Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Λουκάς Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3845/12, 30/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3845/12 Μεταξύ: Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ενάγουσα - και -
- Λουκάς Χρίστου
- Ελισάβετ Ιακώβου ή και Ελισάβετ Κωνσταντίνου
- Κούλα Δημητρίου Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/3/14 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κος Η. Χρίστου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κος Χ. Πουτζιουρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της εναντίον του ερήμην απόφασης που εκδόθηκε την 1/2/
- Η αίτηση, ημερομηνίας 17/3/14, στηρίζεται στη Δ.17 Θ.
- Καταγράφονται δε στη νομική βάση της και η Δ.30, Δ.33, Δ.48 Θ.1-9(η), Δ.57, Δ.64, στο άρθρο 9 του Ν.31/62, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Από τώρα αναφέρω ότι η Δ.30 ή Δ.33, η Δ.57 και ο Νόμος 31/62 είναι άσχετα με την υπό εξέταση αίτηση. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 που συνοδεύει την αίτηση και μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Δικαιολογόντας τη μη εμφάνιση του, αν και του επιδόθηκε προσωπικά η αγωγή στις 17/11/12, ισχυρίστηκε ότι τούτο οφείλετο στις προσωπικές διαβεβαιώσεις του τότε Υπουργού Εσωτερικών αλλά και του γραφείου Μέριμνας ότι δεν θα προχωρούσαν περαιτέρω τα δικαστικά μέτρα, με αποτέλεσμα να δώσει οδηγίες στο δικηγόρο του να μην καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Οι οδηγίες δε που έλαβε από τη διοίκηση του Υπουργείου Εσωτερικών ήταν ότι δικαιούχος της εν λόγω οικίας δύναται να είναι ο εγγονός του Ηλία Χρίστου Πετεινού, ο οποίος ήταν κάτοχος της κατοικίας μέχρι το θάνατο του Ηλία Χρίστου Πετεινού και ότι έπρεπε ένα από τα εγγόνια του να υποβάλει αίτηση για διεκδίκηση της οικίας, πράγμα που έγινε. Στη συνέχεια στις 6/4/13 έλαβε γνώση της ως άνω απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του όταν του επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 21/2/13 με την οποία η Ενάγουσα ζητούσε την έκδοση διατάγματος για καθορισμό χρόνου συμμόρφωσης του με την απόφαση ημερομηνίας 1/2/
- Αμέσως έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο, τον κ. Χρίστου, να καταχωρήσει ένσταση, η οποία καταχωρήθηκε στις 4/6/
- Τελικά στις 12/11/13 ο δικηγόρος του, ο κ. Χρίστου, συμφώνησε στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Ακολούθως σε σχέση με την υπεράσπιση ανάφερε ότι:
(1)Ο νόμος επί του οποίου βάσισε την αγωγή της η Ενάγουσα προσκρούει στα άρθρα 9 και 28 του Συντάγματος και στα άρθρα 20, 21, 23 και 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, στα άρθρα 1, 3, 12 και 13 της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των Προσφύγων του 1951 και στα άρθρα 38-42 και 50-56 του Ν.158
(1)/1999.
(2)Ως κληρονόμος του πατέρα του, Ηλία Χρίστου Πετεινού, έχει πρόθεση να εγείρει ανταπαίτηση με την οποία να ζητεί να αναγνωριστεί ο πατέρας του ως δικαιούχος της υπό αναφορά οικίας.
(3)Η κλίμακα της αγωγής είναι έκδηλα υπερβολική, αφού η αξία της οικίας δεν ξεπερνά τις €12.000.
(4)Δεν υπάρχει εξουσιοδότηση για την έγερση της αγωγής από τον Χρίστο Πουτζιουρή αλλά αυτή αναφέρεται σε κάποιο Χρίστο Πουγιουρή.
(5)Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής αφού η εξουσιοδότηση δόθηκε το 2007.
(6)Τέλος ο τίτλος της αγωγής πάσχει γιατί δεν υπήρχαν οδηγίες για έγερση αγωγής εναντίον των δύο άλλων προσώπων, αδελφών του. Η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 29/5/14 η οποία βασίζεται στη Δ.40 Θ.7, 9 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1-4, 7, 8 και 9, Δ.64, στα άρθρα 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Μπορεί να λεχθεί από τώρα ότι η Δ.40 Θ.7, 9 και 11, η Δ.44 Θ.11, τα άρθρα 4-9 του ΚΕΦ. 6 και το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δεν είναι σχετικά με το υπό κρίση ζήτημα. Το πραγματικό υπόβαθρο της εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση της Γεωργίας Πάτσαλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του Χρίστου Πουτζιουρή και εξουσιοδοτημένη προς τούτο από την Ενάγουσα, με την οποία επισυνάπτονται τέσσερα
(4)τεκμήρια. Προβάλλονται έντεκα
(11)λόγοι ένστασης οι οποίοι αιτιολογούνται και αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση και οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα πιο κάτω. Κατ' αρχάς αναφέρεται ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Ακολούθως γίνεται άρνηση όλων των ισχυρισμών του Εναγομένου 1 εκτός εκείνων που ειδικά γίνονται παραδεκτοί. Στη συνέχεια όσον αφορά τη μη εμφάνιση του Εναγομένου 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αγωγή του επιδόθηκε προσωπικά στις 17/11/12 και τα όσα ισχυρίζεται για το λόγο μη εμφάνισης του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, για τα οποία δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τα τεκμηριώνει, με σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης ο οποίος καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, αφού εκδόθηκε το διάταγμα καθορισμού χρόνου συμμόρφωσης του Εναγομένου 1, στις 12/11/13 στην απόφαση ημερομηνίας 1/2/13 και τούτο επιδόθηκε στις 25/2/14, αντέδρασε με την παρούσα αίτηση ενώ δεν το έπραξε προηγουμένως όταν του είχε επιδοθεί η αίτηση για διάταγμα καθορισμού χρόνου συμμόρφωσης στην απόφαση. ΄Οσον αφορά τον ισχυρισμό για ανάδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου 1 που προβάλλεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στους κανονισμούς του 2006, Κ.Δ.Π. 163/06, Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παραχώρηση Τίτλων Ιδιοκτησίας σε Εκτοπισθέντες και άλλα Πρόσωπα) που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα στις 7/4/06 με βάση τους οποίους μόνο εάν ο θάνατος του Ηλία Χρίστου Πετεινού επέρχετο μετά τις 7/4/06 δημιουργείτο το δικαίωμα που ισχυρίζεται ότι έχει. Σε σχέση με την θέση του Εναγομένου 1 για αντισυνταγματικότητα του σχετικού νόμου, εννοώντας το άρθρο 18
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, ΚΕΦ. 224, και την αντίθεση του με διεθνείς συμβάσεις και ότι έχει πρόθεση να εγείρει ανταπαίτηση, η ομνύουσα ισχυρίζεται για το τελευταίο ότι θα μπορούσε να εγείρει αγωγή και να αξιώνει ότι θα προωθούσε με την ανταπαίτηση ενώ για τα υπόλοιπα τα αρνείται και θέτει αυτόν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Στον ισχυρισμό ότι η εξουσιοδότηση για έγερση αγωγής απευθύνεται σε κάποιο Χρίστο Πουγιουρή και όχι Χρίστο Πουτζιουρή παραπέμπει σε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της οποίας ο δικηγόρος του Εναγομένου απευθυνόταν στο Χρίστο Πουτζιουρή, αναγνωρίζοντας έτσι ότι αυτός ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για έγερση της αγωγής. Ούτε βέβαια ευσταθεί ο ισχυρισμός για καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής επειδή η εξουσιοδότηση είναι του 2007 και η αγωγή ηγέρθηκε το
- Δεν αποτελεί επίσης λόγο παραμερισμού της απόφασης η κλίμακα της αγωγής, που εν πάση περιπτώσει επιχειρεί να καθορίσει ο ίδιος χωρίς εκτίμηση της αξίας της οικίας. Τέλος ούτε το γεγονός ότι η αγωγή κινήθηκε εναντίον και των δύο αδελφών του χωρίς εξουσιοδότηση μπορεί να οδηγήσει σε παραμερισμό της απόφασης, αφού το θέμα αυτό είναι άσχετο με αυτόν. Ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 με την αγόρευση του ουσιαστικά επανέλαβε όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία επί του υπό εξέταση θέματος. Πρόσθεσε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση έγινε από μη εξουσιοδοτημένο άτομο ενώ κατά την άποψη του έπρεπε να γίνει από άτομο στην υπηρεσία της Ενάγουσας και όχι από δικηγόρο. Αναγνώνοντας τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας διαπιστώνεται ότι ενώ γίνεται επιμελής αναφορά στα γεγονότα που σχετίζονται με τις αρχές που εφαρμόζονται στην υπό εξέταση αίτηση, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την επίκληση των αρχών που εφαρμόζονται, αφού γίνεται αναφορά σε νομολογία που σχετίζεται με την έκδοση προσωρινών συντηρητικών διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, στη σύγχυση που επικρατεί στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας για τη νομολογία που εφαρμόζεται, και ασφαλώς δεν σχετίζεται με τα παρεμπίπτοντα συντηρητικά διατάγματα, εντοπίζονται και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται στις αρχές που εφαρμόζονται στην υπό κρίση αίτηση. Να λεχθεί ότι η σύγχυση αυτή εξηγεί και το λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, αφού στη νομική βάση της αίτησης εντοπίζεται η Δ.17 Θ.
- Βέβαια, όπως επεσήμαναν και οι δύο συνήγοροι, το μέρος εκείνο των αγορεύσεων τους που σχετίζετο με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, που αφορούσε άλλη αίτηση η οποία θα ακούετο την ίδια ημέρα και αποσύρθηκε, δεν λαμβάνεται υπόψη. Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη δυνάμει της Δ.17, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους του Εναγομένου 1 - Αιτητή. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101). Αρχίζοντας από το θέμα της μη εμφάνισης του Εναγόμενου 1 καταδεικνύεται ότι, αν και του επιδόθηκε προσωπικά στις 17/11/12 εντούτοις κατά τον ισχυρισμό του επειδή έλαβε διαβεβαιώσεις από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών και από το γραφείο Μέριμνας ότι δεν θα προχωρούσαν περαιτέρω τα δικαστικά μέτρα εναντίον του και οδηγίες από τη διοίκηση του Υπουργείου Εσωτερικών για τον τρόπο που θα ενεργούσε προς κατοχύρωση του κατ' ισχυρισμό δικαιώματος του σε κατοχή της προσφυγικής κατοικίας, έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να μην εμφανιστεί, διαπιστώνεται ότι κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε γι' αυτές τις διαβεβαιώσεις και παρέμειναν γενικές, αόριστες και μετέωρες, οι οποίες μάλιστα φαίνεται δεν συνάδουν τόσο με την επιστολή ημερομηνίας 24/8/07 προς τον Εναγόμενο 1 από το Υπουργείο Εσωτερικών με την οποία απορρίπτετο αίτημα του για να παραχωρηθεί η αναφερθείσα οικία σε αυτόν, όσο και με την επιστολή ημερομηνίας 3/9/07 από την υπηρεσία Μέριμνας με την οποία απερρίπτετο παρόμοιο αίτημα, Τεκμήριο Δ στην ένσταση. Επίσης, ως ο ίδιος προβάλλει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης όταν του επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 21/2/13 με την οποία η Ενάγουσα ζητούσε διάταγμα καθορισμού χρόνου συμμόρφωσης του στην απόφαση ημερομηνίας 1/2/
- Αμέσως έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να καταχωρήσει ένσταση, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 4/6/
- Ακολούθως όμως, αποδέχθηκε όπως εκδοθεί διάταγμα στις 12/11/
- Ενώ δηλαδή λογικά θα αναμένετο, με βάση αυτά που ισχυρίζεται σήμερα, να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης, αποδέχθηκε ουσιαστικά τα όσα αναφέροντο στην αγωγή. Με αυτή του την συμπεριφορά στην ουσία απεκδύθηκε και οιονδήποτε κατ' ισχυρισμό δικαίωμα είχε. Ακόμα διαπιστώνεται ότι από την ημέρα επίδοσης της αγωγής, στις 17/11/12 και επίδοσης και γνώσης στις 8/4/13 της εναντίον του απόφασης, παρήλθε μέχρι και την ημέρα υποβολής της υπό κρίση αίτησης, 17/3/14, μία περίοδος 16 μηνών από την επίδοση της αγωγής και 11 μηνών από την επίδοση στις 8/4/13 της αίτησης ημερομηνίας 21/2/13, η οποία καταδεικνύει χωρίς αμφιβολία τη πλήρη αδιαφορία του Εναγόμενου 1 στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτή και μόνο η διαπίστωση του Δικαστηρίου αποτελεί λόγο για απόρριψη της αίτησης. Σε σχέση με την θέση του Εναγόμενου 1 ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση, διαφαίνεται ότι δεν ευσταθεί κανένας από τους ισχυρισμούς του που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αφού από το αναφερθέντα πιο πάνω άρθρο του ανωτέρου Νόμου, ο αποβιώσας Ηλίας Χρίστου Πετεινού δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στα πρόσωπα που καθίστανται δικαιούχα τίτλου ιδιοκτησίας οικίας στον κυβερνητικό οικισμό Κοκκίνων Λάρνακος και κατ' επέκταση ο Εναγόμενος
- Ούτε επίσης διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο να καταρρίπτεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του άρθρου του αναφερθέντος ανωτέρω Νόμου, με όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του. Ούτε βέβαια θα μπορούσε η κλίμακα στην οποία κινήθηκε η αγωγή να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της απόφασης για το λόγο που αναφέρει ο Εναγόμενος 1, ότι δηλαδή η αξία της οικίας δεν υπερβαίνει τις €12.000, για την αξία της οποίας να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμιά εκτίμηση. Η αναφορά του ότι το επίθετο του δικηγόρου που εξουσιοδοτήθηκε για έγερση της αγωγής είναι Πουγιουρή και όχι Πουτζιουρή, πέραν των άλλων, ο δικηγόρος του δεν έφερε καμία ένσταση στην προηγούμενη διαδικασία που αναφέρεται πιο πάνω αλλά απεναντίας απευθύνεται με επιστολή προς τον κ. Πουτζιουρή, αναγνωρίζοντας τούτον ως δικηγόρο της υπόθεσης. Όσον αφορά τη θέση του ότι πάσχει η αγωγή επειδή ηγήρθηκε και εναντίον των δύο άλλων προσώπων (αδελφών του) χωρίς εξουσιοδότηση, αυτή δεν μπορεί να ευσταθίσει αφού, εκτός του γεγονότος ότι η εξουσιοδότηση ημερ. 27/11/07 αναφέρεται σε καταχώρηση και διεκπεραίωση αγωγής εναντίον του Λούκα Χρίστου κ.ά. (δηλαδή και άλλων προσώπων), δεν έχει νόμιμο δικαίωμα, εάν ευσταθούσε, που δεν ευσταθεί, να επικαλεσθεί και να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό αφού δεν σχετίζεται με αυτόν. Τέλος, η αναφορά του ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση έπρεπε να γίνει από άτομο που βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας, εκτός του ότι δεν αποτελεί λόγο στην Αίτηση ούτε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν μπορεί να εξεταστεί, δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που καταπιάνεται με το ζήτημα της ένορκης δήλωσης από δικηγόρους σε αιτήσεις ή ενστάσεις, ως το προβάλλει. Ενόψει των ανωτέρω, ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής από τη μια επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας και από την άλλη δεν κατόρθωσε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου
- (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο