρα 4,5,6 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος (Ν.14/60), άρθρο 32, ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ.148, άρθρα 1, 2, 17, 25, 32, 35, 45, 46 και 51, ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ.113, άρθρα 139-143, 170, 171, 178, 180-197, 202 και 384, οι νομικές αρχές που πηγάζουν από τις αποφάσεις Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners
(1974)A.C. 133, Cooke v. Deeks
(1916)AC 554. Edwards v Halliwell
(1950)2 All ER 1064 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Λευτέρη Χατζηιωάννου, Ενάγοντα και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 2 και κατέχει 30% του μετοχικού της κεφαλαίου ενώ ο Εναγόμενος 1 είναι κατά 70% μέτοχος. Η Εναγόμενη 2 είναι αντιπρόσωπος ή/και εξουσιοδοτημένη πωλητής και διανομέας, στην Κύπρο, των προϊόντων της εταιρείας Les Mills International, η οποία δημιουργεί προχορογραφημένα ομαδικά προγράμματα εκγύμνασης ατόμων τα οποία εκτελούνται σε όλα τα γυμναστήρια του κόσμου και στην Κύπρο. Με τον Εναγόμενο 1 γνωρίζονται εδώ και 10 χρόνια και είχαν γνωριστεί μέσω της Les Mills International. Είναι η θέση του ότι είχε ξεκινήσει ως εκπαιδευτής στην Εναγομένη 2 και στη συνέχεια είχε γίνει συνέταιρος με τον Εναγόμενο 1, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους. Παράλληλα εργαζόταν και ως υπεύθυνος εκπαιδεύσεων. Υποστηρίζει ότι με την εργασία του είχε αυξήσει, κατά 60%, τα γυμναστήρια τα οποία συμμετείχαν στα προγράμματα της Les Mills International. Τον Μάρτιο του 2014 ο ίδιος είχε αρχίσει να ζητά ενημέρωση από τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με τα οικονομικά ζητήματα της Εναγομένης 2 για πρώτη φορά. Ο Εναγόμενος 1 επιμελώς απέφευγε να του προμηθεύσει οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με την είσπραξη ή/και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 2 και τον Απρίλιο του 2014 ξαφνικά και απροειδοποίητα, ο Εναγόμενος 1, με επιστολή του, είχε τερματίσει την εργοδότηση του στην Εναγομένη
- Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι τα οικονομικά της Εναγομένης 2 τα διαχειριζόταν αποκλειστικά ο Εναγόμενος 1 και ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 2 ούτε και ήταν εξουσιοδοτημένος να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναλήψεις από τον τραπεζικό της λογαριασμό ή να υπογράφει οποιεσδήποτε επιταγές ή να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πληρωμές εκ μέρους της. Αναγκάστηκε να στείλει επιστολή, στις 08/04/14, με την οποία ζητούσε πληροφόρηση σε σχέση με τα οικονομικά της Εναγομένης 2 και να αξιώσει την προσκόμιση των οικονομικών της καταστάσεων. Ο Εναγόμενος 1 μετά την παραλαβή της συγκεκριμένης επιστολής είχε επικοινωνήσει μαζί του αναφέροντας του ότι ο λογιστής της Εναγομένης 2 χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις. Κατά την δική του άποψη η Εναγομένη 2 είχε μεγάλα έσοδα από τις πωλήσεις των προϊόντων της εταιρείας Les Mills International, τα οποία έσοδα τα γνωρίζει μόνο ο Εναγόμενος 1, αφού το κάθε d.v.d με την χορογραφία του προγράμματος εκγύμνασης πωλείται €50-. Τα συγκεκριμένα προγράμματα ανανεώνονται κάθε τρεις μήνες και η Εναγόμενη 2 εισπράττει περί τις €19.400- το τρίμηνο και από αυτά αφαιρείται το ποσό των €5.760- οπόταν υπάρχει κέρδος €14.000-. Η Εναγομένη 2 είχε επίσης εισπράξεις, περί τις €24.000-, ως δικαιώματα από τα γυμναστήρια που χρησιμοποιούν τα προγράμματα της Les Mills International, παγκυπρίως. Παράλληλα η Εναγόμενη 2 έχει επιπρόσθετα έσοδα από τις εκπαιδεύσεις των γυμναστών, οι οποίες διενεργούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο ίδιος από τον καιρό που είχε γίνει μέτοχος της Εναγομένης 2 δεν είχε λάβει οποιοδήποτε μέρισμα γιατί ο Εναγόμενος 1 υποστήριζε ότι θα πρέπει να παρασχεθεί στην Εναγομένη 2 μεγάλη ρευστότητα. Όμως εισέπραττε κέρδη από τις εκπαιδεύσεις και τις πωλήσεις των d.v.d κάθε τρίμηνο. Παρά την παρέλευση χρόνου ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε είχε προσκομίσει τις οικονομικές καταστάσεις, όπως είχε υποσχεθεί, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια απομάκρυνσης του ιδίου, του ομνύοντα, με σκοπό την απόσπαση ή/και την υπεξαίρεση χρημάτων ή/και περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην Εναγομένη 2 έτσι ώστε ο ίδιος να ζημιωθεί σε σχέση με τα ωφελήματα που ο ίδιος δικαιούτο ως μέτοχος. Στο μεταξύ, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε, ο ομνύοντας, είχε αναγκαστεί να ενημερώσει την εταιρεία Les Mills International ότι ο Εναγόμενος 1 τον είχε παραγκωνίσει από την εταιρεία, ότι είχε προσληφθεί νέος εκπαιδευτής τον Μάιο 2014 και ότι τον είχε απολύσει παράνομα. Η εταιρεία Les Mills International με ηλεκτρονικό μήνυμα της είχε ενημερώσει τον ίδιο ότι της είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο 1 να εκδίδει τα τιμολόγια επ΄ ονόματι άλλης εταιρείας, την οποία τους είχε υποδείξει ο Εναγόμενος 1, αντί της Εναγομένης
- Η αντιπροσωπεία της εταιρείας Les Mills International είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που κατέχει η Εναγομένη
- Επιπρόσθετα είχε ενημερωθεί από εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενους, οι οποίοι τον αναζητούσαν στις εγκαταστάσεις της Εναγομένης 2, ότι ο Εναγόμενος 1 τον δυσφήμιζε. Λόγω των συγκεκριμένων εξελίξεων ο ίδιος είχε αιτηθεί στις τράπεζες, που διατηρούσε λογαριασμούς η Εναγομένη 2, όπως του παραχωρήσουν λεπτομέρειες σε σχέση με τους λογαριασμούς της. Διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε υπεξαιρέσει και είχε οικειοποιηθεί χρήματα της Εναγομένης
- Κατά το έτος 2013 ο Εναγόμενος 1, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού που διατηρούσε η Εναγομένη 2 στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, προέβαινε σε τακτική βάση σε μεγάλες αναλήψεις χρημάτων με αποτέλεσμα να μην αφήσει οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ο ίδιος δεν γνώριζε τι είχαν απογίνει όλα αυτά τα λεφτά. Το 2014, παρόλο που η Εναγομένη 2 είχε μεγάλες εισπράξεις, ο Εναγόμενος 1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε κατάθεση σε λογαριασμούς επ΄ ονόματι της Εναγομένης
- Οι λογαριασμοί στην Τράπεζα Πειραιώς αποκαλύπτουν πληρωμές προς την Les Mills International, τον Ιανουάριο 2014, ποσού €3.740- και τον Φεβρουάριο 2014 ποσού €6.064,92-. Η Εναγόμενη 2 είχε εισπράξει το πενταπλάσιο ποσό, είναι ο ισχυρισμός του, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Les Mills International. Όμως κανένα ποσό από τις εισπράξεις δεν είχε κατατεθεί στους λογαριασμούς της Εναγομένης
- Επιπρόσθετα, από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος συνέλεξε δεν φαίνεται να κατατίθονταν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 2 διάφορα ποσά τα οποία πληρώνονταν σε μετρητά από γυμναστήρια. Υποστηρίζει, ο ομνύοντας, ότι τα γεγονότα αλλά και η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του Εναγομένου 1 καταδεικνύουν τους σκοπούς και τα σχέδια του, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από του να αποξενώσει από την εταιρεία το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει και να την αποδυναμώσει αφήνοντας την χωρίς οποιαδήποτε ρευστότητα ενώ παράλληλα θα έχει μεταβιβάσει σε τρίτη εταιρεία, δικών του συμφερόντων, την αντιπροσωπεία της Les Mills International. Η Εναγόμενη 2 θα υποστεί τεράστιες ζημιές από την συμπεριφορά του Εναγόμενου
- Καταλήγει, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος. Υποστηρίζει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση λόγω της ζημιάς ή/και της βλάβης που ο ίδιος υφίσταται συνεπεία των παράνομων πράξεων του Εναγομένου 1 αλλά και γιατί θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατά την δική του άποψη το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο είχε ακούσει τον συνήγορο του Ενάγοντα -αιτητή σε σχέση με το κατ΄ επείγον της έκδοσης των συγκεκριμένων διαταγμάτων μονομερώς και με ενδιάμεση απόφαση του διέταξε την επίδοση της συγκεκριμένης αίτησης. Η πλευρά του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία απαρίθμησε 60 λόγους ενστάσεως, οι οποίοι είναι επαναλαμβανόμενοι, οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι πρόωρη, καταχρηστική, αβάσιμη και κακόπιστη, ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει, ότι δεν έχει επηρεαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα του Αιτητή αλλά παραταύτα επιδιώκει να οδηγήσει την Εναγομένη 2 σε διάλυση για να εκμεταλλευτεί την σύμβαση αντιπροσωπείας με την εταιρεία Les Mills International, ότι ο Αιτητής ουδέποτε είχε ζητήσει σύγκλιση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης αλλά αντίθετα αποτάθηκε στο Δικαστήριο για θέματα που αφορούν τις δραστηριότητες της εταιρείας και τους μετόχους της, ότι τόσο η αγωγή καθώς και η αίτηση καταχωρίστηκαν προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού και χωρίς γνήσιο ελατήριο, ότι ο Αιτητής είχε πρόσβαση σε όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας και ως διευθυντής της μπορούσε να λάβει όλα τα στοιχεία που αφορούν την Εναγομένη 2, ότι ο Αιτητής δεν επιδείκνυε κανένα ενδιαφέρον σε σχέση με τις καθημερινές δραστηριότητες και εργασίες της εταιρείας, ότι ο Αιτητής δεν εξειδίκευσε τους λόγους για τους οποίους αποτάθηκε στο Δικαστήριο και ότι η εταιρεία διεξάγει κανονικά τις δραστηριότητες και τις εργασίες της χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε παρέμβαση του Εναγομένου 1 στις συμβατικές σχέσεις της εταιρείας με την εταιρεία Les Mills International. Περαιτέρω προβάλλει, ως λόγους ένστασης, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει την εταιρεία σε αδιέξοδο, διακοπή των εργασιών και δραστηριοτήτων της με επακόλουθο την διάλυση της και την απώλεια της αντιπροσωπείας της εταιρείας Les Mills International. Παράλληλα, προβάλλεται ότι ο Αιτητής έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι μέχρι τον Μάρτιο του 2014 τα κέρδη της εταιρείας, Εναγόμενης 2, αποδίδονταν εξίσου τόσο στον ίδιο καθώς και στον Εναγόμενο
- Είχε ζητήσει, ο Ενάγοντας-αιτητής, το ποσό των €30.000-, από τα κέρδη της Εναγομένης 2, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σε άλλες δραστηριότητες και να τα επιστρέψει σταδιακά, στην Εναγομένη 2, πράγμα το οποίο δεν έπραξε με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί οικονομικά η εταιρεία. Επίσης απέκρυψε ότι με τις δικές του ενέργειες ή/και τις πράξεις του είχε αποδυναμώσει την εταιρεία αφού είχαν δημιουργηθεί προβλήματα με την εταιρεία Les Mills International. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο Αιτητής εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι μετά από συνεννόηση και των δυο μετόχων της Εναγόμενης 2 καταβάλλονταν, από την Εναγόμενη 2, περισσότερα χρήματα στην Les Mills International από ότι τα εισοδήματά της με σκοπό να διατηρηθεί η αντιπροσωπεία γιατί αν καταβαλλόταν το συμφωνηθέν ποσοστό δικαιωμάτων με βάση τα πραγματικά εισοδήματα, τα οποία είναι χαμηλότερα λόγω των εκπτώσεων, θα καταβάλλονταν λιγότερα χρήματα και η Εναγόμενη 2 θα έχανε την αντιπροσωπεία. Το ποσοστό δικαιωμάτων άδειας είναι 25%και πληρώνονται δικαιώματα ύψους 50% μετά από τις εκπτώσεις, κάτι που επιμελώς ο Αιτητής δεν ανέφερε στο Δικαστήριο. Προωθεί την θέση ότι ο Αιτητής από τις εισπράξεις του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2014 είχε λάβει το ήμισυ των κερδών. Και ότι είχε αποκρύψει την απάντηση των δικηγόρων της Εναγομένης 2 στους ισχυρισμούς του και το γεγονός ότι του είχε σταλεί επιστολή από δικηγόρο της Εναγομένης 2 για την πληρωμή του ποσού των €30.000- που χρωστούσε στην εταιρεία. Η Ένσταση βασίστηκε στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρα 21-32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 1-7 και 9, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θθ.1-13, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, άρθρα 1, 2, 17, 25, 32, 35, 45, 46 και 51, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 139 -143, 170, 171, 178, 180-197, 202 και 384, στις νομικές αρχές που πηγάζουν από τις αποφάσεις Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners
(1974)A.C. 133, Cooke v. Deeks
(1916)AC 554. Edwards v Halliwell
(1950)2 All ER 1064 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του κ. Άριστου Χριστοδούλου, Εναγόμενου - Καθ΄ ου η αίτηση
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι ο ιδρυτής και διευθυντής της Εναγομένης 2 και κατέχει 70% του μετοχικού της κεφαλαίου. Με τον Ενάγοντα - Αιτητή είχαν γνωριστεί στα μαθήματα τα οποία ο ίδιος διενεργούσε ως εκπαιδευτής και όχι μέσω της εταιρείας Les Mills International. Η Eναγόμενη 2 πράγματι προμηθεύει με προγράμματα διάφορα γυμναστήρια και εκπαιδεύει γυμναστές αλλά οι εργασίες της δεν επεκτείνονται σε όλα τα γυμναστήρια ανά την Κύπρο όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Οι αναφορές του Αιτητή, είναι η θέση του ομνύοντα, είναι παραπλανητικές και στοχεύουν στη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων γιατί επιμελώς παραλείπει να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι είχε διοριστεί διευθυντής της Εναγομένης 2 και μέτοχος της χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ενώ παράλληλα είχε προσληφθεί ως υπάλληλος της με μισθό ενώ τα κέρδη μοιράζονταν εξίσου και στους δύο μέχρι και τον Μάρτιο του
- Υποστήριξε, ο ομνύοντας, ότι ο ίδιος είχε εμπιστευθεί τον Ενάγοντα- Αιτητή και τον είχε προσλάβει ως συνεργάτη του λόγω της φιλίας τους. Από την Εναγόμενη 2 ο Ενάγοντας - Αιτητής είχε λάβει σταδιακά το ποσό των €30.000-, γεγονός το οποίο απέκρυψε από το Δικαστήριο, για να το χρησιμοποιήσει σε άλλες δραστηριότητες του που όπως ο ίδιος πίστευε θα του απέφεραν πολλαπλάσια κέρδη και στη συνέχεια θα το επέστρεφε στην εταιρεία πράγμα που δεν έπραξε. Αποτέλεσμα ήταν να αποδυναμωθεί η εταιρεία οικονομικά και να παρουσιάζεται ότι ο ίδιος είχε οικειοποιηθεί χρήματα της εταιρείας. Αντιτάσσει ο ομνύοντας ότι δεν είχε αυξηθεί ο κύκλος εργασιών της εταιρείας λόγω των ενεργειών του Ενάγοντα - Αιτητή και ότι ο Αιτητής δεν ασχολείται με τα γυμναστήρια αλλά είναι ένας απλός εκπαιδευτής με μηνιαίο εισόδημα €1.000-. Όσον αφορά τον τερματισμό της εργοδότησης του Αιτητή, στην Εναγομένη 2, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντα του αφού από τις αρχές Νοεμβρίου του 2013 αντί να ασχολείται με τις εργασίες της Εναγομένης 2 ασχολείτο ενεργά με την πυραμίδα "World Ventures Marketing", πυραμιδωτό σύστημα πωλήσεων διακοπών, προωθώντας τις εργασίες εκείνης της εταιρείας προς τους πελάτες της Εναγομένης 2 με αποτέλεσμα οι πελάτες να διαμαρτύρονται και να προκαλείται ζημιά στη φήμη και το καλό όνομα της εταιρείας. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που του είχαν γίνει, από τον Νοέμβριο 2013, παραμελούσε την εργασία του. Επιπρόσθετα διαπληκτιζόταν με τους πελάτες και συνεργάτες της Εναγομένης 2 και δεν απέδιδε ικανοποιητικά ως εκπαιδευτής, γι΄ αυτό και τερματίστηκε νόμιμα η απασχόληση του με την επιστολή ημερομηνίας 24/03/
- Απέκρυψε σκόπιμα από το Δικαστήριο το γεγονός ότι μέχρι και τον Μάρτιο 2014, μετά από δικό του αίτημα, τα κέρδη κατανέμονταν και στους δυο εξ ίσου. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος, ο ομνύοντας, είχε δημιουργήσει την δουλειά και είχε αποκτήσει την πελατεία και ότι ο Αιτητής εργαζόταν μόνο ως υπεύθυνος εκπαίδευσης και η συνέχιση των εργασιών οφείλεται κατά αποκλειστικότητα στον ίδιο. Όμως κάθε μήνα ο Αιτητής λάμβανε μισθό ύψους €1.000-, το ήμισυ των κερδών ενώ επιπρόσθετα είχε λάβει άλλες €30.000- από τα κέρδη της Εναγόμενης
- Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι ο Αιτητής είχε πλήρη πρόσβαση και γνώση όλων των οικονομικών δεδομένων και δραστηριοτήτων της Εναγομένης 2, εισέπραττε χρήματα και προέβαινε σε πληρωμές ενώ κάθε μήνα λάμβανε και το ήμισυ από τα κέρδη της εταιρείας. Σκόπιμα απέκρυψε, ο Ενάγοντας - Αιτητής, από το Δικαστήριο το γεγονός ότι μαζί με τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η αίτηση είχαν επισκεφθεί τον λογιστή της Εναγομένης 2, στον οποίο είχε ανατεθεί η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας για τα έτη 2011, 2012 και 2013, και ο λογιστής του είχε αναφέρει ότι οι οικονομικές καταστάσεις δεν είχαν ετοιμαστεί και ότι χρειαζόταν ακόμη λίγο χρόνο. Οπόταν, το θέμα της ετοιμασίας των οικονομικών καταστάσεων δεν αφορούσε τον Εναγόμενο 1- Καθ΄ου η αίτηση αλλά τον λογιστή της Εναγομένης 2 και ο Αιτητής σκόπιμα παραπλανεί το Δικαστήριο με τους ισχυρισμούς του. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή που αφορούν τις αγορές της Εναγομένης 2 από την εταιρεία Les Mills International καθώς και οι πωλήσεις που πραγματοποιεί είναι παραπλανητικές γιατί αποκρύπτεται από το Δικαστήριο ότι παραχωρούνται δωρεάν d.v.d. σε συνεργάτες και πελάτες της Εναγομένης 2 για διαφημιστικούς σκοπούς ενώ παραγνωρίζει ότι η τιμή πώλησης των d.v.d. είναι €40- και όχι €50- όπως ισχυρίζεται. Προωθεί την θέση ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής έχει καταχωρίσει εκβιαστικά την αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση γιατί βρίσκεται κάτω από μεγάλη οικονομική πίεση, λόγω του ότι εκτός από τις €30.000- που οφείλει στην Εναγόμενη οφείλει και άλλες €30.150- σε πελάτη του γυμναστηρίου από τον οποίο ο Ενάγοντας είχε δανειστεί λεφτά. Καταλήγει ότι δεν συντρέχουν ούτε ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία διατάγματα είναι δραστικά και δρακόντεια και τυχόν έκδοση τους θα βλάψει τόσο τον ίδιο καθώς και την Εναγομένη 2 ανεπανόρθωτα γιατί θα την οδηγήσει στο αδιέξοδο και την διάλυση. Επιπρόσθετα εισηγείται ότι η αγωγή δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας γιατί βασίζεται μόνο σε ατεκμηρίωτες εικασίες και ισχυρισμούς. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση γραπτής αγόρευσης από τον συνήγορο του Αιτητή και την κατάθεση γραπτής αγόρευσης από τον συνήγορο του Καθ΄ ου η αίτηση. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Καθ΄ ου η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία του Ενάγοντα -Αιτητή καθώς και τη μαρτυρία του Εναγόμενου -Καθ΄ου η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές τις θέσεις που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν εκδίδει το διάταγμα αν όχι τότε απορρίπτει την Αίτηση. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία, έρχομαι να εξετάσω την Αίτηση, χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών, εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) σελ.569, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα και είναι με βάση αυτό και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα - Αιτητή αλλά και την καταχωρηθείσα Ένσταση που θα εξεταστούν τα κριτήρια αυτά. Από το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος μαζί με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καθώς και τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί, εκ πρώτης όψεως κρίνεται ότι αποκαλύπτεται ζήτημα προς εκδίκαση. Όμως, στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, που συνοδεύει την Ένσταση, έχουν δοθεί εξηγήσεις στα θέματα που προβάλλει ο Ενάγοντας - Αιτητής στην δική του ένορκη δήλωση. Εξηγήσεις οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί αφού δεν έχει αντεξεταστεί. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η παράλειψη αντεξέτασης καθιστά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται δεσμευτικούς και οδηγεί στην αποδοχή των ισχυρισμών που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ ου η αίτηση έχει ισχυριστεί ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει λάβει €30.000- από την Εναγόμενη 2 και εκτός από αυτό το ποσό έχει λάβει και το μέρισμά του από τα κέρδη μέχρι τον Μάρτιο 2014 ενώ παράλληλα λάμβανε και μισθό ως εργοδοτούμενος της. Εξετάζοντας το Κλητήριο Ένταλμα και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων, χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της αγωγής, διαπιστώνω ότι στα 3 χρόνια λειτουργίας της Εναγομένης 2 ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει λάβει ένα σεβαστό ποσό το οποίο σημειωτέον δεν έχει αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του. Ανοίγω μια παρένθεση για να παραπέμψω σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την μη αποκάλυψη γεγονότων. Στην απόφαση Bloczek Limited v. Vianova Holdings Limited Πολ. Εφ. 387/10 ημερ. 11/07/13 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι΄ αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό (Δέστε: Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας (Δέστε: The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ 1179 και Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 - Δέστε επίσης: Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168).» Έχω τη γνώμη πως δεν είναι καθόλου τυχαία η γενική και αόριστη αναφορά από τον Ενάγοντα - Αιτητή στο γεγονός ότι έχει πάρει κάποιο ποσό ως μερίδιο. Η εικόνα που δόθηκε με την ένορκη δηλωσή του ήταν πως ο ίδιος είχε αδικηθεί γιατί ο Εναγόμενος 1 εισέπραττε λεφτά, για την εταιρεία και δεν του απέδιδε οποιοδήποτε μερίδιο. Το γεγονός αυτό, της απόκρυψης είσπραξης από τον Ενάγοντα - Αιτητή του ποσού των €30.000, δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις του Ενάγοντα οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την αίτηση. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ή η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, αποκλείεται. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita -Aluminimum Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα.» Δεν διαπιστώνεται καμιά δυσκολία, στην περίπτωση που επιτύχει ο Ενάγων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αν διαταχθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν οποιαδήποτε τυχόν μερίσματα που του αναλογούν να του τα αποδώσουν ενώ η εταιρεία Les Mills International έχει ξεκαθαρίσει, Τεκμήριο 7 στην Αίτηση, ότι μέχρι την τελική έκβαση της αγωγής δεν προτίθεται να αλλάξει την τιμολόγησή της στην Εναγομένη 2. Δεν υπάρχει δηλαδή δυσκολία στην απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD (ανωτέρω) σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Σταθμίζοντας τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι το αναφερθέν ισοζύγιο κλίνει υπέρ του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ ου η αίτηση αφού δεν έχει καταρριφθεί ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την Εναγομένη 2 γιατί δεν θα μπορεί ο Εναγόμενος 1- Καθ ου η αίτηση να διεξάγει τις δραστηριότητες της εταιρείας. Η όλη συμπεριφορά του Αιτητή δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η εκτροπή αυτή προδιαγράφει, συνεκτιμηθείσα με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις και το αποτέλεσμα της υπό κρίσης Αίτησης. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ.412, παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12), τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 - Καθ ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο